<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:blogger='http://schemas.google.com/blogger/2008' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd="http://schemas.google.com/g/2005" xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880</id><updated>2024-10-24T23:43:27.895+03:00</updated><category term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΕΑΠ EΠO12 ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="ΕΑΠ ΕΠΟ33: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><category term="Λάμψη"/><title type='text'>ragglas place ergasies</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default?redirect=false'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>9</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>25</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-4966483326617149680</id><published>2011-08-05T00:06:00.001+03:00</published><updated>2011-11-20T23:25:50.381+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΕΑΠ EΠO12 ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΕΑΠ EΠO12: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div dir=&quot;ltr&quot; style=&quot;text-align: left;&quot; trbidi=&quot;on&quot;&gt;&lt;b&gt;ΘΕΜΑ 3ης ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έχετε μελετήσει μέχρι το κεφάλαιο 11 του Εγχειριδίου μελέτης μαζί με το παράλληλο Κείμενο 2, όπου εξετάζονται οι μεταβολές της γεωγραφίας και του υλικού πολιτισμού της Ευρώπης μέχρι τον 19ο αι. μ. Χ. Στην εργασία αυτή σας ζητείται να σχολιάσετε τεκμηριωμένα και κριτικά το φαινόμενο της μετανάστευσης κατά τον 19ο αι. σε σύγκριση με τον 16ο. Αναζητείστε τους παράγοντες που την δημιουργούν και τις συνέπειές της για τον Ευρωπαϊκό χώρο, ιδιαίτερα σε αστικό επίπεδο. Πού κατευθύνθηκαν κυρίως τα μεταναστευτικά ρεύματα και γιατί; Ποιες οι συνέπειες των πληθυσμιακών εισροών για τους τόπους προέλευσης και για τις περιοχές υποδοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&amp;nbsp;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σκοπός της 3ης εργασίας είναι η κριτική εξέταση της μετανάστευσης κατά τον 19ο αιώνα σε σύγκριση με το 16ο αιώνα. Ένα φαινόμενο το οποίο επηρέασε και επηρεάστηκε από οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και είναι άμεσα συνυφασμένο με την αστικοποίηση.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην εργασία θα αναδείξω τους παράγοντες που δημιουργούν τη μετανάστευση και κατά πόσο επηρέασε, αυτή, την αστικοποίηση. Θα δούμε την πορεία που ακολούθησαν τα μεταναστευτικά ρεύματα και τους λόγους καθώς και τις επιπτώσεις στις περιοχές υποδοχής. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αρχικά, θα ξεκινήσω με μια σύντομη παρουσίαση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της Ευρώπης τον 16ο και 19ο αιώνα. Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθώ με τα μεταναστευτικά ρεύματα του 16ου αιώνα και την αστικοποίηση και στο τρίτο μέρος με την μετανάστευση και αστικοποίηση κατά τον 19ο αιώνα. Θα κλείσω την εργασία με τον επίλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως την περίοδο που εξετάζουμε βρισκόμαστε στην εποχή της Αναγέννησης και του ουμανισμού, η Ευρώπη διχάζεται από την θρησκευτική μεταρρύθμιση και την αντιμεταρρύθμιση, από την πλευρά της καθολικής εκκλησίας, με χιλιάδες νεκρούς στο βωμό της θρησκείας. Η ανατολική αυτοκρατορία έχει πάψει να υφίσταται από το 1453, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης και ένας νέος εχθρός απειλεί την χριστιανική Ευρώπη: οι Οθωμανοί Τούρκοι που έχουν εδραιωθεί στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Ένας εχθρός ο οποίος για να ανακοπεί χρειάζεται χρήμα και στρατό για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα η Ευρώπη συνταράσσεται από συνεχείς πολέμους μεταξύ των δυναστικών οίκων για την πολιτική και οικονομική κυριαρχία στην Ευρώπη. Όλα αυτά συντελούν στην οικονομική επιβάρυνση των κατώτερων στρωμάτων με την επιβολή φορολογικών μέτρων που τους οδηγούν στην εξαθλίωση.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Είναι η περίοδος στην οποία η χωροδεσποτική εξουσία παραχωρεί τα ηνία στην βασιλική εξουσία τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Η είσοδος του καπιταλισμού στην αγροτική οικονομία αποτελεί καινοτόμο σημείο στην οικονομική ανάπτυξη του 16ου αιώνα με την εξαγορά της γης από τους αστούς και τη νέα τάξη των αξιωματούχων.(1) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην πρώιμη νεότερη περίοδο ο πληθυσμός στην Ευρώπη παραμένει αγροτικός, ενώ η αγροτική παραγωγή και οικονομία αποτελεί, τη βάση, το στήριγμα της κοινωνίας και εξουσίας. Οι αστικοί πληθυσμοί αποστασιοποιούνται από την αγροτική ύπαιθρο απαξιώνοντας τους αγρότες θεωρώντας τους πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η παρακμή του φεουδαλισμού στη δυτική Ευρώπη και η επικράτηση του στην ανατολική Ευρώπη καθώς και η επέκταση της καλλιεργήσιμης γης.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το εσωτερικό της αγροτικής κοινότητας χαρακτηρίζεται από τετραμερή κοινωνική διαστρωμάτωση, εύποροι κτηματίες από τη μια άκληροι αγρότες από την άλλη με τους τελευταίους να δέχονται τις επιπτώσεις από την αυξανόμενη πληθυσμιακή έκρηξη. Αποτέλεσμα της δημογραφικής αύξησης είναι η άνοδος της φτώχειας, η προσφυγή στην επαιτεία και η αύξηση των περιπλανώμενων άκληρων αγροτών προς ανεύρεση εργασίας.(2) Σταδιακά η γη περνάει στα χέρια της αστικής τάξης οι εύποροι αγρότες γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι με την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης.(3) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ενώ στη Δυτική Ευρώπη έχουμε την εμφάνιση μιας πρώτης μορφής καπιταλιστικής οικονομίας στον αγροτικό τομέα, με την ολοένα και αυξανόμενη εκμίσθωση των φεουδαρχικών αγροτεμαχίων και την δημιουργία μεγάλων αγροκτημάτων. Δυστυχώς σε αυτού του είδους την αγροτική εκμετάλλευση γης επιβιώνουν ανταγωνιστικά οι προνομιούχοι αφού οι μικροκαλλιεργητές δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά λόγω του υψηλού μισθώματος. Στην ανατολική Ευρώπη η αναβίωση της δουλοπαροικίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην αγροτική πραγματικότητα με την πλήρη εκμετάλλευση και εμπορία των αγροτικών ειδών από την πλευρά των αρχόντων – γαιοκτημόνων.(4) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το 19ο αιώνα η βιομηχανική επανάσταση και η κυριαρχία της καπιταλιστικής οικονομίας επηρέασε και τον αγροτικό τομέα με την εμπορευματοποίηση της γης, την εξαφάνιση της μικρής ιδιοκτησίας και την απομάκρυνση του αγροτικού πληθυσμού από τη γη, με την ταυτόχρονη μετατροπή του σε εργατικό δυναμικό στην υπηρεσία της βιομηχανίας. Η εκμηχάνιση της βιομηχανίας προκαλεί μεγάλο πλήγμα στο χώρο των τεχνιτών και τους ωθεί στην ανεργία.(5) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από πολιτικής πλευράς είναι η εποχή των επαναστάσεων και των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων, κυρίως των λαών της βαλκανικής χερσονήσου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;3. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΟΝ 16ο ΑΙΩΝΑ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τον 16ο αιώνα ένας νέος άνεμος δημιουργίας πνέει στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Είναι η εποχή της Αναγέννησης και του Ουμανισμού, η εποχή όπου ο άνθρωπος τίθεται στο επίκεντρο της δημιουργίας και τονίζεται η δυναμική του και η χειραφέτηση του από το μεταφυσικό.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο πληθυσμός παραμένει αγροτικός και η νέα κρατική οντότητα, το έθνος – κράτος, με χαρακτηριστικό την συγκεντρωτική εξουσία, εμποτισμένη από την έννοια του έθνους, την κοινή γλώσσα και τα έθιμα, προσπαθεί να επιβάλλει την εξουσία της και να ορθοποδήσει. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ευρώπη επεκτείνεται προς το νέο κόσμο και την Ασία αλλά η απειλή εξ ανατολών συνεχίζει να υφίσταται και ο πληθυσμός θα παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι πόλεις παραμένουν μικρές και πολλοί αγρότες είναι καθηλωμένοι στην ύπαιθρο. Αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τον πληθυσμό της Ευρώπης, αυτός αυξάνεται και η μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα αποτελεί τον κινητήριο μοχλό ανάπτυξης των πόλεων. Η μετανάστευση είναι κυρίως εσωτερική, εντός δηλαδή της Ευρωπαϊκής ηπείρου, αρχίζει να αναπτύσσεται, όμως, και η εξωτερική μετανάστευση προς το νέο κόσμο και τις υπόλοιπες αποικίες των ευρωπαϊκών κρατών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Λόγοι μετανάστευσης.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κατά το 16ο αιώνα οι έμποροι πέραν τον εμπορικών δραστηριοτήτων τους κάνουν στροφή σε νέα είδη οικονομικών δραστηριοτήτων με σκοπό, την αύξηση της δύναμης τους έναντι των υπόλοιπων αστικών στρωμάτων και καλυτέρευσης&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μια από αυτές τις δραστηριότητες είναι η αγορά ακινήτων στην ύπαιθρο και στις πόλεις και ο δανεισμός αγροτών, ευγενών και μοναρχών. Ο δανεισμός έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου οι σοδειές ήταν καταστροφικές, και είχε ως αποτέλεσμα τον έλεγχο των αγροτών από τους αστούς δανειστές τους. Η αδυναμία των αγροτών να αποπληρώσουν τα δάνεια που έπαιρναν, τα οποία επιβαρύνονταν με υψηλούς τόκους, οδήγησε στον έλεγχο της αγροτικής γης και στην μεταβίβαση της ιδιοκτησίας στους αστούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μετατροπή των αγροτών σε μετακινούμενο εργατικό δυναμικό προς ανεύρεση εργασίας, κυρίως προς τις πόλεις.(6) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τον 16ο αιώνα εμφανίζεται και μια πρώτη μορφή καπιταλισμού με την παρακμή της φεουδαρχίας στη δυτική Ευρώπη. Οι περισσότεροι χωρικοί ήταν ενοικιαστές ή καλλιεργούσαν τα κτήματα του γαιοκτήμονα και του παραχωρούσαν μερίδιο από την παραγωγή. Η πληθυσμιακή αύξηση είχε ως αποτέλεσμα την παράλληλη αύξηση των μικροκληρούχων, με τους τελευταίους να είναι σε δεινή οικονομική θέση μην μπορώντας να ανταπεξέλθουν οικονομικά και προσφεύγοντας στον δανεισμό, κάτι που τους οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη φτώχεια και στη μετανάστευση. Η επιβολή φόρων στους αγρότες από τρεις διαφορετικούς θεσμούς, εκκλησία, κράτος και φεουδάρχες, και οι καταστροφικές σοδειές προστίθενται στους λόγους που οδηγούν στη φτώχεια τους αγρότες με άμεσο επακόλουθο την αναζήτηση καλύτερης τύχης σε άλλο μέρος.(7) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο κυριότερος λόγος που οδήγησε στη μετανάστευση κατά το 16ο αιώνα ήταν και οι δυναστικοί πόλεμοι, με κυριότερο τον τριακονταετή πόλεμο, αλλά και οι θρησκευτικοί πόλεμοι, μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, τους οποίους τροφοδότησε η θρησκευτική μισαλλοδοξία της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Παρατηρούνται μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, ανάλογα με τα θρησκευτικά τους πιστεύω, λόγο της καταναγκαστικής, και πολλές φορές βίαιης, εκδίωξης τους από τις πατρογονικές τους εστίες, ανάλογα με το δόγμα που επικρατεί σε αυτές. Από τις μεγαλύτερες μεταναστεύσεις πληθυσμών ήταν αυτή που προήλθε μετά τη «Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου», στην οποία 12.000 Γάλλοι προτεστάντες μεταναστεύουν στην Προτεσταντική Ελβετία για να γλιτώσουν από τη σφαγή που εξαπέλυσαν οι καθολικές δυνάμεις στη Γαλλία.(8) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πέρα από την εσωτερική μετανάστευση έχουμε με τις ανακαλύψεις του νέου κόσμου και την δημιουργία αποικιών και εξωτερική μετανάστευση για την επάνδρωση και έλεγχο των αποικιών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Αστικές λειτουργίες τον 16ο Αιώνα.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αστική μορφή στην Ευρώπη της Αναγέννησης αποτελούνταν από χωρία μικρού πληθυσμιακού αριθμού, αλλά ευνοούμενου από τη θέση που κατείχαν στο χώρο. Οι περιοχές που αστικοποιήθηκαν ήταν αυτές που είχαν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα.(9) Ο αριθμός του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικά κέντρα αποτελεί μόνο το 15% με βασική ασχολία την εκμετάλλευση της γης. Επίσης, η μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις αποτελεί γνώρισμα της περιόδου.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στα δυτικά και κεντρικά της Ευρώπης υπήρχε η «πόλη εμπορικό κέντρο» η οποία αποτελούσε την κύρια διαδικασία εξέλιξης των πόλεων με την οικονομική και εμπορική κίνηση κυρίαρχη και με την ύπαρξη επαρκών εδαφών κατάλληλων να σιτίσουν τον πληθυσμό της πόλης.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πόλη «πρωτεύουσα» στην οποία συντελούνται όλες οι διαδικασίες αποφάσεων αποτελεί μία κατηγορία πόλεων της εποχής. «Οι μεγάλες πόλεις όφειλαν το μέγεθος τους στην «υπέρτατη εξουσία και δύναμη», γιατί η κυβέρνηση «προσελκύει την εξάρτηση, και η εξάρτηση τη συνάθροιση και η συνάθροιση το μεγαλείο» έλεγε ο Botero. Οι πόλεις πρωτεύουσες ήταν και οι μεγαλύτερες πόλεις, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτό συνεπαγόταν από το μέγεθος μιας χώρας.(10) Η ανάπτυξη αυτού του είδους των πόλεων συνεπάγεται και από τη δημιουργία μόνιμων κυβερνητικών βάσεων. Το Παρίσι είχε πληθυσμό περίπου 200.000 κατοίκων με ανάπτυξη αναγκών οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου όπως για παράδειγμα η συνεχόμενη τροφοδότηση της πόλης. Η μοναδική μεγαλύτερη πληθυσμιακά πόλη της εποχής μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε η Κωνσταντινούπολη με πληθυσμό 500.000 κατοίκους ενώ το Λονδίνο και η Μόσχα είχαν το μέγεθος μικρών κωμοπόλεων.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πόλη «λιμάνι» αποτελεί ένα ακόμα δείγμα αστικού κέντρου της εποχής τα οποία ήταν ήδη γνωστά όπως η Γένοβα, η Βενετία, η Βαρκελώνη και η Μασσαλία. Κατά το 16ο αιώνα οι ανακαλύψεις και η δημιουργία του Νέου Κόσμου ευνόησαν τις εμπορικές συναλλαγές και τη δημιουργία οδικών συνδέσμων. Ως αποτέλεσμα των ανακαλύψεων είχαμε τη δημιουργία νέων αστικών σημείων στην Ιβηρική χερσόνησο (Σεβίλλη, Λισαβόνα) και στις Κάτω Χώρες (Μπριζ, Αμβέρσα και αργότερα Άμστερνταμ).&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η χάραξη των πόλεων στο εσωτερικό τους δεν διέφερε από αυτό του 14ου αιώνα. Οι δρόμοι ήταν στενοί και βρόμικοι. Οι οικίες ήταν κολλητά χτισμένες, τα «δημόσια κτίρια, όπως το δημαρχείο, καθώς και οι πύργοι και οι οβελίσκοι των ναών»(11) ήταν αυτά που δέσποζαν στο κέντρο. Το υλικό που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των πόλεων ήταν το ξύλο και ο πηλός. Οι πόλεις δεν εκτείνονταν μακριά από τα τείχη τους παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα η Νυρεμβέργη.(12) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η ύδρευση και η αποχέτευση παρέμενε η ίδια από τον 14ο αιώνα με αποτέλεσμα την ύπαρξη ακατάλληλου προς πόση νερού και την δημιουργία επιδημιών καθώς και της μόλυνσης των ποταμών. Το πρόβλημα της ύδρευσης προέκυπτε από την αδυναμία των πόλεων να έχουν υπό την κυριαρχία τους έδαφος και πηγές μακριά από τα τείχη τους.(13) Η προμήθεια των μεγάλων πόλεων απαιτούσε την εισαγωγή τροφίμων από άλλες περιοχές, ενώ οι μικρές πόλεις μπορούσαν να συντηρήσουν μόνες τους κατοίκους τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;3. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε από την εκμηχάνιση της βιομηχανίας, την ανάπτυξη των μεταφορικών μέσων, την ανάπτυξη του εμπορίου, την συνεχόμενη από τον 18ο αιώνα δημογραφική αύξηση και τις επαναστάσεις για εθνική ανεξαρτησία. Είναι η περίοδος μετάβασης από την αγροτική στην καπιταλιστική οικονομία και η μετεξέλιξη της κοινωνίας, από την αγροτική στη βιομηχανική.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μεγαλύτερη μετανάστευση πραγματοποιείται προς το νέο κόσμο οπού οι Ευρωπαίοι κατά χιλιάδες αναχωρούν για την Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές αφού η οικονομική ανάπτυξη της ηπείρου θεωρείται ευοίωνη και απαιτούνται αρκετά εργατικά χέρια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Λόγοι που οδηγούν στη μετανάστευση.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αύξηση του πληθυσμού ευνοείται από την μείωση των θανάτων χάρη στα νέα επιτεύγματα της επιστήμης και της ιατρικής ( ανακαλύψεις του Παστέρ, νέα εμβόλια κ.α), στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, στην καλύτερη διατροφή (λόγο της αυξημένης γεωργικής παραγωγής και της μείωσης των τιμών) και η αύξηση των γάμων και η τέλεση αυτών σε μικρή ηλικία.(14) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πυκνότητα του πληθυσμού είναι μεγάλη και οι γεννήσεις περισσότερες από τους θανάτους. Η αύξηση του πληθυσμού τροφοδοτεί τις πόλεις με μετανάστες από την αγροτική ύπαιθρο η οποίοι καταφεύγουν στις πόλεις αναζητώντας επαγγελματική αποκατάσταση και ευκαιρίες στην βιομηχανική πόλη. Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της μετακίνησης ήταν η ερήμωση της υπαίθρου και ο αστικός πληθυσμός θα ξεπεράσει, για πρώτη φορά, τον αγροτικό.(15) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η εξωτερική μετανάστευση συνεχίζεται από χώρες όπως η Αγγλία και η Γερμανία όπου εξάγουν πλεονάζον εργατικό δυναμικό ενώ η Γαλλία που δεν έχει την ανάλογη αύξηση του πληθυσμού δέχεται μεταναστευτικά ρεύματα από χώρες όπως η Ελβετία το Βέλγιο η Γερμανία και η Ιταλία. Στην ανατολική Ευρώπη η εξωτερική μετανάστευση προκαλείται από την απουσία ισχυρής βιομηχανίας που δεν είναι σε θέση να απορροφήσει το πλεονάζον εργατικό δυναμικό με αποτέλεσμα αυτό να στρέφεται στην υπερπόντια μετανάστευση.(16) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ιρλανδία αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εξαγωγής μεταναστών προς το νέο κόσμο αφού στο τέλος του αιώνα ο μισός της πληθυσμός βρίσκεται σε άλλη χώρα. Ο λόγος που οδήγησε τους Ιρλανδούς στη μετανάστευση είναι καθαρά οικονομικός. Οι Ιρλανδοί μαστίζονται από ανεργία και στο σύνολο τους αποτελούν εποχιακούς εργάτες. Η οικονομική τους δυσπραγία δεν τους επιτρέπει να τρέφονται με τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας όπως κρέας, δημητριακά, οπότε στρέφονται στην καλλιέργεια της πατάτας. Από το 1840 έως το 1845 η καλλιέργεια της πατάτας πλήττεται από μια ασθένεια που καταστρέφει τις σοδειές και προκαλείτε σιτοδεία η οποία σε συνδυασμό με τις επιδημίες που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος λόγο της ανεπαρκούς διατροφής οδηγεί στο θάνατο 1,5 εκατομμύριο Ιρλανδών και 1 εκατομμύριο στην μετανάστευση. Η μετανάστευση των Ιρλανδών έγινε αποκλειστικά προς τις Η.Π.Α. δημιουργώντας προβλήματα στον ντόπιο πληθυσμό διότι οι Η.Π.Α. αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και οι φτωχοί Ιρλανδοί δέχονται να δουλέψουν με αρκετά χαμηλούς μισθούς, κάτι που προκαλεί την αντίδραση του ντόπιου εργατικού δυναμικού.(17) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα στοιχεία που μας δίνουν οι Berstein και Milza για το μέγεθος της εξωτερικής μετανάστευσης είναι χαρακτηριστικά : «Ο αριθμός των Ευρωπαίων που εγκατέλειψαν τη γηραιά ήπειρο μεταξύ 1871 και 1915 εκτιμάται σε 36 εκατομμύρια, στους οποίους πρέπει να προστεθούν 5 η 6 εκατομμύρια Ρώσοι που διέβησαν τα Ουράλια για να εγκατασταθούν στις αχανείς εκτάσεις της Σιβηρίας και της κεντρικής Ασίας.» Η μετανάστευση δεν είναι οριστική και πολλοί από τους μετανάστες επιστρέφουν στις βάσεις τους μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.(18) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι λόγοι που οδηγούν των άνθρωπο στη μετανάστευση είναι κατά κύριο λόγο οικονομικοί. Η παρακμή της αγροτικής οικονομίας και η υποβάθμιση της υπαίθρου από την ανεπτυγμένη βιομηχανικά αστική περιοχή αλλά και η εκμηχάνιση που οδήγησε στην ανεργία πολλούς τεχνίτες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η θρησκεία συνεχίζει να αποτελεί παράγοντα μετανάστευσης, αυτή τη φορά υπό μορφή διώξεων πληθυσμών, που δεν ανήκουν στον χριστιανικό κόσμο και συγκεκριμένα τους Εβραίους οι οποίοι υφίστανται διώξεις από την εποχή της Μεταρρύθμισης. Τον 19ο αιώνα οι Εβραίοι διώκονται από τη Ρωσία και οδηγούνται στην υπερπόντια μετανάστευση, στις Ηνωμένες πολιτείες Αμερικής, σε αντίθεση με τους προηγούμενους αιώνες που στρέφονταν στην εσωτερική μετανάστευση.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μεγαλύτερη μετανάστευση πραγματοποιείται προς το νέο κόσμο οπού οι Ευρωπαίοι κατά χιλιάδες αναχωρούν για την Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές αφού η οικονομική ανάπτυξη της ηπείρου θεωρείται ευοίωνη και απαιτούνται αρκετά εργατικά χέρια. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μετανάστευση προς το νέο κόσμο αποτέλεσε και αντικείμενο εκμετάλλευσης από την πλευρά των ναυτιλιακών εταιριών προς τα φτωχά στρώματα καλλιεργώντας το μύθο για τη γη της επαγγελίας και τρέφοντάς τους με ψεύτικες προσδοκίες για αποκατάσταση, επιτυχία και περιπέτεια.(19) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τη μετανάστευση ευνοεί και η έκρηξη που πραγματοποιείται στα μέσα μαζικής μεταφοράς: η ατμομηχανή αρχικά και μετέπειτα η έλευση του σιδηροδρόμου. Με την εφεύρεση της ατμομηχανής οι παραγωγικές μονάδες απελευθερώνονται από την υποχρεωτική πρόσδεση τους στην ύπαιθρο, λόγω της χρήσης του νερού ως κινητήριας δύναμης στην παραγωγική διαδικασία, και μεταφέρονται στα αστικά κέντρα. Η έλευση των σιδηροδρόμων δίνει ώθηση στο εμπόριο υλικών αγαθών σε μακρινές αποστάσεις παρέχοντας ασφάλεια και οικονομία. Επίσης επέφερε και μια πρωτοφανή βιομηχανική ανάπτυξη γύρω από τους σιδηροδρόμους καθώς και την απασχόληση χιλιάδων εργατικών χεριών για την κατασκευή τους.(20) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Συνέπειες της μετανάστευσης. &lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα αποτελέσματα της εξωτερικής μετανάστευσης επικεντρώνονται στο πολιτιστικό επίπεδο μεταφέροντας τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής και σκέψης των Ευρωπαίων σε κάθε γωνία του κόσμου. Το κυριότερο είναι όμως η κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών στον κόσμο στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο.(21) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μετανάστευση επηρεάζει πάρα πολύ την μορφή της πόλης και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτή. Ο τρόπος ανάπτυξης της πόλης είναι ακανόνιστος και άναρχος αφού δεν υπάρχει πολεοδομικό σχέδιο ενώ οι συνθήκες υγιεινής είναι ανεπίτρεπτες και επικίνδυνες για τη δημόσια υγεία. Οι εργατικές κατοικίες στερούνται αποχετευτικού δικτύου και τρεχούμενου νερού, η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική με τους ρύπους των εργοστασίων να ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα και να συντελούν στην εξάπλωση χολέρας και τυφοειδούς πυρετού. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Παράλληλα η ένδεια και η φτώχεια αποτελούν παράγοντες αύξησης της εγκληματικότητας, της βίας και της πορνείας. Αυτές οι συνθήκες αναγκάζουν τους μεσοαστούς να εγκαταλείψουν την πόλη και να εγκατασταθούν σε προάστια. Στην εγκατάλειψη της πόλης από την μεσαία αστική τάξη θα συνδράμουν και τα νέα μεταφορικά μέσα, ειδικά η ανάπτυξη του σιδηρόδρομου.(22) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η αποσυμφόρηση των πόλεων αποτελεί για τις κυβερνήσεις μεγάλο πρόβλημα, η λύση του οποίου βρίσκεται στη στροφή της μετανάστευσης έξω από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ενδεικτικά αναφέρω την αύξηση του πληθυσμού σε διάφορες πόλεις: η αύξηση του πληθυσμού στο Λονδίνο φτάνει τις 130.000, στο Μάντσεστερ τις 70.000, στο Παρίσι ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 120.000 μέσα σε μια πενταετία (1841-1846), στο Βερολίνο κατά 180.000. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ενώ η αστική ανάπτυξη κορυφώνεται, προσπαθώντας να φιλοξενήσει τη νέα εργατική τάξη που απασχολείται στη βιομηχανία και στα εργοστάσια, οι συνθήκες διαβίωσης είναι άσχημες και επιβαρύνονται από την αθρόα έλευση μεταναστών στις πόλεις με αποτέλεσμα να στοιβάζονται σε παράγκες για ένα κομμάτι ψωμί και να θερίζονται από τους λοιμούς και τις αρρώστιες. Παράλληλα η ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου επαυξάνει την ταξική συνείδηση και δημιουργεί ταξικές διαφορές.(23) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Αστικοποίηση τον 19ο αι.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κύριο γνώρισμα των αστικών κέντρων του 19ου αι. υπήρξε η αύξηση του πληθυσμού. Στην Ευρώπη η άνοδος του πληθυσμού ανέρχονταν στο 170%, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις που αποτελούσαν εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα, ενώ δεν ίσχυε το ίδιο για τις πόλεις που αποτελούσαν χώρους εξόρυξης πρώτων υλών. Οι μικρές πόλεις χρησίμευαν μόνο ως κέντρα αγορών ενώ, οι μεγάλες πόλεις είχαν «διοικητικές, εμπορικές και κατασκευαστικές λειτουργίες».(24) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ένα νέο είδος πόλης δημιουργήθηκε μετά το 1850 τα «θέρετρα», τα οποία εμφανίστηκαν «είτε στην ενδοχώρα, κοντά σε ιαματικές πηγές, είτε παραθαλάσσια» και παρείχαν ξεκούραση ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη ανθρώπων εξ’ αιτίας του πλούτου αυτής της κατηγορίας ανθρώπων. Η πόλη - πρωτεύουσα συγκέντρωνε το μεγαλύτερο πληθυσμό καθώς και «διοικητικές λειτουργίες».(25) Οι χώρες με τη μεγαλύτερη αστικοποίηση ήταν η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιταλία και οι Κάτω Χώρες, ακολουθούσαν η Ρωσία και Σκανδιναβία και τέλος, τα Βαλκάνια και η Ιβηρική χερσόνησος είχαν το μικρότερο βαθμό αστικής ανάπτυξης. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η εσωτερική μετανάστευση βοηθούσε στην αύξηση του πληθυσμού των πόλεων από την άλλη όμως, η θνησιμότητα, κυρίως των ηλικιωμένων, ήταν ιδιαίτερα υψηλή και οφειλόταν στις άσχημες συνθήκες διαβίωσης και στη δυσκολία τροφοδότησης των αστικών κέντρων. Η τροφοδότηση των πόλεων με αγαθά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οδήγησε στην ανάπτυξη μηχανισμών όπως οι σταθερές και εξειδικευμένες αγορές. Επίσης, η σύσταση μόνιμου συστήματος μεταφορών από μακρινές αποστάσεις, βοήθησε στην εξάλειψη της πείνας. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι συνθήκες στέγασης συμβάδιζαν με την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού των πόλεων μοιράζοντας τους ανθρώπους ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν. Αρχικά η πολυπληθής τάξη των εργατών κατοικεί σε όμοια, παρατεταγμένα σπίτια με αυλές που συναντώνται και αργότερα σε πολυκατοικίες, οι οποίες ως συνήθως παρέχονται από τους εργοδότες τους, με άσχημες συνθήκες διαβίωσης. Ο άνθρακας εξακολουθεί να είναι η κύρια μορφή ενέργειας μέχρι και το 1850 όπου και εισάγεται το γκάζι ως νέα μορφή ενέργειας, ενώ η ηλεκτρική ενέργεια δεν θα εμφανιστεί παρά μόνο δυο δεκαετίες αργότερα.(26) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σύμφωνα με την έρευνα, στις Η.Π.Α, του κοινωνιολόγου E.W. Burgess το μοντέλο που ακολουθείται στην ανάπτυξη των πόλεων είναι αυτό των ομόκεντρων κύκλων όπου στο κέντρο βρίσκονται τα γραφεία και οι επιχειρήσεις, στην περιφέρεια υπάρχει η μεταβατική ζώνη και ακολουθεί όλο και πιο ψηλά η εγκατάσταση των εύπορων αστικών στρωμάτων. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Άλλη έρευνα, για το Λονδίνο, που πραγματοποιήθηκε από τον Τσάρλς Μπούθ καταλήγει στην διαπίστωση ότι στο κέντρο κατοικεί ο φτωχός πληθυσμός και όσο κινούμαστε προς τα έξω συναντάμε πολυτελής συνοικίες. Ο Ένγκελς αποκαλύπτει την άναρχη, χαρακτηριστική, αστική ανάπτυξη του Μάντσεστερ. Στο κέντρο βρίσκεται η εμπορική συνοικία με τα γραφεία και τις αποθήκες και στην οποία δεν κατοικεί κανένας. Ακολουθούν περιμετρικά οι εργατικές κατοικίες και στη συνέχεια οι κατοικίες των μικροαστών και ακολούθως οι συνοικία των μεγαλοαστών. Όλα αυτά σε διάταξη ομόκεντρων κύκλων.(27) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι πόλεις της εποχής του 1815 δεν διέφεραν ιδιαίτερα από αυτές του 16ου αιώνα. Το ξύλο ήταν το κύριο υλικό για την κατασκευή των κτηρίων, λόγω του μικρού κόστους, με εξαίρεση τα δημόσια κτίσματα στο κέντρο των πόλεων. Μέχρι τον 19ο αιώνα είχε αρχίσει η χρήση πέτρας στη δόμηση των κτιρίων κυρίως στα κέντρα των άστεων. Ο τρόπος δόμησης μέσα στην πόλη εξακολουθούσε να είναι σπίτια κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο με μικρούς, βρόμικους δρόμους. Τα «δημόσια σιντριβάνια» ήταν η μόνη πηγή νερού για τους κατοίκους και «οι ανάγκες υγιεινής καλύπτονταν από βόθρους». Επίσης δεν υπήρχε η δυνατότητα να απομακρυνθούν οι αποχετεύσεις από το πόσιμο νερό, επομένως τα προβλήματα της ύδρευσης εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν τον πληθυσμό των πόλεων επιφέροντας επιδημίες και θανάτους.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ένα ακόμα φαινόμενο των πόλεων της εποχής που μελετάμε ήταν οι «στάβλοι» και τα «αμαξοστάσια» τα οποία εξυπηρετούσαν ως χώροι στάθμευσης. Οι πόλεις συνέχιζαν να έχουν τα τείχη των μεσαιωνικών χρόνων τα οποία είχαν κυρίως ρόλο διακοσμητικό και πολλές από αυτές είχαν απλωθεί πολύ πιο πέρα από αυτά.. Επίσης, η μετακίνηση των ανθρώπων από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις ήταν σύνηθες φαινόμενο και ιδιαίτερα σε περιοχές όπου δεν υπήρχαν δυνατότητες ύπαρξης συμπλήρωσης των εισοδημάτων τους από «οικιακές τέχνες».(29) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην ανατολική Ευρώπη και στη Ρωσία δεν παρατηρείται η ίδια ανάπτυξη και ο αριθμός των κατοίκων δεν υπερβαίνει τους 2.000. Οι πόλεις αποτελούνταν από ένα παλάτι με τείχη γύρω του και γύρω από αυτό μια πυκνά χτισμένη περιοχή που οδηγεί σε ένα προάστιο. Η Αγία Πετρούπολη υπήρξε σημαντικό «πολιτικό και εμπορικό» κέντρο της Ρωσίας η οποία στο τέλος του 18ου αιώνα δεν υπερέβαινε τους 336.000 κατοίκους.(30) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μετανάστευση προκαλεί την ανάπτυξη των πόλεων και επηρεάζει τη μορφή αυτών και τα δυο φαινόμενα όμως προκαλούνται από την εκβιομηχάνιση, την εξέλιξη των μέσων μαζικής μεταφοράς και την αντικατάσταση του φεουδαρχικού συστήματος από το καπιταλιστικό. Η αστικοποίηση τον 16ο αιώνα είναι διαφορετική από αυτή του 19ου αιώνα, διότι ο πληθυσμός που κατοικεί στις πόλεις είναι μικρός και η εξέλιξη τους μικρή. Τον 19ο αιώνα όμως η μεταφορά της παραγωγικής διαδικασίας και οι νέες τεχνολογίες οδηγούν τον κόσμο στην πόλη, δυστυχώς όμως αυτές δεν ήταν έτοιμες να δεχθούν το μαζικό κύμα των μεταναστών και η άναρχη επέκταση τους, για την στέγαση όλο και περισσοτέρων εργατών, επέφερε αλλαγές στη μορφή της πόλης. Η κοινωνική διαστρωμάτωση στην πόλη είναι διακριτή και οι συνοικίες επανδρώνονται ανάλογα με την κοινωνική θέση, κάτι που γίνεται και μέχρι σήμερα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μετανάστευση είναι εσωτερική, εντός της ηπείρου, και εξωτερική, εκτός ηπείρου. Τον 16ο αιώνα τα μεταναστευτικά ρεύματα στρέφονται προς το εσωτερικό της ηπείρου, αφού για τους περισσότερους είναι αδύνατη η μεταφορά τους προς τα έξω, εν αντιθέσει με το 19ο αιώνα όπου η μετανάστευση κλίνει προς τις αποικίες εμφορούμενη από την εξέλιξη των μεταφορών. Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο που υφίσταται και στις ημέρες μας η αναζήτηση του ανθρώπου για ένα καλύτερο αύριο, ένα κομμάτι ψωμί, ειρήνη και ευημερία τον σπρώχνει στον εκπατρισμό και στο άγνωστο. Δυστυχώς και σήμερα που η εξέλιξη του ανθρώπου είναι τεράστια σε σχέση με τους αιώνες που εξετάζουμε, τα κράτη της Ευρώπης αντιμετωπίζουν πρόβλημα από την αθρόα εισροή μεταναστών, από τις χώρες του τρίτου κόσμου, και η μεταναστευτική τους πολιτική παραμένει ελλιπής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ&lt;br /&gt;
(1) Berenger, 1990, σσ. 307 - 309.&lt;br /&gt;
(2) Ό. π., σ. 319&lt;br /&gt;
(3) Γαγανάκης, 1999, σσ. 128 - 131.&lt;br /&gt;
(4) Berenger, 1990, σσ. 310 - 315.&lt;br /&gt;
(5) Γαγανάκης, 1999, σ. 248.&lt;br /&gt;
(6) Ό. π., σσ. 119 - 121.&lt;br /&gt;
(7) Ό. π., σσ. 128 - 130.&lt;br /&gt;
(8) Ό. π., σσ. 135, 136.&lt;br /&gt;
(9) Pounds, 2001, σ. 28.&lt;br /&gt;
(10) Ό. π., σ. 28.&lt;br /&gt;
(11) Ό. π., σ. 28.&lt;br /&gt;
(12) Ό. π., σ. 28.&lt;br /&gt;
(13) Ό. π., σ. 28.&lt;br /&gt;
(14) Bruns, 1988, σ. 39.&lt;br /&gt;
(15) Charlot, 2003, σ. 307.&lt;br /&gt;
(16) Berstein, 1997, σ. 178 - 181.&lt;br /&gt;
(17) Charlot, 2003, σσ. 302, 303.&lt;br /&gt;
(18) Milza, 1997, σ. 181.&lt;br /&gt;
(19) Ό. π., σσ. 181, 182.&lt;br /&gt;
(20) Bruns, 1988, σσ. 30 - 46.&lt;br /&gt;
(21) Milza, 1997, σ. 178.&lt;br /&gt;
(22) Charlot, 2003, σ. 306.&lt;br /&gt;
(23) Bruns, 1988, σσ. 39, 47 - 48.&lt;br /&gt;
(24) Pounds, 2001, σ. 195.&lt;br /&gt;
(25) Ό. π., σ. 197.&lt;br /&gt;
(26) Λεοντίδου, 2001, σσ. 254, 255.&lt;br /&gt;
(27) Charlot, 2003, σ. 308.&lt;br /&gt;
(28) Pounds, 2001, σ. 80.&lt;br /&gt;
(29) Ό. π., σ. 81.&lt;br /&gt;
(30) Λεοντίδου, 2001, σ. 223.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Γαγανάκης, Κ., &lt;i&gt;Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης,&lt;/i&gt; ΕΑΠ, Πάτρα, 1999.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., &lt;i&gt;Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, &lt;/i&gt;ΕΑΠ, Πάτρα, 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Berenger, J., Contamine, P., &lt;i&gt;Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1660, &lt;/i&gt;Παπαζήση, Αθήνα, 1990.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Berstein, S., Milza, P., &lt;i&gt;Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή συμφωνία και η Ευρώπη των εθνών1815-1919,&lt;/i&gt; Αλεξάνδρεια, τ. β΄, Αθήνα, 1997.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Burns, Ε., &lt;i&gt;Ευρωπαϊκή ιστορία. Εισαγωγή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της νεότερης Ευρώπης, &lt;/i&gt;Παρατηρητής, τ. β’, Θεσσαλονίκη, 1988.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Charlot, M., « Δημογραφικοί και Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί» στο Ελένη Αρβελέρ, Aymard, Μ., (επιμ), &lt;i&gt;Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Ευρώπη,&lt;/i&gt; Σαββάλας, Αθήνα, 2003.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Pounds, N., J., G., &lt;i&gt;Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, Η μοντέρνα Ευρώπη,&lt;/i&gt; ΕΑΠ, Τόμος Β΄, Πάτρα, 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εργασία βαθμολογήθηκε με 7,5.&lt;br /&gt;
Σχόλια καθηγητή:&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η δομή της εργασίας είναι καλή και καλύπτει τα ερωτήματα που τέθηκαν. Δεν γίνεται σύγκριση διαφορετικών απόψεων για το θέμα και η δομή της πόλης αναλύεται πολύ λίγο. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια αξιοποίησης των πηγών.&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/4966483326617149680/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/epo12-erg3.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/4966483326617149680'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/4966483326617149680'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/epo12-erg3.html' title='ΕΑΠ EΠO12: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-6780582815241818323</id><published>2011-08-01T23:19:00.003+03:00</published><updated>2011-08-04T23:37:13.158+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div dir=&quot;ltr&quot; style=&quot;text-align: left;&quot; trbidi=&quot;on&quot;&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Θέμα 2ης Γραπτής εργασίας. &lt;/b&gt;&lt;/u&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Έχετε μελετήσει πλέον τα κεφάλαια 1 - 7 του Εγχειριδίου Μελέτης μαζί με το παράλληλο Κείμενο 2, όπου εξετάζονται οι μεταβολές της γεωγραφίας και του υλικού πολιτισμού της Ευρώπης από το 2ο μέχρι και το 15ο μ.Χ. αιώνα. Στην εργασία αυτή σας ζητείται να σχολιάσετε τεκμηριωμένα και κριτικά το ακόλουθο παράθεμα (Pounds, 2001, τ. 1, σ. 161.):&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&quot;Η αστική τάση της μεσαιωνικής περιόδου διέφερε θεμελιωδώς από την κλασική περίοδο. Στην αρχαιότητα η πόλη αποτελούσε το επίκεντρο της αστικής περιοχής - την civitas ή πόλιν - με την οποία συνδεόταν στενά. Ο πολίτης ήταν ελεύθερος να ζήσει είτε στο κέντρο είτε στην ευρύτερη περιοχή και να κινήται ανάμεσά τους. Το αστικό κέντρο ήταν το διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο, δεν ήταν όμως ένα μέρος που διεξάγονταν βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες. Η μεσαιωνική πόλη ήταν διαφορετική.&quot; &lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
Σε ποια σημεία λοιπόν διέφερε η μεσαιωνική πόλη, από άποψη (α) σχέσεών της με την ύπαιθρο, (β) ρόλου και λειτουργιών, (γ) τυπολογίας κατά περιοχή της Ευρώπης; Για την ανάλυση των ερωτημάτων αυτών, επιλέξτε συγκεκριμένους τύπους πόλεων σε διάφορες περιφέρειες της Ευρώπης για να δείξετε την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και φυσικούς παράγοντες που οδήγησαν στη συγκρότηση της μεσαιωνικής πόλης και στη διαμόρφωση των σχέσεων με την ύπαιθρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;b&gt;ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. &lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;ol style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;&amp;nbsp;Εισαγωγή.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Οι πόλεις της Αρχαιότητας - οι Αρχαίες πόλεις - Η Ρωμαϊκή περίοδος.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη από τον 2ο εώς το 10ο αιώνα. - Η Ευρώπη τον 9ο αιώνα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η αστική ανάπτυξη τον 11ο - 13ο αιώνα. - Η σχέση πόλης-υπαίθρου. - Ρόλος και λειτουργείες της Μεσαιωνικής, ανά τύπο, πόλης.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Επίλογος.&amp;nbsp; &lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η ανάδειξη των μεσαιωνικών πόλεων, μέσα από τo ρόλο των οποίων διαδραματίζουν και τη σχέση τους με την ύπαιθρο καθώς και τις διάφορες λειτουργίες που απορρέουν από αυτόν το ρόλο. Σε πρώτη φάση θα αναφερθώ, συνοπτικά, στην πορεία που ακολούθησε η αστική ανάπτυξη από την κλασική περίοδο στον πρώιμο μεσαίωνα για να καταλήξει στη μεγάλη ανάπτυξη του κλασικού μεσαίωνα. Ακολούθως θα σκιαγραφήσω το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι που ακολούθησε την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως και τον κλασικό μεσαίωνα. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στο δεύτερο μέρος θα προχωρήσω στην ανάλυση των ερωτημάτων, που τίθενται στην εκφώνηση της εργασίας, αναφορικά με τα σημεία στα οποία διέφερε η Μεσαιωνική πόλη και η περίοδος στην οποία θα επικεντρωθεί αυτή η ανάλυση είναι μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;2. ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη διάρκεια της ιστορίας οι πόλεις είχαν στοιχεία, διαστάσεις, μορφή και χαρακτηριστικά διαφορετικά, ανάλογα με την περίοδο, τη γεωγραφική θέση και τις κοινωνίες που τις δημιούργησαν. Η ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία και επικοινωνία τον οδήγησε από την αρχαιότητα στην οικιστική εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Οι Αρχαίες Πόλεις. &lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πρώτη αναφορά στις πόλεις βρίσκεται στα πρώτα γραπτά κείμενα των Σουμέριων και η γέννηση της ανάγεται στην Μεσοποταμία 3000 χρόνια π.χ. Ο χώρος περιφράζετε, διαχωρίζεται από την ύπαιθρο και περιλαμβάνει θρησκευτικά, διοικητικά και ιδιωτικά κτίρια εξίσου περιφραγμένα κατά ξεχωριστό τρόπο. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο η εμφάνιση της πόλης συναντάται στην Αρχαία Ελλάδα και είναι το αποτέλεσμα της ένωσης πολλών χωριών.(Benevolo, 1997, σ. 24 - 26.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι Αρχαίοι Έλληνες προσδίδουν στην πόλη μια μεγαλοπρέπεια με τα επιβλητικά δημόσια κτίρια και την τέλεια αρχιτεκτονική. Είναι κατά βάση αγροτική στις οποίες κατοικούν οι άνθρωποι που δουλεύουν στην ύπαιθρο, τα όργανα εξουσίας και οι τεχνίτες της εποχής. Έντονη είναι, στις πόλεις η χροιά της πολιτιστικής δημιουργίας, με τις διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες που έχουν ως σκοπό να διασκεδάζουν και να εκπαιδεύσουν τους πολίτες. Η πόλη απλώνεται και καταλαμβάνει περισσότερο χώρο «κατεβαίνοντας» όλο και πιο κάτω προς την ύπαιθρο, πλαισιώνεται από τείχη για την αμυντική της οργάνωση και είχε τη λειτουργία ανεξάρτητου και αυτάρκους πολιτικού κέντρου, που κυβερνούταν με αυτόνομο τρόπο, είναι η γνωστή σε όλους μας πόλη – κράτος.(Pounds, 2001, σσ. 48 - 56.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Η Ρωμαϊκή περίοδος.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η επόμενη μεγάλη αστική ανάπτυξη εμφανίζεται με την πτώση της Μακεδονικής κυριαρχίας, στην Ελλάδα και τον κόσμο, και τη δημιουργία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από την πόλη – κράτος της ρώμης στην πολις – civitas της Αυτοκρατορίας. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι πόλεις ήταν στενά συνδεμένες με το κέντρο εξουσίας, την πρωτεύουσα, την πόλη της Ρώμης. Προσέδιδαν μεγάλη σημασία, όπως και στις ελληνικές πόλεις, στα δημόσια κτίρια τα οποία συντηρούσαν οι πολίτες. Οι πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν, κυρίως, στρατιωτικά και οχυρωματικά κέντρα με δυο κεντρικούς δρόμους, στη διασταύρωση των οποίων βρισκόταν η ρωμαϊκή αγορά. Υπήρχαν πόλεις με οικονομική λειτουργία, εμπορικές, κατασκευασμένες σε κομβικά σημεία που εξυπηρετούσαν το εμπόριο σε μακρινές περιοχές, όπως το Λονδίνο, και άλλες που εξυπηρετούσαν το τοπικό εμπόριο. Με την είσοδο του χριστιανισμού στην αυτοκρατορία και την αναγνώριση ως επίσημης θρησκείας πολλές πόλεις θα μετατραπούν σε επισκοπικά κέντρα, μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Με την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την απώλεια μιας κεντρικής εξουσίας ελέγχου οι πόλεις έχασαν τη σπουδαιότητά τους και πολλές εγκαταλείφθηκαν. Η κάθοδος των βαρβαρικών φυλών και οι λεηλασίες τους επιτάχυναν ακόμη περισσότερη αυτή την παρακμή. (Pounds, 2001, σσ. 77-80.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;3. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟ ΤΟΝ 2Ο ΕΩΣ ΤΟΝ 10ο ΑΙΩΝΑ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έφτασε στο ζενίθ της πολιτικής και οικονομικό-κοινωνικής της εξουσίας στον κόσμο, το 2ο αιώνα μ.Χ.. Μια σειρά όμως από αποτυχημένες και συνεχείς εναλλαγές αυτοκρατόρων καθώς και η μεγάλη έκταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τα τεράστια ποσά που απαιτούνταν για την συντήρηση και φύλαξη των συνόρων τις οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση, στην παρακμή του εμπορίου και των αστικών κέντρων και στον κοινωνικό μαρασμό με άμεσο αποτέλεσμα την πτώση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ.. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Λόγω της αχανούς έκτασής της, η αυτοκρατορία, αρχικά, χωρίστηκε σε 4 μέρη και αργότερα πήρε την οριστική της μορφή σε δύο τμήματα: την ανατολική αυτοκρατορία με έδρα την Κωνσταντινούπολη, και τη δυτική αυτοκρατορία με έδρα τη Ρώμη. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το δυτικό τμήμα, διαλύεται με τις εισβολές των βαρβαρικών φύλλων και των Αράβων. Οι εισβολές οδήγησαν στη θέσπιση έκτακτων οικονομικών μέτρων για την επάνδρωση του στρατεύματος με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη της υπαίθρου από τον αγροτικό κόσμο. Η παρακμή της υπαίθρου και οι εισβολές οδήγησαν στη μείωση του πληθυσμού.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μέσα στο κλίμα αναρχίας, που ακολούθησε την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πόλεις οδηγήθηκαν στην εγκατάλειψη και την παρακμή. Κάποιες καταστράφηκαν ολοσχερώς, άλλες χρησιμοποιήθηκαν ως έδρες των νέων γερμανικών βασιλείων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Η Ευρώπη τον 9ο αιώνα. &lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην Ευρώπη του 9ου αιώνα κυριαρχούν δύο μεγάλες δυνάμεις: στην Ανατολική Ευρώπη δεσπόζει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στη Δυτική Ευρώπη τη θέση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παίρνει η Καρολίγγεια αυτοκρατορία των φράγκων. Η Καρολίγγεια Αυτοκρατορία είναι, θα λέγαμε, μόνο ένα &quot; διάλλειμα&quot; μεταξύ δύο μεγάλων βαρβαρικών μεταναστεύσεων και πολεμικών συρράξεων. Σ΄ αυτή την περίοδο ξεκινάει μια υποτυπώδης διαδικασία άσκησης κρατικής διοίκησης, που βασίζεται στην αγροτική οικονομία, και γι’ αυτό η πόλη δεν έχει αντίστοιχη ανάπτυξη με την ύπαιθρο αλλά περιορίζεται στο κάστρο του φεουδάρχη – γαιοκτήμονα με ελάχιστες εξαιρέσεις.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 121 - 122.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αντίθετα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε μεγάλες πόλεις που ήταν κέντρα εμπορικής, οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας με ισχυρή κεντρική και περιφερειακή διοίκηση, μονοπώλιο και οργανωμένο εμπόριο, με εισαγωγές και εξαγωγές, ελεγχόμενες από το κράτος. Σημαντικό ρόλο παίζει η εκκλησία που εξασφάλιζε, με την επιρροή της, την ενότητα των υπηκόων της αυτοκρατορίας το κέντρο της οποίας αποτελούσε η Κωνσταντινούπολη.(Runsiman, 1993, σσ. 200 - 206.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;4. Η ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΝ 11-13ο ΑΙΩΝΑ.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από τον 9ο έως και τον 14ο αιώνα επιτελείται μια μεγάλη αστική ανάπτυξη η οποία θα αλλάξει οριστικά την μορφή και τις λειτουργίες της πόλης. Την ανάπτυξη των πόλεων ευνοούν διάφορες καταστάσεις και συνθήκες όπως ο τερματισμός των εισβολών, οι τελευταίες πραγματοποιηθήκαν τον 9ο και 10ο αιώνα από τους Σκανδιναβούς, η αύξηση του πληθυσμού η οποία συνοδεύτηκε από οικονομική ανάπτυξη και αναγέννηση της εμπορικής δραστηριότητας. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η σημασία και ο ρόλος των πόλεων αλλάζει, από διοικητικά και πολιτιστικά κέντρα μετεξελίσσονται σε εμπορικά και οικονομικά κέντρα.(Γαγανάκης, 1999, σ. 53.) Είναι η περίοδος που ακμάζει το πολιτικό και οικονομικό σύστημα της φεουδαρχίας, το οποίο ελέγχει, θα λέγαμε, απόλυτα τη ζωή στην ύπαιθρο με αποτέλεσμα η εξουσία των πόλεων να περιορίζεται εντός των ορίων της. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πόλη την περίοδο του Μεσαίωνα αλλάζει, σε σχέση με την πόλη της κλασικής περιόδου, και σε μέγεθος και σε σχήμα, αλλάζει η μορφή και ο ρόλος της, αλλά και η σχέση της με την ύπαιθρο. Ο ρόλος της μεσαιωνικής πόλης περιορίζεται μέσα στα τείχη της εν αντιθέσει με την πόλη της κλασικής περιόδου, την «ανοικτή πόλη», που περιλαμβάνει και την ύπαιθρο με τους κατοίκους της.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι λόγοι που οδηγούν στην ανάπτυξη των πόλεων, που φτάνει στο απόγειο της στα μέσα του Μεσαίωνα, είναι κυρίως οικονομικοί. Το τέλος των βαρβαρικών εισβολών, η ανάπτυξη του εμπορίου και η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, με την ταυτόχρονη εγκατάσταση των εμπόρων στην πόλη, η εκδίωξη των μουσουλμάνων Αράβων από την Μεσόγειο, που ευνοεί την εμπορική δραστηριότητα των ιταλικών πόλεων, αλλά και η μετανάστευση του πλεονάζοντος πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδηγούν στην ανάπτυξη των πόλεων.(Berstein, 1997, σσ. 151 - 152.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σύμφωνα με τον Pounds έχουμε τη διάκριση της Ευρώπης σε τρεις γεωγραφικές ζώνες : τη νότια Ευρώπη, τα βασίλεια που δημιουργήθηκαν στα εδάφη της πρώην Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αυτά που βρίσκονται εκτός των πρώην Αυτοκρατορικών εδαφών. Αλλά και οι πόλεις διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με την προέλευση τους: Σε αυτές που συνεχίζουν να υπάρχουν από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και μετατράπηκαν σε έδρες επισκόπων, στις πόλεις που χρησιμοποιούνται για οχυρωματικούς και στρατιωτικούς σκοπούς και στις καινούριες πόλεις.(Pounds, 2001, σσ. 162 - 163, 165 - 167.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Η σχέση πόλης - υπαίθρου.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η σχέση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, την περίοδο που εξετάζουμε 11ο – 13ο αιώνα, είναι μια σχέση &quot;αγάπης και μίσους&quot;, δίνοντας μια λογοτεχνική χροιά, ή όπως θα έλεγε ο λάος μας, χρησιμοποιώντας την λαϊκή έκφραση, «μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε».&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αντίθεση πόλης υπαίθρου στο Μεσαίωνα ήταν έντονη. Τα τείχη χώριζαν δύο κόσμους, και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Le Goff &quot;Το να είναι κανείς πολίτης η αγρότης, συνιστά μια από τις μεγαλύτερες διαχωριστικές γραμμές της μεσαιωνικής κοινωνίας&quot;(Jacques Le Goff, 1991, σσ. 406 - 407.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με την κατάλυση της καρρολίγειας αυτοκρατορίας και τον κατακερματισμό της σε μικρότερα μοναρχικά βασίλεια, ο έλεγχος της εξουσίας πέρασε στα χέρια των τοπικών ηγεμόνων παραμερίζοντας τους μονάρχες. Στην ύπαιθρο όπως και στην πόλη την εξουσία ασκεί ο φεουδάρχης, ο οποίος απομονώνεται στο κάστρο-πύργο το κέντρο εξουσίας της περιφέρειας του. Κυρίαρχη τάξη της εποχής είναι η πολεμική αριστοκρατία, η οποία πλαισιώθηκε από τη γαιοκτητική αριστοκρατία, και η εκκλησιαστική αριστοκρατία κάτοχος πολλών γαιών και η ίδια. Στην βάση της κοινωνικής πυραμίδας η πλειονότητα του πληθυσμού, δεμένοι στη γη που καλλιεργούν, δούλοι στο ίδιο τους το σπίτι, με τίτλους υποτέλειας.(Γαγανάκης, 1999, σσ. 41 - 43.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στο Μεσαίωνα η Ευρώπη παραμένει αγροτική περιοχή το κλίμα είναι εύκρατο και η καλλιεργήσιμη γη επεκτείνεται σε νέες περιοχές, λόγω της αλματώδους δημογραφικής ανάπτυξης, στα δάση τα οποία εκχερσώνονται, λιβάδια αξιοποιούνται, για την κτηνοτροφία και η εκμετάλλευση του νερού με νέες τεχνολογίες είναι πιο έντονη (νερόμυλοι). Παράλληλα έχουμε την ανάπτυξη της βιοτεχνίας, κυρίως της υφαντουργίας, του εμπορίου και των διοικητικών υπηρεσιών κλάδοι που δραστηριοποιούνται κυρίως στην πόλη και δεν επηρεάζουν τη σημασία της υπαίθρου η οποία εξασφαλίζει και λύνει το πρόβλημα του επισιτισμού ολόκληρου του πληθυσμού. (Gieysztor, 2003, σ. 290.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι λειτουργίες της μεσαιωνικής πόλης ήταν πιο στενά καθορισμένες από εκείνες των ελληνικών και ρωμαϊκών πόλεων. Οι μεσαιωνικές πόλεις έξω από τα τείχη τους βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το φεουδαρχικό σύστημα που επικρατούσε στην ύπαιθρο. Ο κάτοικος της πόλης ήταν ανώτερος από τον άνθρωπο της υπαίθρου και πιο ελεύθερος. &quot; Ο αέρας της πόλης ελευθερώνει&quot; και θεωρείται τρόπος ευκαιριών και οικονομικής επιτυχίας με μεγαλύτερη ασφάλεια και διαφορετικό τρόπο ζωής. Στη μεσαιωνική πόλη δεν υπάρχουν δούλοι αλλά μόνο ελεύθεροι άνθρωποι εν αντιθέσει με την ύπαιθρο που επικρατεί το σύστημα της δουλοπαροικίας και αργότερα του ενοικιαστή αγρότη παραμένοντας όμως υποτελής στο φεουδάρχη.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Παρ’ όλη την επιφυλακτικότητα που είχαν οι πόλεις για την ύπαιθρο και την υπεροψία με την οποία την αντιμετώπιζαν, δεν μπορούσαν να αποφύγουν την επαφή μαζί της για τις ανάγκες σε τρόφιμα αλλά και λόγο του μεταναστευτικού κύματος από την ύπαιθρο στην πόλη. (Gieysztor, 2003, σ. 306.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η χρησιμοποίηση του χρήματος αλλά και τα πλεονάζοντα αγροτικά αγαθά φέρνουν τους αγρότες μέσα στην πόλη για να πουλήσουν στις τοπικές αγορές, τα προϊόντα τους. Οι αγρότες με τη σειρά τους αγοράζουν αγροτικά εργαλεία και πρώτες ύλες από τις τοπικές αγορές. Η πόλη δεν έρχεται σε σύγκρουση, σε ρήξη, με την ύπαιθρο και τον κόσμο της αλλά ζει μαζί της σε μια σχέση αλληλεπίδρασης. Άλλωστε η ύπαιθρος θα τροφοδοτήσει τις πόλεις με τον απαραίτητο αριθμό ανθρώπων που θα εξελιχθούν σε έμπορους και τεχνίτες στις υπηρεσίες των ολοένα και αυξημένων καταναλωτικών απαιτήσεων της φεουδαρχικής τάξης. (Berstein, 1997, σ. 153.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία η πόλη είναι στην ακμή και αποτελεί το διοικητικό, πολιτικό, πνευματικό, πολιτιστικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο, μαζί με την ύπαιθρο βρίσκονται σε πλήρη αλληλεξάρτηση, κάτω από την κεντρική διοίκηση του βυζαντινού κράτους. Ενώ στις περιοχές της πρώην Δυτικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας η πόλη αναπτύσσεται κάτω από τον έλεγχο ενός κάστρου ή ενός μοναστηριού, με λειτουργίες στενά καθορισμένες από τις συντεχνίες που έλεγχαν την βιοτεχνική παραγωγή και το εμπόριο.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αύξηση του πληθυσμού και της εμπορικής δραστηριότητας, άρχισε να διαμορφώνει αστικά κέντρα κάτω από φεουδαρχική διοίκηση και σαφή διαχωρισμό των εννοιών πόλης – υπαίθρου. Με την κατάρρευση των φεουδαρχικών σχέσεων, οι αστικές σχέσεις εισχώρησαν στην περιφέρειά τους, πρώτα στις περιοχές την νότιας Ευρώπης, όπου η αστικοποίηση ήταν μεγαλύτερη και κατόπιν στις υπόλοιπες περιοχές της Ευρώπης, δημιουργώντας νέους κοινωνικό-οικονομικούς σχηματισμούς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Ρόλος και λειτουργίες της Μεσαιωνικής, ανά τύπο, πόλης.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο ρόλος της πόλης, αυτής της περιόδου, υπήρξε αποφασιστικός στις μετέπειτα εξελίξεις. Με την ανάπτυξη των πόλεων γεννιέται και μια νέα τάξη, η οποία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη των πόλεων και στον αγώνα για αυτονομία από την φεουδαρχική εξουσία, είναι η μεσαία τάξη. Την απαρτίζουν οι έμποροι και οι τεχνίτες προερχόμενοι από την ύπαιθρο, εξειδικεύονται και εξυπηρετούν τις καταναλωτικές ανάγκες της αριστοκρατίας, συνεταιρίζονται στις πρώτες μορφές σωματειακής ανάπτυξης, τις συντεχνίες.(Λεοντίδου, 2001, σ. 142.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αυτές οι συντεχνίες είχαν σημαντικό ρόλο και λόγο στη λειτουργία των πόλεων διότι αναδείχθηκαν σε ανταγωνιστικό παράγοντα προς την εκκλησιαστική εξουσία και τους αριστοκράτες. Οι συντεχνίες όμως προσπάθησαν να παραγκωνίζουν τους εμπόρους και να θέσουν το εμπόριο υπο την εποπτεία τους, έχοντας έτσι ένα ρόλο περιοριστικό και αντιδραστικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την αύξηση των ετήσιων ή εβδομαδιαίων αγορών στις πόλεις και την αύξηση των περιπλανώμενων εμπόρων, οι τελευταίοι να αποκτήσουν μια δική τους συντεχνία. Παράδειγμα είναι τις Χάνσες. (Γαγανάκης, 1999, σσ. 73 - 75.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι δραστηριότητες η οποίες διεξάγονται μέσα στις πόλεις είναι εμπορικού και οικονομικού χαρακτήρα, θρησκευτικής και διοικητικής εξουσίας. Η ανάπτυξη του εσωτερικού εμπορίου και η ανάγκη μεταφοράς των εμπορευμάτων από το εσωτερικό της Ευρώπης, ευνόησε πολλές περιοχές, όπως η Ρηνανία, επειδή βρέθηκαν πάνω στους δρόμους μεταφοράς και στις φυσικές διόδους.(Pounds, 2001, σ. 167.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η ανάπτυξη του εμπορίου οδήγησε στη δημιουργία νέων πόλεων σε κομβικά εμπορικά σημεία, Λυβέκη, και διαμετακομιστικά κέντρα για το εμπόριο από την ανατολή, πόλεις της Βόρειας Ιταλίας. Οι νέες πόλεις που χρησιμεύουν στην ανάπτυξη του εμπορίου δημιουργούνται δίπλα σε κάποιο πυρήνα η εξ αρχής. Στην Βόρειο Ιταλία έχουμε το παράδειγμα της Βενετίας και της Πίζας. Η πρώτη, επιβάλλεται στο φυσικό περιβάλλον που την περιβάλλει με σοβαρές επεμβάσεις ενώ η δεύτερη κατοικείται από την αρχαιότητα και αναπτύσσεται λόγω του λιμανιού που διαθέτει.(Benevolo, 1997, σσ. 67 - 77.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Παράλληλα είναι και η εποχή των «νέων πόλεων» εκ των οποίων πολλές ιδρύθηκαν για την εμπορική αναβάθμιση της περιοχής, στην περιοχή της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη της έντονης εμπορικής δραστηριότητας, όπως αυτή της Λυκέβης που κτίστηκε στα ερείπια ενός σλαβικού οικισμού. Εκεί ο κόμης Αδόλφος Σάουενμπουργκ το 1143, έχτισε καθεδρικό ναό και πύργο. Αργότερα ο Δούκας της Σαξονίας, Ερρίκος ο Λέοντας θέλοντας να προσελκύσει εμπόρους από την Βαλτική σχεδιάζει την ανοικοδόμηση της. Μέχρι το 1230 αναπτύχθηκε πλήρως μέχρι τα όρια των δύο ποταμών που την περιστοίχιζαν και έγινε ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Θεσμοθετείται το «Αστικό Δίκαιο της Λυβέκης» που εξασφαλίσει προνόμια για τους Γερμανούς εμπόρους και επαγγελματίες και έχει κάποιες ιδιομορφίες για το οικογενειακό και περιουσιακό δίκαιο. Ήταν λογικό να γίνει η επικεφαλής πόλη της εμπορικής ένωσης, της Χάνσα. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι πόλεις που προϋπήρχαν από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας χρησιμοποιήθηκαν ως έδρα κάποιου θεσμού και συγκεκριμένα ως έδρες επισκόπων ή μοναστικών ταγμάτων αλλά και ως πρωτεύουσες βασιλείων. Αυτές υπάρχουν στη νότια Ευρώπη και το χαρακτηριστικό τους είναι ότι στη νότια Ιταλία παρακμάζουν, μη μπορώντας να συναγωνιστούν τις εμπορικές της βόρειας Ιταλίας που εκμεταλλεύτηκαν την θέση τους και την κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αναπτύχθηκαν οικονομικά, διότι σε αυτές καταλήγαν τα προϊόντα από τις αραβικές περιοχές και το Βυζάντιο και μετέπειτα τα προωθούσαν στο εσωτερικό της Ευρώπης. Αντίθετα στη νότια Ισπανία όπου οι πόλεις ακμάζουν λόγο της αστικής αντίληψης και παράδοσης που είχαν οι Άραβες κατακτητές. Από την περιοχή της Ν. Ιταλίας έχουμε το παράδειγμα της Νάπολης που αποτελεί κέντρο εξουσίας ως πρωτεύουσα του ομώνυμου βασιλείου.(Benevolo, 1997, σ. 102.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη είναι ανάλογη με το βαθμό αστικοποίησης γιατί η επαφή μεταξύ των ανθρώπων ενδυναμώνει τις αλληλεπιδράσεις στις πολιτικές και κοινωνικό-οικονομικές και πνευματικές δραστηριότητες. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πόλη αυτή την περίοδο, τον 12ο αιώνα, αποτελεί και πνευματικό κέντρο, το μέσο γέννησης και ανέλιξης μιας καινούριας κοινωνικής κατηγορίας πολιτών, αυτή του διανοούμενου. Το βήμα ύπαρξης αυτής της κατηγορίας παρέχεται από τα πανεπιστήμια που ιδρύονται αυτή ακριβώς την περίοδο και η πόλη τους δίνει το χώρο στον οποίο θα αναπτυχθούν και θα αναπτύξουν την δράση τους, άλλωστε το πανεπιστήμιο προσέδιδε κύρος στην πόλη που το φιλοξενούσε και μερικές πόλεις αποκτούν φήμη για τις σπουδές που προσφέρουν. Σε τρεις, κυρίως, περιοχές της Ευρώπης έχουμε την ανάπτυξη των πανεπιστημίων: στην Ιταλική χερσόνησο και συγκεκριμένα στο Σαλέρνο, στην Μπολόνια και στην Πάδοβα, στο Παρίσι, και στην Αγγλία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. (Ασημακόπουλος, 2001, σσ. 64 - 90.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην ανατολή η παρακμή των βυζαντινών πόλεων είναι αντίστοιχη με την παρακμή του Βυζαντινού κράτους. Οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες του Βορρά εξαπλώνονται στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους εμποδίζοντας την εμπορική δραστηριότητα των βυζαντινών πόλεων με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να αναπτύξουν νέες μορφές εμπορικής και πολιτικοκοινωνικής δραστηριότητας. Η βαριά φορολογία του κράτους που ευνοούσε τους εμπόρους και τους βιοτέχνες των πόλεων έναντι των αγροτών που επωμίζονταν το περισσότερο μέρος καθώς και η ανασφάλεια που δημιουργούσαν οι συνεχείς συγκρούσεις με τα βουλγαρικά φύλλα και η πειρατικές επιδρομές των Αράβων, οδήγησαν τον κόσμο πίσω στην ύπαιθρο.(Talbot, 1997, σ. 252.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Εξαίρεση, προσωρινά, αποτελούν οι πόλεις στα ρωσικά πριγκιπάτα με εμπορικές δραστηριότητες και διοικητικές εξουσίες. Πόλεις όπως το Νοβγκορόντ, το Πσκόφ, το Τβερ, το Σουζνταλ, το Κίεβο κ.α. αποτελούν εμπορικά κέντρα με τη δύση που όμως δεν γνωρίζουν την ανάπτυξη των δυτικών πόλεων. (Berstein, 1997, σ. 303.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αλλάζει όμως και η μορφή των πόλεων αφού κάθε σημείο της προφυλάσσεται με τείχη και επεκτείνεται ανάλογα με τις δραστηριότητες και το μέγεθος της πόλης. Οι νέες πόλεις στη Γερμανία και στη Νότιο Γαλλία δημιουργούνται με κανονικό σχέδιο, της σκακιέρας : η αγορά είναι στην πλατεία και πλαισιώνεται από το διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο και στην οποία καταλήγουν οι κύριες οδοί ενώ κάποιες άλλες δημιουργούνται κατά μήκος του δημόσιου δρόμου, αρκετά στενές αφού σε αυτή στεγάζονται εκτός από τις οικίες και οι αποθήκες των εμπόρων.(Gieysztor, 2003, σσ. 305 - 306.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ. &lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πόλη σήμερα είναι ένα μέρος το οποίο κατοικείται από σημαντικό αριθμό ανθρώπων και αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων στα οποία παρεμβάλλονται δρόμοι, πάρκα και πλατείες. Οι κάτοικοι της επιδίδονται σε διάφορες οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες και η διατροφή τους δεν εξαρτάται από το έδαφος στο οποίο ζουν αλλά από την ύπαιθρο. Αυτό που την ξεχωρίζει από το χωριό εκτός από τη διαφορά στον αριθμό των κατοίκων, είναι και οι διάφορες δραστηριότητες και λειτουργίες που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής φύσεως, σε αντίθεση με το χωριό το οποίο έχει απλή οικονομία, την γεωργία. Υπάρχει όμως και αλληλεξάρτηση μεταξύ του χωριού και τις πόλης διότι η πόλη για τη διατροφή της απορροφά τα προϊόντα της από την ύπαιθρο. Η ύπαιθρος με τη σειρά της προμηθεύεται από την πόλη τα όργανα και υλικά που χρειάζεται για τις αγροτικές εργασίες και τα καταναλωτικά αγαθά. Η πόλη σήμερα είναι η απόληξη της μεγάλης αστικής ανάπτυξης που ξεκίνησε την περίοδο από τον 11ο μέχρι τον 13ο αιώνα του μεσαίωνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;b&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt; Ασημακόπουλος, Μ., Τσιαντούλας, Α., (2001), &lt;i&gt;Οι επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη. Η ιστορία και η θεωρία των επιστημών κατά τον Μεσαίωνα.,&lt;/i&gt; τ., Α., εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα.&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Γαγανάκης, Κ., (1999),&amp;nbsp; &lt;i&gt;Κοινωνική και οικονομική Ιστορία της Ευρώπης,&lt;/i&gt;εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., (2001), &lt;i&gt;Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης, &lt;/i&gt;εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Benevolo, L., (1997), &lt;i&gt;H πόλη στην Ευρώπη., &lt;/i&gt;εκδ., Ελλ., Γράμματα., Αθήνα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Berstein, S., Milza, P., (1997), &lt;i&gt;Ιστορία της Ευρώπης. Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη 5ος - 18ος αι.,&lt;/i&gt; τ. Α&#39; , εκδ., Αλεξάνδρεια, Αθήνα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Gieysztor, A., (2003),&amp;nbsp; &quot;Ύπαιθρος και Πόλη, Κοινωνίες και κράτη.&quot;, στο Ελένη Αρβελέρ, Maurice Aymard (επιμ.), &lt;i&gt;Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Ευρώπη,&lt;/i&gt; εκδ., Σαββάλας, Αθήνα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Le Goff, Jacgues, (1991), &lt;i&gt;O Πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης,&lt;/i&gt; εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;David, N., (2000), Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού κόσμου. Κοινωνία, Διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη 312 - 1500., εκδ., Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Pounds, G., J., N., (2001), &lt;i&gt;Ιστορική Γεωγραφία Της Ευρώπης. Από τους Κλασσικούς Πολιτισμούς στο Μεσαίωνα.,&lt;/i&gt; τ. Α&#39;, εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt; Runsiman, S., (1993),&lt;i&gt; Βυζαντινός Πολιτισμός, &lt;/i&gt;εκδ., Γαλαξίας - Ερμείας, Αθήνα.&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Tamara, T., R., (1997), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των βυζαντινών., εκδ., Παπαδήμα, Αθήνα.&amp;nbsp;&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Η εργασία αυτή βαθμολογήθηκε με 07(επτά)&lt;br /&gt;
Σχόλια καθηγητή:&lt;br /&gt;
&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Η δομή της εργασίας είναι καλή και καλύπτει τα ερωτήματα που τέθηκαν αν και υπάρχουν αναφορές σε εποχή που δεν ζητείται.&amp;nbsp; &lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η γλώσσα είναι καλή αλλά υπάρχουν αρκετά συντακτικά λάθη.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Τα επιχειρήματα είναι καλά καθώς γίνεται σύγκριση μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών της Ευρώπης ως αναφορά τη σχέση με την ύπαιθρο, το ρόλο και τις λειτουργίες της.&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Η κριτική ικανότητα ήταν καλή με ιδιαίτερη πρωτοτυπία σε ορισμένα σημεία.Χρειάζεται περισσότερη και καλύτερη στήριξη των απόψεων που θα μπορούσαν να ενισχυθούν με χρήση διαφορετικών ντοκουμέντων τα οποία θα υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις.&amp;nbsp; &lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;div&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;/ul&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/6780582815241818323/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/12_01.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/6780582815241818323'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/6780582815241818323'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/12_01.html' title='ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-5197183305194896726</id><published>2011-08-01T18:37:00.002+03:00</published><updated>2011-08-01T22:25:59.287+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div dir=&quot;ltr&quot; style=&quot;text-align: left;&quot; trbidi=&quot;on&quot;&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Θέμα 1ης Γραπτής Εργασίας.&lt;/b&gt;&lt;/u&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά από σύντομη ανάλυση της έννοιας της διεπιστημονικότητας, επισημάνετε, με ποιες κυρίως επιστήμες έχει συγγενέψει ή συνεργαστεί η Γεωγραφία μέχρι σήμερα. Αναπτύξτε τους λόγους και τους τρόπους αυτής της συνεργασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;b&gt;ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ.&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;ol style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Εισαγωγή.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Οι ιστορικές καταβολές της Γεωγραφίας.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η έννοια της διεπιστημονικότητας.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η εξέλιξη της Γεωγραφίας και η συνεργασία με τις άλλες επιστήμες. - Κλασσική και Περιφεριακή Γεωγραφία. - Η Ανθρωπο - οικολογία του Σικάγο. - Ποσοτική Γεωγραφία και Θετικισμός. - Κριτική Γεωγραφία. - Τα μεταβατικά στάδια/ Συμπεριφορική Γεωγραφία. - Η Ανθρωπιστική Γεωγραφία. - Φιλελεύθερη και Ριζοσπαστική Γεωγραφία. - Τα Μεταθετικιστικά Ρεύματα/ Πολιτικοοικονομική προσέγγιση. - Πολιτισμική στροφή. - Οικο Γεωγραφία.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Επίλογος.&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;&lt;b&gt;1.Εισαγωγή.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η αναφορά στις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί η γεωγραφία, μέσα στα πλαίσια της διεπιστημονικότητας, για την εκπλήρωση του επιστημονικού της έργου που δεν είναι άλλο από την επιστημονική αντικειμενική γνώση των φαινομένων στο χώρο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Σημαντική επίσης είναι και η αναφορά στις ιστορικές ρίζες της Γεωγραφίας μέσα από τις οποίες φαίνεται η αρχαιοελληνική καταβολή της επιστήμης, οπού δικαίως χαρακτηρίζεται ως καθαρά ευρωπαϊκή. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ακολούθως θα αναφερθούμε στην έννοια της διεπιστημονικότητας και πώς αυτή εκλαμβάνεται από την επιστήμη της γεωγραφίας και τέλος επισημαίνετε η εξελικτική πορεία που ακολούθησε η επιστήμη της Γεωγραφίας, μέσα από τις διάφορες γεωγραφικές σχολές και τάσεις, από την επαγγελματοποίηση της, τον 19ο αιώνα, έως και σήμερα, καθώς και τις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;2. Οι ιστορικές καταβολές της Γεωγραφίας.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι ρίζες της γεωγραφίας ανάγονται στην αρχαία Ελλάδα, όπου ακόμη δεν ξεχωρίζει ως επιστήμη αλλά βρίσκεται ενσωματωμένη στις άλλες επιστήμες της εποχής. Γεωγραφικές αναφορές έχουμε στην Κίνα και γενικότερα στο Ισλάμ αλλά οι πρωτοπόροι της γεωγραφίας ήταν στην πλειοψηφία τους Έλληνες. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πρώτη ιστορική καταγεγραμμένη αναφορά στη γεωγραφία γίνεται από τον Όμηρο, τον 8ο αιώνα, στην ιλιάδα, με την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, όπου αποτελεί την πρώτη χαρτογραφική αναφορά. Γεωγραφικές καταγραφές έχουμε και στα έργα τριών φιλοσόφων από την Μίλητο: του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Εκαταίου. Ακολουθεί ο μαθητής τους, Πυθαγόρας ο Σάμιος, μέσα από το έργο του οποίου γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στο σφαιρικό σχήμα της γης. Ακολουθούν οι τοπογραφικές αναφορές του Ηρόδοτου, ο υπολογισμός της περιμέτρου της γης από τον Εύδοξο, η θεώρηση του κόσμου με τα τέσσερα στοιχεία από τον Εμπεδοκλή.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Αριστοτέλης αποδεικνύει εμπειρικά τη σφαιρικότητα της γης, ο Δικαίαρχος παρουσιάζει, ίσως, τον πρώτο χάρτη και ο Αρίσταρχος αναφέρεται στο ηλιοκεντρικό σύστημα πολλούς αιώνες πριν από τον Κοπέρνικο. Ο Ερατοσθένης είναι ο πατέρας, θα λέγαμε, της γεωγραφίας διότι είναι αυτός που δίνει το όνομα στη νέα επιστήμη. Προχωρεί στο σχεδιασμό του πρώτου χάρτη και στις μετρήσεις για την περίμετρο της γης. Στη συνέχεια ο Στράβωνας μέσα από το έργο του &lt;i&gt;Γεωγραφικά&lt;/i&gt;, αξιοποιεί το έργο του Ερατοσθένη.(Λεωντίδου, 2001, σσ 36 - 38) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην περίοδο του Μεσαίωνα υπάρχει στασιμότητα στην εξέλιξη των επιστημών, η ανάπτυξη, όμως, της γεωγραφίας επιτυγχάνεται μέσω του εμπορίου, λόγω της πληροφόρησης που είχαν οι Ευρωπαίοι για το φυσικό περιβάλλον και την κοινωνία. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η επιστήμη της γεωγραφίας, λοιπόν, οφείλει πολλά στην Αρχαία Ελλάδα διότι εκείνη την εποχή τέθηκαν οι βάσεις για την δημιουργία και την ανάπτυξη που θα ακολουθούσε η επιστήμη στους μετέπειτα αιώνες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;2. Η έννοια της διεπιστημονικότητας.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η διεπιστημονικότητα είναι η συνεργασία διαφόρων επιστημών, για την εξαγωγή λογικών και εμπειρικώς τεκμηριωμένων αποτελεσμάτων. Ο επιστημονικός προσανατολισμός και η εξελικτική πορεία της γεωγραφίας επιτυγχάνεται με τη συνεργασία της με άλλες επιστήμες. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Για την επιστήμη της γεωγραφίας μέσα από την διεπιστημονικότητα, τη συνεργασία δηλ. με άλλες επιστήμες, επιτυγχάνεται η μελέτη των γεωγραφικών φαινομένων και η ανάλυση της σχέσης χώρου και κοινωνίας αλλά και η αλληλεπίδραση τους με τη φύση. Έτσι έχουμε το συνδυασμό της γεωγραφίας με επιστημονικούς παράγοντες, όπως την κοινωνική, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, ιστορική και φυσική γεωγραφία, για την ερμηνεία και την ανάλυση αυτών των φαινομένων.(Λεοντίδου, 2001, σ. 32) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι συνθήκες, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές, οι οποίες επικρατούν σε κάθε περίοδο και χώρο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη μελέτη και ανάλυση των φαινομένων και γενικά της θεματολογίας, που πραγματεύεται η επιστήμη της γεωγραφίας.(Λεοντίδου, 1990, σ. 86) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι γεωγράφοι από μόνοι τους δεν μπόρεσαν να καταλήξουν σε ένα ευδιάκριτο για την επιστήμη τους ορισμό, λόγω του δυναμικού της χαρακτήρα. Στη διάρκεια της ανάπτυξης της εναρμονίστηκε με άλλα ρεύματα και επιστήμες όπου μέσα από την ενότητα ομοειδών γνώσεων, συναφείς μεταξύ τους, προχώρησε στη μελέτη και εξήγηση φυσικών και κοινωνικών φαινομένων. Η επιστήμη της γεωγραφίας δεν είναι σταθερή, προσαρμόζεται στο κοινωνικό περιβάλλον που συνεχώς μεταλλάσεται και την παρασέρνει στις κοινωνικές αλλαγές κάθε εποχής.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Υπάρχουν τρεις μεθοδολογικές τάσεις στην επιστήμη της ανθρωπογεωγραφίας, (Λεοντίδου, 2001, σ. 34) οι οποίες αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τις ιστορικές περιόδους εξέλιξης της επιστήμης αυτής: &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. Η χωροθετική ή περιγραφική ή σχολική&lt;br /&gt;
2. η οικολογική ή κανονιστική ή θετικιστική&lt;br /&gt;
3. η διαρθρωτική ή ερμηνευτική ή μετά-θετιστική&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η διεπιστημονικότητα είναι έκδηλη στην περιφερειακή γεωγραφία του σε αντίθεση με τη μονομερή προσέγγιση της ποσοτικής-θετικιστικής γεωγραφίας. Στην μετά-θετιστική γεωγραφία έχουμε τις νέες διεπιστημονικές θεωρήσεις όπου οι επιστήμες δεν συνεργάζονται αλλά αλληλοδιαπλέκονται για την κατανόηση του εφήμερου και του τοπικού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;3. Η Εξέλιξη της Γεωγραφίας και η συνεργασία με τις άλλες Επιστήμες.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με τη δημιουργία των γεωγραφικών Εταιρειών σε χώρες με αποικιοκρατική δύναμη και συγκεκριμένα της Γαλλίας (Παρισίων 1821), Γερμανίας ( Βερολίνου 1882) και Αγγλίας (Λονδίνου 1830) και με την εισαγωγή της γεωγραφίας στα πανεπιστήμια, το 19o αιώνα, ξεκινάει μια νέα εποχή για τη Γεωγραφία.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ας δούμε αναλυτικά την εξέλιξη της Γεωγραφίας και τις επιστήμες με τις οποίες έχει συνεργαστεί, επηρεαστεί η επηρέασε. Τον 19ο αιώνα δημιουργούνται δύο μεγάλες, και αντιμαχόμενες, γεωγραφικές σχολές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Κλασσική και περιφερειακή Γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Περιβαλλοντικός ντετερμινισμός και ποσσιμπιλισμός.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο περιβαλλοντικός ντετερμινισμός, τον 19ο αιώνα, της Κλασικής Γεωγραφίας, υποστηρίζει ότι το φυσικό περιβάλλον είναι αυτό που επηρεάζει αναγκαστικά την ανθρώπινη δραστηριότητα, μειώνοντας την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα. Θεωρητικό υπόβαθρο της σχολής αποτελεί το έργο του Δαρβίνου &lt;i&gt;Η προέλευση των ειδών&lt;/i&gt; μέσα από το οποίο καταδεικνύεται η αποφασιστική επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος στον καθορισμό των σχέσεων, των συμπεριφορών και των αντιδράσεων του ανθρώπου.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μέσα από τον περιβαλλοντικό ντετερμινισμό αναπτύσσεται από το Γερμανό Γεωγράφο Ratzel, στο έργο του, &lt;i&gt;Πολιτική Γεωγραφία,&lt;/i&gt; η θεωρία του «ζωτικού χώρου» που αποτελεί τη βάση της γεωπολιτικής. Η άποψη που εκφράζεται μέσα από τη γεωπολιτική, υποτάσσει τον άνθρωπο στη χωρική επικράτεια, το κράτος, και τον κάνει υποχείριο και έρμαιο της ιδεολογικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Ναζιστικές και αποικιοκρατικές δράσεις προσπαθούν να δικαιολογηθούν μέσα από αυτή την άποψη. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 39 - 41) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σε αυτήν τη σχολή δεν έχουμε συνεργασία με άλλες επιστήμες διότι μειώνεται, από τους ντεντερμινιστές, η σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ακολουθεί ο ποσσιμπιλισμός (τέλος 19ου αιώνα μέχρι το 1950) ασκώντας κριτική στον ντετερμινισμό. Εκδηλώνεται στη Γερμανία αλλά υιοθετήθηκε στη Γαλλία και δημιούργησε την Περιφερειακή Γεωγραφία με κυριότερους εκπροσώπους τους Blache και Brunhes. Αναγνωρίζει το δυναμικό ρόλο του ανθρώπου στην πορεία εξέλιξης του και στη διαδικασία αλλαγής του χώρου και υποστηρίζει την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον. Εκφράζει την άποψη ότι το φυσικό περιβάλλον δεν είναι ο αποκλειστικός παράγοντας που ρυθμίζει την ανθρώπινη δραστηριότητα αλλά ένας από αυτούς καθώς και ότι η δραστηριότητες του ανθρώπου επηρεάζουν το φυσικό του περίγυρο.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Περιφερειακή Γεωγραφία εξετάζει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος στο χώρο, λαμβάνοντας υπόψη οικονομικό-κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία. Έντονο είναι το στοιχείο της διεπιστημονικότητας στο οποίο επιδρούν και οι αναρχικοί γεωγράφοι, με την εναλλακτική γεωγραφία του Κροπότκιν, στους οποίους κυριαρχεί η αντίληψη ότι στην ανάλυση των γεγονότων πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, κοινωνικές συμπεριφορές, ρεύματα κ.α.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 42 - 43)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Η Άνθρωπο-οικολογία του Σικάγο.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από την Αμερική έρχεται η Άνθρωπο-οικολογία του Σικάγο (1920) η οποία προσπαθεί να εξηγήσει τα πολιτισμικά αστικά κέντρα, που δημιουργήθηκαν από τη μετανάστευση, αυτοχαρακτηρίζεται γεωγραφία και την επηρεάζει καθοριστικά αναλύοντας την πόλη ως οικοσύστημα. Για να εξεταστούν οι δραστηριότητες του ανθρώπου μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον πρέπει να προσδιοριστούν οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτή τη μετανάστευση αλλά και οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δημιουργούνται. Αυτή η μελέτη θα γίνει με τη βοήθεια και την ανάπτυξη της κοινωνικής και αστικής γεωγραφίας. (Λεοντίδου, 2001, σ. 44.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Ποσοτική Γεωγραφία και Θετικισμός.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, κυρίως στις ΗΠΑ, πραγματοποιείται το πέρασμα από την περιφερειακή στην ποσοτική γεωγραφία. Η Ποσοτική Γεωγραφία επικεντρώνεται στην ανάλυση των φαινομένων με βάση μαθηματικά και στατιστικά μοντέλα και δίνεται έμφαση στις οικονομικές σχέσεις, την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη χωρική οργάνωση (χωρική ανάλυση). (Masey &amp;amp; Allen, 2001, σ. 14) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου τα καταστροφικά αποτελέσματα του πολέμου και η ανάγκη, για οικονομική ευμάρεια και ένα καλύτερο αύριο μετατρέπουν τον άνθρωπο σε οικονομικό παράγοντα. Αναπτύσσεται ένα οικονομικό καθεστώς, με την ονομασία Φορντισμός, από τον αυτοκινητοβιομήχανο Ερ. Φορντ σύμφωνα με το οποίο, ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αλυσίδας παραγωγής με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Ο οικονομικός άνθρωπος είναι γεγονός και πρέπει να συνεισφέρει στην οικονομική ανάπτυξη του κράτους και στη χωρίς ηθικούς φραγμούς, αχαλίνωτη κούρσα της συσσώρευσης πλούτου, εκμεταλλευόμενος την οικονομική και κοινωνική δυσπραγία του εργατικού δυναμικού, αποτέλεσμα ενός απάνθρωπου πολέμου. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αυτήν την περίοδο συνεχίζεται η τεχνολογική εξέλιξη, με τη διάδοση των Η/Υ και την εισαγωγή στατιστικών στοιχείων παρέχεται στους επιστήμονες η δυνατότητα επεξεργασίας μεγάλου όγκου δεδομένων και ποσοτικοποίησης στοιχείων.(Λεωντίδου, 2001, σσ. 51 -53.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Βασίζεται στο λογικό θετικισμό και για αυτό το λόγο οι ποσοτικοί γεωγράφοι προσπαθούν με τη χρήση μαθηματικών και γεωμετρικών όρων να αναλύσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η έννοια του χώρου εκλαμβάνεται ως σημείο και μετριέται γεωμετρικά σαν απόσταση, βάση αυτού ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί εμπειρικά αφαιρείται.(Masey &amp;amp; Allen, 2001, σσ. 14 - 15.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η προσπάθεια της συστηματοποίησης και της μοντελοποίησης των φαινομένων και η μονομερής προσέγγιση, της δίνει γερές βάσεις επιστημολογίας, σε συνεργασία με τις θετικές επιστήμες, την αλλοιώνει όμως από τα πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά στοιχεία και οδηγεί τη Γεωγραφία στον κατακερματισμό της σε επιμέρους επιστήμες. Την δεκαετία του 1960 ο Βρετανός γεωγράφος Peter Hagget υποστήριξε ότι η Γεωγραφία έχει στενές παραδοσιακές σχέσεις με τη γεωλογία, τη βιολογία, τις κοινωνικές επιστήμες και τη Γεωμετρία. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 51- 55.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Κριτική Γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη δεκαετία του 1970 η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, η εξέγερση των φοιτητών το Μάιο του 1968, και η παράθεση κοινωνικών ζητημάτων, όπως ο πόλεμος στο Βιετνάμ, η οικολογική καταστροφή, η δυσαρέσκεια για τον δυτικό πολιτισμό κ.α δημιουργούν το κίνημα για κοινωνική συμβολή. Η προηγούμενη Γεωγραφία βρίσκεται σε διαρκή αμφισβήτηση διότι δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις νέες συνθήκες, η οποίες δεν αποτελούσαν και αντικείμενο της ερευνάς της. Η ποσοτική Γεωγραφία δεν μπορεί να δώσει λύσεις σε προβλήματα χωροθέτησης οικονομικών δραστηριοτήτων.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Είναι πλέον επιβεβλημένη η εγκατάλειψη του Λογικού Θετικισμού και η μελέτη του κοινωνικού περίγυρου και του ανθρώπινου παράγοντα μέσα από παλαιότερες κατευθύνσεις των αναρχικών Γεωγράφων, και συγκεκριμένα του Kropotin. Η χρήση μαθηματικών μοντέλων ανάλυσης, χωρίς να υπολογίζεται η ανθρώπινη συμπεριφορά και τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία δεν είναι πλέον δυνατή. Η ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς με τη χωρική διάσταση συνδέεται με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο που αναπτύσσεται. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 58 - 61.) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο διεπιστημονικός χαρακτήρας της κριτικής Γεωγραφίας έδωσε τη δυνατότητα της ανάλυσης και έρευνας σε ζητήματα που είχαν παραμεληθεί από τους ποσοτικούς Γεωγράφους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Τα Μεταβατικά Στάδια.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Για να περάσουμε από την ποσοτική στην κριτική γεωγραφία μεσολαβούν τέσσερα μεταβατικά στάδια, με διεπιστημονικό χαρακτήρα και κριτική διάθεση και είναι τα εξής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Συμπεριφορική Γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κινείται στα πλαίσια του θετικισμού, απλά διαφοροποιείται από την ποσοτική γεωγραφία προτείνοντας τον «κοινωνικό άνθρωπο» στη θέση του «οικονομικού ανθρώπου».&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Έντονο και εδώ το στοιχείο της διεπιστημονικότητας. Πρόβαλε τον διεπιστημονικό χαρακτήρα της γεωγραφίας συνεργαζόμενη με θεωρίες ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, παιγνίων, και της κοινωνικής ψυχολογίας. Οι επιστήμονες προσπαθούν να αποδείξουν της πραγματικές αντιδράσεις των ανθρώπων κάτω από τη πίεση των φυσικών καταστάσεων και φαινομένων καθώς και άλλες συμπεριφορές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Ανθρωπιστική Γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Απορρίπτει τον ντετερμινισμό του θετικισμού και προβάλλει την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. O Βρετανός Emrys Jones χρησιμοποιεί παραδείγματα από τη φυσική, που σέβονταν οι θετικιστές, για να καταρρίψει την θεωρία περί γενικών νόμων, αποδεικνύοντας ότι δεν μπορούν να υπάρξουν γενικοί κανόνες για να εξηγήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Φιλελεύθερη-ριζοσπαστική Γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ενδιαφέρονται και οι δύο για τις κοινωνικές ανισότητες αλλά διαφέρουν στον τρόπο επίλυσης που προτείνει η κάθε μια. Εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους θα επέλθει η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη. Πιστεύουν ότι η γεωγραφία μπορεί να συμβάλλει στην αλλαγή και την καλυτέρευση του κόσμου.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 64 - 65.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Φιλελεύθερη Γεωγραφία περιορίζεται στο χώρο της κατανάλωσης και συνδέεται με τον κοινωνικό σχεδιασμό του χώρου, με ένα σχέδιο μπορούμε να αλλάξουμε το χώρο. Η Μαρξιστική θεώρηση προτείνει μια πιο ριζοσπαστική δραστηριότητα, οι κοινωνικές ομάδες πρέπει να παρέμβουνε στο χώρο για να τον αλλάξουνε.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κοινωνική, οικονομική, πολιτική, και ιστορική παράγοντες χρησιμοποιούνται από τα παραπάνω παραδείγματα τα οποία ταξινομούνται με βάση των ανθρώπινο παράγοντα ή την πολιτική και ιδεολογική διάσταση της κοινωνίας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Μεταθετικιστικά ρεύματα.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία οριστικοποιεί την νέα διεπιστημονικότητα και την σημασία της ιστορικής ανάλυσης των φαινομένων, θέτοντας την έννοια του χώρου μεταξύ του παγκόσμιου και του τοπικού. Χαρακτηρίζεται από την αλληλεπίδραση του χώρου και της φύσης, με την κοινωνία, διαφοροποιείτε από τον θετικισμό και προχωρεί στην εξαγγελία τριών μετά-θετικιστικών ρευμάτων τα οποία ισχύουν μέχρι και σήμερα: Την Πολιτικό-Οικονομική προσέγγιση, την Πολιτιστική Στροφή και την Οικολογική τάση. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Για τους σύγχρονους γεωγράφους, η σημασία της γεωγραφίας ανάγεται σε πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, αναλύοντας την έννοια της χώρο-κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Ο χώρος επηρεάζει και επηρεάζεται από την κοινωνία και τις διαδικασίες της. (Λεοντίδου, 1990, σ. 86.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Πολιτικό-οικονομική προσέγγιση.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Δίνεται έμφαση στις κοινωνικές και οικονομικές δομές και τονίζεται η σημασία της οικονομικής αναδιάρθρωσης στην συγκρότηση του χώρου.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ασπάζεται τον κριτικό ρεαλισμό και τη θεωρία της ρύθμισης, χωρική διαίρεση και οικονομική αναδιάρθρωση του χώρου, και είναι μετεξέλιξη του μαρξιστικού παραδείγματος. Αυτή η μετεξέλιξη ερευνά με βάση τις ιστορικές καταβολές, την ιδιομορφία του τόπου, το ρόλο και τη σημασία των τοπικών κοινωνιών, στο διεθνές οικονομικό πλαίσιο. (Λεοντίδου, 2001, σσ. 69 - 71.) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;i&gt;&lt;b&gt;Πολιτισμική Στροφή.&lt;/b&gt;&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ενστερνίσθηκε το μεταμοντέρνο κίνημα που με τις διάφορες εκφάνσεις του ( ως εποχή, ως στυλ, ως ρυθμός) επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει την αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τις εικαστικές τέχνες κ.α. αμφισβητώντας έντονα τις βάσεις των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Δίνεται έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και τονίζεται η πολιτισμική ταυτότητα και η διαφορετικότητα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τονίζεται η μοναδικότητα του τόπου και η χωρική διαίρεση, σκοπός είναι η αποδόμηση φαινομένων μέσα από τη διαπλοκή των επιστημών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;Οίκο-γεωγραφία.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αποτελεί τη μετεξέλιξη της Άνθρωπο-οικολογίας του Σικάγο και εξετάζει την άνιση ανάπτυξη και τη χωρική διαφοροποίηση σε διεθνή και τοπικό επίπεδο μέσα από την αλληλοδιαπλοκή της Κοινωνικής, Ιστορικής, Πολιτικής, Οικονομικής Ανθρωπογεωγραφίας με την φυσική Γεωγραφία διευρύνοντας την έννοια του χώρου για να συμπεριλάβει τη φύση.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μελετούνται φαινόμενα Γεωοικονομίας και Γεωπολιτικής στα πλαίσια της έρευνας για την αλληλεπίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας και του περιβάλλοντος και των καταστροφικών συνεπειών που επιφέρει στο περιβάλλον η ανθρώπινη δραστηριότητα. Έχει ως σκοπό την εξεύρεση τύπου ανάπτυξης η οποία δεν θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην ανάπτυξη της φύσης.(Λεοντίδου, 2001, σσ. 74 - 76.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;4.Επίλογος.&lt;/b&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Γεωγραφία αποτελεί μια κοινωνική επιστήμη με διεπιστημονική δραστηριότητα και αντικείμενο τη διαμόρφωση της ανθρώπινης δραστηριότητας στο χώρο, μέσα από την αλληλεπίδραση οικονομικό-κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών φαινόμενων και τη συνδρομή της ιστορίας. Έχει το δικό της αντικείμενο σπουδής, το γεωγραφικό χώρο και το γεωγραφικό άνθρωπο. Είναι μια επιστήμη η οποία μέχρι και σήμερα μετεξελίσσεται και δεν μπορεί για κανένα λόγο να παραβλέψει τη συμβολή των άλλων επιστημών, είτε αυτές αφορούν τη φύση είτε τον άνθρωπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;b&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.&lt;/b&gt;&lt;/div&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Λεοντίδου, Λ., ΕΜΠ., (επιμ.), (1990), &lt;i&gt;Η διεπιστημονική προσέγγιση της ανάπτυξης,&lt;/i&gt; εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα. &lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Λεοντίδου, Λ., Σκλιάς, Π., (2001), &lt;i&gt;Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και Υλικός Πολιτισμός της Ευρώπης,&lt;/i&gt; εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα.&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;li&gt;Massey, D., Allen, J., (2001), &lt;i&gt;Η Γεωγραφία Έχει Σημασία,&lt;/i&gt; εκδ., Ε.Α.Π., Πάτρα. &lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;&lt;div&gt;&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;/ul&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παραπάνω εργασία βαθμολογήθηκε με 07 (επτά).&lt;br /&gt;
Σχόλια καθηγητή:&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η εργασία ήταν καλή όσον αφορά τη δομή αλλά θα μπορούσαν να υπάρχουν κι άλλα υποκεφάλαια. Η εργασία δεν ήταν πρωτότυπη, παρ όλα αυτά τα συμπεράσματα της είναι σωστά. Συνοψίζουν τη θεώρηση κι απαντούν στο ζήτημα της διεπιστημονικότητας της Γεωγραφίας. Η ποιότητα της εισαγωγής είναι καλή αφού αναγγέλει το θέμα, δικαιολογεί&amp;nbsp; τις επιλογές και τη μέθοδο. Η ροή του συλλογισμού, τα επιχειρήματα &amp;amp; η περιοδολόγηση είναι σωστά με εξαίρεση το κεφ. 3.1: Η αναρχική προσέγγιση είναι κριτική ως προς την κλασσική και περιφεριακή Γεωγραφία κι επομένως δεν μπορεί να αποτελεί υποπαράγραφο αυτού του κεφαλαίου. Στο κείμενο φαίνεται σαν να είναι μέρος της περιφεριακής, πράγμα που είναι λάθος.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η κριτική ικανότητα δεν φαίνεται αρκετά στην εργασία. Θα μπορούσε να ενισχυθεί περισσότερο με τη χρήση διαφορετικών ντοκουμέντων που υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/5197183305194896726/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/12.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/5197183305194896726'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/5197183305194896726'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/08/12.html' title='ΕΑΠ ΕΠΟ12: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-597414523386902426</id><published>2011-01-17T22:03:00.000+02:00</published><updated>2011-01-17T22:08:30.293+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΕΑΠ ΕΠΟ33: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΕΑΠ ΕΠΟ33: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>Θέμα 3ης εργασίας:&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Σε όσα διαβάσατε μέχρι τώρα, θα διαπιστώσατε πως στην πορεία προς την Ευρωπαϊκή ενοποίηση εμφανίστηκαν χαρακτηριστικά αδράνειας στη δεκαετία του 1970 ενώ στη δεκαετία του 1980 αυτό αρχίζει να αντιστρέφεται. Ποιοι θεωρείτε πως είναι οι κυριότεροι παράγοντες που συνετέλεσαν, εκείνη την περίοδο, στην υποχώρηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και ποιοι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην απόκτηση μιας νέας δυναμικής;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περιεχόμενα:&lt;br /&gt;
&lt;ol&gt;&lt;li&gt;Εισαγωγή. &lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Οι λόγοι της Στασιμότητας. 2.1 Οι Διεθνείς Κρίσεις.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η Νέα Δυναμική στη Δεκαετία του 1980. 3.1 Ο Δρόμος προς την Ένωση. 3.2 Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Επίλογος.&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;&lt;br /&gt;
1. ΕΙΣΑΓΩΓΉ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Έχουν ήδη συμπληρωθεί περισσότερα από πενήντα χρόνια από την διακήρυξη του Σχεδίου Schuman και έκτοτε η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χαρακτηρίστηκε από πολλές παλινδρομήσεις, αναστολές και αλλεπάλληλες κρίσεις. Όμως, τα θεμέλια που έθεσαν οι μηχανισμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η επίπονη προσπάθεια, ανθρώπων, οραματιστών για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ευμάρεια, κατάφεραν να οδηγήσουν στο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί πλέον ένα μόνιμο πλαίσιο ευρωπαϊκής προοπτικής. Αυτή η διαδρομή έγινε με πολλές στάσεις και συνάντησε πολλά εμπόδια.&amp;nbsp;Η αδράνεια που χαρακτήρισε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκε να υποχωρεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην εργασία αυτή θα αναλύσουμε τις εξελίξεις και τις μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν την προσπάθεια αυτή από περιόδους στασιμότητας σε μία νέα κινητικότητα. Στην αρχή θα κάνουμε αναφορά στα χαρακτηριστικά αδράνειας που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1970. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε στην δεκαετία του 1980, κατά την οποία τα προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί ύστερα από εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις ανάγκασαν την Κοινότητα να αναζητήσει οριστικές λύσεις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΟΙ ΛΌΓΟΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΙΜΌΤΗΤΑΣ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από την διακήρυξη του Σχεδίου Schuman και έκτοτε η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χαρακτηρίστηκε από πολλές παλινδρομήσεις, αναστολές και αλλεπάλληλες κρίσεις. Η Γαλλία είχε εδραιώσει την ηγεμονία της στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, επί προεδρίας του de Gaulle, η οποία άσκησε βέτο δύο φορές (1961, 1967), στην ένταξη της Βρετανίας, θεωρώντας ότι η ειδική της σχέση με τις Η.Π.Α., η βιομηχανική και η στρατιωτική της ισχύ θα άλλαζαν τις ισορροπίες δυνάμεων μέσα στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Ο πρόεδρος de Gaulle παρέμεινε η κυρίαρχη μορφή κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960. Στις 11 Μαΐου 1967, όταν ο Βρετανός εργατικός πρωθυπουργός Harold Wilson επιχειρεί εκ νέου να θέσει αίτηση για προσχώρηση της χώρας του στην Κοινότητα, η γαλλική πλευρά διατηρεί τις επιφυλάξεις της και «παγώνει» την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει την απόρριψη της αίτησης. Ωστόσο οι θεσμικές εξελίξεις προχωρούν, καθώς το 1968 τίθεται σε εφαρμογή η Συνθήκη Συγχώνευσης των εκτελεστικών οργάνων, με την ίδρυση ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής και για τις τρεις Ε.Κ. ενώ την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους καταργούνται και οι τελευταίοι ενδοκοινοτικοί δασμοί. Οι περιστάσεις ωστόσο υποδείκνυαν την ανάγκη μίας νέας πολιτική βούλησης που θα έδινε στη Κοινότητα την δυνατότητα να επεκτείνει τη συμβολή της στο παγκόσμιο εμπόριο και να καταστεί ικανή να δεχθεί νέα μέλη στις τάξεις της. Το φαινόμενο της «υπερχείλισης» δεν μπορούσε να οδηγήσει από μόνο του τις εξελίξεις. (Henig, 2002,&amp;nbsp;σ.67)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η νέα προοπτική διαφάνηκε με την παραίτηση του στρατηγού de Gaulle τον Απρίλιο του 1969 και την εκλογή του George Pompidou στη θέση του Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο οποίος είχε μια περισσότερο φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση. Το Δεκέμβριο του 1969 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη Κορυφής της Χάγης, μία συνάντηση καθοριστικής σημασίας για την πορεία της Κοινότητας και προάγγελο της επερχόμενης διεύρυνσης. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Χάγης, ο Pompidou, συμφώνησε να άρει το βέτο για την ένταξη της Βρετανίας,(&amp;nbsp;Frank, 2003, σ.415)&amp;nbsp;αφού πρώτα πέτυχε την ολοκλήρωση του οικοδομήματος της Κ.Α.Π. και την καθιέρωση ενός προϋπολογισμού της Ε.Κ όπου τα έσοδά της θα προέρχονταν, από το κοινό εξωτερικό δασμολόγιο, τους αγροτικούς φόρους και ένα ενιαίο ποσοστό ΦΠΑ που δεν θα ξεπερνούσε το 1%. (Henig, 2002, σ.70)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη Διάσκεψη της Χάγης αποφασίστηκε η επεξεργασία ενός σχεδίου στη διάρκεια του 1970 για τη σταδιακή μετάβαση προς την οικονομική ένωση. Η δέσμευση αυτή οδήγησε στην έκθεση Werner η οποία εισηγήθηκε την πραγματοποίηση της νομισματικής ένωσης σε τρεις φάσεις μέχρι το 1980 με βαθμιαία μείωση των περιθωρίων διακύμανσης των ισοτιμιών των κοινοτικών νομισμάτων. Παράλληλα γίνεται αναφορά και στην ανάγκη διαρθρωτικής οικονομικής πολιτικής για την διόρθωση των ανισορροπιών που θα προέκυπταν από την διεύρυνση. Η παγκόσμια κρίση όμως που έμελλε να πλήξει την Κοινότητα κατά τη δεκαετία του 1970 θα ανέβαλλε προσωρινά αυτούς τους δύο στόχους. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι κύριες αποφάσεις που λήφθηκαν τελικά στη διάσκεψη της Χάγης αφορούσαν το ζήτημα της εισδοχής νέων μελών, την υιοθέτηση συστήματος χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, την προώθηση της οικονομικής ενοποίησης καθώς και τη σύσταση μηχανισμού Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας. Το τρίπτυχο της διάσκεψης ήταν συμπλήρωση, εξέλιξη, διεύρυνση.(Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 89-93)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου, η δυνατότητα δηλαδή της άσκησης βέτο ενός εθνικού κράτους, όταν θεωρεί ότι κάποιες αποφάσεις θίγουν κάποια κύρια εθνικά του συμφέροντα, είχε κάνει τις διαπραγματεύσεις πολύ προσεκτικές και λιγότερο δυναμικές. Αργότερα η Βρετανία έχοντας πρόβλημα στο θέμα του προϋπολογισμού χρησιμοποιούσε συχνά το βέτο, σαν διαπραγματευτικό όπλο για να πετύχει την επαναδιαπραγμάτευση των όρων ένταξή της.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μετά την πρώτη διεύρυνση, η Δανία, η Ιρλανδία και η Βρετανία προσχωρούν στην ΕΚ στις 22 Ιανουαρίου 1972, άρχισε να διαφαίνεται μία οικονομική ανομοιογένεια. Η Ιρλανδία είχε πολύ μικρότερη οικονομική ανάπτυξη από τον μέσο όρο των κρατών-μελών, αλλά ακόμα και στα κράτη που είχαν μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη υπήρχαν περιοχές οικονομικά υποβαθμισμένες. Υπήρχαν ανησυχίες ότι η ένταξη των νότιο-ευρωπαϊκών χωρών (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία), που είχαν καταθέσει αιτήσεις ένταξης, θα ενέτεινε τις ανισότητες.Οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν, έφεραν νέα ισορροπία στο εσωτερικό της Ευρώπης, η οποία χαρακτηρίζεται από στοιχεία στασιμότητας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.1 Οι διεθνείς κρίσεις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι διεθνείς κρίσεις της δεκαετίας του 1970 έφεραν τη δυτική Ευρώπη αντιμέτωπη με μια σειρά από&amp;nbsp;προκλήσεις. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, η κατάσταση παρατεταμένης κρίσης που έγινε γνωστή ως στασιμοπληθωρισμός, ο ανταγωνισμός που αντιμετώπιζαν τα ευρωπαϊκά προϊόντα τόσο στις Η.Π.Α. όσο και από τις βιομηχανικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού.&amp;nbsp;Ακόμη, η λογική του διπολισμού, στον οποίο παρέμεναν εγκλωβισμένες οι ευρωπαϊκές χώρες και&amp;nbsp;η πρόκληση της&amp;nbsp;διεύρυνσης &amp;nbsp;προς τη νότια Ευρώπη δημιούργησαν σωρευμένες προκλήσεις, τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 διακρίνονται σημάδια δυσλειτουργιών στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Η αύξηση της παραγωγής και η γενικευμένη ανάπτυξη έκανε τις εκβιομηχανισμένες χώρες να αυξήσουν τις αγορές πρώτων υλών υψώνοντας παράλληλα τις τιμές των προϊόντων τους. Παράλληλα η μεταπολεμική συναλλαγματική ρύθμιση, το Bretton-Woods, που καθόριζε την αξία όλων των νομισμάτων σε σχέση με το δολάριο που ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό, κάτω από το διαρκώς αυξανόμενο εξωτερικό χρέος των Η.Π.Α., διακόπηκε στις 15 Αυγούστου 1971. Αυτό είχε σαν συνέπεια την υποτίμηση του δολαρίου δύο διαδοχικές χρονιές (1971, 1973) γεγονός που προκάλεσε κερδοσκοπία, θέτοντας σε τεράστια πίεση τις οικονομίες των κρατών-μελών που είχαν πλήθος αποθεματικών σε δολάρια. Αποκορύφωμα όμως της κρίσης στάθηκε η απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, απόρροια του αραβοϊσραηλινού πολέμου, κατά την περίοδο 1973-1974. Η εκρηκτική αυτή κατάσταση προκάλεσε αύξηση της ανεργίας, επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης και άνοδο του πληθωρισμού προκαλώντας το φαινόμενο του «στασιμοπληθωρισμού». (Berstein - Milza, 2000, σ. 254)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης τα κράτη-μέλη της Κοινότητας συμφώνησαν στη θέσπιση ενός νέου νομισματικού συστήματος, γνωστού και ως «φίδι στο τούνελ», με ανώτατο αποδεκτό όριο απόκλισης των συναλλαγματικών ισοτιμιών στο 2,2%. Το σύστημα λειτούργησε από το 1972 μέχρι το 1978 και ενώ αρχικά συμμετείχαν σε αυτό όλα τα μέλη της Κοινότητας, σταδιακά εγκαταλείφθηκε από τη στερλίνα, τη λιρέτα και το γαλλικό φράγκο, με αποτέλεσμα να μετατραπεί ουσιαστικά σε κυρίαρχη ζώνη του γερμανικού μάρκου αφού οι μικρές βόρειες χώρες που παρέμειναν σε αυτό χαρακτηρίζονταν από υψηλή εμπορική εξάρτηση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Ο.Δ.Γ.). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, στο τέλος του 1978, η Κοινότητα να πορεύεται λόγω ελλιπούς συντονισμού σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της οικονομικής σύγκλισης. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η λύση απέναντι σε αυτή την κατάσταση δόθηκε στη Συνθήκη Κορυφής στη Βρέμη, τον Ιούλιο του 1978, όπου αποφασίστηκε η σύσταση μίας ζώνης νομισματικής σταθερότητας. Αυτή θα παρείχε προστασία από τη συνεχιζόμενη διεθνή νομισματική αστάθεια, θα μειώνονταν οι πληθωριστικές πιέσεις αλλά θα σταματούσε και η υπερτίμηση ορισμένων νομισμάτων, όπως της Ο.Δ.Γ., που μείωναν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών. Το σύστημα ονομάστηκε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ε.Ν.Σ.) και βασιζόταν στην αναλογία των νομισμάτων, σύμφωνα με το ιδιαίτερο οικονομικό βάρος της κάθε χώρας, απέναντι στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα (Ε.Ν.Μ.). Το Ε.Ν.Σ. άρχισε να τίθεται σε ισχύ από τις 13 Μαρτίου 1979 θέτοντας την πορεία της νομισματικής ένωσης σε στερεή πια βάση. (Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 93 - 96)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο ανταγωνισμός που αντιμετώπιζαν τα ευρωπαϊκά προϊόντα τόσο από τις Η.Π.Α. όσο και από τις βιομηχανικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού λαμβάνει νέες διαστάσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Στην διεθνή αγορά, παρουσιάζονται νέες οικονομικές δυνάμεις, εκτός από τις ΗΠΑ, που ανταγωνίζονται τα ευρωπαϊκά προϊόντα. Οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας: Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ταϊβάν, Σιγκαπούρη Μαλαισία, αναπτύσσουν τομείς υψηλής τεχνολογίας και εμπορίου με χαμηλό κόστος. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η λογική του διπολισμού, στον οποίο παρέμεναν εγκλωβισμένες οι ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσα δηλαδή σε Η.Π.Α. και ΕΣΣA. Με την άνοδο του Γκορμπατσόφ στα μέσα της δεκαετίας, το διεθνές περιβάλλον άρχισε να μεταβάλλεται και να διαφαίνεται σιγά-σιγά η δυνατότητα ανάδειξης της Ευρώπης ως ενός σημαντικού παράγοντα στη διεθνή σκηνή. Η πρόκληση της διεύρυνσης προς τη νότια Ευρώπη δημιούργησαν σωρευμένες προκλήσεις, τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες.(Λάβδας, 2002, σσ. 101-102)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. Η ΝΕΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1980. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με την πάροδο της δεκαετίας του 1970, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, παρά την οικονομική στασιμότητα, κατάφερε να επιτύχει μία διεύρυνση και δύο επιτεύγματα, το Ε.Π.Σ. και το Ε.Ν.Σ., με τη συγχώνευση δύο μεθοδολογιών: της υπερεθνικότητας και της διακυβερνητικότητας. Τα ζητήματα που προέβαλαν στις αρχές του 1980 ήταν η περαιτέρω διεύρυνση, το πρόβλημα του προϋπολογισμού, η οικονομική αναζωογόνηση, η θέση των ευρωπαϊκών προϊόντων στη διεθνή αγορά και η θεσμική μεταρρύθμιση. (Λάβδας, 2002, σσ. 101-103)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1 Ο Δρόμος προς την Ένωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχαν κατατεθεί αιτήσεις συμμετοχής από τρεις μεσογειακές χώρες την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Αν και το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ήταν κυρίως οικονομικό και συγκεκριμένα αφορούσε τις διαφορές μεταξύ των τριών αιτούντων και των χωρών που ήταν ήδη μέλη, ο καθοριστικός παράγοντας των νέων διευρύνσεων ήταν πολιτικός.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ελλάδα επιθυμούσε την ένταξή της αλλά η κατάλυση της δημοκρατίας το 1967 ανέκοψε την προοπτική αυτή. Απολυταρχικά καθεστώτα είχαν επίσης η Ισπανία και η Πορτογαλία. Μόλις τις χώρες αυτές ανέλαβαν και πάλι δημοκρατικές κυβερνήσεις, η ΕΚ κατανόησε πως έπρεπε να τις στηρίξει πολιτικά, παρά τις όποιες επιφυλάξεις για τα οικονομικά προβλήματα που θα παρουσιάζονταν.(Henig, 2002, σ.80)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η ένταξη μεσογειακών χωρών χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη μπορεί να οδηγούσε σε μια Ευρωπαϊκή Κοινότητα «δύο ταχυτήτων». Η πιθανότητα αυτή αποφεύχθηκε με συγκεκριμένες κοινοτικές πολιτικές όπως η ενίσχυση της οικονομική συνοχής, ο διπλασιασμός των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων και η θέσπιση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων. Οι νέες οικονομικές απαιτήσεις έθεσαν την ανάγκη συνεισφοράς μεγαλύτερων ποσών προς τα κοινοτικά ταμεία για τη διόρθωση των δημοσιονομικών αποκλίσεων. Αυτό προκάλεσε μία περίοδο αποτελμάτωσης (1979-1984) στη διάρκεια της οποίας η Μεγάλη Βρετανία, κατά τη Διάσκεψη Κορυφής στο Λουξεμβούργο (1981), έθεσε θέμα συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό το οποίο είχε διασυνδέσει άμεσα με τη μεταρρύθμιση της Κ.Α.Π. και τη μείωση της επιβάρυνσής της. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η λύση βρέθηκε στο Συμβούλιο του Fontainebleau τον Ιούνιο του 1984 με τον «κλασσικό τρόπο» της Κοινότητας: οι υποχρεώσεις της Βρετανίας προς το Κοινοτικό Προϋπολογισμό θα μειώνονταν σταδιακά με τη χρήση ενός τεχνικού τύπου που είχε επινοήσει η Επιτροπή, με αντάλλαγμα την αποδοχή ενός υψηλότερου προϋπολογισμού. Με τον τρόπο αυτό επιλύθηκε η μακροχρόνια διαμάχη που εμπόδιζε την είσοδο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Κοινότητα, θέτοντας παράλληλα σε κίνηση τη διαδικασία που θα οδηγούσε στην υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (Ε.Ε.Π.). (Χριστοδουλίδης, 2004, σσ. 112-115)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με την ένταξη των νέων κρατών-μελών, στην «Ευρώπη των 12» πλέον, διογκώθηκε το πρόβλημα της δυσλειτουργίας των θεσμών της Κοινότητας. Πρακτικές, όπως το βέτο, που είχαν εδραιωθεί όταν τα κράτη-μέλη ήταν μόνο 6, δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα όταν ο αριθμός διπλασιάστηκε. Πρωταρχικό ζήτημα ήταν η θεσμική αναδιάρθρωση και ειδικότερα το θέμα που τέθηκε από την γαλλοϊταλική πρόταση Gensher-Colombo (1981), σύμφωνα με την οποία η λήψη αποφάσεων για την ανάπτυξη της Πολιτικής Συνεργασίας θα εφαρμοζόταν με ειδική πλειοψηφία. Σκοπός του σχεδίου ήταν η αποτροπή κάθε πρόκλησης απέναντι στη θεωρία της επίκλησης του εθνικού συμφέροντος ως βάση βέτο. Δεύτερο και καθοριστικής σημασίας ζήτημα αποτέλεσε η στασιμότητα που υπήρξε κατά την περίοδο της οικονομικής ύφεσης, στο θέμα της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς. Με τη Πανηγυρική Διακήρυξη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 19 Ιουνίου 1983, τέθηκε η δέσμευση των Δέκα για την πλήρη ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σύμφωνα με τις Συνθήκες, την κατάργηση των προσκομμάτων και την απελευθέρωση των κεφαλαίων και των υπηρεσιών.(Μούσης, 1991, σ.87)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο γαλλογερμανικός «άξονας», που στήριξε από την αρχή την ενοποίηση της Ευρώπης με τη διακήρυξη Σούμαν, εξακολουθούσε να έχει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της Ε.Κ. Η κυβέρνηση συνασπισμού της Γερμανίας που ηγούνταν οι Σοσιαλιστές στήριξε τη δημιουργία του σχεδίου Genscher-Colombo, όταν η Γαλλία δεν έλαβε μέρος στην πρωτοβουλία αυτή. Όταν όμως η Γαλλία με την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Mitterand πλέον, ανέλαβε την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Ιανουάριο του 1984, δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί τη λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία, σε όποια περίπτωση αυτό απαιτείτο. Με αυτή την πολιτική δήλωση, η Γαλλία έδειξε ότι είχε αρχίσει να ξεπερνάει τη συντηρητική κληρονομιά του de Gaulle, στα ευρωπαϊκά ζητήματα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συγκλήθηκε, στο Fontainebleau, όρισε τον Jacque Delors, Πρόεδρο της Επιτροπής για δέκα χρόνια μέχρι το 1994. Η εκλογή του σηματοδότησε μια νέα δυναμική στο θεσμό της Επιτροπής. Ένθερμος φεντεραλιστής, ο Delors ήταν ο πρώτος Πρόεδρος το όνομα του οποίου έγινε πασίγνωστο, γεγονός που έδωσε νέα πνοή και ανανέωση στην κατεύθυνση της περαιτέρω ολοκλήρωσης και εμβάθυνσης. Στην συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Μιλάνο το 1985 η Επιτροπή, παρουσίασε την «Λευκή Βίβλο» για την εφαρμογή της ενιαίας αγοράς και στην συνέχεια πραγματοποιήθηκε η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1985 που κατέληξε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Ωστόσο ο δυναμισμός και η «ευρω-αισιοδοξία» του νέου προέδρου της Επιτροπής Jacques Delors, ήταν εκείνα που συνέβαλλαν στη διαβίβαση της «Λευκής Βίβλου» προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με χρονοδιάγραμμα μέχρι το 1992 για την δημιουργία μίας αληθινά κοινής αγοράς χωρίς εσωτερικά σύνορα. (Henig, 2002, σσ. 82-85)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.2 Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η ΕΕΠ ήταν η πρώτη αναθεώρηση της Συνθήκης της Ρώμης και βοήθησε στο ενοποιητικό εγχείρημα. εκτός Ευρώπης, ο ανταγωνισμός με Η.Π.Α. και Ιαπωνία στο τομέα της υψηλής τεχνολογία, του εμπορίου και της οικονομίας γινόταν ολοένα και πιο επικίνδυνος. Παράλληλα εντός Ευρώπης υπήρχε η αίσθηση ότι η ΕΚ δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη στηρίχθηκε πολιτικά στην αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι λόγοι για τους οποίους η ΕΕΠ θεωρείται σημαντική. Ακύρωσε τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου και επανέφερε την «ειδική πλειοψηφία» για κάποια μικρότερης σημασίας ζητήματα. Αύξησε τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων και εισήγαγε την Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία (ΕΠΣ) και το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ). Κατέστησε επίσης το Κοινοβούλιο ισχυρότερο αναθέτοντάς του μεγαλύτερη εξουσία στο νομοθετικό έργο, ενώ εγκαινίαζε και την πολιτική συνεργασίας σε ποικίλους τομείς.(Nugent, 2003, σσ.105-106)&amp;nbsp;Τα βασικά χαρακτηριστικά του εξωτερικού περιβάλλοντος φαίνονταν σταθερά. Οι εξωτερικές πολιτικές εξελίξεις αιφνιδίασαν τους Ευρωπαίους όπως η επανένωση της Γερμανίας το 1989, η αποδόμηση της ΕΣΣΔ και η κατάρρευση του ψυχρού πολέμου.(Henig, 2002, σ. 79)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΕΠΙΛΟΓΟΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πορεία της ενοποίησης, δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων υποχώρησε και άρχισαν να παρουσιάζονται διάφορα εσωτερικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Οι διεθνείς εξελίξεις επηρέασαν τις Κοινότητες και τις πίεσαν να αναζητήσουν μόνιμες λύσεις. Οι λύσεις αυτές αποτυπώθηκαν αρχικά στη ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και στη συνέχεια στην πολιτική συνεργασία των χωρών σε διάφορους τομείς. Η Ε.Ε. δείχνει να ξεπέρασε τη στασιμότητα και η προσπάθεια για την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεχίζεται με μεγαλύτερο ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ευρώπη για να επιλύσει και να ξεπεράσει τις προκλήσεις τόσο οικονομικής όσο και θεσμικής φύσης επέλεξε να βάλει πίσω τις εθνικές ή τις όποιες άλλες λύσεις και να προχωρήσει προς τα εμπρός. Επιλέγοντας και υιοθετώντας πάλι τη λειτουργική μέθοδο η Κοινότητα αποφάσισε την πλήρη ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς της. Μέσω της εμβάθυνσης και της ενοποίησης της αγοράς αλλά και μέσω μιας θεσμικής μεταρρύθμισης η Κοινότητα ήλπιζε να ενδυναμώσει σε βάθος χρόνου εν γένει και όντας δυνατότερη και πιο στέρεη να ελπίζει και στην πολιτική ολοκλήρωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Λάβδας, Κ., Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης, ΕΑΠ, Πάτρα, 2002 &lt;br /&gt;
• Μούσης, Ν., Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1991 &lt;br /&gt;
• Χριστοδουλίδης, Θ., Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος 1923-2004, εκδ. Σιδέρης, Αθήνα 2004 &lt;br /&gt;
• Berstein, S.,-Milza, P., Ιστορία της Ευρώπης, τ. 3, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000 &lt;br /&gt;
• Frank, R., Εμφύλιοι Ευρωπαϊκοί Πόλεμοι, στο: Οι Ευρωπαίοι, Νεώτεροι και Σύγχρονη Εποχή, τ. Β’ , επιμ. Ελένη Αρβελέρ, Maurice Aymard, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003 &lt;br /&gt;
• Henig, S., Η ενοποίηση της Ευρώπης. Ααπό την διχόνοια στην ομόνοια, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2002 &lt;br /&gt;
• Nugent, N., Πολιτική και Διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επιμ. Μαρία Μενδρινού, Σαββάλας, Αθήνα 2003&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class=&quot;MsoNormal&quot; style=&quot;margin: 0cm 0cm 10pt;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-family: Calibri; font-size: large;&quot;&gt;&lt;strong&gt;Η παραπάνω εργασία βαθμολογήθηκε με ο7 (επτά) &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/597414523386902426/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/01/epo33-erg3.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/597414523386902426'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/597414523386902426'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/01/epo33-erg3.html' title='ΕΑΠ ΕΠΟ33: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-6124343829031429867</id><published>2011-01-15T00:24:00.000+02:00</published><updated>2011-01-15T00:24:00.568+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="Λάμψη"/><title type='text'>Λάμψη</title><content type='html'>&lt;div class=&quot;separator&quot; style=&quot;clear: both; text-align: center;&quot;&gt;&lt;a href=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhkCB4oQu4ToiUrT1G3_KzuUow3ZEStkArgNbbHJidJ2OqIT9Z_iSfU_Wqa1UROmr_9_RFmfxrFp77XfZFIzeFT7DB3RXZWyPImINTeu1mpIea6YJUC98-mAz25S2_Ye9_RfUz7mpUEKKR4/s1600/50352_206217010427_5975436_n%255B1%255D.jpg&quot; imageanchor=&quot;1&quot; style=&quot;margin-left: 1em; margin-right: 1em;&quot;&gt;&lt;img border=&quot;0&quot; n4=&quot;true&quot; src=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhkCB4oQu4ToiUrT1G3_KzuUow3ZEStkArgNbbHJidJ2OqIT9Z_iSfU_Wqa1UROmr_9_RFmfxrFp77XfZFIzeFT7DB3RXZWyPImINTeu1mpIea6YJUC98-mAz25S2_Ye9_RfUz7mpUEKKR4/s1600/50352_206217010427_5975436_n%255B1%255D.jpg&quot; /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καλώντας από σταθερό ΟΤΕ στο 901.11.158.158 μπορείτε να δώσετε 3 ευρώ με την κλήση σας στον σύλλογο &quot;Λάμψη&quot; (Σύλλογος γονέων παιδιών πασχόντων από κακοήθη νοσήματα Βόρ. Ελλάδας) όποιος μπορεί ας το μεταδώσει.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/6124343829031429867/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/01/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/6124343829031429867'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/6124343829031429867'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2011/01/blog-post.html' title='Λάμψη'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhkCB4oQu4ToiUrT1G3_KzuUow3ZEStkArgNbbHJidJ2OqIT9Z_iSfU_Wqa1UROmr_9_RFmfxrFp77XfZFIzeFT7DB3RXZWyPImINTeu1mpIea6YJUC98-mAz25S2_Ye9_RfUz7mpUEKKR4/s72-c/50352_206217010427_5975436_n%255B1%255D.jpg" height="72" width="72"/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-665480493397805244</id><published>2010-06-06T18:25:00.000+03:00</published><updated>2010-06-07T16:38:40.688+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;ΕΛΠ10: Εισαγωγή στη σπουδή του ελληνικού πολιτισμού&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ:&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;Φιλολογία(έμφαση στην κλασική φιλολογία)&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;Η πρόσληψη του παρελθόντος: το παράδειγμα του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;Η προβολή του παρελθόντος: το πολιτισμικό προϊόν στη σύγχρονη αγορά&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;ΘΕΜΑ:&lt;br /&gt;
Η διαφύλαξη, η αξιοποίηση και η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς προϋποθέτουν συγκροτημένες, μεθοδικές και συντονισμένες ενέργειες. Οι ενέργειες αυτές πρέπει να αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στον εντοπισμό και στην επιστημονική έκδοση των γραπτών μαρτυριών του παρελθόντος, καθώς και στη διάσωση και προβολή των αρχαιολογικών ευρημάτων, πάντοτε στο πλαίσιο των σύγχρονων οικονομικών, κοινωνικών ή πολιτισμικών σχέσεων και πραγματικοτήτων. &lt;br /&gt;
1. Πώς αντιλαμβάνεστε την προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και στη σπουδή των αρχαίων ελληνικών κειμένων; Να περιγράψετε συνοπτικά τα διάφορα ιστορικά στάδια μέσω των οποίων τα αρχαία ελληνικά κείμενα διατηρήθηκαν και αναπαράχθηκαν, για να φτάσουν εντέλει ως εμάς.&lt;br /&gt;
2. Με ποιες περιόδους του ελληνικού πολιτισμού ασχολήθηκε η γερμανική επιστήμη του 19ου αιώνα; Να στηρίξετε την απάντησή σας σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Επίσης, να αναφέρετε τους λόγους για τους οποίους η γερμανική επιστήμη στράφηκε στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, καθώς και τους κυριότερους τρόπους με τους οποίους επηρέασε την ανάπτυξη των αντίστοιχων σπουδών στην Ελλάδα.&lt;br /&gt;
3. Με ποιους τρόπους τα υλικά και πνευματικά κατάλοιπα του ελληνικού πολιτισμού(π.χ. έργα τέχνης, αρχαιολογικοί χώροι, θεατρικά κείμενα)μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτισμικής διαχείρισης και ανάδειξης; Να επικεντρώσετε την απάντησή σας στις οικονομικές παραμέτρους και συνέπειες, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες αντιλήψεις στο χώρο της μουσειολογίας, των «πολιτιστικών βιομηχανιών» και του πολιτισμικού τουρισμού. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ&lt;br /&gt;
1.Εισαγωγή &lt;br /&gt;
2.Η προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και σπουδή των αρχαίων ελληνικών &lt;br /&gt;
κειμένων διαμέσου των αιώνων &lt;br /&gt;
3.Η γερμανική επιστήμη του 19ου αι. και ο ελληνικός πολιτισμός. &lt;br /&gt;
4.Οι οικονομικές προεκτάσεις του πολιτισμού &lt;br /&gt;
5.Επίλογος &lt;br /&gt;
6.Βιβλιογραφία &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τη στιγμή που ο άνθρωπος ζωγράφισε το πρώτο σχέδιο στο βράχο του σπηλαίου του, έδινε την υπόσχεση ότι θα κάνει οτιδήποτε ήταν δυνατό για να μεταδώσει τις σκέψεις και την ιστορία του στις επόμενες γενιές ανθρώπων. Θα προσπαθούσε να διαχωρίσει τον εαυτό του από τα άλλα είδη φτιάχνοντας πολιτισμό που θα τον εκδήλωνε με διάφορες μορφές. Από τότε συντελέστηκαν άλματα, ειδικότερα στον τομέα της ελληνικής φιλολογίας, με την τελευταία να έχει καταλάβει εξέχουσα θέση τόσο στον κόσμο της αρχαιότητας όσο και στις πιο σύγχρονες περιόδους. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την προσφορά της φιλολογίας στη διαφύλαξη και σπουδή των αρχαίων ελληνικών κειμένων, περιγράφοντας τα ιστορικά στάδια μέσω των οποίων διατηρήθηκαν και αναπαράχθηκαν για να φτάσουν σε εμάς. Θα συνεχίσουμε, μελετώντας τις περιόδους του ελληνικού πολιτισμού με τις οποίες ασχολήθηκε η γερμανική επιστήμη τον 19ο αι. και θα αναφέρουμε τους λόγους που στράφηκε στη μελέτη της ελληνικής αρχαιότητας, καθώς και τους κυριότερους τρόπους που επηρέασε την ανάπτυξη των αντίστοιχων σπουδών στην Ελλάδα. Τέλος, θα επικεντρωθούμε στους τρόπους με τους οποίους τα υλικά και πνευματικά κατάλοιπα του ελληνικού πολιτισμού μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτισμικής διαχείρισης και ανάδειξης, με έμφαση στις οικονομικές παραμέτρους και συνέπειες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι περισσότερες πληροφορίες μας σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό αντλούνται από τα γραπτά μνημεία που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους προγόνους μας, που χωρίς τη συμβολή της φιλολογίας δε θα έφταναν ποτέ στα χέρια μας. Τα ονόματα και τα έργα των κλασικών συγγραφέων έγιναν γνωστά μέσω των χειρογράφων που χρονολογούνται από τον 9ο αι. π.Χ. Βέβαια, θετικό στοιχείο αποτελεί και το ότι αυτά τα κείμενα είναι όσο το δυνατό πιο πιστά αντίγραφα του πρωτότυπου κειμένου. (West, 1989, σσ.13-16)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι Έλληνες είχαν λογοτεχνία πριν ανακαλύψουν την γραφή που ταίριαζε στη γλώσσα τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα έπη του Ομήρου που απευθύνονταν σε ακροατήριο και όχι σε αναγνώστες.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σ.21)&amp;nbsp;Αρχικά τα ποιήματα και τα κείμενα καταγράφονταν σε ξύλινες ή κερωμένες πλάκες, σε πάπυρους και σε περγαμηνές,(Dorandi, 2003,&amp;nbsp;σ.3)&amp;nbsp;με σκοπό να βοηθούν τη μνήμη του ποιητή ή του αοιδού.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σ.23)&amp;nbsp;Τα μη φιλολογικά κείμενα ήταν γραμμένα στην «επισεσυρμένη» γραφή ενώ στα φιλολογικά προτιμούσαν τα κεφαλαία γράμματα.(Καραβιδόπουλος, 2009, σ.35)&amp;nbsp;Η μεγαλογράμματη γραφή είναι εύκολο να αναγνωστεί ακόμη και σήμερα αλλά ήταν κοπιαστική και χρονοβόρα γι’ αυτό αντικαταστάθηκε από τη μικρογράμματη τον 9ο αι.μ.Χ.(Χρήστου, 2004, σ.257)&amp;nbsp;Εισαγωγές πάπυρου γίνονταν από την Αίγυπτο(6ο αι. π.Χ.), κάτι που συνέβαλλε στη βελτίωση των σχέσεων των δυο λαών.(Easterling &amp;amp; Knox,2000, σ.23)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι απαρχές της ελληνικής φιλολογίας βρίσκονται στην αρχαϊκή Ελλάδα, εκεί όπου οι δάσκαλοι συγκέντρωναν υλικό μελέτης για τους μαθητές τους. Η ποίηση αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης τους και η ύπαρξη καταλόγων που εξηγούσε τις δυσνόητες λέξεις ήταν απαραίτητη.(Wilson, 2003, σ.89)&amp;nbsp;Μαρτυρίες για εμπόριο βιβλίων στην Αθήνα έχουμε στα τέλη του 5ου αι.π.Χ. και αυτό σημαίνει ότι υπήρχαν είδη διαθέσιμα αντίγραφα κειμένων. Πολλές πληροφορίες μας παρέχουν επίσης οι επιγραφές πάνω σε αγγεία καθώς και στα όστρακα.(Easterling &amp;amp; Knox,2000, σσ.24-25)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πρώτη μορφή βιβλίου ήταν ο κύλινδρος που αποτελούταν από πολλά επιμέρους φύλλα παπύρου, κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Προοδευτικά ο κύλινδρος αντικαταστάθηκε από τον πιο εύχρηστο κώδικα που είχε φύλλα από πάπυρο ή περγαμηνή και ήταν ο πρόδρομος του βιβλίου.(Dorandi, 2003, σσ.5,8)&amp;nbsp;Η χρήση τους διέφερε, καθώς μέχρι το τέλος του 4ου αι. π.Χ. τα χρησιμοποιούσαν για να τα διαβάζουν σε ζωντανό ακροατήριο.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σσ.27,34)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πριν τον 3ο αι. π.Χ. πολλά βιβλία σώθηκαν χάρη στην ύπαρξη ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Η ίδρυση των ελληνιστικών βιβλιοθηκών της Περγάμου και της Αλεξάνδρειας συνέβαλλε τα μέγιστα στη διατήρηση και συλλογή των ελληνόγλωσσων βιβλίων και στην παραγωγή αντιγράφων.(Dorandi, 2003,&amp;nbsp;σ.13)&amp;nbsp;Η εργασία των αλεξανδρινών φιλολόγων υπήρξε σπουδαία, με το φιλόλογο Δίδυμο να ξεχωρίζει ως ο πιο παραγωγικός.(Wilson, 2003, σ.100)&amp;nbsp;Εκατοντάδες έργα εκδόθηκαν, δημοσιεύτηκαν, εξηγήθηκαν και κυκλοφόρησαν στην αγορά κατά τη διάρκεια των 150 χρόνων που το Μουσείο και η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας γνώριζαν τη μεγαλύτερη ακμή τους.(Easterling &amp;amp; Knox,2000, σ.37)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη Ρώμη, μετά το τέλος της περιόδου της δημοκρατίας, ιδρύθηκαν δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες που τα συγγράμματά τους διακρίνονταν σε ελληνόγλωσσα και λατινόγλωσσα. Στις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες φυλάσσονταν και συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός βιβλίων, τα οποία μπορούσαν να μελετηθούν από το κοινό.(Dorandi, 2003, σ.14)&amp;nbsp;Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία στήριζε και σταθεροποιούσε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλη την επικράτειά της.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σ.64)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια ζούσε μια πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα και η Αλεξάνδρεια μέχρι τις αρχές του 3ου αι.μ.Χ. έγινε κέντρο του ιουδαϊσμού. Οι δάσκαλοι του χριστιανισμού δεν αντικατέστησαν τα κείμενα των Εθνικών με τα χριστιανικά.(Wilson,2003, σσ.101-102)&amp;nbsp;Στην εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μελετούσαν τους κλασικούς συγγραφείς ερμηνεύοντάς τους αλληγορικά, με απώτερο σκοπό να διδάξουν την αρετή.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σ.65)&amp;nbsp;&amp;nbsp;Μάλιστα τον 10ο αι., στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄ έχουμε μεγάλη άνθιση του βιβλίου και αυτό το αποδεικνύουν τα σπαράγματα που προέρχονται από την εν λόγω εποχή. Κατά τη δυναστεία των Παλαιολόγων η αρχαία Ελληνική λογοτεχνία κατείχε σημαντική θέση.(Hunger,2003, σ.19)&amp;nbsp;Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν οι παλίμψηστοι κώδικες, όπου, λόγω έλλειψης περγαμηνών, τα χριστιανικά κείμενα καλύπτονταν από τα αρχαιοελληνικά, αφού τα πρώτα είχαν αποξεσθεί. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας του 19ου αι. τα σβησμένα κείμενα ξαναδιαβάστηκαν και με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν πολλά περισσότερα χειρόγραφα.(Jaeger, 1987, σ.35)&amp;nbsp;Στη διάσωση συλλογών χειρογράφων στα τέλη του 13ου αι.μ.Χ. συνέβαλλαν και πολλές μονές της Κωνσταντινούπολης με σπουδαιότερες τις μονές Στουδίου και Οδηγών.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με την παρακμή του Βυζαντίου πολλοί άνθρωποι του πνεύματος αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε περιοχές της Ελλάδας και στη συνέχεια, υπό την απειλή των Οθωμανών, στη Δύση, όπου αντέγραψαν χιλιάδες κλασικά κείμενα.(Hunger, 2003, σσ.20-24)&amp;nbsp;Η εχθρική αντιμετώπιση των ειδωλολατρών συγγραφέων από τους αιρετικούς χριστιανούς είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών βιβλίων, αλλά ο Μεσαίωνας και η Αναγέννηση έρχονται να αποκαταστήσουν την αρχαία Ελληνική γραμματεία.(Easterling &amp;amp; Knox, 2000, σσ.66,68)&amp;nbsp;Ένας από τους παράγοντες ανάπτυξης του κινήματος του Ουμανισμού ήταν η συλλογή και παραγωγή κωδίκων, για τη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας.(Hunger,2003, σ.25)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα σπάνια έργα, σε μεγάλο ποσοστό, οφείλουν την επιβίωσή τους ή την καταστροφή τους στον παράγοντα τύχη. Η τυπογραφία από τα μέσα του 15ου αι. αποτελούσε εγγύηση για την αποκατάσταση, διάσωση και διάδοση όσων κειμένων είχαν μεταφερθεί στην Ιταλία.(Vogt, 2003, σ.122)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙ. ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι Γερμανοί επιστήμονες και πολιτικοί του 19ου αι. οικειοποιήθηκαν το πολιτιστικό μοντέλο των αρχαίων Ελλήνων, με απώτερο στόχο να αντιμετωπίσουν την κοινωνικοπολιτική υπεροχή των Γάλλων που πήγαζε από το ρωμαϊκό πολιτισμό.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.15)&amp;nbsp;Ο ελληνικός πολιτισμός εξιδανικεύτηκε και αποτέλεσε τη βάση της εθνικής εκπαίδευσης στη Γερμανία. Αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας και την ήττα που υπέστη το 1806 ο γερμανικός στρατός από το Ναπολέοντα, η ανάγκη για τόνωση του εθνικού φρονήματος ήταν επιτακτικότερη.(Ό.π., σσ.16,17)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι Γερμανοί ήταν κατεξοχήν θαυμαστές της αρχαίας Ελλάδας και ειδικότερα της κλασικής περιόδου της εδραίωσης της δημοκρατίας και των πόλεων-κρατών. Θεωρούσαν ότι το κράτος τους ταυτιζόταν και ήταν συνεχιστής της Ελλάδας την εποχή εκείνη.(Ό.π., σ.17)&amp;nbsp;Στα τέλη του 18ου αι. η Ευρώπη έγινε μάρτυρας πολλών κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών αλλαγών, υπό την επιρροή των ιδεών της γαλλικής επανάστασης. Οι υπήκοοι του βασιλιά της Γαλλίας μετατράπηκαν σε Γάλλους πολίτες. Οι γερμανόφωνοι λαοί αναζητούσαν την εθνική τους ταυτότητα με στόχο να ενοποιήσουν τα επιμέρους κρατίδια και να δημιουργήσουν ένα ενιαίο εθνικό κράτος.(Πολίτης, 2008, σσ.48-49)&amp;nbsp;Κατά συνέπεια η ιστοριογραφία τους είχε πολιτική χροιά αφού πίστευαν ότι στις ελληνικές πόλεις – κράτη, που συνδέονταν με κοινή γλώσσα, βρισκόταν η λύση στο πρόβλημά τους.(Funke, 1996, σσ.88,96)&amp;nbsp;Βέβαια η Γερμανία δε θα είχε την τύχη των ελληνικών πόλεων που κατέρρευσαν από τον επεκτατισμό των Μακεδόνων στη μάχη της Χαιρώνειας το 338π.Χ.(Ό.π., σσ.98,102)&amp;nbsp;Από την άλλη, η Ελλάδα δεν έσβησε μετά τη μάχη της Χαιρώνειας αλλά βγήκε πιο δυνατή και προχώρησε γνωρίζοντας μεγάλη δόξα. Ίσως μπορούσαν κι αυτοί να προσδοκούν αντίστοιχα αποτελέσματα, με την Πρωσία στο ρόλο της Μακεδονίας.(Ό.π., σσ.99,103)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μια παράμετρος που πρέπει επίσης να εξετάσουμε είναι η στροφή στη λαογραφική επιστήμη που έχει τις ρίζες της στη Γερμανία και τόπο γέννησης την αρχαία Ελλάδα. Τα ομηρικά έπη έχουν συνδεθεί με τη λαϊκή δημιουργία, γι’ αυτό οι γερμανοί επιστήμονες προσπάθησαν να τα προσεγγίσουν.(Πολίτης, 2008, σ.57)&amp;nbsp;Τα δημοτικά τραγούδια διαφοροποιούσαν τους Γερμανούς από τους άλλους λαούς σε εθνικό επίπεδο, μιας και μέχρι τις αρχές του 19ου αι. δεν κατόρθωσαν να σχηματίσουν ένα πολιτικά ενιαίο κράτος.(Puchner,1996, σ.248)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με αφορμή την ανασύσταση του ελληνικού κράτους, στράφηκαν στη μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας(19ος αι.), έχοντας ως αφετηρία την υποδούλωση από τους Ρωμαίους. Οι ιστορικές τους έρευνες συνέθεσαν την ιστορία του ελληνικού έθνους, παραμερίζοντας την ενασχόληση με τη μελέτη του Βυζαντίου και της παγκόσμιας ιστορίας. (Χρυσός, 1996, σσ.18-19)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μελέτη του Βυζαντίου αναπτύχθηκε ως ένας ξεχωριστός κλάδος μελέτης, λόγω της ιδιομορφίας που παρουσίαζε ως προς τη γλώσσα και το περιεχόμενο γενικότερα.(Καρπόζηλος, 1996, σσ.130,135)&amp;nbsp;Αργότερα, αποδείχτηκε ότι το Βυζάντιο στάθηκε συνδετικός κρίκος στη μελέτη του Νέου Ελληνισμού.(Ό.π., σ.136)&amp;nbsp;Στα τέλη του 19ου αι. η γερμανική βυζαντινολογία μας πρόσφερε μέσω του K.Krumbacher την Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας. Όλη αυτή η κίνηση έγινε αισθητή και στην Ελλάδα όπου έχουμε την ανάπτυξη ακαδημαϊκής θεολογίας και προσπάθειες ίδρυσης της αυτοκέφαλης Ελλαδικής Εκκλησίας.(Χρυσός, κ.α., 1996, σσ.20-21)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αρχιτεκτονική και ζωγραφική προδίδουν τη σαφή προτίμηση των Γερμανών καλλιτεχνών στην κλασική Ελλάδα και αυτή τους την τάση την μετάγγισαν και στην Αθήνα. Από το παλάτι του Όθωνα και τα βασικότερα μνημειακά οικοδομήματα της νεοσύστατης πόλης, μέχρι και το πιο ταπεινό σπίτι επικρατούσε ο νεοκλασικός ρυθμός.(Πολίτης, 2008, σ.80)&amp;nbsp;Μοναδική εξαίρεση στον κεντρικό άξονα της πόλης αποτελεί το Οφθαλμιατρείο, χτισμένο σε βυζαντινό ρυθμό.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.23)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία, φανερά επηρεασμένες από την αρχαία Ελλάδα, κατέλαβαν σημαντική θέση στις ανθρωπιστικές επιστήμες.(Ό.π., σσ.23-24)&amp;nbsp;Η απόκτηση άριστης γνώσης της ελληνικής γλώσσας υπήρξε θεμελιώδης για την έρευνα της Ελληνικής αρχαιότητας. Ο G.Herman(1772-1848) με τα Orfhica του(1805) αποδεικνύει μια υποδειγματική γνώση της ελληνικής γλώσσας, όπως επίσης και ο K.Lachmann(1793-1851). Ο J.G.Droysen(1808-1884) στο Geschichte des Hellenismous μελετά τη μετακλασική εποχή, ενώ τις περισσότερες έρευνες αναλαμβάνουν πλέον οι ακαδημίες.(Vogt,2003, σ.129)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αφορμή για την όψιμη στροφή προς τις κλασικές σπουδές στη Γερμανία στάθηκαν ο Έρασμος, ο οποίος θεωρούσε τη γνώση των Ελληνικών απαραίτητη, και το κίνημα του Ουμανισμού.(Goldhill, 2003, σ.37)&amp;nbsp;Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων φιλολόγων επέλεγε τη Γερμανία, και ειδικότερα το Βερολίνο για σπουδές. Ο Βαυαρός βασιλιάς της Ελλάδας πιθανόν να τους είχε επηρεάσει εν μέρει, ενώ ήταν γνωστό το υψηλό επίπεδο της γερμανικής αρχαιογνωσίας. Αργότερα, σαν φυσικό επακόλουθο, το νεοσύστατο «Οθώνειο Πανεπιστήμιο» στελεχώθηκε από Γερμανούς και Γερμανομαθείς καθηγητές που μετέδιδαν στους σπουδαστές τα συμπεράσματα, τις ιδέες και τον τρόπο σκέψης των δικών τους δασκάλων.(Κακριδής, 1996, σσ.28-30)&amp;nbsp;Τα περισσότερα βιβλία ή συγγράμματα ήταν Γερμανικά και πολλά μεταφράστηκαν για να χρησιμοποιηθούν από όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης του 19ου αι.(Ό.π., σσ.31-32)&amp;nbsp;Η «μαθητευόμενη» ελληνική κλασική φιλολογία ήταν άμεσα εξαρτημένη από τους Ευρωπαίους, γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχαν οι υποδομές, αλλά και γιατί οι άνθρωποι που θα την στελέχωναν δε διέθεταν γνώσεις αντίστοιχες των φιλελλήνων. (Ό.π., σσ.34-35)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ωστόσο, ο J.P.Fallmerayer και η θεωρία του, που αμφισβητούσε ευθαρσώς την καταγωγή των νεοελλήνων από τους αρχαίους Έλληνες, αφύπνισε τους Έλληνες επιστήμονες. Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος τον αντιμετώπισε με την ιστοριογραφία, ο Ν.Πολίτης με τη λαογραφία και ο Γ.Χατζιδάκης με τη γλωσσολογία.(Χρυσός κ.α., 1996, σ.36)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η γερμανική διανόηση του 19ου αι. τοποθέτησε τον ελληνικό πολιτισμό στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου και τον χρησιμοποίησε σαν υπόδειγμα για να χτίσει το έθνος της. Οι Έλληνες επιστήμονες αποκόμισαν πολλές γνώσεις από τους Γερμανούς συναδέλφους τους, κερδίζοντας αρκετό από το χαμένο χρόνο που τους «έκλεψε» η σκλαβιά, ώστε να κατακτήσουν κάποτε το επίπεδο των αρχαίων Ελλήνων. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι συνθήκες διαβίωσης του σύγχρονου ανθρώπου έχουν βελτιωθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες αλλά το στρες σε συνδυασμό με τις πιεστικές συνθήκες ζωής οδηγούν στην ανάγκη για ψυχαγωγία και ταξίδια. Κάθε χώρα μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή τη συγκυρία προς όφελός της προσελκύοντας τουρίστες από το εξωτερικό ή το εσωτερικό. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου παράγει οικονομικά και πολιτιστικά οφέλη. Είναι επιτακτική ανάγκη η χάραξη μιας εθνικής πολιτικής του πολιτισμού, ώστε να πετύχουμε αποτελεσματικότερη συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή υπηρεσιών.(Βερνίκος, 2005, σσ.25-26)&amp;nbsp;Η τεχνολογία είναι μια ανερχόμενη δύναμη, που έχει εισέρθει και στον τομέα του πολιτισμού. Με την παραγωγή εκπαιδευτικών και ψυχαγωγικών παιχνιδιών, γίνεται μηχανή προβολής του πολιτισμού και σημαντικός πόρος εσόδων. Θετικό στοιχείο είναι η ένταξη στον χώρο του πολιτισμού άλλων τομέων όπως π.χ. το περιβάλλον, οι χώροι λατρείας κτλ.(Ό.π., σ.27)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα υλικά κατάλοιπα του πολιτισμού βρίσκονται συνήθως εκτεθειμένα σε δημόσια μουσεία με σκοπό να «καταναλωθούν» από το κοινό. Οπότε, μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολιτιστικής και οικονομικής εκμετάλλευσης.(Μπούνια, 2005, σ.45)&amp;nbsp;Μετά το 1980 οι «πολιτισμικές βιομηχανίες» έφεραν θετικά αποτελέσματα στην ανάπτυξη πολλών περιοχών, με την αρχιτεκτονική διαμόρφωσή τους. Αξιοποιήθηκαν περιοχές που θεωρούνταν αναξιοποίητες και αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και παρακμή. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το χτίσιμο ενός μουσείου φέρνει οικονομική και αισθητική ανάπτυξη σε έναν τόπο. Δημιουργούνται θέσεις εργασίας που εξασφαλίζουν την ευημερία των πολιτών, γίνονται επενδύσεις ακόμη και από το εξωτερικό κ.ο.κ. Με τους κατάλληλους χειρισμούς της πολιτιστικής κληρονομιάς η περιοχή μπορεί να γνωρίσει τουριστική άνθιση, καθώς οι επισκέπτες κατά την παραμονή τους διαθέτουν κάποια ποσά για τη διασκέδασή τους, για αναμνηστικά δώρα κτλ.(Ό.π., σ.49)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα σύγχρονα «κτίρια – υπογραφές», έργα γνωστών αρχιτεκτόνων, λειτουργούν συνήθως ως μουσεία. Είναι εντυπωσιακά κτίρια, μοναδικής αρχιτεκτονικής και γίνονται τα σύγχρονα σύμβολα των πόλεων. Συμβάλλουν στη διεθνή προβολή της πόλης που βρίσκονται και οι τουρίστες σπεύδουν να το θαυμάσουν ή να το μελετήσουν από κοντά.(Ό.π., σσ.49-50)&amp;nbsp;Οι οικονομικές για τον τόπο είναι ανεκτίμητες και η απόσβεση των εξόδων του έργου μπορεί να επιτευχθεί σε μικρό χρονικό διάστημα. Η αγορά εισιτηρίων ή αντικειμένων από τα καταστήματα του μουσείου δεν είναι οι μόνες οικονομικές παράμετροι, αλλά επιπλέον αυξάνεται η αξία της γης και των ακινήτων.(Ό.π., σ.52)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να παρέχει υπέρογκες χρηματοδοτήσεις, έτσι πολλά μουσεία στρέφονται στο μάρκετινγκ προκειμένου να επιβιώσουν και μετατρέπονται σε εκπαιδευτικούς και παράλληλα ψυχαγωγικούς χώρους. Οργανώνουν διάφορες δραστηριότητες με επίκεντρο τον πολιτισμό και προσελκύουν περισσότερους τουρίστες αυξάνοντας τα έσοδά τους.(Ό.π., σ52)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο τουρισμός παρέχει στην Ελλάδα σοβαρή οικονομική στήριξη. Συνετή κίνηση θα ήταν να μην επιδιώκουμε το εύκολο και γρήγορο κέρδος με τη μαζική προσέλευση τουριστών κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών για την απόλαυση του ήλιου και της θάλασσας. Μπορούμε να προσελκύσουμε μεγαλύτερο αριθμό τουριστών ολόκληρο το χρόνο αναπτύσσοντας τον πολιτιστικό τουρισμό, αλλά και τις άλλες μορφές τουρισμού. (Παυλογεωργάτος, 2005, σ.70)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αρχαιολογία καθημερινά φέρνει στο φως νέα ευρήματα. Τα μουσεία έχουν χρέος να τα προβάλλουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πριν τον 19ο αι., οι ευρωπαίοι περιηγητές επισκέπτονταν την Ελλάδα για να θαυμάσουν τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων. Σήμερα λίγοι είναι οι τουρίστες που έρχονται στη χώρα μας για τον ίδιο λόγο. Η πλειοψηφία απολαμβάνει τον ήλιο και τη θάλασσα με φόντο τα αρχαία μνημεία.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο τουρισμός θεωρείται ως η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας και γνωρίζουμε ότι δεν έχουν άδικο. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν οι πρόγονοί μας θα αποδέχονταν αυτού του είδους την εκμετάλλευση που αιώνες τώρα συντελείται. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6.ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;
• Βερνίκος, Ν., (2005), «Το διεθνές πλαίσιο για τις πολιτιστικές στατιστικές της UNESCO και οι κατηγορίες των πολιτιστικών δραστηριοτήτων», στο Βερνίκος, Ν.,&amp;nbsp;Δασκαλοπούλου, Σ.,Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ.,&amp;nbsp; (επιμ.),&lt;em&gt; Πολιτιστικές βιομηχανίες.&lt;/em&gt; &lt;em&gt;Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά,&lt;/em&gt; εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.23-38&lt;br /&gt;
• Κακριδής, Φ.,(1996), «Η γερμανική διαχείριση της ελληνικής κληρονομιάς.», στο Χρυσός, Ε,(επιμ.)&lt;em&gt;Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο&lt;/em&gt; &lt;em&gt;αιώνα.&lt;/em&gt; Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.25-40&lt;br /&gt;
• Καραβιδόπουλος, Ι., (2009),&lt;em&gt; Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη,&lt;/em&gt; εκδ.Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη&lt;br /&gt;
• Καρπόζηλος, Α., (1996), «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός», στο Χρυσός, Ε, (επίμ.)&lt;em&gt; Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη&lt;/em&gt; &lt;em&gt;κατά το&lt;/em&gt; &lt;em&gt;19ο αιώνα.&lt;/em&gt; Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.129-142&lt;br /&gt;
• Μπούνια, Α., (2005), «Τα μουσεία ως πολιτιστικές βιομηχανίες: θέματα και προβληματισμοί – μια προκαταρκτική συζήτηση», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου,&amp;nbsp;Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ.,&amp;nbsp;(επιμ.), &lt;em&gt;Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και&lt;/em&gt; &lt;em&gt;αγαθά,&lt;/em&gt; εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.39-58&lt;br /&gt;
• Παυλογεωργάτος, Α. &amp;amp;&amp;nbsp;Κωστάντογλου, Μ., (2005), «Πολιτισμικός τουρισμός: η περίπτωση της Ελλάδας», στο Βερνίκος, Ν., Δασκαλοπούλου,&amp;nbsp;Σ., Μπαντιμαρούδης, Φ., Μπούμπαρης, Ν., Παπαγεωργίου, Δ.,&amp;nbsp;(επιμ.), &lt;em&gt;Πολιτιστικές βιομηχανίες. Διαδικασίες, υπηρεσίες και αγαθά,&lt;/em&gt; εκδ.Κριτική, Αθήνα, σελ.59-84&lt;br /&gt;
• Πολίτης, Α., (2008), &lt;em&gt;Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880,&lt;/em&gt; εκδ.Ε.Μ.Ν.Ε- Μνήμων, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Χρήστου, Π., (2004), &lt;em&gt;Ελληνική Πατρολογία,&lt;/em&gt; εκδ.Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη&lt;br /&gt;
• Χρυσός, Ε., Κακριδής, Φ., Funke, P., Καρπόζηλος, Α., Eideneir, H., Puchner, W. &amp;amp;&amp;nbsp;Μερακλής, Μ.,(1996), «Novus incipit orbis: εισαγωγή στη θεματική του συνεδρίου», στο Χρυσός, Ε, (επίμ.) &lt;em&gt;&amp;nbsp;Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη&lt;/em&gt; &lt;em&gt;κατά το 19ο αιώνα.&lt;/em&gt; Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.13-24, &lt;br /&gt;
• Dorandi, T., (2003), «Η παράδοση των κειμένων στην αρχαιότητα. Τα βιβλία.» μτφρ.Κοτζαμπάση, Σ., στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.),&lt;em&gt; Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,&lt;/em&gt;(Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.3-17 &lt;br /&gt;
• Easterling, P.,E. &amp;amp; Knox, B.,M.,W.,(2000), &lt;em&gt;Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.,&lt;/em&gt; μτφρ.Κονόμη, Ν., Κονόμη, Μ., Γρίμπα, Χρ.,εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Funke, P., (1996), «Η αρχαία Ελλάδα: ένα αποτυχημένο έθνος; Ζητήματα πρόσληψης και ερμηνείας της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στη γερμανική ιστοριογραφία του 19ου αι.», στο&amp;nbsp; Χρυσός, Ε, (επιμ.) &lt;em&gt;Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο&lt;/em&gt; &lt;em&gt;αιώνα.&lt;/em&gt; Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ.83-106&lt;br /&gt;
• Hunger, H., (2003), «Η χειρόγραφη παράδοση στο Μεσαίωνα και τους πρώιμους νέους χρόνους. Παλαιογραφία.», μτφρ. Κοτζαμπάση, Σ.,στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.), &lt;em&gt;Εισαγωγή στην&lt;/em&gt; &lt;em&gt;αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(&lt;/em&gt;Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.18-47&lt;br /&gt;
• Goldhill, S., (2003),&lt;em&gt; Ποιος χρειάζεται τους Έλληνες; Ποιος χρειάζεται τα ελληνικά;&lt;/em&gt; Μτφρ. Κουσουνέλος, Γ.,εκδ.Ενάλιος, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Jaeger, G., (1987), &lt;em&gt;Εισαγωγή στην κλασική φιλολογία,&lt;/em&gt; μτφρ.Ιακώβ, Δ., Πεχλιβάνος, Μ., εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα &lt;br /&gt;
• Puncher, W., (1996), «Οι ιδεολογικές βάσεις της επιστημονικής ενασχόλησης με το λαϊκό πολιτισμό τον 19ο αι.», στο Χρυσός, Ε, (επιμ.)&amp;nbsp;&lt;em&gt; Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού&lt;/em&gt; &lt;em&gt;στη γερμανική επιστήμη κατά το 19ο αιώνα.&lt;/em&gt; Εκδ.Ακρίτας , Αθήνα, σελ. 247-268,&lt;br /&gt;
Vogt, (2003), «Η χειρόγραφη παράδοση στο Μεσαίωνα και τους πρώιμους νέους χρόνους. Παλαιογραφία.», μτφρ. Κοτζαμπάση, Σ.,στο Heiz-Gunther Nesselrath (επ.), &lt;em&gt;Εισαγωγή στην&lt;/em&gt; &lt;em&gt;αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(&lt;/em&gt;Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.122-129&lt;br /&gt;
• West, M., (1989), &lt;em&gt;Κριτική των κειμένων και τεχνική των εκδόσεων,&lt;/em&gt; μτφρ.Παράσογλου, Γ., εκδ.Δαίδαλος, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Wilson, N., (2003), «Η ελληνική φιλολογία στην αρχαιότητα», μτφρ.Αναστασίου, Ι., στο Heiz-Gunther Nesselrath(επιμ.), &lt;em&gt;Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία. Αρχαία Ελλάδα,(&lt;/em&gt;Τομ. Α’), εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα, σελ.89-107&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΑΝΑΛΥΣΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ:&lt;br /&gt;
Ποιότητα ιδεών: 4/5&lt;br /&gt;
Δομή/ Παρουσίαση: 2/ 2.5&lt;br /&gt;
Γλώσσα: 1.5/ 1.5&lt;br /&gt;
Έρευνα: 1/ 1 (η καλύτερή μου!)&lt;br /&gt;
ΣΥΝΟΛΟ:8.5/ 10&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το πρώτο υποερώτημα έχει απαντηθεί σωστά αλλά έπρεπε να δώσω έμφαση στην ευρύτερη σημασία και το ρόλο του κλάδου της φιλολογίας. Το δεύτερο υποερώτημα&amp;nbsp;έχει απαντηθεί πολύ καλά και με πολλά επιχειρήματα. Στο τελευταίο θα έπρεπε να βάλουμε τις δικές μας απόψεις(αλλά&amp;nbsp;είχα πρόβλημα με το όριο των λέξεων)&amp;nbsp;Γενικά η δομή και η γλώσσα της εργασίας είναι πολύ καλές και η έρευνα βοηθά στη βελτίωση της συνολικής εικόνας της εργασίας.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/665480493397805244/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10_06.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/665480493397805244'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/665480493397805244'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10_06.html' title='ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-9031692950415991387</id><published>2010-06-04T19:15:00.000+03:00</published><updated>2010-06-06T18:12:25.521+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;ΕΛΠ10: Εισαγωγή στη σπουδή του ελληνικού πολιτισμού&lt;br /&gt;
ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: ΙΣΤΟΡΙΑ - Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΕΞΗΣ &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θέμα:&lt;br /&gt;
Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, υπό την επίδραση των ιδεών του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού, στη θέση των παλαιότερων θεολογικών/μεταφυσικών αντιλήψεων έχει πλέον εμπεδωθεί η νεωτερική (κοσμική) αντίληψη για το παρελθόν και την ιστορική εξέλιξη. Στο πλαίσιο των διεργασιών αυτών οι νεότεροι Έλληνες άρχισαν να στοιχειοθετούν την εθνική τους ιστορία και διεκδίκησαν την εθνική ανεξαρτησία τους προβάλλοντας κυρίως την καταγωγή από τους Αρχαίους Έλληνες. Μόνο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και τη γνωστοποίηση των θεωριών του Φαλμεράγιερ αντιμετωπίστηκαν ισότιμα ο αρχαίος και ο βυζαντινός πολιτισμός, ως συνεχή και αναπόσπαστα τμήματα της ελληνικής εθνικής ιστορίας. 1. Να επισημάνετε τις επιδράσεις που άσκησαν ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός στις αντιλήψεις των Ελλήνων σχετικά με το παρελθόν, την εθνική ιστορία, την αρχαία Ελλάδα και τοΒυζάντιο. 2. Αφού παρουσιάσετε τις απόψεις του Φαλμεράγιερ για το τέλος του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, να συγκρίνετε τις απόψεις του Σπ. Ζαμπέλιου με αυτές του Κ. Παπαρρηγόπουλου σχετικά με τη θεμελίωση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων. 3. Να προσδιορίσετε τις συνέπειες που είχε το έργο του Ζαμπέλιου και του Παπαρρηγόπουλου στη διαμόρφωση των ιδεολογικών και οργανωτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και της εξωτερικής του πολιτικής κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. Εισαγωγή &lt;br /&gt;
2. Οι επιδράσεις του διαφωτισμού και του ρομαντισμού στις αντιλήψεις των ελλήνων σχετικά με το παρελθόν, την εθνική ιστορία, την αρχαία Ελλάδα και το βυζάντιο &lt;br /&gt;
3. Σπ. Ζαμπέλιος και Κ. Παπαρρηγοπουλος εναντίον Φαλμεραϋερ &lt;br /&gt;
4. Οι συνέπειες του έργου του Ζαμπέλιου και του Παπαρρηγοπουλου στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους.(τέλη 19ου αι.) &lt;br /&gt;
5. Επίλογος &lt;br /&gt;
6. Βιβλιογραφία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Διαφωτισμός έβγαλε την ανθρωπότητα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα και πήγε την ανθρωπότητα ένα βήμα πιο μπροστά. Η οικονομική άνθηση του 18ου αι. βοήθησε προς αυτήν την κατεύθυνση, με την Ευρώπη να βρίσκεται στην καρδιά των εξελίξεων.(Braudel, 2001, σσ.501-502)&amp;nbsp;Ήταν μια περίοδος επαναστάσεων και αναβρασμών, όμως από τα μέσα του 18ου αι. γίνεται φανερή η πρόοδος σε όλους τους τομείς που θα οδηγήσει την Ευρώπη στην βιομηχανική επανάσταση. Οι Ευρωπαίοι απέκτησαν την προσωπική τους ελευθερία, ολοένα και περισσότεροι είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση και γενικά έγιναν άτομα ανεξάρτητα, είχαν αυτοπεποίθηση που μπορούσαν να πάρουν πρωτοβουλίες ώστε να βελτιώσουν τη ζωή τους. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Οι έμποροι εις τα βασίλεια, και όσοι νέοι εσπούδαζαν εις τα πανεπιστήμια…»,(Κολοκοτρώνης, 1846, σ.κς΄)&amp;nbsp;έλαβαν το μήνυμα του Διαφωτισμού και άρχιζαν να οραματίζονται ένα κράτος ανεξάρτητο και δημοκρατικό. Βέβαια η ελληνική επανάσταση συνέβη πολύ αργότερα, αλλά οι ιδέες του Διαφωτισμού έδωσαν ώθηση στους Έλληνες ώστε να την προετοιμάσουν. Παρ’ όλο που δεν είχαν κράτος έκαναν αισθητή την παρουσία τους στην Ευρώπη μόνο με τον αρχαίο πολιτισμό τους,(Γιακωβάκη, 2005, σ.73)&amp;nbsp;αποκτώντας φίλους και πολέμιους. Ο Ρομαντισμός ανέδειξε με ισχυρά επιχειρήματα ως κληρονόμους αυτού του πολιτισμού τους «Γραικούς», μέσα από τη συνεχή παρουσία τους στην ιστορία. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην παρούσα εργασία θα επισημάνουμε τις επιδράσεις του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού αντίστοιχα στις απόψεις των Ελλήνων σχετικά με το παρελθόν, την εθνική ιστορία, την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε τις απόψεις του Φαλμεράυερ για το τέλος του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και θα συγκρίνουμε τις απόψεις του Σπ. Ζαμπέλιου με αυτές του Κ.Παπαρρηγόπουλου σχετικά με τη θεμελίωση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων. Τέλος θα προσδιορίσουμε τις συνέπειες που είχε το έργο του Ζαμπέλιου και του Παπαρρηγόπουλου στη διαμόρφωση των ιδεολογικών και οργανωτικών χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και της εξωτερικής του πολιτικής κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Την εποχή που όλη η Ευρώπη ζούσε στη δύνη του Διαφωτισμού η Ελλάδα ήταν αντιμέτωπη με τους Οθωμανούς δυνάστες της. Οι Έλληνες του εξωτερικού αντιλαμβάνονταν όλες αυτές τις αλλαγές. Η Γαλλική Επανάσταση διακήρυξε και κατοχύρωσε τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανέτρεψε τα καταπιεστικά καθεστώτα και έγινε αφορμή για να δημιουργηθούν οι πρώτοι εθνικοί στρατοί. Όλα αυτά άγγιζαν τους καταπιεσμένους Έλληνες που πίστεψαν ότι η απελευθέρωση τους θα ερχόταν μόνο μέσα από το φωτισμό.(Γιαννόπουλος, 2005, σ.83)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μελέτη του παρελθόντος ήταν σημαντική για την πρόοδο ενός λαού, ιδιαίτερα την εποχή του Διαφωτισμού. Το παρελθόν του ελληνισμού «συλλέχθηκε» μόλις πριν τρεις δεκαετίες από την επανάσταση(Πολίτης, 2008,σ.11)&amp;nbsp;και προσεγγίστηκε με βάση τον πολιτισμό.(Κιτρομηλίδης, 2000, σ. 101)&amp;nbsp;Αφορμή ήταν η επιθυμία των Ελλήνων να γίνει η χώρα μέλος της φωτισμένης Ευρώπης, εξασφαλίζοντας την υποστήριξή της και να απομακρυνθεί από την «απολίτιστη» Ανατολή. Αυτό θα το πετύχαιναν μόνο αν αποδείκνυαν ότι η Ελλάδα έδωσε τα φώτα του πολιτισμού στην Ευρώπη.(Κατσιαρδή, 2005, σ.40)&amp;nbsp;Στράφηκαν λοιπόν στη μελέτη της αρχαίας Ελλάδας αποσιωπώντας τη βυζαντινή ιστορία με τη θεολογική της υπόσταση.(Κιτρομηλίδης, 2000, σ.84)&amp;nbsp;Σημαντική προσπάθεια συγγραφής της αρχαιοελληνικής ιστορίας έγινε από τον Charles Rollin με το έργο του «Παλαιά ιστορία» που αποτελούσε σημείο αναφοράς για τους Έλληνες για πολλά χρόνια. Στάθηκε αφορμή να συνειδητοποιήσουν οι Νεοέλληνες ότι ήταν συνεχιστές και κληρονόμοι του κλασικού πολιτισμού.(Ό.π., σ.96)&amp;nbsp;Αφού έμαθαν το ένδοξο εθνικό τους παρελθόν, έμενε να λύσουν το πρόβλημα της ιστορικής τους συνέχειας.(Ό.π., σ.105) &amp;nbsp;Αν το πετύχαιναν αυτό θα μπορούσαν να κατατάξουν το έθνος τους στον ιστορικό χάρτη των ευρωπαϊκών εθνών.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τον 19ο αι. αναγνωρίστηκε η προσφορά του Βυζαντίου ως φύλακα της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, που παρείχε τα απαραίτητα στοιχεία στους λόγιους της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού.(Mango, 2002, σ.299) &amp;nbsp;Κατά την περίοδο του Ρομαντισμού έχουμε την ανάπτυξη ιστοριογραφίας και λαογραφίας για εθνικούς λόγους, σε αντίθεση με τον Διαφωτισμό που έδωσε βάρος στη μελέτη της εξέλιξης της ανθρωπότητας συνολικά.(Πολίτης, 2008, σ.36) &amp;nbsp;Από την άλλη, οι άνθρωποι, κουρασμένοι από τις επαναστάσεις και τις αναταραχές, αποζητούν τη σταθερότητα σε μια ήρεμη και χριστιανική Ευρώπη.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ένα τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν και το έθνος των Ελλήνων που χαρακτηριζόταν από κοινή γλώσσα και κουλτούρα.(Ό.π., σσ.32,70) &amp;nbsp;Χαρακτηριστικό κάθε έθνους ήταν η προβολή του ένδοξου παρελθόντος για τη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Η εθνική ιστορία ένωσε τους «Γραικούς» και τους μετέτρεψε σε «Έλληνες» με το εθνικό αίσθημα να υπερτερεί, χωρίς να παραγκωνίσουν τη θρησκεία τους. Οι Έλληνες έμειναν πάνω από όλα χριστιανοί(Ό.π., σ.107) &amp;nbsp;ή «Ελληνοχριστιανοί», όπως τους αποκαλεί για πρώτη φορά (1852) ο Ζαμπέλιος.(Δημαράς, 1994, σ.451) &amp;nbsp;Η Βυζαντινή περίοδος κατά το Ρομαντισμό χαίρει εκτίμησης από τους ιστορικούς γιατί αποτελεί το σύνδεσμο μεταξύ αρχαιότητας και σύγχρονης ιστορίας. Η ιστοριογραφία, υπό την απειλή του Φαλμεράυερ, συμπεριλαμβάνει και το Βυζάντιο ενώνοντας τον ελληνισμό στο χώρο και χρόνο. Βέβαια οι Νεοέλληνες βαθιά μέσα τους ένιωθαν απόγονοι περισσότερο των αρχαίων Ελλήνων παρά των Βυζαντινών.(Πολίτης, 2008, σ.111)&amp;nbsp;Ο τριμερής διαχωρισμός της ελληνικής ιστορίας σε αρχαία, βυζαντινή και νεότερη, με πρωτεργάτες τον Σπ. Ζαμπέλιο και Κ.Παπαρρηγόπουλο, στηρίζει και υπερασπίζει μέχρι και σήμερα τα δίκαια του ελληνισμού από τις εξωτερικές απειλές.(Ό.π., σ.47)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΣΠ. ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ ΚΑΙ Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΛΜΕΡΑΫΕΡ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μετά την πολυετή τους σκλαβιά οι Έλληνες ήταν πλέον οι νόμιμοι κληρονόμοι ενός κράτους, με ένδοξο παρελθόν. Ο κίνδυνος σύστασης μιας χριστιανικής αυτοκρατορίας σε συμμαχία με την ομόδοξη Ρωσία στη νότια βαλκανική χερσόνησο ήταν ορατός. Έτσι τα φιλελληνικά αισθήματα των ευρωπαίων συρρικνώθηκαν γιατί οι κληρονόμοι δεν ανταποκρίνονταν ούτε κατά διάνυα στο μεγαλείο των προγόνων τους.(Ό.π., σσ.25-26)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αμφισβήτηση της καταγωγής τους δεν άργησε να εμφανιστεί στο προσκήνιο. Το 1830 ο Γερμανός ιστορικός Jakob Philipp Fallmerayer υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων τουλάχιστο από τον 6ο μ.Χ αι. κι έπειτα γιατί σταδιακά είχαμε την εγκατάσταση σλαβικών και αλβανικών φύλλων. Μέχρι τον 10ο αι., και μετά από επιμειξίες που συντελέστηκαν, έσβησε το αρχαιοελληνικό γένος και ο πολιτισμός του.(Ροτζώκος, 1999, σ.221)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ξεκινώντας την δική του εκδοχή της Ελληνικής ιστορίας, ο Φαλμεράυερ ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα από τον 6ο αι. μ.Χ. και κατά τη διάρκεια τεσσάρων αιώνων, δέχτηκε ανελέητες λεηλασίες και επιδρομές από βάρβαρες φυλές του Βορρά. Οι επιδρομείς δεν άφησαν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους: κατέστρεψαν τις ελληνικές πόλεις και η Αττική μετατράπηκε σε δάσος.(Φαλμεράϋερ, 1984, σσ.50-53)&amp;nbsp;Οι θανατηφόρες αρρώστιες και οι πόλεμοι στο μεταξύ αποδεκάτιζαν τον ελάχιστο πληθυσμό των Ελλήνων.(Ό.π., σ.59)&amp;nbsp;Το 1204 τα εδάφη του βυζαντινού κράτους πέρασαν στους Δυτικούς και κατόπιν στους Οθωμανούς.( Ό.π., σσ.68-69) &amp;nbsp;Τέλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αθήνα μετατράπηκε σε αλβανική πόλη μετά από κατάληψη της χώρας από τους Αλβανούς κατά τη διάρκεια του 14ο και 15ο αι. μ.Χ.(Ό.π., σσ.71-73) &amp;nbsp;Όλα τα λεγόμενά του τα βασίζει σε έγγραφες μαρτυρίες ανθρώπων συγχρόνων με τα γεγονότα που περιγράφει, αντικρούοντας έτσι τους πολέμιούς του.(Ό.π., σσ.77-87)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα αρχαία Ελληνικά ονόματα λαών, κρατών, πόλεων, χωριών, ποταμών, βουνών αντικαταστάθηκαν, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, από αντίστοιχα σλαβικά, τουρκοαλβανικά και νεοελληνικά.(Ό.π., σσ.81-119) &amp;nbsp;Οι κάτοικοι της Ελλάδας δεν διατήρησαν ούτε τις παραδόσεις ούτε τη γλώσσα των αρχαίων προγόνων τους. Ακόμη και στη νεοελληνική γλώσσα συναντούμε σλαβικά στοιχεία.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η τοποθέτηση του Φαλμεράυερ βρήκε υποστηρικτές στην Ευρώπη και δεν άργησαν να εμφανιστούν έθνη που διεκδικούσαν μερίδιο εδαφών.(Πολίτης, 2008, σ.26) &amp;nbsp;&amp;nbsp;Ήταν επείγουσα ανάγκη να γραφτεί μια εθνική ιστορία που θα αποδείκνυε την ιστορική συνέχεια του ελληνικού κράτους. Οι πιο επιτυχημένες απόπειρες έγιναν από τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο. Οι δυο ιστοριογράφοι μέσα από το έργο τους αποδεικνύουν ότι ο ελληνισμός υπήρχε υπάρχει και θα υπάρχει. Βέβαια ο καθένας τους δίνει βαρύτητα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους πετυχαίνοντας παρ’ όλα αυτά το θεμιτό αποτέλεσμα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, επηρεασμένος από το κίνημα του Ρομαντισμού, στρέφει την προσοχή του στη μελέτη της λαϊκής ποίησης και του Βυζαντίου. Το έργο του στάθηκε καινοτόμο στο σημείο που εντάσσει τα δημοτικά τραγούδια δίπλα στον ελληνικό Μεσαίωνα, με απώτερο σκοπό να συνδέσει τον αρχαίο ελληνισμό με τον νεότερο.(Ό.π., σ.53)&amp;nbsp;Πιστεύει ότι αν προσεγγίσουμε με τον κατάλληλο τρόπο τα δημοτικά τραγούδια θα καταφέρουμε να εξάγουμε τα απαραίτητα ιστορικά συμπεράσματα που θα συμβάλλουν στην πολυπόθητη σύνδεση της ελληνικής ιστορίας με το παρόν. Διαφορετικά θα καταντήσουν &lt;em&gt;«απλά φιλολογίας λείψανα»&lt;/em&gt;.(Ζαμπέλιος, 1852, σ.6) &amp;nbsp;Η αφετηρία των δημοτικών τραγουδιών βρίσκεται στα έπη του Ομήρου, απόδειξη ότι οι Έλληνες δεν έπαψαν να υπάρχουν και παρ’ όλη την αμάθεια που κατά καιρούς είχαν υποπέσει διατήρησαν τη δημοτική τους ποίηση. (Πολίτης, 2008, σ.55)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με το έργο του &lt;em&gt;Βυζαντιναί Μελέται .Περί πηγών Νεοελληνικής Εθνότητας. Από Η΄ άχρι Ι΄&lt;/em&gt; &lt;em&gt;εκατονταετηρίδος μ.Χ.&lt;/em&gt; ο Ζαμπέλιος συνδέει την αρχαιότητα με τους σύγχρονους Έλληνες μέσω του Βυζαντίου. Ο Ελληνικός Μεσαίωνας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, απαρτίζεται από τρεις αρχές: τη Ρωμαϊκή όσον αφορά το μοντέλο οργάνωσης και διοίκησης της αυτοκρατορίας, τη χριστιανική αναφορικά με τη θρησκεία και την αρχαιοελληνική παράδοση σε σχέση με την παιδεία. Το Βυζάντιο συνδυάζοντας τα παραπάνω στοιχεία αρμονικά τα χρησιμοποιεί προς όφελός του και δημιουργεί αυτήν τη λαμπρή εκδοχή του ελληνικού πολιτισμού.(Ζαμπέλιος, 1857, σσ.682 - 684)&amp;nbsp;Το πρότυπο διοίκησης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ένωσε το ελληνικό στοιχείο και εξελλήνισε τους υπόλοιπους πληθυσμούς κάτω από ένα εθνικό κράτος. Τα αρχαία κείμενα και η ελληνική γλώσσα διασώθηκαν για να κληρονομηθούν στη συνέχεια από τη Νεοελληνική αναγέννηση όπου τελικά διασκευάστηκαν. Ο Χριστιανισμός έπαιξε καταλυτικό ρόλο ενώνοντας ρωμαϊκό και αρχαιοελληνικό πολιτισμό κάτω από το δόγμα του.(Ό.π., σσ.688-689) &amp;nbsp;Λίγο πριν την πτώση του Βυζαντίου, την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού αναλαμβάνει ο «Λαός». Ο «Λαός» μπολιασμένος με τις ιδέες του Διαφωτισμού, βασίζεται στο παρελθόν του και δημιουργεί το δικό του ανεξάρτητο μέλλον. (Ό.π., σσ.692-694)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Παπαρρηγόπουλος ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανασκευή των θεωριών του Φαλμεράυερ στη μελέτη του &lt;em&gt;Περί της εποικήσεως σλαβικών τινών φυλών εις την Πελοπόννησον.&lt;/em&gt; Στο βιβλίο υποστηρίζει ότι υπήρξε μεν εποικισμός Σλάβων στην Πελοπόννησο σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, αλλά δεν αφάνισε τον ντόπιο πληθυσμό. Αντιθέτως οι Σλάβοι εξελληνίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν.(Παπαρρηγόπουλος, 1843, σ.II)&amp;nbsp;Με την &lt;em&gt;Ιστορία του Ελληνικού Έθνους&lt;/em&gt; πετυχαίνει περίτρανα την ένωση της αρχαιότητας με τον σύγχρονο Ελληνισμό, μέσα από την αδιάλειπτη παρουσία του έθνους των Ελλήνων στην ιστορία. Έτσι, οι Έλληνες έθεσαν τις πολιτικές και διανοητικές βάσεις της ανθρωπότητας περνώντας πολλές δοκιμασίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχασαν την ταυτότητά τους ως έθνος. Κατάφεραν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους ακόμη και μετά τη ρωμαϊκή και οθωμανική κυριαρχία για να συνεχίσουν τη γενιά των προγόνων τους για πάντα.(Παπαρρηγόπουλος, 1853-1854, σσ. 173-174)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Και οι δύο ιστοριογράφοι χρησιμοποιούν ακριβείς και αξιόπιστες πηγές αν και έχουν την πεποίθηση ότι η Θεία Πρόνοια έσωσε το ελληνικό γένος από τον αφανισμό. Ο Ζαμπέλιος ακολουθεί μια πιο μοιρολατρική αντιμετώπιση των γεγονότων για να συμπεράνει τελικά ότι οι Έλληνες είναι ο περιούσιος λαός.(Ροτζώκος, 1999, σ.230)&amp;nbsp;Ακολουθούν τον τριμερή διαχωρισμό της ιστορίας, με έμφαση από μέρους του Ζαμπέλιου στο Βυζάντιο και του Παπαρρηγόπουλου στον εποικισμό των Σλάβων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΖΑΜΠΕΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.(ΤΕΛΗ 19ΟΥ ΑΙ.)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Ελλάδα είχε ανάγκη από μια ισχυρή ιστοριογραφία σε μια περίοδο κρίσιμη, που από τη μια έχουμε τις διαδικασίες για την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και τον αλυτρωτισμό των Ελλήνων, και από την άλλη την αμφισβήτηση της καταγωγής τους.(Δημαράς, 1994, σ.458)&amp;nbsp;Σε μια τόσο κρίσιμη καμπή της ιστορίας, τα έργα του Ζαμπέλιου και Παπαρρηγόπουλου έρχονται την κατάλληλη στιγμή. Οι δύο ιστοριογράφοι είχαν διαφορετικό χαρακτήρα και παιδεία, ωστόσο εύκολα διαπιστώνουμε πολλές ομοιότητες στα έργα τους. Κοινός τους στόχος ήταν να αποδείξουν την αρχαιοελληνική καταγωγή των Ελλήνων και να εντάξουν τη βυζαντινή ιστορία στην ελληνική. Το Ελληνικό κράτος μετά τη σύνδεσή του με το Βυζάντιο μπορούσε νόμιμα να διεκδικεί την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Ρωσία αντιμετωπίζει την ομόδοξη χώρα – συνεχιστή της βυζαντινής αυτοκρατορίας με σεβασμό. Υπήρχε όμως δυσκολία στο διαχωρισμό των Ελλήνων από τους Σλάβους λόγω της κοινής πίστης και γλώσσας τους.(Ό.π., σσ.460,461)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι απόψεις των δυο μελετητών ταυτίζονται αλλά ο καθένας χρησιμοποιεί διαφορετικό τρόπο κάτω από μια κοινή ιδεολογία για να στηρίξει τις απόψεις του, με αποτέλεσμα να έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες αποδείξεις και επιχειρήματα σχετικά με την απόδειξη της ταυτότητάς μας.(Ό.π., σ.462)&amp;nbsp;Μέσω της ιστορίας και της λαογραφίας ένωσαν τους διάφορους πληθυσμούς της Ελλάδας κάτω από ένα κοινό παρονομαστή: Οι «μοραΐτες», οι «ρουμελιώτες», οι «κρητικοί» και οι υπόλοιποι πληθυσμοί μετατρέπονται σε «Έλληνες» με κοινή ιστορία.(Πολίτης, 2008, σσ.33-35)&amp;nbsp;Το ελληνικό έθνος συνδέεται με την αρχαία ιστορία του μέσω του Βυζαντίου και οι δύο ιστορικοί αποδεικνύουν ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Οι Έλληνες ένοιωσαν έτσι περήφανοι για την καταγωγή τους και ήταν ενταγμένοι σε ένα έθνος. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η στροφή προς το Βυζάντιο είχε και πολιτικές προεκτάσεις, καθώς οι Έλληνες αρχίζουν να οραματίζονται μια ελληνική αυτοκρατορία κατά τα πρότυπα της βυζαντινής.(Σκοπετέα, 1988, σσ.276-277) &amp;nbsp;Για πολλά χρόνια μάλιστα θεωρούσαν την Αθήνα προσωρινή πρωτεύουσα και είχαν το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη.(Ό.π., σ.285) &amp;nbsp;Η συμβολή της λαογραφίας που πραγματεύεται στο έργο του ο Ζαμπέλιος είναι εξίσου σημαντική γιατί στα ήθη και τα έθιμα εντοπίζουμε πολλά στοιχεία του μακρινού παρελθόντος και έχουμε τη δυνατότητα να ορίσουμε και την εθνική μας ταυτότητα.(Πολίτης, 2008, σ.51)&amp;nbsp;Το 1872 οι βαλκανικοί λαοί θέλουν να τα οικειοποιηθούν αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο Παπαρρηγόπουλος έγραφε και παράλληλα δίδασκε ιστορία στην καινούρια γενιά των Ελλήνων, έγραφε άρθρα σε εφημερίδες και οι απόψεις του ήταν διαδεδομένες σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Αντιμετωπίζει ανοιχτά τον Φαλλμεράυερ στο βιβλίο του &lt;em&gt;Περί της εποικήσεως Σλαβικών&lt;/em&gt; &lt;em&gt;Τινών Φυλών εις την Πελοπόννησον,&lt;/em&gt; για να υπερασπίσει τα δίκαια της χώρας του απέναντι στους βαλκανικούς λαούς που διεκδικούσαν ελληνικά εδάφη.(Σκοπετέα, 1988, σ.186)&amp;nbsp;Οι Έλληνες ήθελαν να εκτοπίσουν το σλαβικό στοιχείο και τις επιπτώσεις του από τη χώρα τους. Ο Παπαρρηγόπουλος το 1853 επιβεβαιώνει προς όλες τις κατευθύνσεις ότι στην Ελληνική επικράτεια υπήρχε μικρός αριθμός Σλάβων που εξελληνίστηκαν και εκχριστιανίστηκαν και ποτέ δεν αποτελούσαν σλαβικό έθνος.(Παπαρρηγόπουλος, 1843, σ.103)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με την επανάσταση και την ανεξαρτησία της χώρας αρχίζει να καλλιεργείται η Μεγάλη Ιδέα. Έπρεπε να ελευθερωθούν οι υπόλοιποι Έλληνες συμπεριλαμβανομένων κι αυτών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όμως ο ενθουσιασμός για το ένδοξο παρελθόν που τους καλλιέργησε η ιστοριογραφία, ερχόταν αντιμέτωπος με τα οικονομικά προβλήματα και την έλλειψη πόρων. (Πολίτης, 2008, σ.136)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μέσα από τα λόγια του Κολοκοτρώνη καταλαβαίνουμε ξεκάθαρα πως εισέπραξαν οι απλοί άνθρωποι τις αλλαγές που έφερε το κίνημα του Διαφωτισμού: &lt;em&gt;«Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να ανοίξη τα μάτια του κόσμου. Προτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζαν ως θεούς της γης και ότι και αν έκαμναν το έλεγαν: καλά καμωμένο. Δια αυτό και είναι δύσκολώτερο να διοικήσης τώρα λαόν.» &lt;/em&gt;(Κολοκοτρώνης, 1846, σ.49)&lt;em&gt;&amp;nbsp;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η μόρφωση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση και ολοκλήρωση της προσωπικότητας των ανθρώπων. Η γνώση δεν ήταν πλέον προνόμιο των λίγων που ήθελαν να κατευθύνουν τους υπόλοιπους. Ο Διαφωτισμός επηρέασε τους Έλληνες και τους βοήθησε να καταλάβουν ότι οι πρόγονοί τους ανέπτυξαν έναν αξιόλογο πολιτισμό και είχαν υποχρέωση και οι ίδιοι να διεκδικήσουν το μέλλον τους με σθένος. Έτσι έγραψαν την ιστορία τους και εδραίωσαν την ύπαρξή τους με τη συνεχή παρουσία τους στην ιστορία από τα αρχαία χρόνια. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σίγουρα δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι Νεοέλληνες είναι άμεσοι απόγονοι των αρχαίων προγόνων τους, ούτε ότι ο πληθυσμός της χώρας διέπεται από φυλετική ομοιογένεια. Κανείς όμως δε μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει έστω ένας Έλληνας που η καταγωγή του να μας οδηγεί κατευθείαν σε εκείνους που έζησαν πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια.(Woodhouse, 2008, σ.23)&amp;nbsp;Έλληνας είναι αυτός που νοιώθει και πιστεύει ότι είναι Έλληνας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;
• Γιακωβάκη, Ν.,2005&quot; Ευρώπη και Ελλάδα: Από την Αναγέννηση στον φιλελληνισμό&quot;, στο &lt;em&gt;Ελληνισμός και Δύση&lt;/em&gt; (Τομ.Γ΄), εκδ. Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2005, σελίδες:73&lt;br /&gt;
• Γιαννόπουλος, Ι.,2005&quot; Ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων στον αγώνα για την ελευθερία και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους&quot;, &lt;em&gt;στο Ελληνισμός και Δύση&lt;/em&gt; (Τομ.Γ΄), εκδ. Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, σελίδες: 83&lt;br /&gt;
• Δημαράς, Κ.Θ,1994, &lt;em&gt;Ελληνικός Ρωμαντισμός&lt;/em&gt;, εκδ. Ερμής, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Ζαμπέλιος, Σ.,1852, &lt;em&gt;Άσματα δημοτικά της Ελλάδος&lt;/em&gt;, εκδ.Ερμής, Κέρκυρα&lt;br /&gt;
• Ζαμπέλιος, Σ.,1857, &lt;em&gt;Βυζαντιναί μελέται&lt;/em&gt; , εκδ. Χ.Ν.Φιλαδελφέως, Αθήνα &lt;br /&gt;
• Κατσιαρδή–Hering,Ο.,2005,&quot; Μεταναστευτική και ελληνική διασπορά στη Δύση(16ος–19οςαι.)&quot;,στο &lt;em&gt;Ελληνισμός και Δύση&lt;/em&gt; (Τομ.Γ΄), εκδ. Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, σελίδες:40&lt;br /&gt;
• Κιτρομηλίδης, Π.,2000, &lt;em&gt;Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες&lt;/em&gt;, μτφρ. Στ. Νικολούδη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα&lt;br /&gt;
• Κολοκοτρώνης, Θ.,1846, &lt;em&gt;Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836,&lt;/em&gt; εκδ. Χ.Νικολαϊδου Φιλαδελφέως, Αθήνα &lt;br /&gt;
• Μαργαρίτης, Γ., Μαρκέτος, Σπ., Μαυρέας &amp;amp;&amp;nbsp;Κ., Ροτζώκος, Ν.,1999,&lt;em&gt; Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική&lt;/em&gt; &lt;em&gt;ιστορία&lt;/em&gt; (τομ.Γ΄), Πάτρα&lt;br /&gt;
• Παπαρρηγόπουλος, Κ.,1843, &lt;em&gt;Περί της εποικήσεως Σλαβικών τινών Φυλών εις την Πελοπόννησον,&lt;/em&gt; εκδ. Εμ.Αντωνιάδης, Αθήνα &lt;br /&gt;
• Παπαρρηγόπουλος, Κ.,1853-1854, &lt;em&gt;Η ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία και τα δυο άλλα Χριστιανικά&lt;/em&gt; &lt;em&gt;Θρησκεύματα,&lt;/em&gt; περ.Πανδώρα, (Τόμος Δ΄,σσ.173-174)&lt;br /&gt;
• Πολίτης, Α.,2008, &lt;em&gt;Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880&lt;/em&gt;, εκδ. Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, Αθήνα&lt;br /&gt;
• Σκοπετέα, Ε.,1988, &lt;em&gt;Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος&lt;/em&gt; &lt;em&gt;στην Ελλάδα(1830-1880),&lt;/em&gt; Αθήνα&lt;br /&gt;
• Braudel, F.,2009, &lt;em&gt;Γραμματική των Πολιτισμών,&lt;/em&gt; μτφρ. Αρ. Αλεξάκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα&lt;br /&gt;
• Fallmerayer, J.F.,1984, &lt;em&gt;Περί της καταγωγής των σημερινών Ελλήνων,&lt;/em&gt; μτφρ. Κ.Ρωμανός, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα &lt;br /&gt;
• Mango, C.,2002, &lt;em&gt;Βυζάντιο η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης,&lt;/em&gt; μτφρ. Δημ. Τσουγκαράκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα&lt;br /&gt;
• Woodhouse, C.M.,2008,&lt;em&gt; Η ιστορία ενός λαού. Οι Έλληνες από το 324 έως σήμερα,&lt;/em&gt; μτφρ. Λ.Στεφάνου, εκδ.Τουρίκη, Αθήνα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΑΝΑΛΥΣΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ:&lt;br /&gt;
Ποιότητα ιδεών: 4/5&lt;br /&gt;
Δομή- Παρουσίαση: 1.5/2.5&lt;br /&gt;
Γλώσσα: 1.5/1.5 (μια χαρά τα πήγα!)&lt;br /&gt;
Έρευνα: 1/1 (επιτέλους, λίγο έλλειψε να αρχίσω να μιλάω καθαρεύουσα με τόσο Παπαρρηγόπουλο και Ζαμπέλιο που διάβασα!)&lt;br /&gt;
ΣΥΝΟΛΟ: 8/10&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μετά το 6.5στην αρχαιολογία το 8 ήταν βάλσαμο! Η εργασία παρ&#39;όλα αυτά παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες και λάθη. Το πρώτο υποερώτημα το απάντησα καλά αλλά χρειαζόταν περισσότερη ανάλυση, γιατί δε φαίνονται ξεκάθαρα οι αρχές των δύο ιδεολογικών ρευμάτων. Το δεύτερο υποερώτημα το απαντώ πιο αναλυτικά. Το τελευταίο υποερώτημα το απαντώ καλά αλλά χρειαζόταν έμφαση στην παρουσίαση της Μεγάλης Ιδέας και σε γεγονότα όπως η επαναπροσέγγιση της Ελλαδικής εκκλησίας και Οικουμενικού Πατριαρχείου και του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1881 για τη Θεσσαλία.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η γλώσσα της εργασίας ήταν πολύ καλή καθώς και ο τρόπος χρήσης της επιπρόσθετης βιβλιογραφίας. Χρειάζεται περισσότερη προσοχή στην παρουσίαση και ανάλυση όλων των υποερωτημάτων.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/9031692950415991387/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10_04.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/9031692950415991387'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/9031692950415991387'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10_04.html' title='ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-5715188782495288363</id><published>2010-06-03T17:49:00.000+03:00</published><updated>2010-06-04T18:56:36.359+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;ΕΛΠ10:Εισαγωγή στη σπουδή του Ελληνικού πολιτισμού.&amp;nbsp;&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;&amp;nbsp;Αντικείμενο: Οι επιστήμες του πολιτισμού: Αρχαιολογία, Κοινωνιολογία, Κοινωνική Ανθρωπολογία.&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;justify&quot; style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;ΘΕΜΑ:&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;Οι επιστήμες του πολιτισμού προσεγγίζουν και ερμηνεύουν τις ανθρώπινες κοινωνίες του παρελθόντος και του παρόντος. Η αρχαιολογία είναι η επιστήμη που εστιάζει στο παρελθόν, καθώς εξελίσσει τα εργαλεία της και περιγράφει, ερευνά και αναλύει το υλικό μέρος του χθες με στόχο την πληρέστερη δυνατή προσέγγιση, κατανόηση και ερμηνεία του. Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ότι οι αρχαιολόγοι χρησιμοποιούν τη διαδικαστική και τη μεταδιαδικαστική θεωρία, προκειμένου να συνάγουν πολιτισμικά νοήματα από τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος.&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;&amp;nbsp;1) Ποια είναι η αποστολή της σύγχρονης αρχαιολογίας; Πώς αντιλαμβάνεστε την προσφορά της αρχαιολογίας στη σπουδή και στην κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού;&lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;&amp;nbsp;2) Αφού μελετήσετε τη διαδικαστική και τη μεταδιαδικαστική θεωρία, παραθέστε και αξιολογήστε τους τρόπους με τους οποίους οι θεωρίες αυτές προσεγγίζουν την κοινωνία μέσα από τις έννοιες &#39;δομή/σύστημα&#39; και &#39;άτομο&#39;. &lt;/div&gt;&lt;div align=&quot;center&quot;&gt;3) Πώς πιστεύετε ότι η διαδικαστική και μεταδιαδικαστική θεωρία θα προσέγγιζαν ερμηνευτικά τον ιερό χώρο της Ολυμπίας κατά την κλασική περίοδο (5ος- 4ος αι.π.Χ)&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. Εισαγωγή. &lt;br /&gt;
2. Η αποστολή της σύγχρονης αρχαιολογίας και η προσφορά της &lt;br /&gt;
στη σπουδή και κατανόηση του Ελληνικού Πολιτισμού. &lt;br /&gt;
3. Η διαδικαστική και μεταδιαδικαστική θεωρία και οι έννοιες «δομή/ σύστημα» και «άτομο».&lt;br /&gt;
4. Η αρχαία Ολυμπία από τη διαδικαστική και μεταδιαδικαστική σκοπιά κατά την κλασική περίοδο (5ος – 4ος αι. π.Χ).&lt;br /&gt;
5. Επίλογος.&lt;br /&gt;
6. Βιβλιογραφία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; &amp;nbsp;Με τον όρο «αρχαιολογία» στο μυαλό μας αυτόματα έρχονται εικόνες από διάσπαρτα κομμάτια λίθων ή μαρμάρων που βρίσκονται σε διάφορους αρχαιολογικούς χώρους ανά την Ελλάδα ή σε χώρες του εξωτερικού. Επίσης ανατρέχουμε σε σχετικά βιβλία ή κινηματογραφικές ταινίες μυστηρίου, όπου ο αρχαιολόγος-ήρωας μετά από περιπετειώδεις αναζητήσεις κάνει μια συναρπαστική ανακάλυψη. Πολλές φορές μάλιστα υπάρχουν και μεταφυσικές προεκτάσεις, κάτι που «ερεθίζει» το μυαλό των αρχαιόφιλων με καταστροφικές για τα ευρήματα συνέπειες. Οι λαθρανασκαφείς από την άλλη κάνουν τις δικές τους «ανασκαφές» με σκοπό το κέρδος και σίγουρα χωρίς συνείδηση και ευαισθησία από μέρους τους. Αξίζει να σημειωθεί και η άποψη που είχε και έχει πολύς κόσμος για τους ερευνητές. Οι αρχαιολόγοι θεωρούνταν αργόσχολοι, ιδιαίτερα αν δεν έκαναν κάποια συνταρακτική ανακάλυψη, όπως συμβαίνει στις κινηματογραφικές ταινίες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Όλα τα παραπάνω ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η αρχαιολογία είναι μια επιστήμη, που μέσα από τα ευρήματα και με επίπονη σωματική και πνευματική εργασία από μέρους του αρχαιολόγου, μελετά, καταγράφει και ερμηνεύει το παρελθόν. Προσπαθεί να κατανοήσει τους πολιτισμούς εκείνους που υπήρξαν στον πλανήτη μας από την προϊστορία μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και άφησαν πίσω τους κάθε είδους κατάλοιπα. Σήμερα, η αρχαιολογία έχει την υποστήριξη της τεχνολογίας και τη συμπαράσταση των άλλων επιστημών(π.χ. ανθρωπολογία), αλλά και την ανάπτυξη κάποιων θεωριών προκειμένου να συνάγει πολιτισμικά νοήματα από τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στην παρούσα εργασία αρχικά θα εξετάσουμε την αποστολή της σύγχρονης αρχαιολογίας και την προσφορά της στην κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού. Στη συνέχεια, αφού μελετήσουμε τη διαδικαστική και μεταδιαδικαστική θεωρία, θα τις συγκρίνουμε και θα βρούμε κατά πόσο αποκλίνουν και συγκλίνουν στις έννοιες «δομή/ σύστημα» και «άτομο». Τέλος, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά, με τη βοήθεια της διαδικαστικής και μεταδιαδικαστικής θεωρίας, το χώρο της Ολυμπίας κατά την κλασσική περίοδο (5ος – 4ος αι. π.Χ). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΣΤΗ ΣΠΟΥΔΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η επιστήμη της αρχαιολογίας αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που συνδέει το παρόν με το παρελθόν, εμάς με τους προγόνους μας. Σίγουρα έτυχε να αναρωτηθούμε για τον τρόπο ζωής των προγόνων μας, τις ρίζες μας, την καταγωγή μας. Όλα τα παραπάνω μπορούμε να τα πληροφορηθούμε απευθυνόμενοι στις ανακαλύψεις της αρχαιολογίας. Παρατηρώντας τα αρχαία ευρήματα με δέος, θέλουμε να καταργήσουμε τα χιλιάδες χρόνια που μεσολαβούν και να δούμε από κοντά τον τρόπο ζωής και σκέψης των αρχαίων Ελλήνων, που τόσους θαυμαστές απέκτησαν σε όλη την υφήλιο. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αρχαιολογία κατέχει ατράνταχτες αποδείξεις για την ιστορία. Με τις ανασκαφές επιβεβαιώθηκαν ή καταρρίφτηκαν πληροφορίες που προήλθαν από αρχαίες πηγές. Σκοπό έχει να ανακαλύπτει συνεχώς νέους πολιτισμούς και κοινωνίες από την προϊστορία μέχρι το πιο πρόσφατο παρελθόν και να ερμηνεύει ορθά τον υλικό πολιτισμό τους, ακόμη κι αν δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες.(Μανακίδου, 1999, σ.208)&amp;nbsp;Η αρχαιολογική σκέψη προσαρμόστηκε στα πλαίσια της κοινωνίας που αναπτύχθηκε. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και νέων πρακτικών επεξεργασίας αρχαιολογικού υλικού, η έρευνα έγινε συστηματικότερη και αποτελεσματικότερη.(Ό.π., σ.209)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τις ρίζες του ελληνισμού πρέπει να τις αναζητήσουμε στο μακρινό παρελθόν. Τρις περίπου δεκαετίες πριν την επανάσταση οι Έλληνες προσπαθούσαν να διαμορφώσουν την εθνική τους συνείδηση. Η μακροχρόνια σκλαβιά τους δυσχέρανε την κατάσταση.(Πολίτης, 2008, σ.11)&amp;nbsp;Το ίδιο τους το όνομα είναι προϊόν της αρχαίας κληρονομιάς τους, καθώς πριν την επανάσταση του 1821 «ελληνικά» ήταν η αρχαία ελληνική γλώσσα και το επίθετο που χαρακτήριζε τα πολιτιστικά κατάλοιπα των αρχαίων Ελλήνων. «Έλληνες» ήταν οι ειδωλολάτρες πρόγονοι των «Γραικών». Αφού οι τελευταίοι μετονομάστηκαν σε «Έλληνες» η εθνική τους συνείδηση έπρεπε να στηριχθεί σε ισχυρά επιχειρήματα.(Ό.π., σ.33)&amp;nbsp;Μάλιστα το 1830 υπήρξε και ένα κρούσμα αμφισβήτησης της καταγωγής των Νεοελλήνων. Ο Γερμανός ιστορικός Jakob Philipp Fallmerayer υποστήριζε ότι καμιά σχέση δεν είχαν οι «άσχημοι», «πονηροί» και «βάρβαροι» κάτοικοι της Ελλάδας με το κάλλος των αρχαιοελληνικών γλυπτών και τη σοφία των μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων.(Ό.π., σ.25)&amp;nbsp;Δεν υπολόγισε φαίνεται ότι οι κατακτητές φεύγοντας άφησαν πίσω τους μόνο ερείπια και γη χέρσα και έρημη από ανθρώπους και ζώα.(Μανσόλα, 1867, σ.44)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η συμβολή της αρχαιολογίας στην κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού στην επαναστατημένη Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη.(Mosse, Schnapp - Gourbeillon, 2007, σ10)&amp;nbsp;Το κράτος έπρεπε να φτιαχτεί από την αρχή. Δεν υπήρχαν καν χωριά και πόλεις παρά μόνο διάσπαρτες καλύβες. Ούτε λόγος για σύγχρονα μνημεία ή άλλα έργα. Παντού πείνα, ανέχεια, απελπισία. Μόνο ο Παρθενώνας στεκόταν αγέρωχος θυμίζοντας κάτι από το ένδοξο παρελθόν.(Moraitinis, 1877, σσ.7-8)&amp;nbsp;Από την εποχή της Αναγέννησης υπήρχε βέβαια έντονο ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τα αρχαία ευρήματα τα οποία συγκεντρώνονταν στις ιδιωτικές συλλογές ευκατάστατων συλλεκτών.(Mosse, Schnapp - Gourbeillon, 2007,&amp;nbsp;σ.10)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. γίνεται πιο έντονη η ανάγκη για ανακάλυψη εξαφανισμένων κοινωνιών που έζησαν κατά την προϊστορία. Ο Ερρίκος Σλήμαν, μετά από αρκετές αναζητήσεις, εντόπισε και ανέσκαψε την Τροία (1870) στο λόφο Ισαρλίκ της Τουρκίας και στη συνέχεια ξεκίνησε ανασκαφές (1876) για να ανακαλύψει τα τείχη των Μυκηνών, καθώς και τους βασιλικούς τάφους που υπήρχαν εκεί. Με τις ανακαλύψεις του απέδειξε ότι τα γεγονότα των ομηρικών επών δεν άνηκαν εξολοκλήρου στη σφαίρα της μυθολογίας όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, και ότι τα μνημεία του μυκηναϊκού πολιτισμού ήταν «τόποι μνήμης μιας Ελλάδας πριν από τους Έλληνες», όσον αφορά τη δεύτερη. Μολονότι οι ανασκαφές του Σλήμαν ήταν ερασιτεχνικές, ο ίδιος προσπαθούσε να συλλέγει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε σχετικά με τις ανακαλύψεις του. Η άγνωστη μέχρι τότε Μυκηναϊκή περίοδος εντάχθηκε στο στερέωμα της ελληνικής ιστορίας και έδωσε το σύνθημα για την εξερεύνηση ολόκληρης της λεκάνης της Μεσογείου.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η απάντηση δεν άργησε να έρθει από τον άγγλο αρχαιολόγο Arthur John Evans που με τις ανασκαφές του κατόρθωσε να εντάξει στην ιστορία της Ελλάδας τον Μινωικό πολιτισμό.(Ό.π., σ.11)&amp;nbsp;Στα τέλη του 19ου αι. άρχισαν εντατικότερες έρευνες στην ελληνική επικράτεια με τη βοήθεια ξένων αποστολών.(Ό.π., σ.12)&amp;nbsp;Τέλος, τις περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την μυθολογία, και όχι μόνο, τις παίρνουμε από την αγγειογραφία. Στο μεγάλο αριθμό αγγείων που βρέθηκαν, απεικονίζονται χαρακτηριστικές σκηνές από τους άθλους του Ηρακλή, του Θησέα και σκηνές των ομηρικών επών. (Boardman, 2001, σσ.252-253)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ «ΔΟΜΗ/ ΣΥΣΤΗΜΑ» ΚΑΙ «ΑΤΟΜΟ». &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μεγάλη πρόοδο σημείωσε η αρχαιολογία στη δεκαετία του 1960 με ριζοσπαστικές αλλαγές και την παράλληλη πρόοδο της επιστήμης. Με την εισαγωγή της μεθόδου της ραδιοχρονολόγησης δεν ήταν πλέον αναγκαίες οι χρονοβόρες προσπάθειες προσδιορισμού της ηλικίας των καταλοίπων. Έχουμε προσπάθεια πλήρους ερμηνείας των μεταβολών που σημειώθηκαν στο παρελθόν. Κάπως έτσι εισάγεται στην επιστήμη της αρχαιολογίας η «Νέα Αρχαιολογία» ή Διαδικαστική με επικεφαλής τον Lewis Binford. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Διαδικαστική προσέγγιση υποστήριζε ότι η διερεύνηση των οικονομικών και κοινωνικών πτυχών του παρελθόντος ήταν δύσκολο εγχείρημα, αλλά παρόλα αυτά εφικτό. Την αισιόδοξη αυτήν προσέγγιση οι αρχαιολόγοι την βάσιζαν στην πίστη τους ότι με προσπάθεια και επιμονή, θα κατόρθωναν να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα της εκάστοτε κοινωνίας που μελετούσαν, με βάση, πάντα, τα αρχαιολογικά δεδομένα. Τα συμπεράσματα της έρευνας δε θα τύγχαναν αβασάνιστης αποδοχής τους με βάση τις απόψεις και την προσωπική αυθεντία του κάθε ερευνητή.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Επιχειρούν την ερμηνεία και όχι την απλή περιγραφή του παρελθόντος,(Renfrew &amp;amp; Bahn, 2001,σ.38)&amp;nbsp;προσπαθώντας να εξηγήσουν τον τρόπο χρήσης κάθε ευρήματος.(Ό.π., σ.43)&amp;nbsp;Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί λιγότερη βαρύτητα στην ταξινόμηση των τεχνουργημάτων και έμφαση στη μελέτη της τεχνολογίας, της οικονομίας, των κοινωνικών δομών και τις αλληλεπιδράσεις τους, του εμπορίου, της δημογραφίας, της διατροφικής βάσης και των ιδεολογικών πεποιθήσεων ενός πολιτισμού. Με τη συμβολή των άλλων επιστημών (π.χ. γεωγραφίας, αρχιτεκτονικής) και τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δημιουργήθηκε μια πιο ολοκληρωμένη αρχαιολογική προσέγγιση.(Ό.π., σ.39)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Χρησιμοποιείται ο Επαγωγικός συλλογισμός, δηλαδή συλλέγονται σκόρπια κομμάτια του παρελθόντος και συναρμολογούνται σε μια κοινωνική δομή, εξάγοντας τεκμηριωμένα συμπεράσματα για τα γεγονότα του παρελθόντος.(Ό.π., σ.39)&amp;nbsp;Πλήθος νέων όρων έκαναν την εμφάνισή τους, λόγω των νέων τεχνικών που αναπτύχθηκαν. Κατά συνέπεια η παραγωγή και συσσώρευση πολλών πληροφοριών, σε βάρος της έρευνας, ήταν αναπόφευκτη.(Ό.π., σ.39)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στον αντίποδα, συναντάμε τη Μεταδιαδικαστική θεωρία, πιο σύγχρονη και με τις θέσεις που εκφράζει κάνει φανερές τις διαφορές της με τη Διαδικαστική Αρχαιολογία. Ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1980 και 1990, με κορυφαίο εκπρόσωπο τον Ian Hodder.(Hodder, 2002, σ.34)&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μελετώντας τον υλικό πολιτισμό δεν μπορούμε να σχηματίσουμε άμεση εικόνα για τη συμπεριφορά των ανθρώπων – κατασκευαστών.(Ό.π., σ.35)&amp;nbsp;Στην πράξη, η διατύπωση κανόνων και ορισμών καθολικής ισχύος είναι ατυχής. Δεν μπορούμε να κάνουμε γενικεύσεις, αλλά να εξάγουμε μόνο κάποια συμπεράσματα αξιολογώντας τον υλικό πολιτισμό. Ανάμεσα σε ανθρώπους και ευρήματα υπάρχουν οι ιδέες και οι πεποιθήσεις όπως και τα νοήματα που προσδίδουν οι άνθρωποι σε αυτά.(Ό.π., σ.36)&amp;nbsp;Οι θεωρίες της Νέας Αρχαιολογίας οπότε είναι άκαμπτες, γιατί η πολιτισμική συμπεριφορά των ανθρώπων δεν μπορεί να ενταχθεί στα στενά όρια των ορισμών και γενικεύσεων. Η πολιτισμική συμπεριφορά είναι απρόβλεπτος παράγοντας, μεταβαλλόμενος συνεχώς με διαφορετικούς ρυθμούς και δεν έχει άμεση σχέση με τα αντικείμενα.(Ό.π., σσ.37,38)&amp;nbsp;Το φυσικό περιβάλλον δεν έχει τη δυνατότητα να καθορίσει την πορεία ενός πολιτισμού, άποψη που αντιτίθεται στη διαδικαστική προσέγγιση. Η πορεία ενός πολιτισμού εξαρτάται από τη δράση του ανθρώπινου παράγοντα, που διαμορφώνει και νοηματοδοτεί τα ιστορικά και πολιτισμικά πλαίσια και δε μένει απλός θεατής.(Ό.π., σ.38)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το κάθε εύρημα έχει ανακαλυφθεί σε μια συγκεκριμένη θέση. Είναι εξαιρετικά δύσκολη για τους αρχαιολόγους η κατανόηση και ερμηνεία του. Αν λάβουν υπόψη τους το πλαίσιο αναφοράς των τεχνουργημάτων, τότε μόνο κατανοούν τα πολιτισμικά τους νοήματα και δίνουν στα αντικείμενα ορθή ερμηνεία. Το κάθε πλαίσιο αναφοράς δίνει διαφορετικές ερμηνείες και νοήματα στο κάθε εύρημα,(Ό.π., σσ. 38,39)&amp;nbsp;γι’ αυτό πρέπει να το μελετούμε ξεχωριστά και όχι να το κατατάσσουμε σε ορισμούς και γενικεύσεις όπως η Διαδικαστική Αρχαιολογία.(Ό.π., σ.40)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι άνθρωποι παρήγαγαν τον υλικό πολιτισμό και συμμετείχαν ενεργά στις ιστορικές εξελίξεις.(Ό.π., σ.41)&amp;nbsp;Οι αρχαιολόγοι ενδιαφέρονται για τη σχέση τεχνουργήματος-κοινωνίας, δηλαδή τη σχέση ατόμου-κοινωνίας.Επιπλέον θέλουν να ερμηνεύσουν τις σκέψεις και δράσεις του ατόμου και το πολιτιστικό νόημα που αποδίδει στα τεχνουργήματα. Η Διαδικαστική αρχαιολογία θεωρούσε τα τεχνουργήματα παθητική αντανάκλαση της κοινωνίας και ερμήνευε μονάχα τη λειτουργία τους στο κοινωνικό σύστημα.(Ό.π., σ.42) Όμως το τελευταίο δεν έχει προθέσεις και σκοπούς σε αντίθεση με τα άτομα, που διαχειρίζονται τον υλικό πολιτισμό και τον μετατρέπουν σε «σχέσεις δύναμης και κυριαρχίας».(Ό.π., σ.45) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Διαδικαστική αρχαιολογία δεν επικράτησε έναντι της Μεταδιαδικαστικής γιατί στράφηκε στην ανθρωπολογία και αγνόησε την ιστορία.(Ό.π, σ.46) Οι Μεταδιαδικαστικοί θεωρούν ότι η αρχαιολογία αποτελεί μέρος της ιστορίας, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτήν.(Ό.π., σ.48) Είναι σημαντικό να μελετηθεί η συνέχεια καθώς και οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στους ανθρώπινους πολιτισμούς κατά τη μακρά διάρκεια.(Ό.π., σ.47) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση συμπεραίνουμε ότι η διαδικαστική θεωρία είναι θετικιστική και δίνει έμφαση στην έννοια της «δομής- συστήματος». Από την άλλη η Μεταδιαδικαστική αρχαιολογία είναι ερμηνευτική και σχετικιστική δίνοντας έμφαση στο «άτομο» ως ενεργό υποκείμενο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. Η ΑΡΧΑΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΛΑΣΣΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ. (5ος – 4ος αι. π.Χ)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πολλά είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του χώρου της αρχαίας Ολυμπίας. Αν δώσουμε τις απαντήσεις προσεγγίζοντας το χώρο από τη διαδικαστική και μεταδιαδικαστική σκοπιά θα έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα τόσο του χώρου όσο και των υπόλοιπων τομέων του πολιτιστικού πλαισίου που θέλουμε να μελετήσουμε.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ως διαδικαστικοί αρχαιολόγοι λοιπόν, στεκόμαστε και παρατηρούμε το χώρο από μακριά, ενταγμένο στο φυσικό περιβάλλον ώστε να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα. Στο μυαλό μας έχουμε τον γενικό κανόνα ότι στους αγώνες έπαιρναν μέρος μόνο άνδρες, ελεύθεροι. Οι νικητές έπαιρναν βραβείο που το συνόδευε μεγάλη δόξα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πλησιάζουμε ένα ένα τα μνημεία που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Πολλά ερωτήματα έρχονται στο μυαλό μας. Γιατί άραγε την έχτισαν στο συγκεκριμένο περιβάλλον και όχι κάπου αλλού; Πόσους επισκέπτες δεχόταν ο χώρος; Τι κοινωνικές σχέσεις υπήρχαν; Πώς επήλθε η αλλαγή;(Renfrew &amp;amp; Bahn, 2001,&amp;nbsp;σσ.38-39)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η πανέμορφη τοποθεσία είχε επιλεχθεί πολύ παλαιότερα ως χώρος λατρείας. Ο χώρος βρίσκεται στην βορειοδυτική Πελοπόννησο. Με τη μέθοδο της ραδιοχρονολόγησης μαθαίνουμε την ηλικία των οργανικών υλικών όπως για παράδειγμα των ξύλων ή των οστών που βρίσκουμε στο χώρο.Γνωρίζουμε από πηγές ότι&amp;nbsp;πολλά κτίρια&amp;nbsp;είναι προγενέστερα π.χ. ο ναός της Ήρας, και άλλα μεταγενέστερα π.χ. η Στοά Ηχούς. Στο απόγειο της ακμής του χιλιάδες άτομα από όλη την Ελλάδα και τις αποικίες επισκέπτονταν το χώρο και ενίσχυαν τους δεσμούς μεταξύ τους. Παρά τις φυσικές καταστροφές που συντελέστηκαν διαμέσου των αιώνων, οι αγώνες σταμάτησαν με διάταγμα του Θεοδοσίου το 394 μ.Χ. (Ίδρυμα μείζονος Ελληνισμού(&quot;Οι Ολυμπιακοί αγώνες δια μέσου των αιώνων&quot;))&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Στη συνέχεια θα προχωρήσουμε στην ερμηνεία του συνόλου των κτιρίων του ιερού χώρου, με βάση τον τρόπο τοποθέτησης κτιρίων και τεχνουργημάτων στην κάτοψη: Τα κτίρια χρησιμοποιούνται για τη λατρεία των θεών και υπάρχουν εγκαταστάσεις σχετικές με τη διεξαγωγή των αγώνων. Για παράδειγμα στους βωμούς γίνονταν θυσίες προς τιμήν των θεών κτλ. Μέσα από την ανάλυση των χώρων θα φτάσουμε στην κοινωνική οργάνωση του χώρου. Είναι φανερό ότι οι αγώνες είχαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα λόγω ύπαρξης βωμών και ναών.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αν μπούμε στη θέση ενός αρχαιολόγου που συνερίζεται την μεταδιαδικαστική προσέγγιση, θα δούμε το χώρο από άλλη οπτική γωνία. Θα δώσουμε έμφαση στο ρόλο του ατόμου ως καταλυτικό παράγοντα στην όλη διαμόρφωση του χώρου και στις αλληλεπιδράσεις του με τις κοινωνικές δομές. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι χρήσεις του χώρου άλλαζαν κάτω από έναν κοινό παρονομαστή: το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα. Για να ερμηνεύσουμε το κοινωνικό πλαίσιο πρέπει να ταυτιστούμε με τα υποκείμενα που έδρασαν στο χώρο την κλασσική περίοδο. Έτσι θα «κατασκευάσουμε» μια αντικειμενική ερμηνεία, προσθέτοντας και τις δικές μας θεωρίες που αντανακλούν το πολιτισμικό μας υπόβαθρο.Ο χώρος που επιλέχθηκε αλλά και τα μνημεία αντανακλούν τα συναισθήματα, τις ιδέες και πεποιθήσεις των ανθρώπων. Ο χώρος δηλαδή έπρεπε να είναι αντάξιος των θεών. Το κάθε μνημείο στο χώρο έχει διαφορετική σημασία για τα άτομα. Τα πολιτιστικά κατάλοιπα του χώρου, προορισμένα για τους ολυμπιακούς αγώνες, παίρνουν νόημα από το πλαίσιο αναφοράς τους. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα ερωτήματα που μας απασχολούν έχουν σχέση με το «άτομο». Τι νόημα έδωσαν τα υποκείμενα στα αντικείμενα; Ποια η σχέση του κάθε ευρήματος με τα άλλα που βρέθηκαν στο ίδιο πλαίσιο αναφοράς; Ποιες οι σχέσεις ανάμεσα στα άτομα που συμμετείχαν στου αγώνες και την κοινωνία; Σε ποιο ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε το κάθε μνημείο;(Hodder, 2002, σσ. 34-49)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Έλληνες από κάθε γωνιά επισκέπτονταν κάθε τέσσερα χρόνια τον χώρο και ενδυνάμωναν τους δεσμούς τους. Οι αθλητές ένιωθαν πολύ περήφανοι γιατί η συμμετοχή τους ήταν η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσαν να έχουν στη ζωή τους. Αν νικούσαν δόξαζαν την πόλη τους και το όνομα τους έμενε για πάντα στην ιστορία. Τα κτίσματα φτιάχτηκαν από ανθρώπους και διαμορφώθηκαν κατάλληλα για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες αθλητών και επισκεπτών. Συμπερασματικά, ο χώρος της Ολυμπίας είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης που ξεκινά από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι το 394μ.Χ.(Ίδρυμα μείζονος Ελληνισμού,&quot;Ολυμπιακοί αγώνες διαμέσου των αιώνων&quot;)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πέρα από τις θεωρίες υπάρχει και το πρακτικό επίπεδο. Πρέπει να υπάρχει ικανός αριθμός αρχαιολόγων για εντατικές έρευνες σε συνδυασμό με τις κατάλληλες υποδομές, ώστε να διατηρήσουμε αναλλοίωτα όσα ευρήματα μας χάρισε ο χρόνος. Τα μνημεία δεν είναι μόνο κακόγουστα ομοιώματα στις προθήκες καταστημάτων τουριστικών ειδών, ούτε αξιοθέατα που έχουν προορισμό την αύξηση της τουριστικής κίνησης το καλοκαίρι. Αφηγούνται από μόνα τους την ιστορία, αρκεί να βρεθεί κάποιος να αποκρυπτογραφήσει τα μηνύματά τους. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η παιδεία μπορεί να έχει καταλυτική δράση στη νοοτροπία μιας μειοψηφίας ανθρώπων που ασχολούνται με το εμπόριο ευρημάτων. Οι λαθρανασκαφές δεν είναι τρόπος βιοπορισμού, αντίθετα προκαλούν ανεπανόρθωτες καταστροφές στον πολιτισμό που ξεδιπλώθηκε πριν από εμάς. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η αρχαιολογία δεν θα πάψει να ερευνά και να ανακαλύπτει πάντα κάτι νέο. Το παρελθόν μας οφείλει ακόμη πολλές ανακαλύψεις. Πολιτισμοί χαμένοι στη λήθη περιμένουν να τους βγάλουμε στο φως και να τους εντάξουμε στην παγκόσμια ιστορία όπως τους αρμόζει. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μετά από πολλά χρόνια και ο πολιτισμός μας θα γίνει αντικείμενο μελέτης της αρχαιολογίας. Όσο υπάρχουν πολιτισμοί και άνθρωποι να τους στελεχώνουν, θα υπάρχει και η αρχαιολογία για να τους μελετά. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Αυτοί που θα μας μελετήσουν τι γνώμη θα σχηματίσουν άραγε για το δικό μας πολιτισμό; Θα είναι αρκετά αξιόλογος ώστε να αντέξει στη σύγκριση; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Βούρτσης, Ι., Μανακίδου, Ε., Πασχαλίδης, Γ.&amp;amp; Σπόνιας, Κ., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό. Η Έννοια του Πολιτισμού. Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού. (Τομ.Α), Πάτρα 1999 &lt;br /&gt;
• Μανσόλα, Α., Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Εθνικό τυπογραφείο, Αθήνα 1867&lt;br /&gt;
• Πολίτης, Α., Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830 -1880, εκδ.Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων, Αθήνα 2008&lt;br /&gt;
• Boardman, J., Αθηναϊκά μελανόμορφα αγγεία,&amp;nbsp; Ο. Χατζηαναστασίου (μτφ.), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001 &lt;br /&gt;
• Hodder, I., Διαβάζοντας το παρελθόν: Τρέχουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην αρχαιολογία,&amp;nbsp; Π. Μουτζουρίδης, Κ. Νικολέντζος &amp;amp;&amp;nbsp;Μ. Τσούλη (μτφ.), εκδ.Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2002&lt;br /&gt;
• Moraitinis, P., La Grece telle qu’ elle est!, Paris, Athenes, Berlin 1877 (ανατύπωση: εκδ. Δ.Ν.Καραβία, Αθήνα1987)&lt;br /&gt;
• Mosse, C., Schnapp – Gourbeillon, A., Επίτομη ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (2.000 – 31π.Χ.), Λ.Στεφάνου(μτφ.) , εκδ.Παπαδήμα, Αθήνα 2007&lt;br /&gt;
• Renfrew, C., - Bahn, P., Αρχαιολογία: Θεωρίες, Μεθοδολογία και Πρακτικές εφαρμογές, Ι.Καραλή – Γιαννακοπούλου(μτφ.), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2001&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
΄Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ολυμπιακοί αγώνες δια μέσου των αιώνων. Ανάκτηση στις 15.1.2010 από:&lt;br /&gt;
&lt;a href=&quot;http://olympics.ime.gr/ancient/&quot;&gt;http://olympics.ime.gr/ancient/&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νταν! νταν! νταν! οι καμπάνες πένθημα χτυπούν... Η εργασία πήρε 6,5 και η ανάλυση της βαθμολογίας έχει ως εξής: &lt;br /&gt;
Ποιότητα ιδεών: 3,5 / 5&lt;br /&gt;
Δομή/ παρουσίαση: 1,5/ 2.5&lt;br /&gt;
Γλώσσα: 1/ 1,5 (Το &#39;χουμε)&lt;br /&gt;
Έρευνα: 0,5/ 1&lt;br /&gt;
ΣΥΝΟΛΟ: 6,5 / 10&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Το πρώτο υποερώτημα δεν το ανέπτυξα επαρκώς.Στο δεύτερο υποερώτημα τα ίδια, συν του ότι έπρεπε να επικεντρωθώ στην έννοια δομή/σύστημα καθώς και στην μαρξιστική θεωρία που αποτελεί μέρος της διαδικαστικής. Το θέμα της μεταδιαδικαστικής θεωρίας το απάντησα καλύτερα,&amp;nbsp;σε σχέση με το άτομο. Το τρίτο υποερώτημα το απάντησα πολύ καλά.(Με καθηγητή αρχαιολόγο είμαι&amp;nbsp;πολύ ευχαριστημένη για το τρίτο υποερώτημα γιατί στην ουσία αυτό ήταν το πιο δύσκολο.Βέβαια εγώ τα σκ...α στο πρώτο και το δεύτερο υποερωτήματα αλλά πάντα υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας βρε αδερφέ!)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τις μικρές και τηλεγραφικές προτάσεις που χρησιμοποιώ καθώς και κάποια λυρικά στοιχεία πρέπει να αποφεύγονται.Παρ&#39; όλα αυτά η γλώσσα της εργασίας είναι πολύ καλή,(αποθεώστε με) αλλά η έρευνα και η χρήση των αναγνωσμάτων πρέπει να είναι πιο διεξοδική.(Μέχρι να πάρω ολόκληρη τη μονάδα της έρευνας είδα κι έπαθα)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp; Με λίγα λόγια μόνο το τρίτο ερώτημα είναι Οκ.ΤΕΛΟΣ!</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/5715188782495288363/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/5715188782495288363'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/5715188782495288363'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/06/10.html' title='ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2588747062291584880.post-2350340447076534278</id><published>2010-01-18T00:01:00.000+02:00</published><updated>2010-06-03T17:34:42.713+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ"/><title type='text'>ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Εισαγωγή στη σπουδή του ελληνικού πολιτισμού.&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;Αντικείμενο 1ης ενότητας: Η ιστορική εξέλιξη των εννοιών Πολιτισμός και κουλτούρα - Οι πολιτισμικές σπουδές - Εθνικές και πολιτισμικές ταυτότητες.&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;ΘΕΜΑ:&lt;/div&gt;&amp;nbsp;Στις θεωρήσεις του Fernand Braudel και του Raymond Williams για τη συγκρότηση του πολιτισμού ο παράγοντας του χρόνου κατέχει κεντρική θέση. Οι Braudel και Williams αναγνωρίζουν ότι οι δυο έννοιες είναι αλληλένδετες, αλλά διατυπώνουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη σχέση τους. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από τη σύγκριση των εννοιών «δομές των πολιτισμών», που έχει διατυπώσει ο Βraudel, και «δομή της αίσθησης», που έχει διατυπώσει ο Williams. &lt;br /&gt;
• Παρακολουθώντας τα επιχειρήματα με τα οποία οι δύο επιστήμονες θεμελιώνουν τη θέση τους, να παρουσιάσετε τη σημασία του χρόνου στις θεωρήσεις του πολιτισμού από τον Braudel και τον Williams αντίστοιχα. Προκειμένου για τον Williams, να λάβετε υπόψη σας και τον ρόλο της επιλεκτικής παράδοσης. &lt;br /&gt;
• Αναδείξτε τις ομοιότητες και τις διαφορές στην πρόσληψη του χρόνου σε σχέση με τον πολιτισμό στις θεωρήσεις Braudel και Williams. &lt;br /&gt;
• Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς την έννοια «ελληνικός πολιτισμός» και τη σχέση της με την έννοια του χρόνου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. Εισαγωγή&amp;nbsp; σελ.3&lt;br /&gt;
2. Απόψεις Braudel-Williams για τη σχέση χρόνου πολιτισμού&amp;nbsp; σελ.3&lt;br /&gt;
2.1. Ο Braudel&amp;nbsp; σελ.3&lt;br /&gt;
2.2. O Williams σελ.5&lt;br /&gt;
3. Διαφορές-Ομοιότητες&amp;nbsp; σελ.6 &lt;br /&gt;
3.1. Διαφορές σελ.6&lt;br /&gt;
3.2. Ομοιότητες σελ.8&lt;br /&gt;
4. Ελληνικός Πολιτισμός και Χρόνος&amp;nbsp; σελ.9&lt;br /&gt;
5. Επίλογος&amp;nbsp; σελ.10 &lt;br /&gt;
6. Βιβλιογραφία&amp;nbsp; σελ.12 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp;Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η ενδελεχής εξέταση δύο εννοιών που από τα αρχαία χρόνια αποτελούν τον καθρέφτη των λαών και της ιστορίας τους: πολιτισμός και κουλτούρα. Δύο έννοιες οι οποίες στη σημερινή εποχή παίζουν σημαίνοντα ρόλο στη δημιουργία μιας κοινής ταυτότητας των λαών μέσω της πολιτισμικότητας ή μιας κοινής αφετηρίας που θα φέρει τους λαούς κάτω από ένα κοινό μανδύα και που έχει ένθερμους οπαδούς αλλά και δηλωμένους εχθρούς. Δύο σημαντικοί επιστήμονες του προηγούμενου αιώνα, οι θεμελιωτές της κοινωνιολογικής επιστήμης, ασχολήθηκαν διεξοδικά με τις δύο αυτές έννοιες και προσπάθησαν μέσα από τις θεωρίες που ανέπτυξαν, να αποδείξουν ότι πολιτισμός και κουλτούρα είναι αλληλένδετες έννοιες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Μέσα από τις «δομές των πολιτισμών» και τη «δομή της αίσθησης» οι Braudel και Williams αντίστοιχα θεμελιώνουν τη θέση τους για τις δύο έννοιες. Καλούμαστε, μέσα από την εξέταση των επιχειρημάτων τους, να παρουσιάσουμε τη σημασία του χρόνου στις θεωρήσεις τους για τον πολιτισμό αλλά και να αναδείξουμε τις ομοιότητες και διαφορές στην πρόσληψη του χρόνου σε σχέση με αυτόν.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η εργασία θα ξεκινήσει με την περιγραφή των επιχειρημάτων των δυο μελετητών και θα συνεχίσει με τη σύγκριση των θεωριών τους. Μέσα από αυτές θα αναδειχτούν οι ομοιότητες και διαφορές που προκύπτουν. Τέλος θα αναφερθούν ορισμένα παραδείγματα από τον ελληνικό πολιτισμό που οι συντεταγμένες του παρελθόντος τους τέμνουν το παρόν, σύμφωνα πάντα με τις θεωρίες των Braudel και Williams για την έννοια του χρόνου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΑΠΟΨΕΙΣ BRAUDEL – WILLIAMS ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΧΡΟΝΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.1 Ο Braudel &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Πολιτισμός είναι όλα εκείνα τα στοιχεία του παρελθόντος τα οποία εξακολουθούν να ζουν μέχρι σήμερα διανύοντας πολλούς αιώνες. Για να τον κατανοήσουμε πλήρως πρέπει να γνωρίσουμε την ιστορία του.(1 F.Braudel,2009,σ.79) Η λέξη πολιτισμός, «civilisation» έχει γαλλικές ρίζες, αφού προήλθε από το επίθετο «civil» που σημαίνει «αυτός που αναφέρεται στον πολίτη, ο αστικός».(2 Ό.π.,σ.51)&amp;nbsp;Την απόδοσή της στην ελληνική γλώσσα την οφείλει στον Αδαμάντιο Κοραή το 1804.(3 Ό.Βαρτζιώτη,2005,σ.261) Η σύλληψή της έλαβε χώρα στη Γαλλία και προήλθε από την ελληνική λέξη «πολίτης».(4 F.Braudel,2009,σ.53)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι πολιτισμός και χρόνος είναι δυο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Για να κατανοήσουμε την ιστορία των πολιτισμών πρέπει να τους εξετάσουμε με διαφορετικές χρονικές κλίμακες: μέρα με τη μέρα , χρόνο με το χρόνο , αιώνα με τον αιώνα για να διαπιστώσουμε τελικά ότι «οι πολιτισμοί είναι ατέλειωτες ιστορικές συνέχειες».(5 Ό.π.,σ.91) Ο Braudel διαιρεί το χρόνο σε επιμέρους εποχές. Έτσι στο προσκήνιο των πολιτισμών εμφανίζονται διάφορες πραγματικότητες που άλλοτε έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και εναλλάσσονται με αργούς ρυθμούς κι άλλοτε έχουν μικρότερη διάρκεια και εναλλάσσονται με πιο γρήγορους ρυθμούς. Άλλες πάλι έχουν εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια και φαίνονται αμετάβλητες, πράγμα που δεν ισχύει.(6 Ό.π.,σ.83)&amp;nbsp;O Braudel, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σχολής των Annales, για να μελετήσει τoν ιστορικό χρόνο τον χωρίζει σε τρεις κλίμακες: στα «Γεγονότα», στις «Συγκυρίες» και στη «Μακρά διάρκεια».(7 Ό.π.,σ.47) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Τα «Γεγονότα» εναλλάσσονται με γρήγορους ρυθμούς ενώ χαρακτηρίζονται από μικρή διάρκεια. Έτσι έχουμε απλή αφήγηση χιλιάδων γεγονότων κάτι που μας εμποδίζει να κατανοήσουμε την ιστορία σε βάθος ή να την κρίνουμε. Επίσης είναι αρκετά δύσκολο να προσδιορίσουμε έναν πολιτισμό με βάση τα πολιτισμικά γεγονότα γιατί τα τελευταία αλληλοαναιρούνται συνεχώς δημιουργώντας μας μια ψευδαίσθηση ασυνέχειας. Εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ριζικές αλλαγές που συντελούνται από γενιά σε γενιά στη φιλοσοφική σκέψη, στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ρεύματα ακόμη και στη μόδα των ενδυμάτων. Οι νέες τάσεις που εμφανίζονται είναι τελείως διαφορετικές από εκείνες που προηγήθηκαν.(8 Ό.π.,σ.80,92) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Στο επίπεδο των δεκαετιών, το πολύ πεντηκονταετιών, συναντούμε τις «Συγκυρίες». Εδώ τα γεγονότα εμφανίζονται με βάση τις παραπάνω χρονικές περιόδους χωρίς λεπτομερειακή περιγραφή. Για παράδειγμα λέμε: «ο Ά Παγκόσμιος πόλεμος», «ο ρομαντισμός», «το Μπαρόκ»...(9 Ό.π.,σ.92)&amp;nbsp; Όλες αυτές οι «εποχές» έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά γνωρίσματα και αν τις συγκρίνουμε εντοπίζουμε μεγάλες διαφορές. Οι συγκυρίες συμβάλλουν έτσι ώστε να καταλάβουμε την αξία ορισμένων σημαντικών προσώπων ή γεγονότων, είναι σαν πολλοί επιμέρους «πολιτισμοί» μέσα στον κυρίως πολιτισμό.(10 Ό.π.,σ.81)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Τέλος η «Μακρά διάρκεια» έρχεται για να αφηγηθεί τις μεταβολές που συντελούνται σε διάστημα αιώνων. Σε αυτή την κατηγορία εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά του κάθε πολιτισμού, οι δομές του, έτσι όπως αναδύονται στο πέρασμα των αιώνων.(11 Ό.π.,σ.92,93) Οι δομές αυτές είναι πραγματικότητες μόνιμες ή ημιμόνιμες χωρίς να είναι συνειδητές. Αποτελούν τις βάσεις των πολιτισμών, έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν και το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η μεγάλη διάρκεια. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Για να ερμηνεύσουμε σφαιρικά την ιστορία των πολιτισμών θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν όλες τις παραπάνω κλίμακες του χρόνου.(12 Ό.π.,σ.48) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.2 Ο WILLIAMS &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η κουλτούρα σύμφωνα με τον Williams είναι «ένας συνολικός τρόπος ζωής» ο οποίος συμπεριλαμβάνει τις τέχνες, τις επιστήμες, τα έθιμα, τις παραδόσεις αλλά και τα καινούρια στοιχεία που εμφανίζονται.(13 Γ.Πασχαλίδης κ.α.,1999,σ.46) Με λίγα λόγια η κουλτούρα αποτελείται από τις τέχνες και από το γενικό τρόπο ζωής των κοινωνιών.(14 Β.Αποστολίδου, 1994,σ.49) Η λέξη «κουλτούρα» έχει τις ρίζες της στο λατινικό ρήμα «colere» που σημαίνει «καλλιέργεια της γης». Για πρώτη φορά την χρησιμοποιεί μεταφορικά ο Κικέρων τον 1ο αι. π.Χ σαν «cultura animi» δηλαδή «καλλιέργεια της ψυχής».(15 Γ.Πασχαλίδης κ.α.,1999,σ.32,33) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο για την μελέτη του παρελθόντος και τις αλλαγές που σε αυτό συντελούνται, είναι η δομή της αίσθησης. Με τη βοήθεια της κατανοούμε ευκολότερα τη σχέση τέχνης – κοινωνίας ή του «συνολικού τρόπου ζωής». Όταν μελετούμε την τέχνη μιας περιόδου, είναι πολύ πιθανό να έρθουμε αντιμέτωποι με πολλά στοιχεία της κοινωνίας εκείνης της εποχής. Παρ’ όλα αυτά είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τη γνήσια βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων μιας συγκεκριμένης εποχής γιατί απλά δε ζήσαμε σ’ εκείνη την εποχή. Αυτή την εμπειρία ορίζει ο Williams ως «δομή της αίσθησης» και υποστηρίζει ότι η μελέτη της είναι αναγκαία γιατί μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε σε βάθος τις κουλτούρες που υπήρξαν πριν από εμάς. Είναι ανεπίσημη και μη καταγεγραμμένη αλλά συνήθως κατέχει σημαντική θέση μέσα στη λογοτεχνία και στην τέχνη γενικότερα.(16 Β.Αποστολίδου,1994,σσ.50-51) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η δομή της αίσθησης μεταβάλλεται από γενιά σε γενιά. Αυτές οι αλλαγές εκφράζονται μέσα από τα αναδυόμενα στοιχεία της κάθε κουλτούρας. Κατά συνέπεια δε πρέπει να την θεωρούμε ολοκληρωμένη ιστορική διαδικασία γιατί συνεχίζει να εξελίσσεται.(17 Ό.π.,σ.52)&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Ο Williams διαιρεί την κουλτούρα σε τρία μέρη: Στη βιωμένη κουλτούρα που γνωρίζουν μόνο όσοι ζουν στο σε ένα συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, στην καταγεγραμμένη κουλτούρα που εμπεριέχει τέχνες και λογοτεχνία μέχρι και τα γεγονότα της καθημερινότητας και τέλος στην κουλτούρα της επιλεκτικής παράδοσης όπου οι άνθρωποι επιλέγουν να αξιοποιήσουν στο παρόν μόνο ορισμένα στοιχεία του παρελθόντος.(18 Ό.π.,σ.148)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΔΙΑΦΟΡΕΣ - ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1 Διαφορές&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Καταρχήν παρατηρούμε ότι οι δυο μελετητές χρησιμοποιούν, ο μεν Braudel τον όρο «πολιτισμό», ο δε Williams τον όρο «κουλτούρα» . Οι δύο όροι είναι δύσκολο να οριστούν λόγω της πολυπλοκότητάς τους,τις ποικίλες χρήσεις και σημασίες τους αλλά πλέον δε χρήζουν διαχωρισμού αφού έχουν καταλήξει να ταυτίζονται.(19 Γ.Πασχαλίδης κ.α.,1999,σσ.28,46) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Ο Williams χωρίζει την ίδια την κουλτούρα σε τρία επίπεδα: Τη βιωμένη κουλτούρα, την καταγεγραμμένη κουλτούρα και την κουλτούρα της επιλεκτικής παράδοσης. Ο Braudel διαίρεσε το χρόνο, μέσα στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτισμός, σε τρία επίπεδα: στο χρόνο που διαδραματίζονται τα γεγονότα, οι συγκυρίες και οι πολιτισμοί . &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Με τη δομή της αίσθησης ο Williams παρακολουθεί μια κουλτούρα από την πρώτη μέρα της ζωής της . Με αυτόν τον τρόπο παρατηρεί καλύτερα την εξέλιξή της και τις αλλαγές που συντελούνται σε αυτήν. Η παρατήρηση όμως πρέπει να γίνει από τη σκοπιά του ανθρώπου που έζησε στην εκάστοτε εποχή.(20 Β.Αποστολίδου,1994,σ.53) Αντίθετα, για τη μελέτη των δομών του πολιτισμού, ο Braudel υποστηρίζει ότι ο ιστορικός πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζει. Διαφορετικά δε θα μπορέσει να βρει ποτέ τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δομών των διάφορων πολιτισμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θέση της γυναίκας στους διάφορους πολιτισμούς.(21 F.Braudel,2009,σ.84) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η επιλεκτική παράδοση του Williams έχει τις ρίζες της στο παρελθόν αλλά δεν είναι σταθερή. Ανανεώνεται παράλληλα με την εξέλιξη της κουλτούρας γιατί κάθε γενιά επιλέγει να αξιοποιήσει διαφορετικά στοιχεία του παρελθόντος της. Αυτή η αλλαγή τις περισσότερες φορές κατευθύνεται από συμφέροντα και οδηγεί σε μια «ριζοσπαστική σύγχρονη αλλαγή».(22 Β.Αποστολίδου,1994, σσ.151,152) Οι δομές των πολιτισμών κατά τον Braudel είναι παλιές, δε μεταβάλλονται εύκολα, έχουν μεγάλη διάρκεια και αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά των πολιτισμών. Οι πολιτισμοί αρνούνται πεισματικά να υιοθετήσουν στοιχεία άλλων πολιτισμών, ιδιαίτερα αν αυτά έρχονται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις δομές τους. Αυτή η διαδικασία μας οδηγεί στην καρδιά του πολιτισμού.(23 F.Braudel,2009,σσ.84,85) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Οι πολιτισμοί κατά τον Braudel επιλέγουν ορισμένα ξένα στοιχεία, τις περισσότερες φορές ασυνείδητα κι απορρίπτουν τα περισσότερα. Μέσα από την σταδιακή αφομοίωση αυτών των στοιχείων οι πολιτισμοί εξελίσσονται διαφοροποιώντας ελάχιστα τη θέση τους σε σχέση με το παρελθόν τους. Η διαδικασία είναι ανεπαίσθητη για τους ανθρώπους που είναι μέρος της εποχής καθώς είναι αδύνατο να αντιληφθούν τις αλλαγές για την ολοκλήρωσή των οποίων απαιτούνται πολλά χρόνια.(24 Ό.π.,σσ.87,88) Ο Williams υποστηρίζει ότι η επιλεκτική παράδοση αντίθετα συντελείται με συνειδητό τρόπο. Τα στοιχεία προέρχονται από το παρελθόν της κουλτούρας σαν μια συνεχής «επιλογή» και «ερμηνεία»(25 Β.Αποστολίδου,1994,σ151) και ενσωματώνονται στο παρόν της συμβάλλοντας στην εξέλιξή της. Υπάρχουν και τα αναδυόμενα στοιχεία που διεκδικούν μια θέση στην κουλτούρα, έχουν νέα νοήματα πολλές φορές αντίθετα από αυτά της υπάρχουσας κουλτούρας.(26 Ό.π.,σ.60) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Νεώτεροι μελετητές ασκούν κριτική στο έργο του Williams διότι δεν αναφέρει τις εθνικές διαφορές που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες ούτε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες μέσα σε αυτές.(27 Ό.π.,σ.36) Ο Braudel αναφέρεται διεξοδικά στο θέμα υποστηρίζοντας ότι οι ανταλλαγές πολιτισμικών στοιχείων συνήθως καταλήγουν σε συγκρούσεις και αποτυγχάνουν. Είναι δύσκολο να συνυπάρξουν δυο πολιτισμοί κι αν συμβεί κάτι τέτοιο είναι προσωρινό.(28 F.Braudel,2009,σ.90) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.2 Ομοιότητες&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Όμως οι απόψεις των δυο μελετητών συγκλίνουν σε πολλά σημεία. Ο Braudel ορίζει τον πολιτισμό ως ένα παρελθόν που συνεχίζει να ζει στο παρόν. Για να κατανοήσουμε ένα πολιτισμό πρέπει να γνωρίσουμε την ιστορία του.(29 Ό.π.,σ.79) Ο Williams υποστηρίζει κάτι αντίστοιχο: όταν μιλάμε για την κουλτούρα δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε παρελθοντικούς χρόνους γιατί δηλώνουν κάτι που έχει τελειώσει οριστικά. Αντίθετα η κουλτούρα συνεχώς εξελίσσεται μέσα από τα αναδυόμενα στοιχεία.(30 Β.Αποστολίδου,1994,σ.52) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Σύμφωνα με τη θεωρία του Braudel κάθε γενιά αρνείται την προηγούμενη της κι αυτή που έπεται, ακολουθεί την ίδια τακτική. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι δε δανείζονται στοιχεία από το παρελθόν. Αυτό δεν ισχύει γιατί οι πολιτισμοί είναι συνέχειες.(31 F.Braudel,2009,σ.81) Ο Williams διατυπώνει ότι «Κάθε γενιά έχει τη δική της δομή της αίσθησης».(32 Β.Αποστολίδου,1994,σ.52) Σε κάθε εποχή δηλαδή εμφανίζονται κάποια αναδυόμενα στοιχεία εντός της κουλτούρας.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Όταν πάψουν να υπάρχουν ζωντανοί μάρτυρες η βιωμένη κουλτούρα περιορίζεται στα ελάχιστα και σημαντικότερα στοιχεία που εκπροσωπούν τη συγκεκριμένη εποχή και κατατάσσονται στην υπόλοιπη ιστορία της ανθρωπότητας.(33 Ό.π.,σ.150) Η παραπάνω άποψη του Williams μας θυμίζει τη μακρά διάρκεια που κατακτούν κατά τον Braudel ορισμένα σημαντικά πρόσωπα και γεγονότα που έχουν ξεχωρίσει στην ιστορία των πολιτισμών.(34 F.Braudel,2009,σ.83)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ . &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Οι λέξεις, τα γεγονότα, οι θεσμοί ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες, επιβιώνουν και συμβάλλουν στην πρόοδο του σύγχρονου πολιτισμού. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Οι ίδιοι οι όροι «Έλληνας», «ελληνισμός», μέχρι να εδραιωθούν, πέρασαν αρκετές δοκιμασίες. Οι επαναστατημένοι χριστιανοί ήταν γνωστοί ως «χριστιανοί», «Γραικοί», «Ρωμιοί». Μετά την επανάσταση του 1821 μετονομάστηκαν σε «Έλληνες», όρος που επικρατεί μέχρι σήμερα. Την ίδια περίοδο (1824 περίπου) εμφανίστηκε και ο υποτιμητικός για την Ελλάδα χαρακτηρισμός «Ψωροκώσταινα», αναφερόμενος στο χρεωμένο ελληνικό δημόσιο.(35 Α.Πολίτης,2008,σσ.33,101) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η χριστιανική θρησκεία διατήρησε πολλά από τα παγανιστικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.(36 Ό.π.,σ.110) Οι Απόκριες είναι αποτέλεσμα αυτής της σύζευξης αφού ήταν αδύνατο για τους πατέρες τις εκκλησίας να αποκόψουν τους χριστιανούς από αυτήν. Συγκέντρωσαν λοιπόν αυτές τις γιορτές στις αρχές της άνοιξης.(37 Αικ.Τσοτάκου - Καρβέλη,1996,σ.38) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Τα δημοτικά μας τραγούδια, κατά τον Σ. Ζαμπέλιο,(38 Σ.Ζαμπέλιος,1852,σ.19)&amp;nbsp;επιτυγχάνουν την πολυπόθητη σύνδεση του ελληνισμού με το παρελθόν του ενώ ταυτόχρονα περιέχουν χρήσιμο υλικό για τον ορισμό της εθνικής μας ταυτότητας. Κάθε λέξη τους μας αποκαλύπτει τον τρόπο ζωής ενός ολόκληρου κόσμου που υπήρξε πριν από εμάς.(39 Α.Πολίτης,2008,σσ.53,54,60) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Οι εμποροπανηγύρεις, ένας ακόμη θεσμός που επιβιώνει μέχρι και σήμερα, έχουν στενή σχέση με την αγορά, αλλά εμφανίστηκαν μεταγενέστερα. Γνωρίζουμε ότι στις ελληνικές πόλεις υπήρχαν χώροι στην κεντρική πλατεία τους που προοριζόταν για την αγορά.(40 F.Braudel,1998,σ.257) Όσον αφορά στην πιο σύγχρονη μορφή τους, οι εμποροπανηγύρεις γίνονταν μια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, διαρκούσαν 3 – 8 μέρες και συγκέντρωναν εμπόρους που πουλούσαν ή αγόραζαν αγαθά. Βέβαια κατέβαλαν ένα ποσό στο δήμο για το χώρο που καταλάμβαναν τα παραπήγματά τους.(41 Α.Μανσόλα,1867,σ.132) Μέχρι σήμερα γνωρίζουμε καλά ότι συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Αν μεταφερθούμε στην πνευματική ζωή από τον 8ο μέχρι τον 4ο αι.π.Χ. θα διαπιστώσουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες «εφηύραν» το θέατρο, τη φιλοσοφία, την ιστορία και τις επιστήμες. Το θέατρο ξεκίνησε συνοδεύοντας τις διονυσιακές τελετές, στην αρχή κάθε άνοιξης. Διαπιστώνουμε ότι οι αρχαίες παραστάσεις που έχουν σωθεί, είναι επίκαιρες και παίζονται μέχρι σήμερα. Το θέατρο γενικότερα, αποτελεί δείγμα πολιτισμού για όλους τους λαούς καθώς και ξεχωριστό κομμάτι της κουλτούρας τους.(42 C.Mosse,A.Schnapp - Gourbeillon,2007,σ.389) &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η γέννηση της φιλοσοφίας έχει συντελεστεί επίσης στην Ελλάδα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι επηρεάζουν σήμερα τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη. Οι φιλοσοφικές θεωρίες τους διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια. Ακόμη έχουμε την πρώτη απόπειρα καταγραφής της ιστορίας από τον Ηρόδοτο τον «πατέρα της ιστορίας» και αργότερα, από μια πιο αντικειμενική σκοπιά , από το Θουκυδίδη.(43 Ό.π.,σσ.389,391,395) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4.ΕΠΙΛΟΓΟΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Η κατανομή των πολιτισμών στο παγκόσμιο στερέωμα μοιάζει με πολύχρωμο ψηφιδωτό. Όλοι οι πολιτισμοί είναι άξιοι μελέτης. Ο καθένας έχει βάλει έστω κι ένα μικρό λιθαράκι στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Αν ταξιδέψουμε στο παρελθόν με μια μηχανή του χρόνου θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τις άγνωστες πτυχές του κάθε πολιτισμού. Πτυχές που η επιλεκτική παράδοση έχει αποσιωπήσει. Θα έρθουμε σε επαφή με τους ανθρώπους εκείνης της εποχής διαπιστώνοντας από πρώτο χέρι την περιβόητη «δομή της αίσθησης» την οποία τόσο πολύ τόνισε ο Williams. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Στα σημερινά χρόνια τα πάντα εξελίσσονται με γρήγορους ρυθμούς. Διαδίκτυο, μέσα μαζικής ενημέρωσης, σύγχρονα μεταφορικά μέσα έχουν εκμηδενίσει τις αποστάσεις κι έχουν φέρει κοντά τους πολιτισμούς σε όσο απομακρυσμένο σημείο κι αν βρίσκονται. Η εισαγωγή – εξαγωγή πολιτισμικών στοιχείων δε μπορεί πλέον να περιοριστεί από τα σύνορα των κρατών. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι γεγονός. Γεγονός είναι και οι συγκρούσεις μεταξύ των πολιτισμών που τις απαρτίζουν, εκτός ίσως, ελαχίστων εξαιρέσεων. &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Ίσως δεν υπάρχει καμιά περιοχή του πλανήτη μας που να μην έχει «μιανθεί» από την αμερικάνικη μουσική ή αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Στις περισσότερες χώρες οι άνθρωποι καταναλώνουν κινέζικο φαγητό, χρησιμοποιούν την ιαπωνική τεχνολογία, κάνουν εισαγωγή ενδυμάτων υψηλής ραπτικής από μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και παρακολουθούν αμερικάνικο σινεμά. Αυτού του είδους οι εισβολές γίνονται ανεπαίσθητα. Άραγε οι «δομές των πολιτισμών» κινδυνεύουν; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; Μελετώντας την ιστορία του πολιτισμού μας, κατανοούμε την παρούσα κατάσταση και κατά τον Braudel, έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε κάποιες προβλέψεις. Οι νεοέλληνες θα κατορθώσουν να διαφυλάξουν την παράδοσή τους ή θα την αρνηθούν και θα γίνουν μέρος μιας ενιαίας πολυπολιτισμικής κοινωνίας; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Βαρτζιώτη, Ό., &lt;em&gt;Η λέξη πολιτισμός και η σημασία της&lt;/em&gt;, περ. Ελληνικά 2005 ( τόμος 55, τεύχος 2,σελ.261)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Μανσόλα, Α., &lt;em&gt;Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος&lt;/em&gt;, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1867&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Πασχαλίδης, Γ., κ.α., &lt;em&gt;Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό. Η Έννοια του Πολιτισμού. Όψεις του&lt;/em&gt; &lt;em&gt;Ελληνικού Πολιτισμού&lt;/em&gt;. (Τόμ Α), Πάτρα 1999&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Πολίτης, Α., &lt;em&gt;Ρομαντικά Χρόνια. Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880&lt;/em&gt;, εκδ. Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, Αθήνα 2008&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Τσοτάκου – Καρβέλη, Α., &lt;em&gt;Λαογραφικό Ημερολόγιο. Οι Δώδεκα Μήνες και τα Έθιμά τους&lt;/em&gt;, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1996&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Braudel, F., &lt;em&gt;Υλικός Πολιτισμός, Οικονομία και Καπιταλισμός (15ος-18ος αιώνας),&lt;/em&gt; τ. Β&#39;, τα παιχνίδια της συναλλαγής, εκδ. Α.Τ.Ε., Αθήνα 1998&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Braudel, F., &lt;em&gt;Γραμματική των πολιτισμών&lt;/em&gt;, μτφρ. Α.Αλεξάκης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2009&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Mosse, c., Schnapp – Gourbeillon, A.,&lt;em&gt; Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2.000 – 31&lt;/em&gt; &lt;em&gt;π.Χ.),&lt;/em&gt;μτφρ.Λ.Στεφάνου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2007&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
• Williams, R., &lt;em&gt;Κουλτούρα και ιστορία&lt;/em&gt;, μτφρ.Β.Αποστολίδου, εκδ.Γνώση, Αθήνα 1994&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παραπάνω εργασία έχει βαθμολογηθεί ώς εξής:&lt;br /&gt;
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΙΔΕΩΝ: 4 / 5&lt;br /&gt;
ΔΟΜΗ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: 2 / 2,5&lt;br /&gt;
ΓΛΩΣΣΑ:1,5 / 1,5&lt;br /&gt;
ΕΡΕΥΝΑ: 0,5 /1&lt;br /&gt;
&lt;strong&gt;&lt;span style=&quot;font-size: large;&quot;&gt;ΣΥΝΟΛΟ: 8 / 10&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Raggla: Κοντολογίς η εργασία μου έχει πάρει 8. Μια χαρά το βρίσκω λιγότερο περίμενα... Αφήστε που μέχρι τελευταία στιγμή νόμιζα πως ήμουν εκτός θέματος. Ήταν λίγο δύσκολη εργασία για πρώτη εργασία. Γενικά η ΕΛΠ10 είναι δύσκολη και στο διαδίκτυο δε μπορούμε να πούμε ότι κυκλοφορεί και καμιά πληροφορία σχετικά με τους Braudel και Williams, έτσι για συμπαράσταση βρε αδερφέ! Τώρα όμως εμφανίστηκε η Raggla για να λύσει την παρεξήγηση !!!!&lt;br /&gt;
Οφείλω να σας πληροφορήσω ότι αν με αντιγράψετε σε παρόμοια εργασία θα σας πιάσει το σύστημα του ΑΠΚΥ και τότε θα μηδενιστείτε.(Προσωπικά δεν είχα πρόβλημα)&amp;nbsp;Δημοσίευσα την εργασία μου με σκοπό να βοηθήσω να γράψετε καλύτερα βλέποντας μια έτοιμη εργασία. Ακόμη όσον αφορά τις παραπομπές που συναντάτε μέσα στο κείμενο εσείς πρέπει να τις βάζετε στο κάτω μέρος της σελίδας. (Στο κείμενο του blog δεν&amp;nbsp;υπάρχει εντολή για υποσημειώσεις .) &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακολουθούν τα σχόλια του καθηγητή μου εν συντομία…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΙΔΕΩΝ: Η παρουσίαση όσον αφορά τον Braudel είναι καλή σε αντίθεση με τον Williams στον οποίο δόθηκε λιγότερη βαρύτητα. Η παρουσίαση ιδεών στο τελευταίο υποερώτημα ήταν καλή αν και χρειάζονται περισσότερα σχόλια και αναλύσεις.&lt;br /&gt;
ΔΟΜΗ/ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Στη βιβλιογραφία τα ονόματα των ξένων συγγραφέων πρέπει να είναι ξεχωριστά από αυτά των Ελλήνων. Πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα όλων των συγγραφέων, όσα κι αν είναι αυτά.&lt;br /&gt;
ΓΛΩΣΣΑ: Δεν υπάρχουν ορθογραφικά λάθη και η γλώσσα είναι περιεκτική, σαφής και ρέουσα.&lt;br /&gt;
ΕΡΕΥΝΑ: Η χρήση πρόσθετης βιβλιογραφίας εμπλουτίζει την ανάλυση της εργασίας.&lt;br /&gt;
ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ: Πρέπει να δίνεται ίση βαρύτητα στα υποερωτήματα. Σε κάποια σημεία χρειάζεται περισσότερη ανάλυση και διευκρινίσεις. Κάποια λάθη στη βιβλιογραφία και τις παραπομπές μπορούν να διορθωθούν. Τα θετικά στοιχεία είναι η καλή δομή, η μεστή γλώσσα, η καλή παρουσίαση και ανάπτυξη. Η επιχειρηματολογία και η χρήση πρόσθετων αναγνωσμάτων συμβάλλουν στη βελτίωση ιδεών και επιχειρημάτων. Η εργασία είναι καλή σε γενικές γραμμές.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/feeds/2350340447076534278/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/01/blog-post.html#comment-form' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/2350340447076534278'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2588747062291584880/posts/default/2350340447076534278'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://ragglaergasies.blogspot.com/2010/01/blog-post.html' title='ΑΠΚΥ ΕΛΠ10: ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ'/><author><name>raggla</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04357236113623264539</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry></feed>