<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:blogger='http://schemas.google.com/blogger/2008' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd="http://schemas.google.com/g/2005" xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130</id><updated>2024-09-08T23:15:25.690-07:00</updated><title type='text'>ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default?redirect=false'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default?start-index=26&amp;max-results=25&amp;redirect=false'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>149</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>25</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-8642981033483875003</id><published>2014-11-15T05:02:00.003-08:00</published><updated>2014-11-15T05:02:24.500-08:00</updated><title type='text'>Ερμηνευτικά στον Πρωταγόρα του Πλάτωνος</title><content type='html'>  Ερμηνευτικά στον Πρωταγόρα του Πλάτωνος




Ο πλατωνικός διάλογος Πρωταγόρας του Πλάτωνα δύναται να διεκδικήσει τα πρωτεία ανάμεσα στα υπόλοιπα έργα του φιλοσόφου, ως το κορυφαίο δραματικό αριστούργημα της συγγραφικής δραστηριότητάς του. Στο έργο αυτό αποδίδεται με αριστοτεχνικό τρόπο η λαμπρή προσωπικότητα του διάσημου σοφιστή Πρωταγόρα και σκιαγραφούνται με ευθυμογραφικό τρόπο δύο ελάσσονες μορφές σοφιστών, ο Πρόδικος και ο Ιππίας. 
   Το εν λόγω κείμενο διδάσκει την περίφημη σωκρατική θέση ότι «όλες οι αρετές είναι γνώση». Βεβαίως, φιλοσοφικός στόχος του διαλόγου είναι να καταδειχτεί ότι η ανωτέρω θέση αποτελεί το θεμέλιο της σωκρατικής κριτικής για τον ανθρώπινο βίο. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον προκείμενο διάλογο μια ιδιαίτερη αριστοτεχνική διατύπωση της σωκρατικής ηθικής, αφού και ο ίδιος άντλησε πολλά στοιχεία για την περιγραφή διαφόρων διδασκαλιών του Σωκράτη. 
   Ο πλατωνικός διάλογος «Πρωταγόρας» έχει μεγάλη σημασία διότι περιέχει την πληρέστερη και παλιότερη περιγραφή του χαρακτήρα και των σκοπών της σοφιστικής παιδείας μέσα από τα χείλη των ίδιων των εκπαιδευτικών φορέων της. Ο Πλάτων βρισκόταν πολύ κοντά στην περίκλειο εποχή και έτσι ήταν επαρκώς πληροφορημένος για γεγονότα και πράγματα. Είχε διαμορφώσει και καταλήξει σε συμπεράσματα από ό,τι του έλεγαν μαθητές των σοφιστών, από τα λόγια μεγαλυτέρων σε ηλικία ανθρώπων και φυσικά από το έργο των ίδιων των σοφιστών. Η παρουσίαση των πρωταγορικών απόψεων για την αρετή μπορεί να θεωρηθεί νηφάλια και ουσιαστική, καθώς μέσα από τη μελέτη του ίδιου του κειμένου εξάγεται ότι οι απόψεις του Πρωταγόρα αντιμετωπίζονται με σεβασμό και κατανόηση. Αν και είναι γνωστές οι αντι-σοφιστικές απόψεις του Πλάτωνα, εν τούτοις ο διάλογος δεν αποσκοπεί στην διακωμώδηση του Πρωταγόρα, τον οποίον αντιθέτως τον παρουσιάζει ως άνθρωπο με υψηλούς στόχους και ειλικρινή πίστη στην αξία της παιδείας που προσφέρει. Μοναδική αδυναμία η οποία θα μπορούσε να του καταλογιστεί είναι ότι δεν έχει συνείδηση των περιορισμών του. Έτσι τον βλέπομε να ευθυγραμμίζεται απόλυτα με τις υπόλοιπες διασημότητες της περικλείου εποχής. 
   Μέσα στο κείμενο του διαλόγου  αντιπαρατίθεται η άποψη του Σωκράτη και του Πρωταγόρα για την φύση και τον σκοπό της αρετής. Όταν συναντώνται στο σπίτι του Καλλία, ενός πλούσιου Αθηναίου, οι δύο άνδρες αρχίζουν την αντιπαράθεση που σταδιακά θα λάβει μεγάλες διαστάσεις. Αφού ο Πρωταγόρας θα απαντήσει στην ερώτηση του Σωκράτη για το τι μάθημα προσφέρει, θα δεχτεί τις βολές του δεύτερου για το αν είναι διδάξιμη η αρετή, χρησιμοποιώντας (ο Σωκράτης) παραδείγματα από τη καθημερινή ζωή των Αθηναίων. 
   Ο Πρωταγόρας θα ξεκινήσει να παραθέτει τις απόψεις του με ένα μύθο για τον ήρωα εκπολιτιστή Προμηθέα: Όταν άρχισε η δημιουργία των όντων , στον Επιμηθέα ανατέθηκε να τους μοιράσει όλα τα μέσα τα οποία θα τους ήταν χρήσιμα για την επιβίωσή τους, και στον Προμηθέα ο ρόλος του επόπτη και κριτή. Ο Επιμηθέας όμως πραγματοποίησε τόσο απερίσκεπτα τη διανομή, ώστε όταν έφτασε στον άνθρωπο, οι χρήσιμες ιδιότητες είχαν προ πολλού εξαντληθεί, καθώς είχαν δοθεί στα κατώτερα ζώα. Ο άνθρωπος θα έμενε έτσι αβοήθητος, αν ο Προμηθέας δεν έκλεβε από τους θεούς τη φωτιά και τη γνώση των κατασκευαστικών τεχνών. Ωστόσο, στο στάδιο της «φυσικής κατάστασης» του ανθρώπου, η ευφυΐα και η κατοχή της φωτιάς δεν τον προστάτευαν από τα ζώα που τα είχε ως ανταγωνιστές. Έπρεπε να οργανωθεί σε πόλεις, γεγονός όμως που κορύφωσε την αντιπαλότητα μεταξύ ανθρώπων αφού δεν είχαν μάθει τον σεβασμό και δεν είχαν εμπεδώσει το αίσθημα της δικαιοσύνης. Εδώ, παρεμβαίνει ο Δίας, που για να τους φυλάξει, τους στέλνει τον Ερμή για να τους δώσει την αιδώ και την δίκη. Μαζί με αυτά ο Δίας τόνισε ότι αυτές οι ιδιότητες θα έπρεπε να μοιραστούν απεριορίστως σε όλους και όχι σε ειδικούς, δικαιολογώντας έτσι τη συμπεριφορά της εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων, που δέχονται όλους τους πολίτες σε ζητήματα πολιτικής. Γι’ αυτό ο Σωκράτης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται με μια τέτοια στάση η οποία είναι λογική και σωστή. Η «πολιτική αρετή» είναι θέμα δικαιοσύνης και σωφροσύνης. Κανένα μέλος της πολιτικής κοινότητας δεν θεωρείται απληροφόρητο για τέτοια θέματα. Γι’ αυτό, ενώ περιμένομε από τον ανειδίκευτο σε άλλους τομείς να παραδεχτεί την άγνοιά του, ωστόσο, όταν πρόκειται για τη δικαιοσύνη ή τη σωφροσύνη, θεωρούμε φυσικό για τον καθένα να ισχυρίζεται ότι διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις. Οι Αθηναίοι λοιπόν πιστεύουν πραγματικά στη δυνατότητα και την ανάγκη της διδασκαλίας της αρετής. Ποτέ δεν επιπλήττουν ούτε σωφρονίζουν για μη εξαλείψιμα ελαττώματα. Κανείς δεν επιπλήττεται ως άσχημος, ασθενικός αλλά δέχεται τον γενικό οίκτο. Αντίθετα, οι άνθρωποι τιμωρούνται για τα ηθικά τους σφάλματα,  με κύριο σκοπό  να μην επαναληφθεί η ανήθικη πράξη. Άρα, η ύπαρξη του ποινικού δικαίου πιστοποιεί ότι η αρετή είναι διδάξιμη (323c-324d). 
   Ως εκ τούτου, από τον μύθο του Προμηθέα διδασκόμεθα ότι η ηθική εξαρτάται από τον νόμον, το σύστημα δηλαδή των συμβατικών κανόνων και παραδόσεων ενσωματωμένων στα ήθη μιας πολιτισμένης κοινωνίας. Ο Πρωταγόρας πρεσβεύει ότι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου θα άφηνε ελάχιστα περιθώρια για την ύπαρξη ηθικής, η απουσία της οποίας θα καθιστούσε τον βίο αποκτηνωμένο, βίαιο, απάνθρωπο και σύντομο. Διαφωνεί έντονα με την άποψη ότι η αρετή του πολίτη προέρχεται από τη φύση, με άλλα λόγια ότι οι άνθρωποι γεννιούνται καλοί ή κακοί. Θεωρεί την ηθική ως προϊόν πολιτισμού, ζήτημα αφομοίωσης μιας σωστής κοινωνικής παράδοσης. Η αρετή όμως δεν αφομοιώνεται ασυνείδητα αλλά αποκτάται με τη διδασκαλία και την εξάσκηση. Σε μια πολιτισμένη κοινωνία η ζωή αποτελεί μια μακρά διεργασία εκμάθησης και  απόκτησης της αρετής, της οποίας όλοι οι πολίτες αποτελούν ειδικευμένους δασκάλους. Υπάρχουν όμως λίγοι εξαιρετικά ικανοί διδάσκαλοι- ένας από αυτούς είναι και ο ίδιος. 
   Για να υποστηρίξει περαιτέρω την άποψή του, βγάζει έναν εύγλωττο λόγο για την εκπαιδευτική διεργασία, στην οποία ο πολιτισμένος άνθρωπος υποβάλλεται ισόβια, επειδή είναι μέλος μιας κοινωνίας με παραδόσεις. Ακόμη και στην νηπιακή ηλικία του ανθρώπου , όλοι προσπαθούν να του μάθουν με λόγια και έργα τι είναι καλό και τι σωστό, τι λάθος και άσχημο. Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο δάσκαλος της στοιχειώδους εκπαίδευσης να διδάξει το παιδί μέσω ηθικοπλαστικών χωρίων ανάγνωση . Ο γυμναστής προσπαθεί να του ενσταλάξει ευψυχία και ανδροπρέπεια , προσόντα ενός καλού μελλοντικού στρατιώτη. Όταν ενηλικιωθεί, η πόλη με τους νόμους της του δίδει τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίον θα πρέπει να ρυθμίζει τη ζωή και τη συμπεριφορά του και τον τιμωρεί αν δεν μάθει από τον κανόνα αυτό να διοικεί και να διοικείται. Έτσι, ο βίος του πολίτη αποτελεί μιαν αδιάκοπη διεργασία εκμάθησης της αρετής. 
   Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, ανέπτυξε τον βασικό του ισχυρισμό ότι η αρετή μπορεί να μαθευτεί, ως συνέπεια της γέννησης σε μια κοινωνία που έχει μιαν ορισμένη παράδοση. Η αρετή, όπως τη καταλαβαίνει ο Σωκράτης, δεν είναι ένα σύνολο παραδόσεων, αλλά κατανόησης αρχών. Το είδος της αρετής που εννοεί ο Πρωταγόρας, για να λέει ότι κάθε Αθηναίος πολίτης μπορεί να τη διδάξει, πρέπει να συνίσταται σε κάτι που δεν αποκτάται με την εκμάθηση αρχών αλλά κυρίως αυτόματα (λαϊκή αρετή). Χωρίς λοιπόν να το ξέρει, παραδέχεται στην ουσία ως αρετή, ό,τι χαρακτηρίζεται στον Γοργία ως τεχνική επιδεξιότητα. 
   Γενικά, ο Σωκράτης αμφέβαλλε αν μπορεί να διδαχτεί το είδος της αρετής του οποίου λαμπρά παραδείγματα αποτελούσαν οι δημόσιοι άνδρες της Αθήνας. Η αρετή αυτή, αφού σημαίνει απλώς ρύθμιση υποθέσεων με τακτ, είναι φανερό ότι δεν επιδέχεται διδασκαλία. Η αρετή που διδάσκει ο Πρωταγόρας συνίσταται στο μυστικό της πολιτικής επιτυχίας. Αλλά τελικά η πολιτική επιτυχία είναι κάτι που δεν μπορεί να διδαχτεί. Άρα, ο Πρωταγόρας αντιπροσωπεύει ασυμβίβαστες θέσεις, όταν αποφαίνεται ότι η αρετή δεν είναι γνώση και ότι επιδέχεται διδασκαλία. Αν , λέγοντας αρετή, εννοούμε αυτό που ο Πρωταγόρας ορίζει ως επιτυχία στα ιδιωτικά και στα δημόσια πράγματα, τότε υποστηρίζει σωστά ότι η αρετή δεν είναι γνώση, αλλά πιστεύει λαθεμένα ότι η αρετή αποτελεί «τέχνη» την οποία αυτός μπορεί να διδάξει. 

ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ Τ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ

               ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
             
</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/8642981033483875003/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2014/11/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/8642981033483875003'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/8642981033483875003'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2014/11/blog-post.html' title='Ερμηνευτικά στον Πρωταγόρα του Πλάτωνος'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-4868151166039226182</id><published>2011-11-29T01:09:00.001-08:00</published><updated>2011-11-29T01:09:09.920-08:00</updated><title type='text'>Αόριστη αναζήτηση. Γεώργιος Τ. Τσερεβελάκης</title><content type='html'>Αόριστη αναζήτηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ερεβώδεις σκέψεις γεμίζουν με στάχτη το άπειρο&lt;br /&gt;
και φουσκώνει το στήθος μου γεμίζοντας ήλιους&lt;br /&gt;
που λάμπουν αγέρωχοι με θεριεμένα τα μάτια&lt;br /&gt;
κυλώντας ορμητικές κηλίδες φωτεινές των μαλλιών τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ζούσα ρουφώντας άπλετα το φως&lt;br /&gt;
που έκαιγε πέφτοντας σαν μπάλα φωτιάς&lt;br /&gt;
στο απαλό και δροσάτο χορτάρι του λιβαδιού&lt;br /&gt;
που έσβηνε νιώθοντας την ηδονή της δύναμης∙&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ψηλαφούσα τα στήθη των βράχων&lt;br /&gt;
με τις ανήσυχες των δακτύλων μου ρώγες&lt;br /&gt;
θέλοντας να καταλάβω τον χρόνο μου.&lt;br /&gt;
Έχωνα το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου&lt;br /&gt;
και έπινα αχόρταγα του εαυτού μου αισθήματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θέλησα να σε ψάξω σ’ εκείνη την αταίριαστη ωραιότητα,&lt;br /&gt;
μα, δεν φαινόσουν ολάκερη στο δικό μου το όνειρο∙&lt;br /&gt;
υπήρχες εκεί παραδομένη στο επέκεινα. &lt;br /&gt;
Ήρθες εδώ και αμέσως σαν μανιασμένο άτι&lt;br /&gt;
η ψυχή μου έτρεξε να καλπάσει στον αφρό&lt;br /&gt;
που έβραζε στα βάθη της καρδιάς σου.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/4868151166039226182/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_29.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/4868151166039226182'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/4868151166039226182'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_29.html' title='Αόριστη αναζήτηση. Γεώργιος Τ. Τσερεβελάκης'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-7959543328210849751</id><published>2011-11-23T00:09:00.001-08:00</published><updated>2011-11-23T00:09:30.124-08:00</updated><title type='text'>Φωνή της μακαριότητας. Γιώργος Τ.Τσερεβελάκης</title><content type='html'>Φωνή της μακαριότητας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φωνή της απόλυτης μακαριότητας, &lt;br /&gt;
σβήνεις βοώντας στην έρημη ζωή σου&lt;br /&gt;
ιαχές απελπισίας εκπέμποντας,&lt;br /&gt;
σ’ έναν κόσμο που άδικα κωφεύει &lt;br /&gt;
στην νοσταλγία της αλλοτινής σου ομορφιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κανείς δεν θέλει ένα σπασμένο κλωνάρι &lt;br /&gt;
ν’ ακούει το κλάμα του στο μισοσκόταδο· &lt;br /&gt;
ούτε την όψη του θέλουν να δουν&lt;br /&gt;
αυτοί που υμνούν μια σάπια ωραιότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην φοβάσαι! &lt;br /&gt;
Ο ήλιος μάρτυρας αλλά και λυτρωτής &lt;br /&gt;
των μύριων παθών σου.&lt;br /&gt;
Δες με τα μάτια σου τον ουρανό &lt;br /&gt;
και τόξευσε χαμόγελα ν’ αστράψουν&lt;br /&gt;
στην βροχή που πέφτει ανέμελη &lt;br /&gt;
ξεπλένοντας το ακάθαρτο μυστικό της ανθρώπινης υποτέλειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Να χαίρεσαι με την ερημιά! Δώστης δικό σου όνομα,&lt;br /&gt;
γέλα με την αστραπή, &lt;br /&gt;
γιατί εκεί θα δεις την περασμένη χαρά &lt;br /&gt;
της άφατης γνώσεως.&lt;br /&gt;
Το λευκό να αναζητείς, την ένταση του μαύρου&lt;br /&gt;
πλύνε με δάκρυα που σαν ρυάκια ξεπλένουν &lt;br /&gt;
τις πλαγιές της πολυκύμαντης ζωής σου.&lt;br /&gt;
Άπλωσε το χέρι στον Θεό και ζήτα τη μετάνοια, &lt;br /&gt;
πρώτα για την άπιστη γενιά, μετά για την αδυναμία σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αγνότητα σ’ αγκαλιάζει σαν σεντόνι λευκό&lt;br /&gt;
μέσα στην ηχώ του ελέους Του.&lt;br /&gt;
Μείνε εκεί! Θυμήσου το σημείο της αρχής σου.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/7959543328210849751/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_5821.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7959543328210849751'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7959543328210849751'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_5821.html' title='Φωνή της μακαριότητας. Γιώργος Τ.Τσερεβελάκης'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-599284417165353647</id><published>2011-11-23T00:08:00.001-08:00</published><updated>2011-11-23T00:08:04.335-08:00</updated><title type='text'>ΑΕΤΟΙ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ</title><content type='html'>Αετοί&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην καθρεφτίσια μάτια του αετού&lt;br /&gt;
καίγεται το πυρ της σκέψης μου∙&lt;br /&gt;
στην διαπεραστική του κραυγή&lt;br /&gt;
ακούω τη φωνή των προγόνων μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάντα ήθελα να ‘χω φτερά&lt;br /&gt;
να φτερώνω τις δυνάμεις μου,&lt;br /&gt;
να ζω τη γαλήνη των ανέμων&lt;br /&gt;
και να αποκοιμιέμαι στις κορφές που πατά ο θεός μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν στο μάτι μου λάμψει η ορμή της κατάκτησης,&lt;br /&gt;
κραδαίνω τα όπλα μου&lt;br /&gt;
και βγάζω κραυγή που με κάνει και τρέμω.&lt;br /&gt;
Τελικά, είμαι ένας αετός της σκέψης μου.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/599284417165353647/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_7432.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/599284417165353647'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/599284417165353647'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_7432.html' title='ΑΕΤΟΙ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-6124439935999817255</id><published>2011-11-23T00:07:00.001-08:00</published><updated>2011-11-23T00:07:17.459-08:00</updated><title type='text'>ΣΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ.ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ</title><content type='html'>Στην ελπίδα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν κάθομαι δίπλα στη μοναχική καρδιά μου&lt;br /&gt;
μισητές σκέψεις τυλίγουν τη ψυχή μου, στο μισοσκόταδο∙&lt;br /&gt;
όταν δεν γοργοπετούν όμορφες σκέψεις στο μυαλό μου,&lt;br /&gt;
τότε το γυμνό λιβάδι της ζωής δεν ανθίζει∙&lt;br /&gt;
Γλυκειά ελπίδα, άπλωσε αιθέριο βάλσαμο μέσα μου&lt;br /&gt;
και κυμάτισε τις ασημένιες φτερούγες σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπότε περιπλανώμαι στο σκοτάδι&lt;br /&gt;
όπου τα υφαντά κλαδιά απορροφούν&lt;br /&gt;
τα αστραφτερά του φεγγαριού δάκρυα,&lt;br /&gt;
η λυπημένη μου καρδιά φοβίζει τους στίχους μου·&lt;br /&gt;
και αν το κάνει, θα διώξει μακριά την όμορφη χαρά,&lt;br /&gt;
θα κρυφοκοιταχτεί με τις φεγγοβολές του φεγγαριού&lt;br /&gt;
μέσα από τις φυλλωσιές&lt;br /&gt;
και τελικά θα κρατήσει τη θλίψη μακριά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρέπει η απογοήτευση, που γέννησε την απελπισία,&lt;br /&gt;
να πολεμήσει για το τέκνο της και να κυριεύσει την απρόσεχτη&lt;br /&gt;
καρδιά μου;&lt;br /&gt;
Τότε, σαν σύννεφο, στον αέρα βρίσκεται&lt;br /&gt;
ετοιμάζοντας τα μάγια που θα φυλακίσουν την ορμή μου∙&lt;br /&gt;
διώξε, Ελπίδα, την απελπισία, με το φωτεινό σου όραμα,&lt;br /&gt;
και τρόμαξέ την όπως η μέρα φοβίζει τη νύχτα!</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/6124439935999817255/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_23.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/6124439935999817255'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/6124439935999817255'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_23.html' title='ΣΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ.ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-7157476097193000205</id><published>2011-11-18T00:55:00.001-08:00</published><updated>2011-11-18T00:55:14.458-08:00</updated><title type='text'>ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ</title><content type='html'>Παντελής Mπουκάλας - Από το Πανοπτικόν στο Πανακουστικόν&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρθρο στην Καθημερινή, Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2006&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμβαίνει αρκετά συχνά να αλλάζει το νόημα των λέξεων. Ορισμένες φορές η μεταβολή είναι τόσο ριζική ώστε να μη θίγει μόνο μία από τις έννοιες μιας λέξης αλλά το ίδιο πρόσημό της (αν βέβαια θα μπορούσαμε να την εννοήσουμε σαν μέγεθος μαθηματικό), για να φτάσει έτσι να σημαίνει κάτι το αρνητικό και το απαξιωμένο, παρότι ξεκίνησε να ονομάζει και να προσδιορίζει κάτι το αγαθό. Ο «κάπηλος», λ.χ., άρχισε την καριέρα του σαν καλός καγαθός μικροπωλητής ή σαν ταβερνιάρης τίμιος και μπεσαλής, για να υποβιβαστεί με τον καιρό σε δόλιο και πανούργο, σε απατεώνα, ενσωματώνοντας έτσι τη αξιολόγηση της δουλειάς του από την καχύποπτη πελατεία του. Ο «αργός» πάλι σήμαινε τον γοργό, αυτόν που κινείται τόσο γρήγορα ώστε να αφήνει πίσω του λάμψη, κι όχι τον βραδυπορούντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το φαινόμενο της ανασημασιοδότησης παρατηρείται και στην ορολογία της φιλοσοφίας, ιδίως όταν γενικεύεται η χρήση κάποιου όρου, οπότε το περιεχόμενό του συσκοτίζεται, νοθεύεται ή και ανατρέπεται. Τυπικό παράδειγμα είναι η λέξη «κυνικός», η οποία, από όνομα μιας ηθικής φιλοσοφίας και κοινωνικής ιδεολογίας που εγκωμίαζε τον κατά φύσιν βίο, κήρυσσε την αξία της κοινοκτημοσύνης και πρέσβευε την παντελή αδιαφορία για το χρήμα, κατέληξε να λεξικογραφείται σαν συνώνυμο της αναίδειας και της περιφρόνησης κάθε κανόνα. Ανάλογη αλλοίωση υπέστη το νόημα του λήμματος «επικουρισμός», που για τους πολλούς σημαίνει τη φίλαυτη ηδονοθηρία· αδικούνται έτσι κατάφωρα οι ιδέες του Επίκουρου τόσο για την ανάγκη απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον φόβο του θανάτου και των θεών και για την «αταραξία» της ψυχής, όσο και για τη διάκριση των υψηλών «καταστηματικών» ηδονών από τις σωματικές, τις «κατά κίνηση».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα νεότερα χρόνια, την ίδια μοίρα της απαξίωσης επιφύλαξε η γενικευμένη χρήση και στον όρο «ωφελιμισμός». Κοινολεκτούμενος, «μεταφράζεται» σαν το όνομα της ιδιοτέλειας, χάνεται δηλαδή κατά τη «μετάφραση» η ουσία της σκέψης του πολιτικού φιλοσόφου που θεωρείται ιδρυτής της κοινωνικής θεωρίας του ωφελιμισμού, του Τζέρεμι Μπένθαμ (1748-1832). Για τον Άγγλο στοχαστή λοιπόν, τον άθεο, αντιαποικιοκράτη και αντιαριστοκράτη (εκτός των άλλων υπήρξε μέλος του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου, αλληλογραφούσε δε με τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο), το κριτήριο των ηθικών επιλογών ενός ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι το πώς, με τις πράξεις του, θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό συνανθρώπων του, ο ωφελιμισμός του λοιπόν προσέβλεπε στο κοινωνικό σύνολο, όχι στο άτομο. Για να προσδιορίσει μάλιστα το «ποσό της ευδαιμονίας» που συνεπάγονται οι πράξεις μας, ο Μπένθαμ εισηγήθηκε ένα δυσεπίτευκτο μες στην πρωτοτυπία του μετρητικό σύστημα, όπου οι δύο άγνωστοι (η «ηδονή» και ο «πόνος») υπολογίζονται βάσει επτά συντελεστών (ένταση, διάρκεια, βεβαιότητα, γονιμότητα, καθαρότητα, έκταση, χρόνος εκδήλωσης των συνεπειών). Ότι αυτά τα «ευδαιμονικά» μαθηματικά δεν είναι τα απλούστερα, δεν χωρεί συζήτηση. Δεν κατέστησαν πάντως αυτά τον Μπένθαμ σχετικώς επίκαιρο στις μέρες μας αλλά η δεύτερη θεμελιώδης εισήγησή του, το διάσημο «Πανοπτικόν», το οποίο τείνει να γίνει πραγματικότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Για να αντισταθεί στο σύστημα του εκτοπισμού των βαρυποινιτών στην Αυστραλία, το οποίο θεωρούσε απάνθρωπο», σημειώνει σε σχετικό κείμενό του ο Πασχάλης M. Κιτρομηλίδης, ο Μπένθαμ πρότεινε να κατασκευαστεί μια πρότυπη φυλακή, το όνομα της οποίας («Panopticon») απηχεί τον Πανόπτη Άργο, το τέρας με τα εκατό μάτια που η Ήρα τού είχε αναθέσει να επιτηρεί ξάγρυπνο την Ιώ, τη μεταμορφωμένη σε αγελάδα ερωμένη του Δία. Όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις του Μπένθαμ, το σχέδιό του για τη νέα φυλακή, που θα καθιστούσε αμφιθέατρο τον κρατούμενο ανά πάσα στιγμή, καταγράφτηκε στην ιστορία του σωφρονιστικού συστήματος ως «το διάγραμμα ενός μηχανισμού εξουσίας στην πιο ιδανική του μορφή», «ένα είδος εργαστηρίου εξουσίας», αφού «χάρη στους μηχανισμούς επιτήρησης που διαθέτει, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ικανότητα διείσδυσης στη συμπεριφορά των ατόμων». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί ανήκουν στον Μισέλ Φουκώ και απαντούν στο βιβλίο του «Επιτήρηση και τιμωρία - Η γέννηση της φυλακής» (μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου, Ιουλιέττα Ράλλη, εκδ. Ράππα, 1976), όπου επίσης διαβάζουμε, στο κεφάλαιο «Ο Πανοπτισμός», την περιγραφή της νέας φυλακής:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Στην περιφέρεια, ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα· στο κέντρο, ένας πύργος· ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό τού δακτυλίου· το περιφερικό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος· τα κελιά έχουν δύο παράθυρα – το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σ’ ένα από τα παράθυρα του πύργου· το άλλο δίνει προς τα έξω, και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα. Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας τρελός, ένας άρρωστος, ένας κατάδικος, ή ένας εργάτης, ή ένας μαθητής: με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας. Το κάθε κλουβί είναι κι ένα μικρό θέατρο όπου ο ηθοποιός είναι μόνος, τέλεια εξατομικευμένος και μόνιμα ορατός· το πανοπτικό αυτό σύστημα δημιουργεί μονάδες χώρων που επιτρέπουν την αδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση. [...] Το μείζον αποτέλεσμα του “Πανοπτικού” είναι, επομένως, το ακόλουθο: να υποβάλλει στον κρατούμενο μια συνειδητή και μόνιμη, εις βάρος του, κατάσταση ορατότητας, που εξασφαλίζει την αυτόματη λειτουργία της εξουσίας. Να μονιμοποιεί τα αποτελέσματα της επιτήρησης, ακόμα κι αν αυτή είναι ασυνεχής στην άσκησή της· η τελειότητα της εξουσίας να τείνει στο να καθιστά περιττή τη συγκεκριμένη άσκησή της».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το παράθεμα μάκρυνε επειδή, λίγο αν πειραχτεί μια λέξη, αν το «Πανοπτικόν» γίνει «Πανακουστικόν», θα μεταφερθούμε στον καιρό μας, στις υποκλοπές από μυστικούς πράκτορες, κρατικούς μηχανισμούς και βιομηχανικούς κατασκόπους και στις «νόμιμες συνακροάσεις», αυτήν την ύπουλη ευρεσιτεχνία που προσφέρει ένα μανδύα νομιμότητας σε πράξεις εξόφθαλμα παράνομες. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και το «Πανοπτικόν» σωφρονιστήριο ωχριά μπροστά στο Γκουαντανάμο, ένα κολαστήριο εγκατεστημένο σε περιοχή που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία της αμερικανικής δικαιοσύνης, ώστε, ακριβώς, να μη γίνεται σεβαστός στο εσωτερικό του κανένας νόμος και ο κρατούμενοι να περιπίπτουν στην κατάσταση του πράγματος κι όχι απλώς του «γυμνού σώματος». Η αλήθεια η δεύτερη είναι ότι με τις αμέτρητες κάμερες, φανερές και κρυφές, μεγάλες και μικρές, κρατικές και ιδιωτικές, βρισκόμαστε όλοι σε διαρκή «κατάσταση ορατότητας», όπως αυτή που περιγράφει ο Φουκώ. Ταυτόχρονα, όμως, και επειδή «ουδέν κρυπτόν υπό το Έσελον» όπως έχουμε ξαναπεί, βρισκόμαστε και σε μόνιμη «κατάσταση ακουστότητας», σε διαρκή ολυμπιακή περίοδο, υπό το πρόσχημα της οποίας νομιμοποιήθηκαν οι παρακολουθήσεις, πριν ακόμα τις επιβάλλει με τις οδηγίες της η Ευρωπαϊκή Ένωση, συμμορφούμενη προς τις αμερικανικές επιθυμίες γενικευμένης επιτήρησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να μην υποκύψουμε στην αντίληψη ότι ο Μεγάλος Αδελφός είναι παντοδύναμος» μάς προέτρεπε ο Αντώνης Μανιτάκης, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, με συνέντευξή του στην «Αυγή» της 12ης Φεβρουαρίου. Σωστά. Σαν πολίτες, έτσι οφείλουμε να πράξουμε, ειδάλλως αποδεχόμαστε μοιρολατρικά τη διάλυση της κοινωνικής ζωής και την παραβίαση της προσωπικής, καθώς και τον ασφυκτικό έλεγχο του πολιτικού βίου. Μόνο που όσα τώρα συμβαίνουν φαίνεται να επιβεβαιώνουν την πιο αποκαρδιωτική διάγνωση του Φουκώ, ότι «η τελειότητα της εξουσίας καθιστά περιττή τη συγκεκριμένη άσκησή της».</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/7157476097193000205/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_1610.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7157476097193000205'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7157476097193000205'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_1610.html' title='ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-6506089172157824571</id><published>2011-11-18T00:52:00.001-08:00</published><updated>2011-11-18T00:52:47.590-08:00</updated><title type='text'>ΜΑΡΙΝΟΣ ΦΑΛΙΕΡΟΣ</title><content type='html'>Μαρῖνος Φαλιέρος - Ἐρωτικὰ ὄνειρα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μαρῖνος Φαλιέρος (περ. 1395-1474). Κρητικός ποιητής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;...&gt;&lt;br /&gt;
Κι ἐγὼ ὁ φτωχὸς ἐστέναξα κι ἐδάκρυσεν τὸ φῶς μου&lt;br /&gt;
ἀκόντα τέτοιο ρώτημα παράξενον ὀμπρός μου-&lt;br /&gt;
φιλῶντα τὰ ματάκια της καὶ τὰ ῾μνοστά της χείλη&lt;br /&gt;
ἐπέφτασιν τὰ δάκρυά μου στ᾿ ὡριόν της τὸ τραχήλι.&lt;br /&gt;
Γλυκιά, μὲ παραπόνεση, πολλὰ τῆς ἀπεκρίθη:&lt;br /&gt;
Τί ἔν᾿ τὸ παράξενον αὐτὸ στὸ νοῦ σου ὁπογεννήθη,&lt;br /&gt;
ὦ σπλαχνικό μου σκάνδαλο, γλυκὸ καὶ πειρασμέ μου,&lt;br /&gt;
ἴντα δηγᾶσαι, τί ἔν᾿ τὸ λὲς στὲς ἀναγάλλιασές μου;&lt;br /&gt;
Ρωτᾶς με ἂν ἔν᾿ καὶ σ᾿ ἀγαπῶ μὲ δίχως δολοσύνη;&lt;br /&gt;
Ἄλλην οὐκ ἔχω παρὰ σέν. Τὶς νὰ τὸ ξεδιαλύνῃ&lt;br /&gt;
καὶ τέτοιον πράγμα μὲ λαλεῖς; Ἄδικον μέγαν ἔχεις&lt;br /&gt;
καὶ θὲς νὰ δείχνῃς ἄγνωρη σ᾿ ἐκεῖνο τὸ κατέχεις.&lt;br /&gt;
Τόσος καιρὸς δὲν σ᾿ ἔσωσεν οὐδὲ τὰ τόσα πάθη,&lt;br /&gt;
ὁ νοῦς σου τὴν ἀγάπη μου ἀκόμη νὰ τὴ μάθῃ;&lt;br /&gt;
Δὲ μὲ θωρεῖς, δὲν τ᾿ ἄκουσες μὲ τὴν ἐμπιστοσύνη&lt;br /&gt;
τὸ πῶς τὸν πόθο σου βαστῶ μ᾿ ὅλην τὴν δικιοσύνη;&lt;br /&gt;
Ἀλίμονον, Μαροῦσα μου, σφάζεις με νὰ σ᾿ ἀκούγω&lt;br /&gt;
καὶ ἀπὸ τὴν κάψα βλέπεις με ἐμὲν κι ἐσὲ νὰ λούγω.&lt;br /&gt;
&lt;...&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/6506089172157824571/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_18.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/6506089172157824571'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/6506089172157824571'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_18.html' title='ΜΑΡΙΝΟΣ ΦΑΛΙΕΡΟΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-5650132119954438085</id><published>2011-11-16T01:52:00.001-08:00</published><updated>2011-11-16T01:52:11.688-08:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>ПУБЛИЧНАЯ ЭЛЕКТРОННАЯ БИБЛИОТЕКА&lt;br /&gt;
Михаил Юрьевич Лермонтов&lt;br /&gt;
Стихотворения&lt;br /&gt;
Версия 0.88 от 14 января 1998 г. Сверка произведена по &quot;Стихотворения. Поэмы. Маскарад&quot;, изд-во &quot;Художественная литература&quot;, Москва, 1969 г.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
© Права на этот электронный текст принадлежат Публичной электронной библиотеке (Евгению Пескину), 1994-1998 год. Разрешено свободное распространение при условии сохранения целостности текста (включая данную информацию). Разрешено свободное использование для некоммерческих целей при условии ссылки на источник.&lt;br /&gt;
Публичная Электронная Библиотека - товарный знак и знак обслуживания, принадлежащие Евгению Пескину.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
E-mail:eugene@eugene.msk.su&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
    Парус &lt;br /&gt;
    Русалка &lt;br /&gt;
    Еврейская мелодия (&quot;Душа моя мрачна. Скорей, певец, скорей!...&quot;) &lt;br /&gt;
    В альбом(&quot;Как одинокая гробница&quot;) &lt;br /&gt;
    Смерть поэта &lt;br /&gt;
    Бородино &lt;br /&gt;
    Ветка Палестины &lt;br /&gt;
    Узник (&quot;Отворите мне темницу...&quot;) &lt;br /&gt;
    Сосед (&quot;Кто б ни был ты, печальный мой сосед...&quot;) &lt;br /&gt;
    &quot;Когда волнуется желтеющая нива...&quot;) &lt;br /&gt;
    Молитва (&quot;Я, матерь божия, ныне с молитвою...&quot;) &lt;br /&gt;
    &quot;Расстались мы, но твой портрет...&quot;) &lt;br /&gt;
    &quot;Спеша на север из далека...&quot;) &lt;br /&gt;
    Кинжал &lt;br /&gt;
    Дума &lt;br /&gt;
    Поэт (&quot;Отделкой золотой блистает мой кинжал...&quot;) &lt;br /&gt;
    Казачья колыбельная песня &lt;br /&gt;
    Не верь себе &lt;br /&gt;
    Три пальмы &lt;br /&gt;
    Молитва (&quot;В минуту жизни трудную...&quot;) &lt;br /&gt;
    Дары Терека &lt;br /&gt;
    Памяти А.И.Одоевского &lt;br /&gt;
    &quot;Есть речи - значенье...&quot; &lt;br /&gt;
    &quot;Как часто, пестрою толпою окружен...&quot; &lt;br /&gt;
    И скучно и грустно &lt;br /&gt;
    Из Гете &lt;br /&gt;
    Отчего &lt;br /&gt;
    Благодарность (&quot;За все, за все тебя благодарю я...&quot;) &lt;br /&gt;
    Ребенку (&quot;О грезах юности томим воспоминаньем...&quot;) &lt;br /&gt;
    А.О.Смирновой (&quot;Без вас хочу сказать вам много...&quot;) &lt;br /&gt;
    К портрету (&quot;Как мальчик кудрявый, резва...&quot;) &lt;br /&gt;
    Тучи &lt;br /&gt;
    &lt;Валерик&gt; (&quot;Я к вам пишу случайно, право...&quot;) &lt;br /&gt;
    Завещание (&quot;Наедине с тобою, брат...&quot;) &lt;br /&gt;
    Оправдание (&quot;Когда одни воспоминанья...&quot;) &lt;br /&gt;
    Родина &lt;br /&gt;
    Любовь мертвеца &lt;br /&gt;
    &quot;На севере диком стоит одиноко...&quot; &lt;br /&gt;
    Последнее новоселье &lt;br /&gt;
    &quot;Из-под таинственной, холодной полумаски...&quot; &lt;br /&gt;
    &quot;Ты помнишь ли, как мы с тобой...&quot; &lt;br /&gt;
    &quot;Не плачь, не плачь, мое дитя...&quot; &lt;br /&gt;
    &lt;Из альбома С.Н.Карамзиной&gt; (&quot;Любил и я в былые годы...&quot;) &lt;br /&gt;
    &lt;Графине Ростопчиной&gt; (&quot;Я верю: под одной звездой...&quot;) &lt;br /&gt;
    &quot;Прощай, немытая Россия...&quot; &lt;br /&gt;
    Утес &lt;br /&gt;
    Спор &lt;br /&gt;
    Сон (&quot;В полночный жар в долине Дагестана...&quot;) &lt;br /&gt;
    &quot;Они любили друг друга так долго и нежно...&quot; &lt;br /&gt;
    Тамара &lt;br /&gt;
    Свиданье &lt;br /&gt;
    Листок &lt;br /&gt;
    &quot;Нет, не тебя так пылко я люблю...&quot; &lt;br /&gt;
    &quot;Выхожу один я на дорогу...&quot; &lt;br /&gt;
    Морская царевна &lt;br /&gt;
    Пророк&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ПАРУС&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Белеет парус одинокий&lt;br /&gt;
            В тумане моря голубом!...&lt;br /&gt;
            Что ищет он в стране далекой?&lt;br /&gt;
            Что кинул он в краю родном?...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Играют волны - ветер свищет,&lt;br /&gt;
            И мачта гнется и скрыпит...&lt;br /&gt;
            Увы, - он счастия не ищет&lt;br /&gt;
            И не от счастия бежит!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Под ним струя светлей лазури,&lt;br /&gt;
            Над ним луч солнца золотой...&lt;br /&gt;
            А он, мятежный, просит бури,&lt;br /&gt;
            Как будто в бурях есть покой!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1832&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                      РУСАЛКА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Русалка плыла по реке голубой,&lt;br /&gt;
                Озаряема полной луной;&lt;br /&gt;
            И старалась она доплеснуть до луны&lt;br /&gt;
                Серебристую пену волны.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И шумя, и крутясь, колебала река&lt;br /&gt;
                Отраженные в ней облака;&lt;br /&gt;
            И пела русалка - и звук ее слов&lt;br /&gt;
                Долетал до крутых берегов.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И пела русалка: &quot;На дне у меня&lt;br /&gt;
                Играет мерцание дня;&lt;br /&gt;
            Там рыбок златые гуляют стада;&lt;br /&gt;
                Там хрустальные есть города;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         4&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И там на подушке из ярких песков&lt;br /&gt;
                Под тенью густых тростников&lt;br /&gt;
            Спит витязь, добыча ревнивой волны,&lt;br /&gt;
                Спит витязь чужой стороны.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Расчесывать кольца шелковых кудрей&lt;br /&gt;
                Мы любим во мраке ночей,&lt;br /&gt;
            И в чело и в уста мы в полуденный час&lt;br /&gt;
                Целовали красавца не раз.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         6&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но к страстным лобзаньям, не знаю зачем,&lt;br /&gt;
                Остается он хладен и нем;&lt;br /&gt;
            Он спит - и, склонившись на перси ко мне,&lt;br /&gt;
                Он не дышит, не шепчет во сне!...&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         7&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Так пела русалка над синей рекой,&lt;br /&gt;
                Полна непонятной тоской;&lt;br /&gt;
            И шумно катясь, колебала река&lt;br /&gt;
                Отраженные в ней облака.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1832&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ЕВРЕЙСКАЯ МЕЛОДИЯ&lt;br /&gt;
                    (Из Байрона)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Душа моя мрачна. Скорей, певец, скорей!&lt;br /&gt;
                Вот арфа золотая:&lt;br /&gt;
            Пускай персты твои, промчавшися по ней,&lt;br /&gt;
                Пробудят в струнах звуки рая.&lt;br /&gt;
            И если не навек надежды рок унес,&lt;br /&gt;
                Они в груди моей проснутся,&lt;br /&gt;
            И если есть в очах застывших капля слез -&lt;br /&gt;
                Они растают и прольются.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Пусть будет песнь твоя дика. Как мой венец,&lt;br /&gt;
                Мне тягостны веселья звуки!&lt;br /&gt;
            Я говорю тебе: я слез хочу, певец,&lt;br /&gt;
                Иль разорвется грудь от муки.&lt;br /&gt;
            Страданьями была упитана она,&lt;br /&gt;
                Томилась долго и безмолвно;&lt;br /&gt;
            И грозный час настал - теперь она полна,&lt;br /&gt;
                Как кубок смерти, яда полный.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1836&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    В АЛЬБОМ&lt;br /&gt;
                  (Из Байрона)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Как одинокая гробница&lt;br /&gt;
            Вниманье путника зовет,&lt;br /&gt;
            Так эта бледная странница&lt;br /&gt;
            Пусть милый взор твой привлечет.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И если после многих лет&lt;br /&gt;
            Прочтешь ты, как мечтал поэт,&lt;br /&gt;
            И вспомнишь, как любил он,&lt;br /&gt;
            То думай, что его уж нет,&lt;br /&gt;
            Что сердце здесь похоронил он.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1836&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                            СМЕРТЬ ПОЭТА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                     Погиб Поэт! - невольник чести-&lt;br /&gt;
                     Пал, оклеветанный молвой,&lt;br /&gt;
                     С свинцом в груди и жаждой мести,&lt;br /&gt;
                     Поникнув гордой головой!..&lt;br /&gt;
                     Не вынесла душа Поэта&lt;br /&gt;
                     Позора мелочных обид,&lt;br /&gt;
                     Восстал он против мнений света&lt;br /&gt;
                     Один, как прежде... и убит!&lt;br /&gt;
                     Убит!.. к чему теперь рыданья,&lt;br /&gt;
                     Пустых похвал ненужный хор&lt;br /&gt;
                     И жалкий лепет оправданья?&lt;br /&gt;
                     Судьбы свершился приговор!&lt;br /&gt;
                     Не вы ль сперва так злобно гнали&lt;br /&gt;
                     Его свободный, смелый дар&lt;br /&gt;
                     И для потехи раздували&lt;br /&gt;
                     Чуть затаившийся пожар?&lt;br /&gt;
                     Что ж? веселитесь... он мучений&lt;br /&gt;
                     Последних вынести не мог:&lt;br /&gt;
                     Угас, как светоч, дивный гений,&lt;br /&gt;
                     Увял торжественный венок.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                     Его убийца хладнокровно&lt;br /&gt;
                     Навел удар... спасенья нет:&lt;br /&gt;
                     Пустое сердце бьется ровно,&lt;br /&gt;
                     В руке не дрогнул пистолет.&lt;br /&gt;
                     И что за диво?... издалека,&lt;br /&gt;
                     Подобный сотням беглецов,&lt;br /&gt;
                     На ловлю счастья и  чинов&lt;br /&gt;
                     Заброшен к нам по воле рока;&lt;br /&gt;
                     Смеясь, он дерзко презирал&lt;br /&gt;
                     Земли чужой язык и нравы;&lt;br /&gt;
                     Не мог щадить он нашей славы;&lt;br /&gt;
                     Не мог понять в сей миг кровавый,&lt;br /&gt;
                     На что&#39; он руку поднимал!..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                     И он убит - и взят могилой,&lt;br /&gt;
                Как тот певец, неведомый, но милый,&lt;br /&gt;
                     Добыча ревности глухой,&lt;br /&gt;
                Воспетый им с такою чудной силой,&lt;br /&gt;
            Сраженный, как и он, безжалостной рукой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Зачем от мирных нег и дружбы простодушной&lt;br /&gt;
            Вступил он в этот свет завистливый и душный&lt;br /&gt;
            Для сердца вольного и пламенных страстей?&lt;br /&gt;
            Зачем он руку дал клеветникам ничтожным,&lt;br /&gt;
            Зачем поверил он словам и ласкам ложным,&lt;br /&gt;
            Он, с юных лет постигнувший людей?...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И прежний сняв венок - они венец терновый,&lt;br /&gt;
            Увитый лаврами, надели на него:&lt;br /&gt;
                Но иглы тайные сурово&lt;br /&gt;
                Язвили славное чело;&lt;br /&gt;
            Отравлены его последние мгновенья&lt;br /&gt;
            Коварным шепотом насмешливых невежд,&lt;br /&gt;
                И умер он - с напрасной жаждой мщенья,&lt;br /&gt;
            С досадой тайною обманутых надежд.&lt;br /&gt;
                Замолкли звуки чудных песен,&lt;br /&gt;
                Не раздаваться им опять:&lt;br /&gt;
                Приют певца угрюм и тесен,&lt;br /&gt;
                И на устах его печать.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                          _____&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    А вы, надменные потомки&lt;br /&gt;
                Известной подлостью прославленных отцов,&lt;br /&gt;
                Пятою рабскою поправшие обломки&lt;br /&gt;
                Игрою счастия обиженных родов!&lt;br /&gt;
                Вы, жадною толпой стоящие у трона,&lt;br /&gt;
                Свободы, Гения и Славы палачи!&lt;br /&gt;
                Таитесь вы под сению закона,&lt;br /&gt;
                Пред вами суд и правда - всё молчи!&lt;br /&gt;
            Но есть и божий суд, наперсники разврата!&lt;br /&gt;
                    Есть грозный суд: он ждет;&lt;br /&gt;
                    Он не доступен звону злата,&lt;br /&gt;
            И мысли, и дела он знает наперед.&lt;br /&gt;
            Тогда напрасно вы прибегнете к злословью:&lt;br /&gt;
                    Оно вам не поможет вновь,&lt;br /&gt;
                И вы не смоете всей вашей черной кровью&lt;br /&gt;
                    Поэта праведную кровь!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    БОРОДИНО&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            - Скажи-ка, дядя, ведь не даром&lt;br /&gt;
            Москва, спаленная пожаром,&lt;br /&gt;
                  Французу отдана?&lt;br /&gt;
            Ведь были ж схватки боевые,&lt;br /&gt;
            Да, говорят, еще какие!&lt;br /&gt;
            Недаром помнит вся Россия&lt;br /&gt;
                  Про день Бородина!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            - Да, были люди в наше время,&lt;br /&gt;
            Не то, что нынешнее племя:&lt;br /&gt;
                  Богатыри - не вы!&lt;br /&gt;
            Плохая им досталась доля:&lt;br /&gt;
            Немногие вернулись с поля...&lt;br /&gt;
            Не будь на то господня воля,&lt;br /&gt;
                  Не отдали б Москвы!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Мы долго полча отступали,&lt;br /&gt;
            Досадно было, боя ждали,&lt;br /&gt;
                  Ворчали старики:&lt;br /&gt;
            &quot;Что ж мы? на зимние квартиры?&lt;br /&gt;
            Не смеют, что ли, командиры&lt;br /&gt;
            Чужие изорвать мундиры&lt;br /&gt;
                  О русские штыки?&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И вот нашли большое поле:&lt;br /&gt;
            Есть разгуляться где на воле!&lt;br /&gt;
                  Построили редут.&lt;br /&gt;
            У наших ушке на макушке!&lt;br /&gt;
            Чуть утро осветило пушки&lt;br /&gt;
            И леса синие верхушки -&lt;br /&gt;
                  Французы тут как тут.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Забил заряд я в пушку туго&lt;br /&gt;
            И думал: угощу я друга!&lt;br /&gt;
                  Постой-ка, брат мусью!&lt;br /&gt;
            Что тут хитрить, пожалуй к бою;&lt;br /&gt;
            Уж мы пойдем ломить стеною,&lt;br /&gt;
            Уж постоим мы головою&lt;br /&gt;
                  За родину свою!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Два дня мы были в перестрелке.&lt;br /&gt;
            Что толку в этакой безделке?&lt;br /&gt;
                  Мы ждали третий день.&lt;br /&gt;
            Повсюду стали слышны речи:&lt;br /&gt;
            &quot;Пора добраться до картечи!&quot;&lt;br /&gt;
            И вот на поле грозной сечи&lt;br /&gt;
                  Ночная пала тень.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Прилег я вздремнуть я у лафета,&lt;br /&gt;
            И слышно было до рассвета,&lt;br /&gt;
                  Как ликовал француз.&lt;br /&gt;
            Но тих был наш бивак открытый:&lt;br /&gt;
            Кто кивер чистил весь избитый,&lt;br /&gt;
            Кто штык точил, ворча сердито,&lt;br /&gt;
                  Кусая длинный ус.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И только небо засветилось,&lt;br /&gt;
            Все шумно вдруг зашевелилось,&lt;br /&gt;
                  Сверкнул за строем строй.&lt;br /&gt;
            Полковник наш рожден был хватом:&lt;br /&gt;
            Слуга царю, отец солдатам...&lt;br /&gt;
            Да, жаль его: сражен булатом,&lt;br /&gt;
                  Он спит в земле сырой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И молвил он, сверкнув очами:&lt;br /&gt;
            &quot;Ребята! не Москва ль за нами?&lt;br /&gt;
                  Умремте же под Москвой,&lt;br /&gt;
            Как наши братья умирали!&quot;&lt;br /&gt;
            И умереть мы обещали,&lt;br /&gt;
            И клятву верности сдержали&lt;br /&gt;
                  Мы в Бородинский бой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Ну ж был денек! Сквозь дым летучий&lt;br /&gt;
            Французы двинулись, как тучи,&lt;br /&gt;
                  И всё на наш редут.&lt;br /&gt;
            Уланы с пестрыми значками,&lt;br /&gt;
            Драгуны с конскими хвостами,&lt;br /&gt;
            Все промелькнули перед нам,&lt;br /&gt;
                  Все побывали тут.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Вам не видать таких сражений!&lt;br /&gt;
            Носились знамена, как тени,&lt;br /&gt;
                  В дыму огонь блестел,&lt;br /&gt;
            Звучал булат, картечь визжала,&lt;br /&gt;
            Рука бойцов колоть устала,&lt;br /&gt;
            И ядрам пролетать мешала&lt;br /&gt;
                  Гора кровавых тел.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Изведал враг в тот день немало,&lt;br /&gt;
            Что значит русский бой удалый,&lt;br /&gt;
                  Наш рукопашный бой!..&lt;br /&gt;
            Земля тряслась - как наши груди;&lt;br /&gt;
            Смешались в кучу кони, люди,&lt;br /&gt;
            И залпы тысячи орудий&lt;br /&gt;
                  Слились в протяжный вой...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Вот смерклось. Были все готовы&lt;br /&gt;
            Заутра бой затеять новый&lt;br /&gt;
                  И до конца стоять...&lt;br /&gt;
            Вот затрещали барабаны -&lt;br /&gt;
            И отступили басурманы.&lt;br /&gt;
            Тогда считать мы стали раны,&lt;br /&gt;
                  Товарищей считать.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Да, были люди в наше время,&lt;br /&gt;
            Могучее, лихое племя:&lt;br /&gt;
                  Богатыри - не вы.&lt;br /&gt;
            Плохая им досталась доля:&lt;br /&gt;
            Немногие вернулись с поля.&lt;br /&gt;
            Когда б на то не Божья воля,&lt;br /&gt;
                  Не отдали б Москвы!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ВЕТКА ПАЛЕСТИНЫ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Скажи мне, ветка Палестины:&lt;br /&gt;
            Где ты росла, где ты цвела?&lt;br /&gt;
            Каких холмов, какой долины&lt;br /&gt;
            Ты украшением была?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            У вод ли чистых Иордана&lt;br /&gt;
            Востока луч тебя ласкал,&lt;br /&gt;
            Ночной ли ветр в горах Ливана&lt;br /&gt;
            Тебя сердито колыхал?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Молитву ль тихую читали,&lt;br /&gt;
            Иль пели песни старины,&lt;br /&gt;
            Когда листы твои сплетали&lt;br /&gt;
            Солима бедные сыны?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И пальма та жива ль поныне?&lt;br /&gt;
            Все так же ль манит в летний зной&lt;br /&gt;
            Она прохожего в пустыне&lt;br /&gt;
            Широколиственной главой?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Или в разлуке безотрадной&lt;br /&gt;
            Она увяла, как и ты,&lt;br /&gt;
            И дольний прах ложится жадно&lt;br /&gt;
            На пожелтевшие листы?..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Поведай: набожной рукою&lt;br /&gt;
            Кто в этот край тебя занес?&lt;br /&gt;
            Грустил он часто над тобою?&lt;br /&gt;
            Хранишь ты след горючих слез?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Иль, божьей рати лучший воин,&lt;br /&gt;
            Он был, с безоблачным челом,&lt;br /&gt;
            Как ты, всегда небес достоин&lt;br /&gt;
            Перед людьми и божеством?..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Заботой тайною хранима,&lt;br /&gt;
            Перед иконой золотой&lt;br /&gt;
            Стоишь ты, ветвь Ерусалима,&lt;br /&gt;
            Святыни верный часовой!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Прозрачный сумрак, луч лампады,&lt;br /&gt;
            Кивот и крест, символ святой...&lt;br /&gt;
            Все полно мира и отрады,&lt;br /&gt;
            Вокруг тебя и над тобой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    УЗНИК&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Отворите мне темницу,&lt;br /&gt;
            Дайте мне сиянье дня,&lt;br /&gt;
            Черноглазую девицу,&lt;br /&gt;
            Черногривого коня.&lt;br /&gt;
            Я красавицу младую&lt;br /&gt;
            Прежде сладко поцелую,&lt;br /&gt;
            На коня потом вскочу,&lt;br /&gt;
            В степь, как ветер, улечу.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но окно тюрьмы высоко,&lt;br /&gt;
            Дверь тяжелая с замком;&lt;br /&gt;
            Черноокая далеко,&lt;br /&gt;
            В пышном тереме своем;&lt;br /&gt;
            Добрый конь в зеленом поле&lt;br /&gt;
            Без узды, один, по воле&lt;br /&gt;
            Скачет, весел и игрив,&lt;br /&gt;
            Хвост по ветру распустив.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Одинок я - нет отрады:&lt;br /&gt;
            Стены голые кругом,&lt;br /&gt;
            Тускло светит луч лампады&lt;br /&gt;
            Умирающим огнем;&lt;br /&gt;
            Только слышно за дверями&lt;br /&gt;
            Звучно-мерными шагами&lt;br /&gt;
            Ходит в тишине ночной&lt;br /&gt;
            Безответный часовой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    СОСЕД&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Кто б ни был ты, печальный мой сосед,&lt;br /&gt;
            Люблю тебя, как друга юных лет,&lt;br /&gt;
                Тебя, товарищ мой случайный,&lt;br /&gt;
            Хотя судьбы коварною игрой&lt;br /&gt;
            Навеки мы разлучены с тобой&lt;br /&gt;
                Стеной теперь - а после тайной.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда зари румяный полусвет&lt;br /&gt;
            В окно тюрьмы прощальный свой привет&lt;br /&gt;
                Мне, умирая, посылает&lt;br /&gt;
            И, опершись на звучное ружье,&lt;br /&gt;
            Наш часовой, про старое житье&lt;br /&gt;
                Мечтая, стоя засыпает, -&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Тогда, чело склонив к сырой стене,&lt;br /&gt;
            Я слушаю - и в мрачной тишине&lt;br /&gt;
                Твои напевы раздаются.&lt;br /&gt;
            О чем они - не знаю; но тоской&lt;br /&gt;
            Исполнены, и звуки чередой,&lt;br /&gt;
                Как слезы, тихо льются, льются...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И лучших лет надежды и любовь -&lt;br /&gt;
            В груди моей все оживает вновь,&lt;br /&gt;
                И мысли далеко несутся,&lt;br /&gt;
            И полон ум желаний и страстей,&lt;br /&gt;
            И кровь кипит - и слезы из очей,&lt;br /&gt;
                Как звуки, друг за другом льются.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда волнуется желтеющая нива,&lt;br /&gt;
            И свежий лес шумит при звуке ветерка,&lt;br /&gt;
            И прячется в саду малиновая слива&lt;br /&gt;
            Под тенью сладостной зеленго листка;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда, росой обрызганный душистой,&lt;br /&gt;
            Румяным вечером иль утра в час златой,&lt;br /&gt;
            Из-под куста мне ландыш серебристый&lt;br /&gt;
            Приветливо качает головой;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда студеный ключ играет по оврагу&lt;br /&gt;
            И, погружая мысль в какой-то смутный сон,&lt;br /&gt;
            Лепечет мне таинственную сагу&lt;br /&gt;
            Про мирный край, откуда мчится он, -&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Тогда смиряется души моей тревога,&lt;br /&gt;
            Тогда расходятся морщины на челе, -&lt;br /&gt;
            И счастье я могу постигнуть на земле,&lt;br /&gt;
            И в небесах я вижу бога...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    МОЛИТВА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Я, матерь божия, ныне с молитвою&lt;br /&gt;
            Пред твоим образом, ярким сиянием,&lt;br /&gt;
            Не о спасении, не перед битвою,&lt;br /&gt;
            Не с благодарностью иль покаянием,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Не за свою молю душу пустынную,&lt;br /&gt;
            За душу странника в свете безродного;&lt;br /&gt;
            Но я вручить хочу деву невинную&lt;br /&gt;
            Теплой заступнице мира холодного.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Окружи счастием душу достойную;&lt;br /&gt;
            Дай ей сопутников, полных внимания,&lt;br /&gt;
            Молодость светлую, старость покойную,&lt;br /&gt;
            Сердцу незлобному мир упования.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Срок ли приблизится часу прощальному&lt;br /&gt;
            В утро ли шумное, в ночь ли безгласную -&lt;br /&gt;
            Ты восприять пошли к ложу печальному&lt;br /&gt;
            Лучшего ангела душу прекрасную.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Расстались мы, но твой портрет&lt;br /&gt;
            Я на груди моей храню:&lt;br /&gt;
            Как бледный призрак лучших лет,&lt;br /&gt;
            Он душу радует мою.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И новым преданный страстям,&lt;br /&gt;
            Я разлюбить его не мог:&lt;br /&gt;
            Так храм оставленный - все храм,&lt;br /&gt;
            Кумир поверженный - все бог!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Спеша на север из далека,&lt;br /&gt;
            Из теплых и чужих сторон,&lt;br /&gt;
            Тебе, Казбек, о страж востока,&lt;br /&gt;
            Принес я, странник, свой поклон.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Чалмою белою от века&lt;br /&gt;
            Твой лоб наморщенный увит,&lt;br /&gt;
            И гордый ропот человека&lt;br /&gt;
            Твой гордый мир не возмутит.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но сердца тихого моленья&lt;br /&gt;
            Да онесут твои скалы&lt;br /&gt;
            В надзвездный край, в твое владенье,&lt;br /&gt;
            К перстолу вечного аллы.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Молю, да снидет день прохладный&lt;br /&gt;
            На знойный дол и пыльный путь,&lt;br /&gt;
            Чтоб мне в пустыне безотрадной&lt;br /&gt;
            На камне в полдень отдохнуть.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Молю, чтоб буря не застала,&lt;br /&gt;
            Гремя в наряде боевом,&lt;br /&gt;
            В ущелье мрачного Дарьяла&lt;br /&gt;
            Меня с измученным конем.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но есть еще одно желанье!&lt;br /&gt;
            Боюсь сказать! - душа дрожит!&lt;br /&gt;
            Что, если я со дня изгнанья&lt;br /&gt;
            Совсем на родине забыт!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Найду ль там прежние объятья?&lt;br /&gt;
            Старинный встречу ли привет?&lt;br /&gt;
            Узнают ли друзья и братья&lt;br /&gt;
            Страдальца, после многих лет?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Или среди могил холодных&lt;br /&gt;
            Я наступлю на прах родной&lt;br /&gt;
            Тех добрых, пылких, благородных,&lt;br /&gt;
            Деливших молодость со мной?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            О, если так! своей метелью&lt;br /&gt;
            Казбек, засыпь меня скорей&lt;br /&gt;
            И прах бездомный по ущелью&lt;br /&gt;
            Без сожаления развей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1837&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    КИНЖАЛ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Люблю тебя, булатный мой кинжал,&lt;br /&gt;
            Товарищ светлый и холодный.&lt;br /&gt;
            Задумчивый грузин на месть тебя ковал,&lt;br /&gt;
            На грозный бой точил черкес свободный.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Лилейная рука тебя мне поднесла&lt;br /&gt;
            В знак памяти, в минуту расставанья,&lt;br /&gt;
            И впервый раз не кровь вдоль по тебе текла,&lt;br /&gt;
            Но светлая слеза - жемчужина страданья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И черные глаза, остановясь на мне,&lt;br /&gt;
            Исполненны таинственной печали,&lt;br /&gt;
            Как сталь твоя при трепетном огне,&lt;br /&gt;
            То вдруг тускнели, то сверкали.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Ты да мне в спутники, любви залог немой,&lt;br /&gt;
            И страннику в тебе пример не бесполезный:&lt;br /&gt;
            Да, я не изменюсь и буду тверд душой,&lt;br /&gt;
            Как ты, как ты, мой друг железный.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1838&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ДУМА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Печально я гляжу на наше поколенье!&lt;br /&gt;
            Его грядущее - иль пусто, иль темно,&lt;br /&gt;
            Меж тем, под бременем познанья и сомненья,&lt;br /&gt;
                 В бездействии состарится оно.&lt;br /&gt;
                 Богаты мы, едва из колыбели,&lt;br /&gt;
            Ошибками отцов и поздним их умом,&lt;br /&gt;
            И жизнь уж нас томит, как ровный путь без цели,&lt;br /&gt;
                 Как пир на празднице чужом.&lt;br /&gt;
               К добру и злу постыдно равнодушны,&lt;br /&gt;
            В начале поприща мы вянем без борьбы;&lt;br /&gt;
            Перед опасностью позорно малодушны&lt;br /&gt;
            И перед властию - презренные рабы.&lt;br /&gt;
               Так тощий плод, до времени созрелый,&lt;br /&gt;
            Ни вкуса нашего не радуя, ни глаз,&lt;br /&gt;
            Висит между цветов, пришлец осиротелый,&lt;br /&gt;
            И час их красоты - его паденья час!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Мы иссушили ум наукою бесплодной,&lt;br /&gt;
            Тая завистливо от ближних и друзей&lt;br /&gt;
            Надежды лучшие и голос благородный&lt;br /&gt;
                 Неверием осмеянных страстей.&lt;br /&gt;
            Едва касались мы до чаши наслажденья,&lt;br /&gt;
                 Но юных сил мы тем не сберегли;&lt;br /&gt;
            Из каждой радости, бояся пресыщенья,&lt;br /&gt;
                 Мы лучший сок навеки извлекли.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Мечты поэзии, создания искусства&lt;br /&gt;
            Восторгом сладостным наш ум не шевелят;&lt;br /&gt;
            Мы жадно бережем в груди остаток чувства -&lt;br /&gt;
            Зарытый скупостью и бесполезный клад.&lt;br /&gt;
            И ненавидим мы, и любим мы случайно,&lt;br /&gt;
            Ничем не жертвуя ни злобе, ни любви,&lt;br /&gt;
            И царствует в душе какой-то холод тайный,&lt;br /&gt;
                      Когда огонь кипит в крови.&lt;br /&gt;
            И предков скучны нам роскошные забавы,&lt;br /&gt;
            Их добросовестный, ребяческий разврат;&lt;br /&gt;
            И к гробу мы спешим без счастья и без славы,&lt;br /&gt;
                      Глядя насмешливо назад.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Толпой угрюмою и скоро позабытой&lt;br /&gt;
            Над миром мы пройдем без шума и следа,&lt;br /&gt;
            Не бросивши векам ни мысли плодовитой,&lt;br /&gt;
                      Ни гением начатого труда.&lt;br /&gt;
            И прах наш, с строгостью судьи и гражданина,&lt;br /&gt;
            Потомок оскорбит презрительным стихом,&lt;br /&gt;
            Насмешкой горькою обманутого сына&lt;br /&gt;
                      Над промотавшимся отцом.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1838&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ПОЭТ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Отделкой золотой блистает мой кинжал;&lt;br /&gt;
                Клинок надежный, без порока;&lt;br /&gt;
            Булат его хранит таинственный закал -&lt;br /&gt;
                Наследье бранного востока.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Наезднику в горах служил он много лет,&lt;br /&gt;
                Не зная платы за услугу;&lt;br /&gt;
            Не по одной груди провел он страшный след&lt;br /&gt;
                И не одну порвал кольчугу.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Забавы он делил послушнее раба,&lt;br /&gt;
                Звенел в ответ речам обидным.&lt;br /&gt;
            В те дни была б ему богатая резьба&lt;br /&gt;
                Нарядом чуждым и обидным.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Он взят за Тереком отважным казаком&lt;br /&gt;
                На хладном трупе господина,&lt;br /&gt;
            И долго он лежал заброшенный потом&lt;br /&gt;
                В походной лавке армянина.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Теперь родных ножон, избитых на войне,&lt;br /&gt;
                Лишен героя спутник бедный,&lt;br /&gt;
            Игрушкой золотой он блещет на стене -&lt;br /&gt;
                Увы, бесславный и безвредный!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Никто привычною, заботливой рукой&lt;br /&gt;
                Его не чистит, не ласкает,&lt;br /&gt;
            И надписи его, молясь с зарей,&lt;br /&gt;
                Никто с усердьем не читает...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В наш век изнеженный не так ли ты, поэт,&lt;br /&gt;
                Свое утратил назначенье,&lt;br /&gt;
            На злато променяв ту власть, котрой свет&lt;br /&gt;
                Внимал в немом благоговенье?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Бывало, мерный звук твоих могучих слов&lt;br /&gt;
                Воспламенял бойца для битвы,&lt;br /&gt;
            Он нужен был толпе, как чаша для пиров,&lt;br /&gt;
                Как фимиам в часы молитвы.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Твой стих, как божий дух, носился над толпой&lt;br /&gt;
                И, отзыв мыслей благородных,&lt;br /&gt;
            Звучал, как колокол на башне вечевой&lt;br /&gt;
                Во дни торжеств и бед народных.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но скучен нам простой и гордый твой язык,&lt;br /&gt;
                Нас тешат блестки и обманы;&lt;br /&gt;
            Как ветхая краса, наш ветхий мир привык&lt;br /&gt;
                Морщины прятать под румяны...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Проснешься ль ты опять, осмеянный пророк!&lt;br /&gt;
                Иль никогда, на голос мщенья,&lt;br /&gt;
            Из золотых ножон не вырвешь свой клинок,&lt;br /&gt;
                Покрытый ржавчиной презренья?..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1838&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            КАЗАЧЬЯ КОЛЫБЕЛЬНАЯ ПЕСНЯ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Спи, младенец мой прекрасный,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
            Тихо смотрит месяц ясный&lt;br /&gt;
                  В колыбель твою.&lt;br /&gt;
            Стану сказывать я сказки,&lt;br /&gt;
                  Песенку спою;&lt;br /&gt;
            Ты ж дремли, закрывши глазки,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            По камням струится Терек,&lt;br /&gt;
                  Плещет мутный вал;&lt;br /&gt;
            Злой чечен ползет на берег,&lt;br /&gt;
                  Точит свой кинжал;&lt;br /&gt;
            Но отец твой старый воин,&lt;br /&gt;
                  Закален в бою:&lt;br /&gt;
            Спи, малютка, будь спокоен,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Сам узнаешь, будет время,&lt;br /&gt;
                  Бранное житье;&lt;br /&gt;
            Смело вденешь ногу в стремя&lt;br /&gt;
                  И возьмешь ружье.&lt;br /&gt;
            Я седельце боевое&lt;br /&gt;
                  Шелком разошью...&lt;br /&gt;
            Спи, дитя мое родное,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Богатырь ты будешь с виду&lt;br /&gt;
                  И казак душой.&lt;br /&gt;
            Провожать тебя я выйду -&lt;br /&gt;
                  Ты махнешь рукой...&lt;br /&gt;
            Сколько горьких слез украдкой&lt;br /&gt;
                  Я в ту ночь пролью!..&lt;br /&gt;
            Спи, мой ангел, тихо, сладко,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Стану я тоской томиться,&lt;br /&gt;
                  Безутешно ждать;&lt;br /&gt;
            Стану целый день молиться,&lt;br /&gt;
                  По ночам гадать;&lt;br /&gt;
            Стану думать, что скучаешь&lt;br /&gt;
                  Ты в чужом краю...&lt;br /&gt;
            Спи, пока забот не знаешь,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Дам тебе я на дорогу&lt;br /&gt;
                  Образок святой:&lt;br /&gt;
            Ты его, моляся богу,&lt;br /&gt;
                  Ставь перед собой;&lt;br /&gt;
            Да, готовясь в бой опасный,&lt;br /&gt;
                  Помни мать свою...&lt;br /&gt;
            Спи, младенец мой прекрасный,&lt;br /&gt;
                  Баюшки-баю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1838&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    НЕ ВЕРЬ СЕБЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Que nous font apres tout les vulgaires abois De tous ces charlatants, qui donnent de la voix Les marchands de pathos et les faiseurs d&#39;emphase Et tous les baladins qui dansent sur la phrase? A.Barbier1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Не верь, не верь себе, мечтатель молодой,&lt;br /&gt;
                Как язвы, бойся вдохновенья...&lt;br /&gt;
            Оно - тяжелый бред души твоей больной&lt;br /&gt;
                Иль пленной мысли раздраженье.&lt;br /&gt;
            В нем признака небес напрасно не ищи:&lt;br /&gt;
                То кровь кипит, то сил избыток!&lt;br /&gt;
            Скорее жизнь свою в забавах истощи,&lt;br /&gt;
                Разлей отравленный напиток!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Случится ли тебе в заветный, чудный миг&lt;br /&gt;
                Отрыть в душе давно безмолвной&lt;br /&gt;
            Еще неведомый и двественный родник,&lt;br /&gt;
                Простых и сладких звуков полный, -&lt;br /&gt;
            Не вслушивайся в них, не предаввайся им,&lt;br /&gt;
                Набрось на них покров забвенья:&lt;br /&gt;
            Стихом размеренным и словом ледяным&lt;br /&gt;
                Не передашь ты их значенья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Закрадется ль печаль в тайник души твоей,&lt;br /&gt;
                Зайдет ли страсть с грозой и вьюгой, -&lt;br /&gt;
            Не выходи тогда на шумный пир людей&lt;br /&gt;
                С своею бешеной подругой;&lt;br /&gt;
            Не унижай себя. Стыдися торговать&lt;br /&gt;
                То гневом, то тоской послушной,&lt;br /&gt;
            И гной душевных ран надменно выставлять&lt;br /&gt;
                На диво черни простодушной.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Какое дело нам, страдал ты или нет?&lt;br /&gt;
                На что&#39; нам знать твои волненья,&lt;br /&gt;
            Надежды глупые первоначальных лет,&lt;br /&gt;
                Рассудка злые сожаленья?&lt;br /&gt;
            Взгляни: перед тобой играючи идет&lt;br /&gt;
                Толпа дорогою привычной;&lt;br /&gt;
            На лицах праздничных чуть виден след забот,&lt;br /&gt;
                Слезы не встретишь неприличной.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            А между тем из них едва ли есть один,&lt;br /&gt;
                Тяжелой пыткой не измятый,&lt;br /&gt;
            До преждевременных добравшийся морщин&lt;br /&gt;
                Без преступленья иль утраты!..&lt;br /&gt;
            Поверь: для них смешон твой плач и твой укор,&lt;br /&gt;
                С своим напевом заученным,&lt;br /&gt;
            Как разрумяненный трагический актер,&lt;br /&gt;
                Махающий мечом картонным...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1 Какое нам, в конце концов, дело до грубого крика всех этих горланящих шарлатанов, торговцев пафосом, мастеров напыщенности и всех плясунов, танцующих на фразе? - О. Барбье (франц.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ТРИ ПАЛЬМЫ&lt;br /&gt;
                    (Восточное сказание)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                В песчаных степях аравийской земли&lt;br /&gt;
                Три гордые пальмы высоко росли.&lt;br /&gt;
                Родник между ними из почвы бесплодной,&lt;br /&gt;
                Журча, пробивался волною холодной,&lt;br /&gt;
                Хранимый, под сенью зеленых листов,&lt;br /&gt;
                От знойных лучей и летучих песков.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И многие годы неслышно прошли;&lt;br /&gt;
                Но странник усталый из чуждой земли&lt;br /&gt;
                Пылающей грудью ко влаге студеной&lt;br /&gt;
                Еще не склонялся под кущей зеленой,&lt;br /&gt;
                И стали уж сохнуть от знойных лучей&lt;br /&gt;
                Роскошные листья и звучный ручей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И стали три пальмы на бога роптать:&lt;br /&gt;
                &quot;На то ль мы родились, чтоб здесь увядать?&lt;br /&gt;
                Без пользы в пустыне росли и цвели мы,&lt;br /&gt;
                Колеблемы вихрем и зноем палимы,&lt;br /&gt;
                Ничей благосклонный не радуя взор?..&lt;br /&gt;
                Не прав твой, о небо, святой приговор!&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И только замолкли - в дали голубой&lt;br /&gt;
                Столбом уж крутился песок золотой,&lt;br /&gt;
                Звонком раздавались нестройные звуки,&lt;br /&gt;
                Пестрели коврами покрытые вьюки,&lt;br /&gt;
                И шел, колыхаясь, как в море челнок,&lt;br /&gt;
                Верблюд за верблюдом, взрывая песок.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Мотаясь, висели меж твердых горбов&lt;br /&gt;
                Узорные полы походных шатров;&lt;br /&gt;
                Их смуглые ручки порой подымали,&lt;br /&gt;
                И черные очи оттуда сверкали...&lt;br /&gt;
                И, стан худощавый к луке наклоня,&lt;br /&gt;
                Араб горячил вороного коня.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И конь на дыбы подымался порой,&lt;br /&gt;
                И прыгал, как барс, пораженный стрелой;&lt;br /&gt;
                И белой одежды красивые складки&lt;br /&gt;
                По плечам фариса вились в беспорядке;&lt;br /&gt;
                И с криком и свистом несясь по песку,&lt;br /&gt;
                Бросал и ловил он копье на скаку.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Вот к пальмам подходит, шумя, караван:&lt;br /&gt;
                В тени их веселый раскинулся стан.&lt;br /&gt;
                Кувшины звуча налилися водою,&lt;br /&gt;
                И, гордо кивая махровой главою,&lt;br /&gt;
                Приветствуют пальмы нежданных гостей,&lt;br /&gt;
                И щедро их поит студеный ручей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но только что сумрак на землю упал,&lt;br /&gt;
                По корням упругим топор застучал,&lt;br /&gt;
                И пали без жизни питомцы столетий!&lt;br /&gt;
                Одежду их сорвали малые дети.&lt;br /&gt;
                Изрублены были тела их потом,&lt;br /&gt;
                И медленно жгли до утра их огнем.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Когда же на запад умчался туман,&lt;br /&gt;
                Урочный свой путь совершал караван;&lt;br /&gt;
                И следом печальный на почве бесплодной&lt;br /&gt;
                Виднелся лишь пепел седой и холодный;&lt;br /&gt;
                И солнце остатки сухие дожгло,&lt;br /&gt;
                А ветром их в степи потом разнесло.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И ныне все дико и пусто кругом -&lt;br /&gt;
                Не шепчутся листья с гремучим ключом:&lt;br /&gt;
                Напрасно пророка о тени он просит -&lt;br /&gt;
                Его лишь песок раскаленный заносит&lt;br /&gt;
                Да коршун хохлатый, степной нелюдим,&lt;br /&gt;
                Добычу терзает и щиплет над ним.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        МОЛИТВА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                В минуту жизни трудную&lt;br /&gt;
                Теснится ль в сердце грусть:&lt;br /&gt;
                Одну молитву чудную&lt;br /&gt;
                Твержу я наизусть.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Есть сила благодатная&lt;br /&gt;
                В созвучье слов живых,&lt;br /&gt;
                И дышит непонятная,&lt;br /&gt;
                Святая прелесть в них.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                С души как бремя скатится,&lt;br /&gt;
                Сомненье далеко -&lt;br /&gt;
                И верится, и плачется,&lt;br /&gt;
                И так легко, легко....&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ДАРЫ ТЕРЕКА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  Терек воет, дик и злобен,&lt;br /&gt;
                Меж утесистых громад,&lt;br /&gt;
                Буре плач его подобен,&lt;br /&gt;
                Слезы брызгами летят.&lt;br /&gt;
                Но, по степи разбегясь,&lt;br /&gt;
                Он лукавый принял вид&lt;br /&gt;
                И, приветливо ласкаясь,&lt;br /&gt;
                Морю Каспию шумит:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  &quot;Расступись, о старец море,&lt;br /&gt;
                Дай приют моей волне!&lt;br /&gt;
                Погулял я на просторе,&lt;br /&gt;
                Отдохнуть пора бы мне.&lt;br /&gt;
                Я родился у Казбека,&lt;br /&gt;
                Вскормлен грудью облаков,&lt;br /&gt;
                С чуждой властью человека&lt;br /&gt;
                Вечно спорить был готов.&lt;br /&gt;
                Я, сынам твоим в забаву,&lt;br /&gt;
                Разорил родной Дарьял&lt;br /&gt;
                И валунов им, на славу,&lt;br /&gt;
                Стадо целое пригнал&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  Но, склонясь на мягкий берег,&lt;br /&gt;
                Каспий стихнул, будто спит,&lt;br /&gt;
                И опять, ласкаясь, Терек&lt;br /&gt;
                Старцу на ухо журчит:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  &quot;Я привез тебе гостинец!&lt;br /&gt;
                То гостинец не простой:&lt;br /&gt;
                С поля битвы кабардинец,&lt;br /&gt;
                Кабардинец удалой.&lt;br /&gt;
                Он в кольчуге драгоценной,&lt;br /&gt;
                В налокотниках стальных:&lt;br /&gt;
                Из Корана стих священный&lt;br /&gt;
                Писан золотом на них.&lt;br /&gt;
                Он угрюмо сдвинул брови,&lt;br /&gt;
                И усов его края&lt;br /&gt;
                Обагрила знойной крови&lt;br /&gt;
                Благородная струя;&lt;br /&gt;
                Взор открытый, безответный,&lt;br /&gt;
                Полон старою враждой;&lt;br /&gt;
                По затылку чуб заветный&lt;br /&gt;
                Вьется черною космой&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  Но, склонясь на мягкий берег,&lt;br /&gt;
                Каспий дремлет и молчит;&lt;br /&gt;
                И волнуясь, буйный Терек&lt;br /&gt;
                Старцу снова говорит:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  &quot;Слушай, дядя: дар бесценный!&lt;br /&gt;
                Что другие все дары?&lt;br /&gt;
                Но его от всей вселенной&lt;br /&gt;
                Я таил до сей поры.&lt;br /&gt;
                Я примчу тебе с волнами&lt;br /&gt;
                Труп казачки молодой,&lt;br /&gt;
                С темно-бледными плечами,&lt;br /&gt;
                С светло-русою косой.&lt;br /&gt;
                Грустен лик ее туманный,&lt;br /&gt;
                Взор так тих, сладко спит,&lt;br /&gt;
                А на грудь из малой раны&lt;br /&gt;
                Струйка алая бежит.&lt;br /&gt;
                По красотке молодице&lt;br /&gt;
                Не тоскует над рекой&lt;br /&gt;
                Лишь один во всей станице&lt;br /&gt;
                Казачина гребенской.&lt;br /&gt;
                Оседлал он вороного,&lt;br /&gt;
                И в горах, в ночном бою,&lt;br /&gt;
                На кинжал чеченца злого&lt;br /&gt;
                Сложит голову свою&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  Замолчал поток сердитый,&lt;br /&gt;
                И над ним, как снег бела,&lt;br /&gt;
                Голова с косой размытой,&lt;br /&gt;
                Колыхаяся, всплыла.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  И старик во вблеске власти&lt;br /&gt;
                Встал, могучий, как гроза,&lt;br /&gt;
                И оделись влагой страсти&lt;br /&gt;
                Темно-синие глаза.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                  Он взыграл, веселья полный, -&lt;br /&gt;
                И в объятия свои&lt;br /&gt;
                Набегающие волны&lt;br /&gt;
                Принял с ропотом любви.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ПАМЯТИ А.И.ОДОЕВСКОГО&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Я знал его: мы странствовали с ним&lt;br /&gt;
                В горах востока, и тоску изгнанья&lt;br /&gt;
                Делили дружно; но к полям родным&lt;br /&gt;
                Вернулся я, и время испытанья&lt;br /&gt;
                Промчалося законной чередой;&lt;br /&gt;
                А он не дождался минуты сладкой:&lt;br /&gt;
                Под бедною походною палаткой&lt;br /&gt;
                Болезнь его сразила, и с собой&lt;br /&gt;
                В могилу он унес летучий рой&lt;br /&gt;
                Еще незрелых, темных вдохновений,&lt;br /&gt;
                Обманутых надежд и горьких сожалений!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Он был рожден для них, для тех надежд,&lt;br /&gt;
                Поэзии и счастья... Но, безумный -&lt;br /&gt;
                Из детских рано вырвался одежд&lt;br /&gt;
                И сердце бросил в море жизни шумной,&lt;br /&gt;
                И свет не пощадил - и бог не спас!&lt;br /&gt;
                Но до конца среди волнений трудных,&lt;br /&gt;
                В толпе людской и средь пустынь безлюдных&lt;br /&gt;
                В нем тихий пламень чувства не угас:&lt;br /&gt;
                Он сохранил и блеск лазурных глаз,&lt;br /&gt;
                И звонкий детский смех, и речь живую,&lt;br /&gt;
                И веру гордую в людей и жизнь иную.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но он погиб далеко от друзей...&lt;br /&gt;
                Мир сердцу твоему, мой милый Саша!&lt;br /&gt;
                Покрытое землей чужих полей,&lt;br /&gt;
                Пусть тихо спит оно, как дружба наша&lt;br /&gt;
                В немом кладбище памяти моей!&lt;br /&gt;
                Ты умер, как и многие, без шума,&lt;br /&gt;
                Но с твердостью. Таинственная дума&lt;br /&gt;
                Еще блуждала на челе твоем,&lt;br /&gt;
                Когда глаза закрылись вечным сном;&lt;br /&gt;
                И то, что ты сказал перед кончиной,&lt;br /&gt;
                Из слушавших тебя не понял ни единый...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                4&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И было ль то привет стране родной,&lt;br /&gt;
                Названье ли оставленного друга,&lt;br /&gt;
                Или тоска по жизни молодой,&lt;br /&gt;
                Иль просто крик последнего недуга,&lt;br /&gt;
                Кто скажет нам?.. Твоих последних слов&lt;br /&gt;
                Глубокое и горькое значенье&lt;br /&gt;
                Потеряно... Дела твои, и мненья,&lt;br /&gt;
                И думы - все исчезло без следов,&lt;br /&gt;
                Как легкий пар вечерних облаков:&lt;br /&gt;
                Едва блеснут, их ветер вновь уносит -&lt;br /&gt;
                Куда они? зачем? откуда? - кто их спросит...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И после их на небе нет следа,&lt;br /&gt;
                Как от любви ребенка безнадежной,&lt;br /&gt;
                Как от мечты, которой никогда&lt;br /&gt;
                Он не вверял заботам дружбы нежной...&lt;br /&gt;
                Что за нужда?.. Пускай забудет свет&lt;br /&gt;
                Столь чуждое ему существованье:&lt;br /&gt;
                Зачем тебе венцы его вниманья&lt;br /&gt;
                И терния пустых его клевет?&lt;br /&gt;
                Ты не служил ему. Ты с юных лет&lt;br /&gt;
                Коварные его отвергнул цепи:&lt;br /&gt;
                Любил ты моря шум, молчанье синей степи -&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                6&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И мрачных гор зубчатые хребты...&lt;br /&gt;
                И вкруг твоей могилы неизвестной&lt;br /&gt;
                Все, чем при жизни радовался ты,&lt;br /&gt;
                Судьба соединила так чудесно:&lt;br /&gt;
                Немая степь синеет, и венцом&lt;br /&gt;
                Серебряным Кавказ ее объемлет;&lt;br /&gt;
                Над морем он, нахмурясь, тихо дремлет.&lt;br /&gt;
                Как великан склонившись над щитом,&lt;br /&gt;
                Рассказам волн кочующих внимая,&lt;br /&gt;
                А море Черное шумит не умолкая.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Есть речи - значенье&lt;br /&gt;
                Темно иль ничтожно,&lt;br /&gt;
                Но им без волненья&lt;br /&gt;
                Внимать невозможно.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Как полны их звуки&lt;br /&gt;
                Безумством желанья!&lt;br /&gt;
                В них слезы разлуки,&lt;br /&gt;
                В них трепет свиданья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Не встретит ответа&lt;br /&gt;
                Средь шума мирского&lt;br /&gt;
                Из пламя и света&lt;br /&gt;
                Рожденное слово;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но в храме, средь боя&lt;br /&gt;
                И где я ни буду,&lt;br /&gt;
                Услышав, его я&lt;br /&gt;
                Узнаю повсюду.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Не кончив молитвы,&lt;br /&gt;
                На звук тот отвечу,&lt;br /&gt;
                И брошусь из битвы&lt;br /&gt;
                Ему я навстречу.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1839&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                              1-е января&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Как часто, пестрою толпою окружен,&lt;br /&gt;
                Когда передо мной, как будто бы свкозь сон,&lt;br /&gt;
                    При шуме музыки и пляски,&lt;br /&gt;
                При диком шепоте затверженных речей,&lt;br /&gt;
                Мелькают образы бездушные людей,&lt;br /&gt;
                    Приличьем стянутые маски,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Когда касаются холодных рук моих&lt;br /&gt;
                С небрежной смелостью красавиц городских&lt;br /&gt;
                    Давно бестрепетные руки, -&lt;br /&gt;
                Наружно погружась в их блеск и суету,&lt;br /&gt;
                Ласкаю я в душе старинную мечту,&lt;br /&gt;
                    Погибших лет святые звуки.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И если как-нибудь на миг удастся мне&lt;br /&gt;
                Забыться, - памятью к недавней старине&lt;br /&gt;
                    Лечу я вольной, вольной птицей;&lt;br /&gt;
                И вижу я себя ребенком, и кругом&lt;br /&gt;
                Родные всё места: высокий барский дом&lt;br /&gt;
                    И сад с разрушенной теплицей;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Зеленой сетью трав подернут спящий пруд,&lt;br /&gt;
                А за прудом село дымится - и встают&lt;br /&gt;
                    Вдали туманы над полями.&lt;br /&gt;
                В аллею темную вхожу я; сквозь кусты&lt;br /&gt;
                Глядит вечерний луч, и желтые листы&lt;br /&gt;
                    Шумят под робкими шагами.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И странная тоска теснит уж грудь мою:&lt;br /&gt;
                Я думаю об ней, я плачу и люблю,&lt;br /&gt;
                    Люблю мечты моей созданье&lt;br /&gt;
                С глазами, полными лазурного огня,&lt;br /&gt;
                С улыбкой розовой, как молодого дня&lt;br /&gt;
                    За рощей первое сиянье.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Так царства дивного всесильный господин -&lt;br /&gt;
                Я долгие часы просиживал один,&lt;br /&gt;
                    И память их жива поныне&lt;br /&gt;
                Под бурей тягостных сомнений и страстей,&lt;br /&gt;
                Как свежий островок безвредно средь морей&lt;br /&gt;
                    Цветет на влажной их пустыне.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Когда ж, опомнившись, обман я узнаю&lt;br /&gt;
                И шум толпы людской спугнет мечту мою,&lt;br /&gt;
                    На праздник не&#39;званную гостью,&lt;br /&gt;
                О, как мне хочется смутить веселость их&lt;br /&gt;
                И дерзко бросить им в глаза железный стих,&lt;br /&gt;
                    Облитый горечью и злостью!..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        И СКУЧНО И ГРУСТНО&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И скучно и грустно, и некому руку подать&lt;br /&gt;
                   В минуту душевной невзгоды...&lt;br /&gt;
                Желанья!... что пользы напрасно и вечно желать?&lt;br /&gt;
                   А годы проходят - все лучшие годы!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Любить... но кого же?.. на время - не стоит труда,&lt;br /&gt;
                  А вечно любить невозможно.&lt;br /&gt;
                В себя ли заглянешь? там прошлого нет и следа:&lt;br /&gt;
                   И радость, и муки, и всё там ничтожно...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Что страсти? - ведь рано иль поздно их сладкий недуг&lt;br /&gt;
                   Исчезнет при слове рассудка;&lt;br /&gt;
                И жизнь, как посмотришь с холодным вниманием вокруг -&lt;br /&gt;
                   Такая пустая и глупая шутка...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ИЗ ГЕТЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Горные вершины&lt;br /&gt;
                Спят во тьме ночной;&lt;br /&gt;
                Тихие долины&lt;br /&gt;
                Полные свежей мглой;&lt;br /&gt;
                Не пылит дорога,&lt;br /&gt;
                Не дрожат листы...&lt;br /&gt;
                Подожди немного,&lt;br /&gt;
                Отдохнешь и ты.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ОТЧЕГО&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Мне грустно, потому что я тебя люблю,&lt;br /&gt;
                И знаю: молодость цветущую твою&lt;br /&gt;
                Не пощадит молвы коварное гоненье.&lt;br /&gt;
                За каждый светлый день иль сладкое мгновенье&lt;br /&gt;
                Слезами и тоской заплатишь ты судьбе.&lt;br /&gt;
                Мне грустно... потому что весело тебе.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        БЛАГОДАРНОСТЬ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                За все, за все тебя благодарю я:&lt;br /&gt;
                За тайные мучения страстей,&lt;br /&gt;
                За горечь слез, отраву поцелуя,&lt;br /&gt;
                За месть врагов и клевету друзей;&lt;br /&gt;
                За жар души, растраченный в пустыне,&lt;br /&gt;
                За все, чем я обманут в жизни был...&lt;br /&gt;
                Устрой лишь так, чтобы тебя отныне&lt;br /&gt;
                Недолго я еще благодарил.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        РЕБЕНКУ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                О грезах юности томим воспоминаньем,&lt;br /&gt;
                С отрадой тайною и тайным содроганьем,&lt;br /&gt;
                Прекрасное дитя, я на тебя смотрю...&lt;br /&gt;
                О, если б знало ты, как я тебя люблю!&lt;br /&gt;
                Как милы мне твои улыбки молодые,&lt;br /&gt;
                И быстрые глаза, и кудри золотые,&lt;br /&gt;
                И звонкий голосок! - Не правда ль, говорят,&lt;br /&gt;
                Ты на нее похож? - Увы! года летят;&lt;br /&gt;
                Страдания ее до срока изменили,&lt;br /&gt;
                Но верные мечты тот образ сохранили&lt;br /&gt;
                В груди моей; тот взор, исполненный огня,&lt;br /&gt;
                Всегда со мной. А ты, ты любишь ли меня?&lt;br /&gt;
                Не скучны ли тебе мои непрошеные ласки?&lt;br /&gt;
                Не слишком часто ль я тебе целую глазки?&lt;br /&gt;
                Слеза моя ланит твоих не обожгла ль?&lt;br /&gt;
                Смотри ж, не говори ни про мою печаль,&lt;br /&gt;
                Ни вовсе обо мне... К чему? Ее, быть может,&lt;br /&gt;
                Ребяческий рассказ рассердит иль встревожит...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но мне ты все поверь. Когда в вечерний час,&lt;br /&gt;
                Пред образом с тобой заботливо склонясь,&lt;br /&gt;
                Молитву детскую она тебе шептала,&lt;br /&gt;
                И в знаменье креста персты твои сжимала,&lt;br /&gt;
                И все знакомые родные имена&lt;br /&gt;
                Ты повторял за ней, - скажи, тебя она&lt;br /&gt;
                Ни за кого еще молиться не учила?&lt;br /&gt;
                Бледнея, может быть, она произносила&lt;br /&gt;
                Название, теперь забытое тобой...&lt;br /&gt;
                Не вспоминай его... Что имя? - звук пустой!&lt;br /&gt;
                Дай бог, чтоб для тебя оно осталось тайной.&lt;br /&gt;
                Но если как-нибудь, когда-нибудь, случайно&lt;br /&gt;
                Узнаешь ты его - ребяческие дни&lt;br /&gt;
                Ты вспомни, и его, дитя, не прокляни!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        А.О.СМИРНОВОЙ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Без вас хочу сказать вам много,&lt;br /&gt;
                При вас я слушать вас хочу;&lt;br /&gt;
                Но молча вы глядите строго,&lt;br /&gt;
                И я в смущении молчу.&lt;br /&gt;
                Что ж делать?.. Речью неискусной&lt;br /&gt;
                Занять ваш ум мне не дано...&lt;br /&gt;
                Все это было бы смешно,&lt;br /&gt;
                Когда бы не было так грустно...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        К ПОРТРЕТУ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Как мальчик кудрявый, резва,&lt;br /&gt;
                Нарядна, как бабочка летом;&lt;br /&gt;
                Значенья пустого слова&lt;br /&gt;
                В устах ее полны приветом.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Ей нравиться долго нельзя:&lt;br /&gt;
                Как цепь, ей несносна привычка,&lt;br /&gt;
                Она ускользнет, как змея,&lt;br /&gt;
                Порхнет и умчится, как птичка.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Таит молодое чело&lt;br /&gt;
                По воле - и радость и горе.&lt;br /&gt;
                В глазах - как на небе светло,&lt;br /&gt;
                В душе ее темно, как в море!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                То истиной дышит в ней все,&lt;br /&gt;
                То все в ней притворно и ложно!&lt;br /&gt;
                Понять невозможно ее,&lt;br /&gt;
                Зато не любить невозможно.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ТУЧИ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Тучки небесные, вечные странники!&lt;br /&gt;
                Степью лазурною, цепью жемчужною&lt;br /&gt;
                Мчитесь вы, будто как я же, изгнанники,&lt;br /&gt;
                С милого севера в сторону южную.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Кто же вас гонит: судьбы ли решение?&lt;br /&gt;
                Зависть ли тайная? злоба ль открытая?&lt;br /&gt;
                Или на вас тяготит преступление?&lt;br /&gt;
                Или друзей клевета ядовитая?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Нет, вам наскучили нивы бесплодные...&lt;br /&gt;
                Чужды вам страсти и чужды страдания;&lt;br /&gt;
                Вечно холодные, вечно свободные,&lt;br /&gt;
                Нет у вас родины, нет вам изгнания.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        &lt;ВАЛЕРИК&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Я к вам пишу случайно; право,&lt;br /&gt;
                Не знаю, как и для чего.&lt;br /&gt;
                Я потерял уж это право.&lt;br /&gt;
                И что скажу вам? - ничего!&lt;br /&gt;
                Что помню вас? - но, боже правый,&lt;br /&gt;
                Вы это знаете давно;&lt;br /&gt;
                И вам, конечно, все равно.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И знать вам также нету нужды,&lt;br /&gt;
                Где я? что я? в какой глуши?&lt;br /&gt;
                Душою мы друг другу чужды,&lt;br /&gt;
                Да вряд ли есть родство души.&lt;br /&gt;
                Страницы прошлого читая,&lt;br /&gt;
                Их по порядку разбирая&lt;br /&gt;
                Теперь остынувшим умом,&lt;br /&gt;
                Разуверяюсь я во всем.&lt;br /&gt;
                Смешно же сердцем лицемерить&lt;br /&gt;
                Перед собою столько лет;&lt;br /&gt;
                Добро б еще морочить свет!&lt;br /&gt;
                Да и притом, что пользы верить&lt;br /&gt;
                Тому, чего уж больше нет?..&lt;br /&gt;
                Безумно ждать любви заочной?&lt;br /&gt;
                В наш век все чувства лишь на срок;&lt;br /&gt;
                Но я вас помню - да и точно,&lt;br /&gt;
                Я вас никак забыть не мог!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Во-первых, потому, что много&lt;br /&gt;
                И долго, долго вас любил,&lt;br /&gt;
                Потом страданьем и тревогой&lt;br /&gt;
                За дни блаженства заплатил;&lt;br /&gt;
                Потом в раскаянье бесплодном&lt;br /&gt;
                Влачил я цепь тяжелых лет&lt;br /&gt;
                И размышлением холодным&lt;br /&gt;
                Убил последний жизни цвет.&lt;br /&gt;
                С людьми сближаясь осторожно,&lt;br /&gt;
                Забыл я шум младых проказ,&lt;br /&gt;
                Любовь, поэзию, - но вас&lt;br /&gt;
                Забыть мне было невозможно.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И к этой мысли я привык,&lt;br /&gt;
                Мой крест несу я без роптанья:&lt;br /&gt;
                То иль другое наказанье?&lt;br /&gt;
                Не все ль одно. Я жизнь постиг;&lt;br /&gt;
                Судьбе, как турок иль татарин,&lt;br /&gt;
                За все я ровно благодарен;&lt;br /&gt;
                У бога счастья не прошу&lt;br /&gt;
                И молча зло переношу.&lt;br /&gt;
                Быть может, небеса Востока&lt;br /&gt;
                Меня с ученьем их пророка&lt;br /&gt;
                Невольно сблизили. Притом&lt;br /&gt;
                И жизнь всечасно кочевая,&lt;br /&gt;
                Труды, заботы ночь и днем,&lt;br /&gt;
                Все, размышлению мешая,&lt;br /&gt;
                Приводит в первобытный вид&lt;br /&gt;
                Больную душу: сердце спит,&lt;br /&gt;
                Простора нет воображенью...&lt;br /&gt;
                И нет работы голове...&lt;br /&gt;
                Зато лежишь в густой траве&lt;br /&gt;
                И дремлешь под широкой тенью&lt;br /&gt;
                Чинар иль виноградных лоз,&lt;br /&gt;
                Кругом белеются палатки;&lt;br /&gt;
                Казачьи тощие лошадки&lt;br /&gt;
                Стоят рядком повеся нос;&lt;br /&gt;
                У медных пушек спит прислуга.&lt;br /&gt;
                Едва дымятся фитили;&lt;br /&gt;
                Попарно цепь стоит вдали;&lt;br /&gt;
                Штыки горят под солнцем юга.&lt;br /&gt;
                Вот разговор о старине&lt;br /&gt;
                В палатке ближней слышен мне;&lt;br /&gt;
                Как при Ермолове ходили&lt;br /&gt;
                В Чечню, в Аварию, к горам;&lt;br /&gt;
                Как там дрались, как мы их били,&lt;br /&gt;
                Как доставалося и нам;&lt;br /&gt;
                И вижу я неподалеку&lt;br /&gt;
                У речки, следуя пророку,&lt;br /&gt;
                Мирной татарин свой намаз&lt;br /&gt;
                Творит, не подымая глаз;&lt;br /&gt;
                А вот кружком сидят другие.&lt;br /&gt;
                Люблю я цвет их желтых лиц,&lt;br /&gt;
                Подобный цвету ноговиц,&lt;br /&gt;
                Их шапки, рукава худые,&lt;br /&gt;
                Их темный и лукавый взор&lt;br /&gt;
                И их гортанный разговор.&lt;br /&gt;
                Чу - дальний выстрел. Прожужжала&lt;br /&gt;
                Шальная пуля... славный звук...&lt;br /&gt;
                Вот крик - и снова все вокруг&lt;br /&gt;
                Затихло... Но жара уж спа&#39;ла,&lt;br /&gt;
                Ведут коней на водопой,&lt;br /&gt;
                Зашевелилася пехота;&lt;br /&gt;
                Вот проскакал один, другой!&lt;br /&gt;
                Шум, говор. Где вторая рота?&lt;br /&gt;
                Что, вьючить? - что же капитан?&lt;br /&gt;
                Повозки выдвигайте живо!&lt;br /&gt;
                &quot;Савельич!&quot; - &quot;Ой ли!&quot; - &quot;Дай огниво!&quot;&lt;br /&gt;
                Подъем ударил барабан -&lt;br /&gt;
                Гудит музыка полковая;&lt;br /&gt;
                Между колоннами въезжая,&lt;br /&gt;
                Звенят орудья. Генерал&lt;br /&gt;
                Вперед со свитой поскакал...&lt;br /&gt;
                Рассыпались в широком поле,&lt;br /&gt;
                Как пчелы, с гиком казаки;&lt;br /&gt;
                Уж показалися значки&lt;br /&gt;
                Там на опушке - два, и боле.&lt;br /&gt;
                А вот в чалме один мюрид&lt;br /&gt;
                В черкеске красной ездит важно,&lt;br /&gt;
                Конь светло-серый весь кипит,&lt;br /&gt;
                Он машет, кличет - где отважный?&lt;br /&gt;
                Кто выдет с ним на смертный бой!..&lt;br /&gt;
                Сейчас, смотрите: в шапке черной&lt;br /&gt;
                Казак пустился гребенской;&lt;br /&gt;
                Винтовку выхватил проворно,&lt;br /&gt;
                Уж близко... выстрел... легкий дым...&lt;br /&gt;
                Эй вы, станичники, за ним...&lt;br /&gt;
                Что? ранен!.. - Ничего, безделка... -&lt;br /&gt;
                И завязалась перестрелка...&lt;br /&gt;
                Но в этих сшибах удалых&lt;br /&gt;
                Забавы много, толку мало;&lt;br /&gt;
                Прохладным вечером, бывало,&lt;br /&gt;
                Мы любовалися на них,&lt;br /&gt;
                Без кровожадного волненья,&lt;br /&gt;
                Как на трагический балет;&lt;br /&gt;
                Зато видал я представленья,&lt;br /&gt;
                Каких у вас на сцене нет...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Раз - это было под Гихами -&lt;br /&gt;
                Мы проходили темный лес;&lt;br /&gt;
                Огнем дыша, пылал над нами&lt;br /&gt;
                Лазурно-ясный свод небес.&lt;br /&gt;
                Нам был обещан бой жестокий.&lt;br /&gt;
                Из гор Ичкерии далекой&lt;br /&gt;
                Уже в Чечню на братний зов&lt;br /&gt;
                Толпы стекались удальцов.&lt;br /&gt;
                Над допотопными лесами&lt;br /&gt;
                Мелькали маяки кругом:&lt;br /&gt;
                И дым их то вился столпом,&lt;br /&gt;
                То расстилался облаками;&lt;br /&gt;
                И оживилися леса;&lt;br /&gt;
                Скликались дико голоса&lt;br /&gt;
                Под их зелеными шатрами.&lt;br /&gt;
                Едва лишь выбрался обоз&lt;br /&gt;
                В поляну, дело началось;&lt;br /&gt;
                Чу! в арьегард орудья просят;&lt;br /&gt;
                Вот ружья из кустов выносят,&lt;br /&gt;
                Вот тащат за ноги людей&lt;br /&gt;
                И кличут громко лекарей;&lt;br /&gt;
                А вот и слева, из опушки,&lt;br /&gt;
                Вдруг с гиком кинулись на пушки;&lt;br /&gt;
                И градом пуль с вершин дерев&lt;br /&gt;
                Отряд осыпан. Впереди же&lt;br /&gt;
                Все тихо - там между кустов&lt;br /&gt;
                Бежал поток. Подходим ближе.&lt;br /&gt;
                Пустили несколько гранат;&lt;br /&gt;
                Еще подвинулись; молчат;&lt;br /&gt;
                Но вот над бревнами завала&lt;br /&gt;
                Ружье как будто заблистало;&lt;br /&gt;
                Потом мелькнуло шапки две;&lt;br /&gt;
                И вновь все спряталось в траве.&lt;br /&gt;
                То было грозное молчанье,&lt;br /&gt;
                Недолго длилося оно,&lt;br /&gt;
                Но в этом странном ожиданье&lt;br /&gt;
                Забилось сердце не одно.&lt;br /&gt;
                Вдруг залп... глядим: лежат рядами,&lt;br /&gt;
                Что нужды? здешние полки&lt;br /&gt;
                Народ испытанный...&quot;В штыки,&lt;br /&gt;
                Дружнее!&quot; - раздалось за нами.&lt;br /&gt;
                Кровь загорелася в груди!&lt;br /&gt;
                Все офицеры впереди...&lt;br /&gt;
                Верхом помчался на завалы&lt;br /&gt;
                Кто не успел спрыгнуть с коня...&lt;br /&gt;
                &quot;Ура!&quot; - и смолкло. &quot;Вон кинжалы,&lt;br /&gt;
                В приклады!&quot; - и пошла резня.&lt;br /&gt;
                И два часа в струях потока&lt;br /&gt;
                Бой длился. Резались жестоко,&lt;br /&gt;
                Как звери, молча, с грудью грудь,&lt;br /&gt;
                Ручей телами запрудили.&lt;br /&gt;
                Хотел воды я зачерпнуть...&lt;br /&gt;
                (И зной и битва утомили&lt;br /&gt;
                Меня), но мутная волна&lt;br /&gt;
                Была тепла, была красна.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                На берегу, под тенью дуба,&lt;br /&gt;
                Пройдя завалов первый ряд,&lt;br /&gt;
                Стоял кружок. Один солдат&lt;br /&gt;
                Был на коленах; мрачно, грубо&lt;br /&gt;
                Казалось выраженье лиц,&lt;br /&gt;
                Но слезы капали с ресниц,&lt;br /&gt;
                Покрытых пылью... на шинели,&lt;br /&gt;
                Спиною к дереву, лежал&lt;br /&gt;
                Их капитан. Он умирал;&lt;br /&gt;
                В груди его едва чернели&lt;br /&gt;
                Две ранки; кровь его чуть-чуть&lt;br /&gt;
                Сочилась. Но высоко грудь&lt;br /&gt;
                И трудно подымалась, взоры&lt;br /&gt;
                Бродили страшно, он шептал...&lt;br /&gt;
                &quot;Спасите, братцы. Тащат в горы.&lt;br /&gt;
                Постойте - ранен генерал...&lt;br /&gt;
                Не слышат...&quot; Долго он стонал,&lt;br /&gt;
                Но все слабей, и понемногу&lt;br /&gt;
                Затих и душу отдал богу;&lt;br /&gt;
                На ружья опершись, кругом&lt;br /&gt;
                Стояли усачи седые...&lt;br /&gt;
                И тихо плакали... потом&lt;br /&gt;
                Его остатки боевые&lt;br /&gt;
                Накрыли бережно плащом&lt;br /&gt;
                И понесли. Тоской томимый,&lt;br /&gt;
                Им вслед смотрел я недвижимый.&lt;br /&gt;
                Меж тем товарищей, друзей&lt;br /&gt;
                Со вздохом возле называли;&lt;br /&gt;
                Но не нашел в душе моей&lt;br /&gt;
                Я сожаленья, ни печали.&lt;br /&gt;
                Уже затихло все; тела&lt;br /&gt;
                Стащили в кучу; кровь текла&lt;br /&gt;
                Струею дымной по каменьям,&lt;br /&gt;
                Ее тяжелым испареньем&lt;br /&gt;
                Был полон воздух. Генерал&lt;br /&gt;
                Сидел в тени на барабане&lt;br /&gt;
                И донесенья принимал.&lt;br /&gt;
                Окрестный лес, как бы в тумане,&lt;br /&gt;
                Синел в дыму пороховом.&lt;br /&gt;
                А там, вдали, грядой нестройной,&lt;br /&gt;
                Но вечно гордой и спокойной,&lt;br /&gt;
                Тянулись горы - и Казбек&lt;br /&gt;
                Сверкал главой остроконечной.&lt;br /&gt;
                И с грустью тайной и сердечной&lt;br /&gt;
                Я думал: &quot;Жалкий человек.&lt;br /&gt;
                Чего он хочет!.. небо ясно,&lt;br /&gt;
                Под небом места много всем,&lt;br /&gt;
                Но беспрестанно и напрасно&lt;br /&gt;
                Один враждует он - зачем?&quot;&lt;br /&gt;
                Галуб прервал мое мечтанье,&lt;br /&gt;
                Ударив по плечу; он был&lt;br /&gt;
                Кунак мой; я его спросил,&lt;br /&gt;
                Как месту этому названье?&lt;br /&gt;
                Он отвечал мне: &quot;Валерик,&lt;br /&gt;
                А перевесть на ваш язык,&lt;br /&gt;
                Так будет речка смерти: верно,&lt;br /&gt;
                Дано старинными людьми&quot;.&lt;br /&gt;
                &quot;А сколько их дралось примерно&lt;br /&gt;
                Сегодня?&quot; - &quot;Тысяч до семи&quot;.&lt;br /&gt;
                &quot;А много горцы потеряли?&quot;&lt;br /&gt;
                &quot;Как знать! - зачем вы не считали!&quot;&lt;br /&gt;
                &quot;Да! будет, - кто-то тут сказал, -&lt;br /&gt;
                Им в память этот день кровавый!&quot;&lt;br /&gt;
                Чеченец посмотрел лукаво&lt;br /&gt;
                И головою покачал.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но я боюся вам наскучить,&lt;br /&gt;
                В забавах света вам смешны&lt;br /&gt;
                Тревоги дикие войны;&lt;br /&gt;
                Свой ум вы не привыкли мучить&lt;br /&gt;
                Тяжелой думой о конце;&lt;br /&gt;
                На вашем молодом лице&lt;br /&gt;
                Следов заботы и печали&lt;br /&gt;
                Не отыскать, и вы едва ли&lt;br /&gt;
                Вблизи когда-нибудь видали,&lt;br /&gt;
                Как умирают. Дай вам бог&lt;br /&gt;
                И не видать: иных тревог&lt;br /&gt;
                Довольно есть. В самозабвенье&lt;br /&gt;
                Не лучше ль кончить жизни путь?&lt;br /&gt;
                И беспробудным сном заснуть&lt;br /&gt;
                С мечтой о близком пробужденье?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Теперь прощайте: если вас&lt;br /&gt;
                Мой безыскуственный рассказ&lt;br /&gt;
                Развеселит, займет хоть малость,&lt;br /&gt;
                Я буду счастлив. А не так?&lt;br /&gt;
                Простите мне его как шалость&lt;br /&gt;
                И тихо молвите: чудак!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ЗАВЕЩАНИЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Наедине с тобой, брат,&lt;br /&gt;
                Хотел бы я побыть:&lt;br /&gt;
                На свете мало, говорят,&lt;br /&gt;
                Мне остается жить!&lt;br /&gt;
                Поедешь скоро ты домой:&lt;br /&gt;
                Смотри ж... Да что? моей судьбой,&lt;br /&gt;
                Сказать по правде, очень&lt;br /&gt;
                Никто не озабочен.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                А если спросит кто-нибудь...&lt;br /&gt;
                Ну, кто бы ни спросил,&lt;br /&gt;
                Скажи им, что навылет в грудь&lt;br /&gt;
                Я пулей ранен был,&lt;br /&gt;
                Что умер честно за царя,&lt;br /&gt;
                Что плохи наши лекаря&lt;br /&gt;
                И что родному краю&lt;br /&gt;
                Поклон я посылаю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Отца и мать мою едва ль&lt;br /&gt;
                Застанешь ты в живых...&lt;br /&gt;
                Признаться, право, было бы жаль&lt;br /&gt;
                Мне опечалить их;&lt;br /&gt;
                Но если кто из них и жив,&lt;br /&gt;
                Скажи, что я писать ленив,&lt;br /&gt;
                Что полк в поход послали&lt;br /&gt;
                И чтоб меня не ждали.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Соседка есть у них одна...&lt;br /&gt;
                Как вспомнишь, как давно&lt;br /&gt;
                Расстались!.. Обо мне она&lt;br /&gt;
                Не спросит... все равно,&lt;br /&gt;
                Ты расскажи всю правду ей,&lt;br /&gt;
                Пустого сердца не жалей;&lt;br /&gt;
                Пускай она поплачет...&lt;br /&gt;
                Ей ничего не значит!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ОПРАВДАНИЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Когда одни воспоминанья&lt;br /&gt;
                О заблуждениях страстей,&lt;br /&gt;
                Наместо славного названья,&lt;br /&gt;
                Твой друг оставит меж людей&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И будет спать в земле безгласно&lt;br /&gt;
                То сердце, где кипела кровь,&lt;br /&gt;
                Где так безумно, так напрасно&lt;br /&gt;
                С враждой боролася любовь,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Когда пред общим приговором&lt;br /&gt;
                Ты смолкнешь, голову склоня,&lt;br /&gt;
                И будет для тебя позором&lt;br /&gt;
                Любовь безгрешная твоя, -&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Того, кто страстью и пороком&lt;br /&gt;
                Затмил твои младые дни,&lt;br /&gt;
                Молю: язвительным упреком&lt;br /&gt;
                Ты в оный час не помяни.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но пред судом толпы лукавой&lt;br /&gt;
                Скажи, что судит нас иной&lt;br /&gt;
                И что прощать святое право&lt;br /&gt;
                Страданьем куплено тобой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1840&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        РОДИНА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Люблю отчизну я, но странною любовью!&lt;br /&gt;
                   Не победит ее рассудок мой.&lt;br /&gt;
                        Ни слава, купленная кровью,&lt;br /&gt;
                Ни полный гордого доверия покой,&lt;br /&gt;
                Ни темной старины заветные преданья&lt;br /&gt;
                Не шевелят во мне отрадного мечтанья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                   Но я люблю - за что, не знаю сам -&lt;br /&gt;
                   Ее степи холодное молчанье,&lt;br /&gt;
                   Ее лесов безбережных колыханье,&lt;br /&gt;
                Разливы рек ее, подобные морям;&lt;br /&gt;
                Проселочным путем люблю скакать в телеге&lt;br /&gt;
                И, взором медленным пронзая ночи тень,&lt;br /&gt;
                Встречать по сторонам, вздыхая о ночлеге,&lt;br /&gt;
                Дрожащие огни печальных деревень;&lt;br /&gt;
                   Люблю дымок спаленной жнивы,&lt;br /&gt;
                   В степи ночующий обоз,&lt;br /&gt;
                   И на холме средь желтой нивы&lt;br /&gt;
                   Чету белеющих берез.&lt;br /&gt;
                   С отрадой, многим незнакомой,&lt;br /&gt;
                   Я вижу полное гумно,&lt;br /&gt;
                   Избу, покрытую соломой,&lt;br /&gt;
                   С резными ставнями окно;&lt;br /&gt;
                   И в праздник, вечером росистым,&lt;br /&gt;
                   Смотреть до полночи готов&lt;br /&gt;
                   На пляску с топаньем и свистом&lt;br /&gt;
                   Под говор пьяных мужичков.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ЛЮБОВЬ МЕРТВЕЦА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Пускай холодною землею&lt;br /&gt;
                    Засыпан я,&lt;br /&gt;
                О друг! всегда, везде с тобою&lt;br /&gt;
                    Душа моя.&lt;br /&gt;
                Любви безумного томленья&lt;br /&gt;
                    Жилец могил,&lt;br /&gt;
                В стране покоя и забвенья&lt;br /&gt;
                    Я не забыл.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Без страха в час последней муки&lt;br /&gt;
                    Покинув свет,&lt;br /&gt;
                Отрады ждал я от разлуки -&lt;br /&gt;
                    Разлуки нет.&lt;br /&gt;
                Я видел прелесть бестелесных&lt;br /&gt;
                    И тосковал,&lt;br /&gt;
                Что образ твой в чертах небесных&lt;br /&gt;
                    Не узнавал.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Что мне сиянье божьей власти!&lt;br /&gt;
                    И рай святой?&lt;br /&gt;
                Я перенес земные страсти&lt;br /&gt;
                    Туда с собой!&lt;br /&gt;
                Ласкаю я мечту родную&lt;br /&gt;
                    Везде одну;&lt;br /&gt;
                Желаю, плачу и ревную,&lt;br /&gt;
                    Как в старину.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Коснется ль чуждое дыханье&lt;br /&gt;
                    Твоих ланит,&lt;br /&gt;
                Душа моя в немом страданье&lt;br /&gt;
                    Вся задрожит.&lt;br /&gt;
                Случится ль, шепчешь, засыпая,&lt;br /&gt;
                    Ты о другом,&lt;br /&gt;
                Твои слова текут, пылая,&lt;br /&gt;
                    По мне огнем.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Ты не должна любить другого,&lt;br /&gt;
                    Нет, не должна!&lt;br /&gt;
                Ты с мертвецом святыней слова&lt;br /&gt;
                    Обручена!&lt;br /&gt;
                Увы, твой страх, твои моленья,&lt;br /&gt;
                    К чему оне?&lt;br /&gt;
                Ты знаешь, мира и забвенья&lt;br /&gt;
                    Не надо мне.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                На севере диком стоит одиноко&lt;br /&gt;
                    На голой вершине сосна.&lt;br /&gt;
                И дремлет, качаясь, и снегом сыпучим&lt;br /&gt;
                    Одета, как ризой, она.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И снится ей все, что в пустыне далекой,&lt;br /&gt;
                    В том крае, где солнца восход,&lt;br /&gt;
                Одна и грустна на утесе горючем&lt;br /&gt;
                    Прекрасная пальма растет.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        ПОСЛЕДНЕЕ НОВОСЕЛЬЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Меж тем как Франция, среди рукоплесканий&lt;br /&gt;
                И кликов радостных, встречает хладный прах&lt;br /&gt;
                Погибшего давно среди немых страданий&lt;br /&gt;
                    В изгнанье мрачном и в цепях;&lt;br /&gt;
                Меж тем как мир услужливой хвалою&lt;br /&gt;
                Венчает позднего раскаянья порыв&lt;br /&gt;
                И вздорная толпа, довольная собою,&lt;br /&gt;
                    Гордится, прошлое забыв, -&lt;br /&gt;
                Негодованию и чувству дав свободу,&lt;br /&gt;
                Поняв тщеславие сих праздничных забот,&lt;br /&gt;
                Мне хочется сказать великому народу:&lt;br /&gt;
                    Ты жалкий и пустой народ!&lt;br /&gt;
                Ты жалок потому, что вера, слава, гений,&lt;br /&gt;
                Все, все великое, священное земли,&lt;br /&gt;
                С насмешкой глупою ребяческих сомнений&lt;br /&gt;
                    Тобой растоптано в пыли.&lt;br /&gt;
                Из славы сделал ты игрушку лицемерья,&lt;br /&gt;
                Из вольности - орудье палача,&lt;br /&gt;
                И все заветные отцовские поверья&lt;br /&gt;
                    Ты им рубил, рубил сплеча, -&lt;br /&gt;
                Ты погибал... и он явился, с строгим взором,&lt;br /&gt;
                Отмеченный божественным перстом,&lt;br /&gt;
                И признан за вождя всеобщим приговором,&lt;br /&gt;
                    И ваша жизнь слилася в нем, -&lt;br /&gt;
                И вы окрепли вновь в тени его державы,&lt;br /&gt;
                И мир трепещуший в безмолвии взирал&lt;br /&gt;
                На ризу чудную могущества и славы,&lt;br /&gt;
                    Которой вас он одевал.&lt;br /&gt;
                Один, - он был везде, холодный, неизменный,&lt;br /&gt;
                Отец седых дружин, любимый сын молвы,&lt;br /&gt;
                В степях египетских, у стен покорной Вены,&lt;br /&gt;
                    В снегах пылающей Москвы!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                А вы что делали, скажите, в это время,&lt;br /&gt;
                    Когда в полях чужих он гордо погибал?&lt;br /&gt;
                    Вы потрясали власть избранную, как бремя,&lt;br /&gt;
                    Точили в темноте кинжал!&lt;br /&gt;
                Среди последних битв, отчаянных усилий,&lt;br /&gt;
                В испуге не поняв позора своего,&lt;br /&gt;
                Как женщина, ему вы изменили,&lt;br /&gt;
                    И, как рабы, вы предали его!&lt;br /&gt;
                Лишенный прав и места гражданина,&lt;br /&gt;
                Разбитый свой венец он снял и бросил сам,&lt;br /&gt;
                И вам оставил он в залог родного сына -&lt;br /&gt;
                    Вы сына выдали врагам!&lt;br /&gt;
                Тогда, отяготив позорными цепями,&lt;br /&gt;
                Героя увезли от плачущих дружин,&lt;br /&gt;
                И на чужой скале, за синими морями,&lt;br /&gt;
                    Забытый, он угас один -&lt;br /&gt;
                Один, - замучен мщением бесплодным,&lt;br /&gt;
                    Безмолвною и гордою тоской -&lt;br /&gt;
                И, как простой солдат, в плаще своем походном&lt;br /&gt;
                    Зарыт наемною рукой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    Но годы протекли, и ветреное племя&lt;br /&gt;
                Кричит: &quot;Подайте нам священный этот прах!&lt;br /&gt;
                Он наш; его теперь, великой жатвы семя,&lt;br /&gt;
                    Зароем мы в спасенных им стенах!&quot;&lt;br /&gt;
                И возвратился он на родину; безумно,&lt;br /&gt;
                Как прежде, вкруг него теснятся и бегут&lt;br /&gt;
                И в пышный гроб, среди столицы шумной,&lt;br /&gt;
                    Остатки тленные кладут.&lt;br /&gt;
                Желанье позднее увенчано успехом!&lt;br /&gt;
                И краткий свой восторг сменив уже другим,&lt;br /&gt;
                Гуляя, топчет их с самодовольным смехом,&lt;br /&gt;
                    Толпа, дрожавшая пред ним.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                                *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    И грустно мне, когда подумаю, что ныне&lt;br /&gt;
                Нарушена святая тишина&lt;br /&gt;
                Вокруг того, кто ждал в своей пустыне&lt;br /&gt;
                Так жадно, столько лет спокойствия и сна!&lt;br /&gt;
                И если дух вождя примчится на свиданье&lt;br /&gt;
                С гробницей новою, где прах его лежит,&lt;br /&gt;
                    Какое в нем негодованье&lt;br /&gt;
                    При этом виде закипит!&lt;br /&gt;
                Как будет он жалеть, печалию томимый,&lt;br /&gt;
                О знойном острове, под небом дальних стран,&lt;br /&gt;
                Где сторожил его, как он непобедимый,&lt;br /&gt;
                    Как он великий, океан!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Из-под таинственной, холодной полумаски&lt;br /&gt;
                Звучал мне голос твой отрадный, как мечта,&lt;br /&gt;
                Светили мне твои пленительные глазки&lt;br /&gt;
                И улыбалися лукавые уста.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Сквозь дымку легкую заметил я невольно&lt;br /&gt;
                И девственных ланит и шеи белизну.&lt;br /&gt;
                Счастливец! видел я и локон своевольный,&lt;br /&gt;
                Родных кудрей покинувший волну!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И создал я тогда в моем воображенье&lt;br /&gt;
                По легким признакам красавицу мою;&lt;br /&gt;
                И с той поры бесплотное виденье&lt;br /&gt;
                Ношу в душе, ласкаю и люблю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И все мне кажется: живые эти речи&lt;br /&gt;
                В года минувшие слыхал когда-то я;&lt;br /&gt;
                И кто-то шепчет мне, что после этой встречи&lt;br /&gt;
                Мы вновь увидимся, как старые друзья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Ты помнишь ли, как мы с тобою&lt;br /&gt;
                Прощались позднею порою?&lt;br /&gt;
                Вечерний выстрел загремел,&lt;br /&gt;
                И мы с волнением внимали...&lt;br /&gt;
                Тогда лучи уж догорали,&lt;br /&gt;
                И на море туман густел;&lt;br /&gt;
                Удар с усилием промчался&lt;br /&gt;
                И вдруг за бездною скончался.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Окончив труд дневных работ,&lt;br /&gt;
                Я часто о тебе мечтаю,&lt;br /&gt;
                Бродя вблизи пустынных вод,&lt;br /&gt;
                Вечерним выстрелам внимаю.&lt;br /&gt;
                И между тем как чередой&lt;br /&gt;
                Глушит волнами их седыми,&lt;br /&gt;
                Я плачу, я томим тоской,&lt;br /&gt;
                Я умереть желаю с ними...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Не плачь, не плачь, мое дитя,&lt;br /&gt;
                Не стоит он безумной муки.&lt;br /&gt;
                Верь, он ласкал тебя, шутя,&lt;br /&gt;
                Верь, он любил тебя от скуки!&lt;br /&gt;
                И мало ль в Грузии у нас&lt;br /&gt;
                Прекрасных юношей найдется?&lt;br /&gt;
                Быстрей огонь их черных глаз,&lt;br /&gt;
                И черный ус их лучше вьется!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Из дальней, чуждой стороны&lt;br /&gt;
                Он к нам заброшен был судьбою;&lt;br /&gt;
                Он ищет славы и войны, -&lt;br /&gt;
                И что ж он мог найти с тобою?&lt;br /&gt;
                Тебя он золотом дарил,&lt;br /&gt;
                Клялся, что вечно не изменит,&lt;br /&gt;
                Он ласки дорого ценил -&lt;br /&gt;
                Но слез твоих он не оценит!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                &lt;ИЗ АЛЬБОМА С.Н.КАРАМЗИНОЙ&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Любил и я в былые годы,&lt;br /&gt;
                В невинности души моей,&lt;br /&gt;
                И бури шумные природы,&lt;br /&gt;
                И бури тайные страстей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но красоты их безобразной&lt;br /&gt;
                Я скоро таинство постиг,&lt;br /&gt;
                И мне наскучил их несвязный&lt;br /&gt;
                И огушающий язык.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Люблю я больше год от году,&lt;br /&gt;
                Желаньям мирным дав простор,&lt;br /&gt;
                Поутру ясную погоду,&lt;br /&gt;
                Под вечер тихий разговор,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Люблю я парадоксы ваши,&lt;br /&gt;
                И ха-ха-ха, и хи-хи-хи,&lt;br /&gt;
                Смирновой штучку, фарсу Саши&lt;br /&gt;
                И Ишки Мятлева стихи...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                &lt;ГРАФИНЕ РОСТОПЧИНОЙ&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Я верю: под одной звездой&lt;br /&gt;
                Мы с вами были рождены;&lt;br /&gt;
                Мы шли дорогою одной,&lt;br /&gt;
                Нас обманули те же сны.&lt;br /&gt;
                Но что ж! - от цели благородной&lt;br /&gt;
                Оторван бурею страстей,&lt;br /&gt;
                Я позабыл в борьбе бесплодной&lt;br /&gt;
                Преданья юности моей.&lt;br /&gt;
                Предвидя вечную разлуку,&lt;br /&gt;
                Боюсь я сердцу волю дать;&lt;br /&gt;
                Боюсь предательскому звуку&lt;br /&gt;
                Мечту напрасную вверять...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Так две волны несутся дружно&lt;br /&gt;
                Случайной, вольною четой&lt;br /&gt;
                В пустыне моря голубой:&lt;br /&gt;
                Их гонит вместе ветер южный;&lt;br /&gt;
                Но их разрознит где-нибудь&lt;br /&gt;
                Утеса каменная грудь...&lt;br /&gt;
                И, полны холодом привычным,&lt;br /&gt;
                Они несут брегам различным,&lt;br /&gt;
                Без сожаленья и любви,&lt;br /&gt;
                Свой ропот сладостный и томный,&lt;br /&gt;
                Свой бурный шум, свой блеск заемный&lt;br /&gt;
                И ласки вечные свои.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Прощай, немытая Россия,&lt;br /&gt;
                Страна рабов, страна господ,&lt;br /&gt;
                И вы, мундиры голубы,&lt;br /&gt;
                И ты, им преданный народ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Быть может, за стеной Кавказа&lt;br /&gt;
                Сокроюсь от твоих пашей,&lt;br /&gt;
                От их всевидящего глаза,&lt;br /&gt;
                От их всеслышащих ушей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                          УТЕС&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Ночевала тучка золотая&lt;br /&gt;
                На груди утеса-великана;&lt;br /&gt;
                Утром в путь она умчалась рано,&lt;br /&gt;
                По лазури весело играя;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Но остался влажный след в морщине&lt;br /&gt;
                Старого утеса. Одиноко&lt;br /&gt;
                Он стоит, задумался глубоко,&lt;br /&gt;
                И тихонько плачет он в пустыне.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        СПОР&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Как-то раз перед толпою&lt;br /&gt;
                    Соплеменных гор&lt;br /&gt;
                У Казбека с Шат-горою1&lt;br /&gt;
                    Был великий спор.&lt;br /&gt;
                &quot;Берегись! - сказал Казбеку&lt;br /&gt;
                    Седовласый Шат, -&lt;br /&gt;
                Покорился человеку&lt;br /&gt;
                    Ты недаром, брат!&lt;br /&gt;
                Он настроит дымных келий&lt;br /&gt;
                    По уступам гор;&lt;br /&gt;
                В глубине твоих ущелий&lt;br /&gt;
                    Загремит топор;&lt;br /&gt;
                И железная лопата&lt;br /&gt;
                    В каменную грудь,&lt;br /&gt;
                Добывая медь и злато,&lt;br /&gt;
                    Врежет страшный путь.&lt;br /&gt;
                Уж проходят караваны&lt;br /&gt;
                    Через те скалы,&lt;br /&gt;
                Где носились лишь туманы&lt;br /&gt;
                    Да цари-орлы.&lt;br /&gt;
                Люди хитры! Хоть и труден&lt;br /&gt;
                    Первый был скачок,&lt;br /&gt;
                Берегися! многолюден&lt;br /&gt;
                    И могуч Восток!&quot;&lt;br /&gt;
                &quot;Не боюся я Востока! -&lt;br /&gt;
                    Отвечал Казбек, -&lt;br /&gt;
                Род людской там спит глубоко&lt;br /&gt;
                    Уж девятый век.&lt;br /&gt;
                Посмотри: в тени чинары&lt;br /&gt;
                    Пену сладких вин&lt;br /&gt;
                На узорные шальвары&lt;br /&gt;
                    Сонный льет грузин;&lt;br /&gt;
                И склонясь в дыму кальяна&lt;br /&gt;
                    На цветной диван,&lt;br /&gt;
                У жемчужного фонтана&lt;br /&gt;
                    Дремлет Тегеран.&lt;br /&gt;
                Вот у ног Ерусалима,&lt;br /&gt;
                    Богом сожжена,&lt;br /&gt;
                Безглагольна, недвижима&lt;br /&gt;
                    Мертвая страна;&lt;br /&gt;
                Дальше, вечно чуждый тени,&lt;br /&gt;
                    Моет желтый Нил&lt;br /&gt;
                Раскаленные ступени&lt;br /&gt;
                    Царственных могил.&lt;br /&gt;
                Бедуин забыл наезды&lt;br /&gt;
                    Для цветных шатров&lt;br /&gt;
                И поет, считая звезды,&lt;br /&gt;
                    Про дела отцов.&lt;br /&gt;
                Все, что здесь доступно оку,&lt;br /&gt;
                    Спит, покой ценя...&lt;br /&gt;
                Нет! не дряхлому Востоку&lt;br /&gt;
                    Покорить меня!&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                &quot;Не хвались еще заране! -&lt;br /&gt;
                    Молвил старый Шат, -&lt;br /&gt;
                Вот на севере в тумане&lt;br /&gt;
                    Что-то видно, брат!&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                Тайно был Казбек огромный&lt;br /&gt;
                    Вестью той смущен;&lt;br /&gt;
                И, смутясь, на север темный&lt;br /&gt;
                    Взоры кинул он;&lt;br /&gt;
                И туда в недоуменье&lt;br /&gt;
                    Смотрит, полный дум:&lt;br /&gt;
                Видит странное движенье,&lt;br /&gt;
                    Слышит звон и шум.&lt;br /&gt;
                От Урала до Дуная,&lt;br /&gt;
                    До большой реки,&lt;br /&gt;
                Колыхаясь и сверкая,&lt;br /&gt;
                    Движутся полки;&lt;br /&gt;
                Веют белые султаны,&lt;br /&gt;
                    Как степной ковыль,&lt;br /&gt;
                Мчатся пестрые уланы,&lt;br /&gt;
                    Поднимая пыль;&lt;br /&gt;
                Боевые батальоны&lt;br /&gt;
                    Тесно в ряд идут,&lt;br /&gt;
                Впереди несут знамены,&lt;br /&gt;
                    В барабаны бьют;&lt;br /&gt;
                Батареи медным строем&lt;br /&gt;
                    Скачут и гремят,&lt;br /&gt;
                И дымясь, как перед боем,&lt;br /&gt;
                    Фитили горят.&lt;br /&gt;
                И, испытанный трудами&lt;br /&gt;
                    Бури боевой,&lt;br /&gt;
                Их ведет, грозя очами,&lt;br /&gt;
                    Генерал седой.&lt;br /&gt;
                Идут все полки могучи.&lt;br /&gt;
                    Шумны, как поток.&lt;br /&gt;
                Страшно медленны, как тучи,&lt;br /&gt;
                    Прямо на восток.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                И, томим зловещей думой,&lt;br /&gt;
                    Полный черных снов,&lt;br /&gt;
                Стал считать Казбек угрюмый -&lt;br /&gt;
                    И не счел врагов.&lt;br /&gt;
                Грустным взором он окинул&lt;br /&gt;
                    Племя гор своих,&lt;br /&gt;
                Шапку2 на&#39; брови надвинул -&lt;br /&gt;
                    И навек затих.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
        1 Ш а т - Эльбрус. (Прим. М.Ю.Лермонтова)&lt;br /&gt;
        2 Горцы называют шапкою облака, постоянно лежащие на вершине Казбека. (Прим. М.Ю.Лермонтова)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    СОН&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В полдневный жар в долине Дагестана&lt;br /&gt;
            С свинцом в груди лежал недвижим я;&lt;br /&gt;
            Глубокая еще дымилась рана,&lt;br /&gt;
            По капле кровь точилася моя.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Лежал один я на песке долины;&lt;br /&gt;
            Уступы скал теснилися кругом,&lt;br /&gt;
            И солнце жгло их желтые вершины&lt;br /&gt;
            И жгло меня - но спал я мертвым сном.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И снился мне сияющий огнями&lt;br /&gt;
            Вечерний пир в родимой стороне.&lt;br /&gt;
            Меж юных жен, увенчанных цветами,&lt;br /&gt;
            Шел разговор веселый обо мне.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но, в разговор веселый не вступая,&lt;br /&gt;
            Сидела там задумчиво одна,&lt;br /&gt;
            И в грустный сон душа ее младая&lt;br /&gt;
            Бог знает чем была погружена;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И снилась ей долина Дагестана;&lt;br /&gt;
            Знакомый труп лежал в долине той;&lt;br /&gt;
            В его груди, дымясь, чернела рана,&lt;br /&gt;
            И кровь лилась хладеющей струей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Sie liebten sich beide, doch keiner Wollt&#39;es dem andern gestehn Heine1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Они любили друг друга так долго и нежно,&lt;br /&gt;
            С тоской глубокою и страстью безумно-мятежной!&lt;br /&gt;
            Но, как враги, избегали признанья и встречи,&lt;br /&gt;
            И были пусты и хладны их краткие речи.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Они расстались в безмолвном и гордом страданье,&lt;br /&gt;
            И милый образ во сне лишь порою видали.&lt;br /&gt;
            И смерть пришла: наступило за гробом свиданье...&lt;br /&gt;
            Но в мире новом друг друга они не узнали.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
        1 Они любили друг друга, но ни один не желал признаться в этом другому. - Гейне (нем.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ТАМАРА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В глубокой теснине Дарьяла,&lt;br /&gt;
            Где роется Терек во мгле,&lt;br /&gt;
            Старинная башня стояла,&lt;br /&gt;
            Чернея на черной скале.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В той башне высокой и тесной&lt;br /&gt;
            Царица Тамара жила:&lt;br /&gt;
            Прекрасна, как ангел небесный,&lt;br /&gt;
            Как демон, коварна и зла.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И там сквозь туман полуночи&lt;br /&gt;
            Блистал огонек золотой,&lt;br /&gt;
            Кидался он путнику в очи,&lt;br /&gt;
            Манил он на отдых ночной.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И слышался голос Тамары:&lt;br /&gt;
            Он весь был желанье и страсть,&lt;br /&gt;
            В нем были всесильные чары,&lt;br /&gt;
            Была непонятная власть.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            На голос невидимой пери&lt;br /&gt;
            Шел вони, купец и пастух:&lt;br /&gt;
            Пред ним отворялися двери,&lt;br /&gt;
            Встречал его мрачный евнух.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            На мягкой пуховой постели,&lt;br /&gt;
            В парчу и жемчуг убрана,&lt;br /&gt;
            Ждала она гостя... Шипели&lt;br /&gt;
            Пред нею два кубка вина.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Сплетались горячие руки,&lt;br /&gt;
            Уста прилипали к устам,&lt;br /&gt;
            И странные, дикие звуки&lt;br /&gt;
            Всю ночь раздавалися там.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Как будто в ту башню пустую&lt;br /&gt;
            Сто юношей пылких и жен&lt;br /&gt;
            Сошлися на свадьбу ночную,&lt;br /&gt;
            На тризну больших похорон.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но только что утра сиянье&lt;br /&gt;
            Кидало свой луч по горам,&lt;br /&gt;
            Мгновенно и мрак и молчанье&lt;br /&gt;
            Опять воцарялися там.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Лишь Терек в теснине Дарьяла,&lt;br /&gt;
            Гремя, нарушал тишину;&lt;br /&gt;
            Волна на волну набегала,&lt;br /&gt;
            Волна погоняла волну;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И с плачем безгласное тело&lt;br /&gt;
            Спешили они унести;&lt;br /&gt;
            В окне тогда что-то белело,&lt;br /&gt;
            Звучало оттуда: прости.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И было так нежно прощанье,&lt;br /&gt;
            Так сладко тот голос звучал,&lt;br /&gt;
            Как будто восторги свиданья&lt;br /&gt;
            И ласки любви обещал.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    СВИДАНЬЕ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                       1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Уж за горой дремучею&lt;br /&gt;
                Погас вечерний луч,&lt;br /&gt;
            Едва струей гремучею&lt;br /&gt;
                Сверкает жаркий ключ;&lt;br /&gt;
            Сады благоуханием&lt;br /&gt;
                Наполнились живым,&lt;br /&gt;
            Тифлис объят молчанием,&lt;br /&gt;
                В ущелье мгла и дым.&lt;br /&gt;
            Летают сны-мучители&lt;br /&gt;
                Над грешными людьми,&lt;br /&gt;
            И ангелы-хранители&lt;br /&gt;
                Беседуют с детьми.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                       2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Там за твердыней старою&lt;br /&gt;
                На сумрачной горе&lt;br /&gt;
            Под свежею чинарою&lt;br /&gt;
                Лежу я на ковре.&lt;br /&gt;
            Лежу один и думаю:&lt;br /&gt;
                &quot;Ужели не во сне&lt;br /&gt;
            Свиданье в ночь угрюмую&lt;br /&gt;
                Назначила ты мне?&lt;br /&gt;
            И в этот час единственный,&lt;br /&gt;
                Но сладкий для любви,&lt;br /&gt;
            Тебя, мой друг единственный,&lt;br /&gt;
                Зовут мечты мои&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                       3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Внизу огни дозорные&lt;br /&gt;
                Лишь на мосту горят,&lt;br /&gt;
            И колокольни черные,&lt;br /&gt;
                Как сторожи стоят;&lt;br /&gt;
            И поступью несмелою&lt;br /&gt;
                Из бань со всех сторон&lt;br /&gt;
            Выходят цепью белою&lt;br /&gt;
                Четы грузинских жен;&lt;br /&gt;
            Вот улицей пустынною&lt;br /&gt;
                Бредут, едва скользя...&lt;br /&gt;
            Но под чадою длинною&lt;br /&gt;
                Тебя узнать нельзя!..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                       4&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Твой домик с крышей гладкою&lt;br /&gt;
                Мне виден вдалеке;&lt;br /&gt;
            Крыльцо с ступенью шаткою&lt;br /&gt;
                Купается в реке;&lt;br /&gt;
            Среди прохлады, веющей&lt;br /&gt;
                Над синею Курой,&lt;br /&gt;
            Он сетью зеленеющей&lt;br /&gt;
                Опутан плющевой:&lt;br /&gt;
            За тополью высокою&lt;br /&gt;
                Я вижу там окно...&lt;br /&gt;
            Но свечкой одинокою&lt;br /&gt;
                Не светится оно!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                       5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Я жду. В недоумении&lt;br /&gt;
                Напрасно бродит взор:&lt;br /&gt;
            Кинжалом в нетерпении&lt;br /&gt;
                Изрезал я ковер;&lt;br /&gt;
            Я жду с тоской бесплодною,&lt;br /&gt;
                Мне грустно, тяжело...&lt;br /&gt;
            Вот сыростью холодною&lt;br /&gt;
                С востока понесло,&lt;br /&gt;
            Краснеют за туманами&lt;br /&gt;
                Седых вершин зубцы,&lt;br /&gt;
            Выходят с караванами&lt;br /&gt;
                Из города купцы...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        6&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Прочь, прочь, слеза позорная,&lt;br /&gt;
                Кипи, душа моя!&lt;br /&gt;
            Твоя измена черная&lt;br /&gt;
                Понятна мне, змея!&lt;br /&gt;
            Я знаю, чем утешенный&lt;br /&gt;
                По звонкой мостовой&lt;br /&gt;
            Вчера скакал, как бешеный&lt;br /&gt;
                Татарин молодой.&lt;br /&gt;
            Недаром он красуется&lt;br /&gt;
                Перед твоим окном&lt;br /&gt;
            И твой отец любуется&lt;br /&gt;
                Персидским жеребцом.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         7&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Возьму винтовку длинную,&lt;br /&gt;
                Пойду я из ворот:&lt;br /&gt;
            Там под скалой пустынною&lt;br /&gt;
                Есть узкий поворот.&lt;br /&gt;
            До полдня за могильною&lt;br /&gt;
                Часовней подожду&lt;br /&gt;
            И на дорогу пыльную&lt;br /&gt;
                Винтовку наведу.&lt;br /&gt;
            Напрасно грудь колышется!&lt;br /&gt;
                Я лег между камней;&lt;br /&gt;
            Чу! близкий топот слышится...&lt;br /&gt;
                А! это ты, злодей!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    ЛИСТОК&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Дубовый лисок оторвался от ветки родимой&lt;br /&gt;
            И в степь укатился, жестокою бурей гонимый;&lt;br /&gt;
            Засох и увял он от холода, зноя и горя&lt;br /&gt;
            И вот, наконец, докатился до Черного моря.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            У Черного моря чинара стоит молодая;&lt;br /&gt;
            С ней шепчется ветер, зеленые ветви лаская;&lt;br /&gt;
            На ветвях зеленых качаются райские птицы;&lt;br /&gt;
            Поют они песни про славу морской царь-девицы.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            И странник прижался у корня чинары высокой;&lt;br /&gt;
            Приюта на время он просит с тоскою глубокой,&lt;br /&gt;
            И так говорит он: &quot;Я бедный листочек дубовый,&lt;br /&gt;
            До срока созрел я и вырос в отчизне суровой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Один и без цели по свету ношуся давно я,&lt;br /&gt;
            Засох я без тени, увял я без сна и покоя.&lt;br /&gt;
            Прими же пришельца меж листьев своих изумрудных,&lt;br /&gt;
            Немало я знаю рассказов мудреных и чудных&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            &quot;На что мне тебя? - отвечает младая чинара, -&lt;br /&gt;
            Ты пылен и желт, и сынам моим свежим не пара.&lt;br /&gt;
            Ты много видал - да к чему мне твои небылицы?&lt;br /&gt;
            Мой слух утомили давно уж и райские птицы.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Иди себе дальше; о странник! тебя я не знаю!&lt;br /&gt;
            Я солнцем любима, цвету для него и блистаю;&lt;br /&gt;
            По небу я ветви раскинула здесь на просторе,&lt;br /&gt;
            И корни мои умывает холодное море&quot;.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                      * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Нет, не тебя так пылко я люблю,&lt;br /&gt;
            Не для меня твоей красы блистанье:&lt;br /&gt;
            Люблю в тебе я прошлое страданье&lt;br /&gt;
            И молодость погибшую мою.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда порой я на тебя смотрю,&lt;br /&gt;
            В твои глаза вникая долгим взором:&lt;br /&gt;
            Таинственным я занят разговором,&lt;br /&gt;
            Но не с тобой я сердцем говорю.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Я говорю с подругой юных дней,&lt;br /&gt;
            В твоих чертах ищу черты другие,&lt;br /&gt;
            В устах живых уста давно немые,&lt;br /&gt;
            В глазах огонь угаснувших очей.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                      * * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        1&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Выхожу один я на дорогу;&lt;br /&gt;
            Сквозь туман кремнистый путь блестит;&lt;br /&gt;
            Ночь тиха. Пустыня внемлет богу,&lt;br /&gt;
            И звезда с звездою говорит.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        2&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В небесах торжественно и чудно!&lt;br /&gt;
            Спит земля в сиянье голубом...&lt;br /&gt;
            Что же мне так больно и так трудно?&lt;br /&gt;
            Жду ль чего? жалею ли о чем?&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Уж не жду от жизни ничего я,&lt;br /&gt;
            И не жаль мне прошлого ничуть;&lt;br /&gt;
            Я ищу свободы и покоя!&lt;br /&gt;
            Я б хотел забыться и заснуть!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        4&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Но не тем холодным сном могилы...&lt;br /&gt;
            Я б желал навеки так заснуть,&lt;br /&gt;
            Чтоб в груди дремали жизни силы,&lt;br /&gt;
            Чтоб, дыша, вздымалась тихо грудь;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                        5&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Чтоб всю ночь, весь день мой слух лелея,&lt;br /&gt;
            Про любовь мне сладкий голос пел,&lt;br /&gt;
            Надо мной чтоб, вечно зеленея,&lt;br /&gt;
            Темный дуб склонялся и шумел.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                    МОРСКАЯ ЦАРЕВНА&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            В море царевич купает коня;&lt;br /&gt;
            Слышит: &quot;Царевич! взгляни на меня!&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Фыркает конь и ушами прядет,&lt;br /&gt;
            Брызжет и плещет и дале плывет.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Слышит царевич: &quot;Я царская дочь!&lt;br /&gt;
            Хочешь провесть ты с царевною ночь?&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Вот показалась рука из воды,&lt;br /&gt;
            Ловит за кисти шелко&#39;вой узды.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Вышла младая потом голова,&lt;br /&gt;
            В косу вплелася морская трава.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Синие очи любовью горят;&lt;br /&gt;
            Брызги на шее, как жемчуг, дрожат.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Мыслит царевич: &quot;Добро же! постой!&quot;&lt;br /&gt;
            За косу ловко схватил он рукой.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Держит, рука боевая сильна:&lt;br /&gt;
            Плачет и молит и бьется она.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            К берегу витязь отважно плывет;&lt;br /&gt;
            Выплыл; товарищей громко зовет:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            &quot;Эй, вы! сходитесь, лихие друзья!&lt;br /&gt;
            Гляньте, как бьется добыча моя...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Что ж вы стоит смущенной толпой?&lt;br /&gt;
            Али красы не видали такой?&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Вот оглянулся царевич назад:&lt;br /&gt;
            Ахнул! померк торжествующий взгляд.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Видит, лежит на песке золотом&lt;br /&gt;
            Чудо морское с зеленым хвостом.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Хвост чешуею змеиной покрыт,&lt;br /&gt;
            Весь замирая, свиваясь, дрожит.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Пена струями сбегает с чела,&lt;br /&gt;
            Очи одела смертельная мгла.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Бледные руки хватают песок;&lt;br /&gt;
            Шепчут уста непонятный упрек...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Едет царевич задумчиво прочь.&lt;br /&gt;
            Будет он помнить про царскую дочь!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                     ПРОРОК&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            C тех пор как вечный судия&lt;br /&gt;
            Мне дал всеведенье пророка,&lt;br /&gt;
            В очах людей читаю я&lt;br /&gt;
            Страницы злобы и порока.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Провозглашать я стал любви&lt;br /&gt;
            И правды чистые ученья:&lt;br /&gt;
            В меня все ближние мои&lt;br /&gt;
            Бросали бешено каменья.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Посыпал пеплом я главу,&lt;br /&gt;
            Из городов бежал я нищий,&lt;br /&gt;
            И вот в пустыне я живу,&lt;br /&gt;
            Как птицы, даром божьей пищи;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Завет предвечного храня,&lt;br /&gt;
            Мне тварь покорна там земная;&lt;br /&gt;
            И звезды слушают меня,&lt;br /&gt;
            Лучами радостно играя.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Когда же через шумный град&lt;br /&gt;
            Я пробираюсь торопливо,&lt;br /&gt;
            То старцы детям говорят&lt;br /&gt;
            С улыбкою самолюбивой:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            &quot;Смотрите: вот пример для вас!&lt;br /&gt;
            Он горд был, не ужился  с нами;&lt;br /&gt;
            Глупец, хотел уверить нас,&lt;br /&gt;
            Что бог гласит его устами!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            Смотрите ж, дети, на него:&lt;br /&gt;
            Как он угрюм, и худ, и бледен!&lt;br /&gt;
            Смотрите, как он наг и беден,&lt;br /&gt;
            Как презирают все его!&quot;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            1841&lt;br /&gt;
            © Права на это собрание электронных текстов и собственно электронные тексты принадлежат Публичной электронной библиотеке (Евгению Пескину), 1994-1996 год. Разрешено свободное распространение при условии сохранения целостности текста (включая данную информацию). Разрешено свободное использование для некоммерческих целей при условии ссылки на источник.&lt;br /&gt;
            Публичная Электронная Библиотека - товарный знак и знак обслуживания, принадлежащие Евгению Пескину.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
            E-mail:eugene@eugene.msk.su&lt;br /&gt;
             Яндекс Реклама на Яндексе Помощь Спрятать &lt;br /&gt;
              &lt;br /&gt;
             Яндекс.Словари &lt;br /&gt;
              &lt;br /&gt;
             Яндекс Реклама на Яндексе Помощь Показать Закрыть</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/5650132119954438085/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/0.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/5650132119954438085'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/5650132119954438085'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/0.html' title=''/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1565186110950189627</id><published>2011-11-15T22:34:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T22:34:33.374-08:00</updated><title type='text'>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ&lt;br /&gt;
ΔΙΗΓΗΜΑ&lt;br /&gt;
Α´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀστείαν ἀληθῶς ἰδέαν συνέλαβε πρωίαν τινὰ Κυριακῆς ὁ Τοῦρκος κατὴς ἐν Ἄρτῃ, ὅστις ἀφοῦ ἠθῴωσε πανδήμως καὶ σκανδαλωδῶς δύο ὁμοεθνεῖς του, ἀπαγαγόντας ἄκουσαν Ἑλληνίδα κόρην ἐκ τῶν παρακειμένων χωρίων, ἀπῆλθεν ὡς καλὸς μουσουλμάνος νὰ πάρῃ ἀμπτέστι*, πρὸς ἁγνισμὸν καὶ ἀπολύμανσιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἄξιος Τοῦρκος δικαστής, πρὸς ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς ὑφ᾽ ὧν ἐκοσμεῖτο, ἦτο δεξιώτατος εἰς τὸ ν᾽ ἀνακαλύπτῃ, πρὸς πρόχειρον δικαιολογίαν τῶν ἀποφάσεών του, πάμπολλα ἐδάφια τοῦ ἱεροῦ νόμου ἀγνοούμενα συνήθως ὑπὸ τῶν ἀμαθεστέρων συναδέλφων του, καὶ δεινὸς εἰς τὸ νὰ ἐκτείνῃ καὶ νὰ συστέλλῃ ἑκάστοτε, ὡς ἔμπειρος σκυτοτόμος, τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν ρητῶν. Ἠδύνατο, ἐν ἐλλείψει ἄλλου προτύπου, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς τῶν νομολόγων καὶ τῶν δικορράφων παντὸς χρόνου καὶ τόπου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὡς εἶχον τότε τὰ πράγματα, τὸ ζήτημα ἦτο πολὺ ἁπλούστερον, ἢ ὅσον σήμερον δύναται νὰ εἶναι, διότι ὁ αὐτὸς ἦτο συνήγορος ἅμα καὶ διαιτητής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, τὸ ἐδάφιον τῆς ἱερᾶς βίβλου, ὅπερ ἀνεκάλυψεν ἡ εὔκολος ὀξυδέρκεια τοῦ δικαστοῦ τούτου, εἶχεν ὡς ἑξῆς, κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκ τοῦ ἀραβικοῦ μετάφρασιν: Αἶνος τῷ Θεῷ. Ἐὰν νέα γυνὴ ἄπιστος ἀλλάξῃ κύριον, καὶ ἀπὸ τῶν χειρῶν ἀπίστου μεταβῇ εἰς ἀληθῆ πιστόν, ὁ δεύτερος κύριος εἶναι ἐνδικώτερος. (Ὅρα Κοράνιον, ἐν κεφαλαίῳ ἡ Κάμηλος ἐπιγραφομένῳ.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ ἐδάφιον δὲν ἦτο σαφές, οὐδ᾽ ἐφηρμόζετο ἀβιάστως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἀλλ᾽ ὁ ἄξιος λειτουργὸς τῆς Θέμιδος δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλο, καὶ νὰ τὸ συγκολλήσῃ μὲ τὸ πρῶτον οὕτως, ὥστε νὰ πείθῃ πάντα ἀληθῆ μουσουλμάνον περὶ τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς κρίσεως: Ἐὰν ἀληθὴς πιστὸς ἔχῃ δούλην ἄπιστον, καὶ δὲν τὴν ἔπεισε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἀληθῆ πίστιν, δὲν δύναται νὰ τὴν μεταπωλήσῃ εἰς ἄπιστον, ἀλλ᾽ εἰς πιστόν. (Ὅρα κεφ. ἡ Βοῦς ἱεροῦ νόμου.)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σημειωτέον ὅτι ἀμφότερα τὰ ἀποσπάσματα ταῦτα, καὶ τὰ κεφάλαια εἰς ἃ ἀνήκουσι, δὲν εἶναι ἐκ τῶν γνησιωτέρων. Οἱ σοφοὶ σχολιασταὶ τοῦ Κορανίου οὐδέποτε συνεφώνησαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κεφαλαίων οὐδὲ περὶ τῆς γνησιότητος τοῦ περιεχομένου. Ἀλλ᾽ ὁμολογητέον ὅτι οὐδεὶς λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἑρμηνεύῃ ἄλλως τὰ κείμενα τῶν νόμων ἢ ὅπως προχείρως ἀντιλαμβάνεται τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, καὶ τὸ δικαστήριον τῆς Ἄρτης δὲν ἦτο βεβαίως ἀκαδημία νομοδιδασκάλων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὅμως παρὰ τὴν τόσην ἐμπειρίαν καὶ εὐθυκρισίαν του, ὁ εἰρημένος Τοῦρκος δικαστὴς ἔκαμνε τὸν λογαριασμὸν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου. Ἡ ἁρπαγεῖσα Ἑλληνὶς κόρη ἦτο ἀναδεκτὴ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη, τοῦ περιβοήτου τῆς Ἀκαρνανίας ἀρματολοῦ, ὅστις ἀτυχῶς ἦτο ἀμαθὴς καὶ δὲν ἤξευρε νὰ ἑρμηνεύῃ τὰ ρητὰ τοῦ Κορανίου. Δὲν ἐνόει δὲ καὶ ὡς ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα, ὅπως ἡμεῖς τὸ περιεγράψαμεν ἐν ἀρχῇ, διότι φύσει δὲν ἠγάπα ν᾽ ἀστεΐζηται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἦτο μνηστὴ τοῦ Νίκου Ντάσκα, εἰρηνικοῦ ἀγρότου κατοικοῦντος εἰς παρακείμενον χωρίον. Ἦτο φιλόπονος καὶ ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας ἠσχολεῖτο εἰς τὰ ἔργα τοῦ οἴκου, ἐπιμελουμένη καὶ τριῶν νεωτέρων ἀδελφῶν, ὧν ὁ μεγαλύτερος ἦγε τὸ δωδέκατον ἔτος. Αὕτη δὲ ἦτο δεκαοκταέτις. Ἡ μήτηρ αὐτῆς εἶχε γνώμην νὰ μὴ τὴν ὑπανδρεύσῃ ἀκόμη καὶ ἤλπιζεν ὅτι καὶ μετὰ τὸν ἀρραβῶνα ὁ γάμος ἔμελλε νὰ βραδύνῃ ἀρκούντως, ὥστε νὰ προλάβῃ ἡ νεωτέρα ἀδελφὴ νὰ ἡλικιωθῇ πρὸς ἀνακούφισιν καὶ χαρὰν τῆς μητρός. Μίαν βοηθὸν εἶχε, μόνην τὴν Βάσω της, καὶ ὄχι ἄλλην. Διατί νὰ βιασθῇ ὁ σύζυγός της νὰ τὴν δώσῃ; Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἄλλως ἐφρόνει, καὶ διὰ λόγους, ὧν μόνον τὸ ἓν ἑκατοστὸν ἠδύνατο νὰ ἐξηγηθῇ, ἐπεθύμει νὰ ὑπανδρεύωνται ὡς τάχιστα αἱ νέαι. Ὅσον γρηγορώτερα τόσον καλύτερα. Τί τὸ θέλεις τὸ βάρος αὐτὸ εἰς τὴν οἰκίαν; Δὲν εἶναι καλύτερον νὰ τὸ ξεφορτωθῇς; Ὅποιος εὑρίσκει πρόθυμον ἀναδέκτην τοῦ φορτίου, καὶ δὲν τὸ μεταβιβάζει εὐθύς, ἄκραν ἐμπιστοσύνην ἔχει εἰς τοὺς ἰδίους ὤμους, ἂν δὲν εἶναι ἀνόητος. Ταῦτα ἐφρόνει ὁ Κώστας Μαντᾶς, ὁ πατὴρ τῆς Βασίλως, τὴν ὁποίαν ἐτόλμησε πονηρὸν γραΐδιον ν᾿ ἀποπλανήσῃ μίαν ἡμέραν, ὅπως ρίψῃ αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας Τούρκου, ὅστις τὴν ἤθελε νὰ τὴν ἔχῃ εἰς τὸ χαρέμι του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ἡ Βασίλω δὲν ἤθελε πιστεύσει τοὺς λόγους της, διότι ἡ γραῖα Κυπαρισσοὺ εἶχεν ἀνέκαθεν κακὴν φήμην εἰς τὸ χωρίον. Ἀλλὰ ψευδεῖς τινες διηγήσεις τόσον καλῶς συνιστῶνται καὶ τόσον εὐχερῶς συμπίπτουσιν, ὥστε σατανικὸν ἔργον φαίνεται ἡ συναρμογὴ αὐτῶν. Ποῖος τῆς εἶπε τῆς γραίας Κυπαρισσοῦς, ὅτι ἡ μήτηρ τῆς κόρης εἶχε λησμονήσει τὸ δεῖνα ὕφασμα εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ δὲν τὸ ἔλαβε μεθ᾽ ἑαυτῆς τὴν πρωίαν, ἀπερχομένη εἰς τὸν ποταμόν; Ποῖος τὸ ἤξευρεν, ἀφοῦ κανεὶς δὲν τὴν ἔστειλε; Διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ μήτηρ Μελάχρω εἶχε μεταβῆ ἀπὸ πρωίας εἰς τὸν ποταμὸν μετ᾽ ἄλλων γυναικῶν, διὰ νὰ λευκάνῃ. Ὡσαύτως εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ μικρότερον κοράσιον καὶ ὁ ὑστερότοκος υἱὸς μετέβησαν εἰς τὸ σχολεῖον τῆς μικρὸν ἀπεχούσης Ἄρτης, διότι εἶχεν ἤδη ἡ Ἄρτα σχολεῖον κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ὁ δὲ πατήρ, ὅστις ἤθελε τοὺς ἀνθρώπους φιλοπόνους, ὡς ὑποκειμένους εἰς τὴν πρώτην ἐκείνην καὶ παλαίφατον τῶν πρωτοπλάστων ἀράν, εἶχε παραλάβει μεθ᾽ ἑαυτοῦ εἰς τοὺς ἀγροὺς τὸν δευτερότοκον υἱόν, ὥστε ἡ νεᾶνις εὑρίσκετο μόνη οἴκοι. Ἐνῷ λοιπὸν ἐκάθητο ἐπιρράπτουσα παλαιὰ φορέματα παρὰ τὴν ἑστίαν, καὶ εἶχε κλειδωμένην ἔσωθεν τὴν θύραν διὰ διπλῆς στροφῆς, διότι συνήθεια ἦτο νὰ κλείωνται αἱ κόραι ὅταν ἦσαν μόναι, ἀκούει τὴν θύραν κρουομένην. Ἡ νεᾶνις ἐξεπλάγη. Αἱ γειτόνισσαι ὅλαι σχεδὸν ἔλειπον, ἦσαν εἰς τὰ ἔργα των. Ποῖος νὰ εἶναι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄνοιξε, εἶπε μεμψίμοιρός τις φωνή, ἥτις ἐφαίνετο ἐκπεμπομένη ἐκ βαθέος μυχοῦ, καὶ ὡς νὰ διήρχετο δ᾽ ἀόπλων καὶ νωδῶν οὔλων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποῖος εἶσαι; ἐπανέλαβε τὸ δεύτερον ἡ κόρη δυσπιστοῦσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ, ἡ θεια-Κυπαρισσού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ἡ θεια-Κυπαρισσού, εἶπεν ἡ νεᾶνις διστάζουσα. Τί θέλεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μ᾽ ἔστειλεν ἡ μάννα σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἐγερθεῖσα ἀπῆλθε καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ εἰσῆλθεν ἡ Κυπαρισσού. Τὸ γραΐδιον ἦτο ἑβδομηκονταετὲς περίπου, ρικνή, κεκυφυῖα καὶ ἀπαίσιος. Τὸ μειδίαμά της, δι᾽ οὗ ἐζήτει νὰ θωπεύσῃ τὴν κόρην, ἐνεποίει φρικίασιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σ᾽ ἔστειλεν ἡ μάννα μου; ἠρώτησεν ἡ νέα. Καὶ ποῦ τὴν ηὗρες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἰς τὸν ποταμόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί σὲ εἶπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μοῦ εἶπε νὰ τῆς πᾷς τὸ πανί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ πανί; Ποῖο πανί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ δίμιτο. Τὸ ξέχασε νὰ τὸ πάρῃ μαζί της τὸ πρωί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ κόρη στρέψασα τὸ βλέμμα πρὸς τὴν γωνίαν, παρ᾽ ἣν ἵστατο κεκοσμημένος ὁ σωρείτης τῶν στρωμάτων καὶ σινδόνων, εἶδε τῷ ὄντι ὅτι ὑπῆρχεν ἐκεῖ τὸ δίμιτον ὕφασμα, τὸ ὁποῖον ἡ μήτηρ της πρέπει νὰ ἐλησμόνησε βεβαίως, διενοήθη. Ἀφοῦ μετέβη εἰς τὸν ποταμὸν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ γενικὴν γνάφευσιν, δὲν ἔμελλε νὰ παραλίπῃ ποτὲ τὴν νεοΰφαντον ταύτην ὀθόνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ δὲν εἶχεν ἀκούσει μὲν παρὰ τῆς μητρός της ρητῶς, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ μεθ᾽ ἑαυτῆς καὶ τὸ δίμιτον, ἀλλὰ συλλογιζομένη εὕρισκεν ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ τὸ εἰρημένον ὕφασμα εὑρίσκετο εἰς τὴν πρόχειρον ἐκείνην θέσιν. Ἐν τούτοις εἶχεν ἡ κόρη ἐνδοιασμούς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σ᾽ ἔστειλεν ἡ μάννα μου διὰ νὰ τὸ πάρῃς… νὰ τῆς τὸ φέρῃς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐμένα; Ὄχι, εἶπεν ἡ γραῖα. Ἐσὺ νὰ τῆς τὸ πᾷς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ νέα ἤρχισε νὰ σκέπτηται. Μιᾶς ὥρας ὁδοιπορία! Καὶ ἀπὸ πολλοῦ ἡ μήτηρ της τὴν εἶχε συνηθίσει νὰ μὴ ἐξέρχηται σχεδὸν ἐκ τῆς οἰκίας. Ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ τώρα τοιαύτην παραγγελίαν; Κόρη νεαρά, δειλή, μεμνηστευμένη, νὰ πορευθῇ μόνη εἰς τὸ μέρος τοῦ ποταμοῦ ὅπου λευκαίνουσι; Τότε λοιπὸν διατί νὰ θέλωσι νὰ τὴν ὑπανδρεύσωσιν; Αὐτὴ εὐτυχὴς θὰ ἦτο, ἂν ἔζη ἀκόμη τὸν κατ᾽ ἀγροὺς βίον, ὅστις ἦτο τόσον φαιδρὸς καὶ ἄφροντις, καὶ συνέτεινε τόσον πολὺ εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ εὔρωστον τὸ σῶμα καὶ ροδίνας τὰς παρειάς. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ τὴν ἐμνήστευσαν, διατί ἀπαιτοῦσι παρ᾽ αὐτῆς τοιαύτην ἀνήκουστον ἐκδρομήν; Πῶς νὰ τὸ μάθῃ ὁ μνηστήρ της;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ, γιαγιά, εἶπεν ἡ νέα. Θέλεις νὰ τὸ πάρῃς μόνη σου τὸ πανὶ αὐτὸ νὰ τῆς τὸ φέρῃς; Θὰ σὲ πληρώσῃ ὁ ἀφέντης (πατήρ) μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ; Γριὰ γυναίκα, ἐμορμύρισεν ἡ Κυπαρισσού, ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ τρέχω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ἠξεύρεις κανένα παιδί, νὰ μοῦ κάμῃς τὴν χάρη, νὰ τοῦ πῇς νὰ τὸ πάρῃ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν βλέπω παιδιὰ εἰς τὸ χωριό, εἶπεν ἡ γραῖα, τὰ μικρὰ εἶναι στὴν Ἄρτα, στὸ σχολειό, καὶ τὰ ἄλλα τὰ μεγαλύτερα εἶναι εἰς τὰ χωράφια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὤ, Χριστέ μου, βάσανα. Καὶ τώρα τί νὰ κάμω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μοῦ εἶπε νὰ τῆς τὸ πᾷς γρήγορα, ἐπέμεινεν ἀδυσωπήτως ἡ γραῖα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ στρέψασα τὰ νῶτα ἀπῆλθε, καταλιποῦσα ἐν ἀμηχανίᾳ τὴν ἀτυχῆ κόρην. Ἀφοῦ ἐσκέφθη ἐπὶ μακρόν, καὶ ἔλαβε πολλὰς ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας ἀποφάσεις, ἐνόμισεν ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν μητέρα. Διότι δὲν ἀμφέβαλλεν ὅτι ἡ μήτηρ της τῷ ὄντι εἶχε πέμψει τὴν παραγγελίαν ταύτην. Ἄλλως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἠξεύρῃ ἡ γραῖα αὕτη, ὅτι ὑπῆρχεν ὕφασμα δίμιτον πρὸς λεύκανσιν, καὶ ὅτι ἡ μήτηρ της τὸ εἶχε παραλίπει ἐκ λήθης. Ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ἀλλ᾽ εἰς τὰ γραΐδια οὐδὲν ἀδύνατον ὑπάρχει, καὶ τοῦτο ἠγνόει ἡ ἀμαθὴς καὶ ἄπειρος κόρη. Τῷ ὄντι εὔκολον ἦτο νὰ μάθῃ ἡ γραῖα ὅτι εἶχεν ὑφάνει ἀρτίως ἡ Μελάχρω ὕφασμα τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον, εὔκολον ἦτο νὰ συναντήσῃ τυχαίως ἢ ἐπίτηδες τὴν σύζυγον τοῦ Μαντᾶ φέρουσαν τὴν ἀποσκευήν της τὴν πρωίαν, καὶ νὰ παρατηρήσῃ τὴν ἐκ τῆς ἀποσκευῆς ταύτης ἔλλειψιν ἑνὸς ὑφάσματος. Διότι ἡ μὲν κατασκευὴ ὀθόνης ἢ ἐσθῆτος ἢ σινδόνος συνεζητεῖτο πάντοτε, ὡς εἰκός, μεταξὺ τῶν γυναικῶν εἰς τὰς κώμας, ὅπου ὁ γυναικεῖος βίος εὐήλιος πάντοτε διέρχεται ἐπὶ τῶν ἀνδήρων, εἰς τὰ προαύλια καὶ παρὰ τὰς κρήνας, καὶ δὲν φθείρεται μονοτόνως εἰς πολυωρόφους καὶ βαθυσκίους οἰκοδομὰς καὶ ὄπισθεν φυσικῶν ἢ ἠθικῶν δρυφάκτων, ἢ κοινωνικῶν προχωμάτων. ― Τέλος ἡ νέα ἔλαβε τὴν ὀθόνην, καὶ ἐξελθοῦσα ἐκλείδωσε τὴν θύραν. Ἔλαβε τὴν ἀνώμαλον καὶ ἑλικοειδῆ ἐκείνην ὁδόν, ἣν ἐλαφρὰ ὡς στρουθίον διήρχετο ἄλλοτε ἀνυπόδητος, μὴ φοβουμένη νὰ πατῇ ἐπὶ λεπτῶν ἀκανθῶν καὶ χαλίκων, διότι οἱ πόδες της, ἀφότου ἐξ ἀνάγκης ἐφόρεσαν περικνημῖδας, δὲν εἶχον λεπτυνθῆ ἀρκούντως, ὥστε νὰ καταστῶσιν εὐπαθεῖς καὶ δυσκίνητοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχε διαβῆ ἤδη τὴν κρημνώδη ἀτραπόν, τὴν ἄγουσαν ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ χωρίου εἰς τὴν πεδιάδα καὶ κατῆλθεν εἰς τὸ ρεῦμα. Ὁ ἥλιος ἐμεσουράνει ἤδη, καὶ ἡ νέα ἀσθμαίνουσα ἔστη ὅπως ἀνασηκώσῃ μικρὸν τὸ κράσπεδον τῆς ἐσθῆτός της καὶ περιδέσῃ αὐτὸ δι᾽ ἱμάντος περὶ τὴν ὀσφύν, καθιστῶσα ἐλευθερώτερον τὸ βῆμα. Ἐφάνη δὲ ὁ μακρὸς καὶ ποδήρης χιτών, κατάλευκος, καλύπτων τὰς εὐμελεῖς κνήμας, καὶ τὸ μεσοφόριον κατερχόμενον μέχρι μέσων τῶν κνημῶν. Ψυχὴ ἀνθρώπου οὐδαμοῦ ἐφαίνετο, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε νομίσει ἡ νέα ὅτι ἠδύνατο οὐχὶ ἄνευ κοσμιότητος νὰ καταστήσῃ τὴν ἐνδυμασίαν της εὐζωνοτέραν. Αἴφνης ἐλαφρὸς θόρυβος ἠκούσθη ὄπισθεν τῶν φύλλων, καὶ ὁ θάμνος ἐκινήθη. ῾Η νέα πτοηθεῖσα ἐστράφη δι᾽ ὁρμητικοῦ κινήματος. Μόλις ἐπρόλαβε νὰ ἀφήσῃ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τοὺς πόδας τὸ κράσπεδον τοῦ φορέματός της.&lt;br /&gt;
Β´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐκπηδήσας ἐκ τοῦ θάμνου ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἦτο τρομερὸς τὴν θέαν, διότι ἡ νέα ἀφῆκε κραυγήν. Τῷ ὄντι δὲ ἦτο Τοῦρκος ὁ ἄνθρωπος οὗτος, Τοῦρκος μὲ σαρίκιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σαρίκιον μὲ διπλᾶς καὶ τριπλᾶς στροφάς, λευκὸν καὶ χρυσοκέντητον, σαρίκιον ὑπερμέγεθες καλύπτον ὄχι μόνον τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ καὶ τὸν τράχηλον καὶ τοὺς ὤμους. Ὤ, πόσον τρόμον ᾐσθάνοντο αἱ νέαι χωρικαί, αἱ ζῶσαι εἰς τὰς κώμας ὅπου δὲν ὑπῆρχον Τοῦρκοι, εἰς τὴν θέαν ἑνὸς τούτων! Καὶ πόσον τρόμον πάλιν ᾐσθάνοντο αἱ ζῶσαι εἰς ὅσας κώμας ὑπῆρχον καὶ Τοῦρκοι, ἂν συνήντων ἕνα τούτων ἐξ ἀπροόπτου, εἰς μέρος ὅπου δὲν τὸ ἐπερίμενον! Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ Τοῦρκος περὶ οὗ ἐνταῦθα ὁ λόγος, δὲν εἶχεν ἄγριον καὶ βλοσυρὸν τὸ βλέμμα, τοὐναντίον ἐμειδία. Ἔφερε τὴν χεῖρα εἰς τὸ στόμα, διὰ νὰ τῇ ἐπιβάλῃ σιγήν, καὶ τῇ ἔνευσε νὰ μὴ φοβῆται. Ἀλλ᾽ ἡ κόρη ἐξέπεμψε δευτέραν κραυγὴν καὶ αὐτομάτως ἐκινήθη νὰ φύγῃ. Ἀλλὰ τότε ὁ Τοῦρκος, διὰ στιβαροῦ βραχίονος τὴν ἥρπασεν ἐκ τοῦ ὤμου. Ἡ νέα ἔστη ἀσπαίρουσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὤ, ἄφησέ με, ἀγά μου, ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ, καὶ ἦτο ἑτοίμη νὰ γονυπετήσῃ ἐνώπιον τοῦ Τούρκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ φοβῆσαι, τῇ εἶπεν ἑλληνιστί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγχρόνως δ᾽ ἔνευσε πρὸς τὸ μέρος τοῦ θάμνου, καὶ δεύτερος Τοῦρκος ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν, πενιχρῶς ἐνδεδυμένος καὶ κρατῶν τὸν χαλινὸν πλουσίως ἐστολισμένου ἵππου. Ὁ ἀγὰς ἔλαβε τότε τρέμουσαν τὴν κόρην, διὰ νὰ τὴν ἀναβιβάσῃ εἰς τὴν σέλλαν. Ἡ νέα ἀπεπειράθη ν᾽ ἀντιστῇ, ἀλλὰ δὲν εἶχε τόσην δύναμιν ὥστε νὰ ὑπερισχύσῃ κατὰ δύο ἀνδρῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀγὰς ἀνέβη ὄπισθέν της, καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ θεράποντος τὰς ἡνίας. Ἡ κόρη ἔκραξε τελευταίαν φορὰν εἰς βοήθειαν, ἀλλ᾽ ὁ ἀγὰς τὴν ἐφίμωσε διὰ τῆς χειρός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἵππος ἔλαβε διεύθυνσιν ἀντίθετον ἐκείνης, πρὸς ἣν ἔμελλε νὰ πορευθῇ ἡ πτωχὴ κόρη. Ὁ ἀγὰς ἐπτέρνισε σφοδρῶς τὴν πλευρὰν τοῦ ὑποζυγίου. Ὁ ἵππος ἐκάλπασε δρομαίως φέρων τὸ διπλοῦν φορτίον, καὶ ὁ θεράπων τρέχων ὄπισθεν παρηκολούθει ὅσον ἠδύνατο τὸν καλπασμόν.&lt;br /&gt;
Γ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φρικώδης βεβαίως πρέπει νὰ ἦτο ἡ ἀγανάκτησις τοῦ Κώστα, τρομερὰ πρέπει νὰ ἦτο ἡ ἀπελπισία τῆς συζύγου του, ὅτε ἐπανελθόντες τὴν ἑσπέραν εὗρον ἔρημον τὸν οἶκον. Ἀλλὰ καὶ ἡ λύπη τοῦ Νίκου, τοῦ μνηστῆρος, ὑπῆρξεν ἀπερίγραπτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀγὰς Χαλήλ, ὁ ἅρπαξ, δὲν ἦτο ἐκ τῶν ἀσήμων τοῦ τόπου. Ἦτο ἰσχυρός, πλούσιος, καὶ εἶχε τὸ χαρέμιον πλῆρες. Ἀλλ᾽ ἐπεθύμει νὰ πλουτίσῃ τὸ ἀνθοκομεῖον μ᾽ ἕνα κάλυκα. Τυχαίως χωρικοί τινες εἶδον μακρόθεν τὸν ἵππον φεύγοντα, ἐγείροντα τὴν κόνιν εἰς νέφη, καὶ ἤκουσαν τὴν τελευταίαν κραυγὴν τῆς ἀπαχθείσης κόρης. Οὗτοι διηγήθησαν τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς γονεῖς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῇ ἐπαύριον ὁ πατήρ, ἔχων εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς δάκρυα λύσσης καὶ μανίας, ἀπεπειράθη νὰ πνίξῃ τοὺς λυγμοὺς τῆς ἀπογνώσεως, νὰ χαλινώσῃ τὰς ὁρμὰς τοῦ πάθους καὶ νὰ παρουσιασθῇ μὲ εἰρηνικοὺς λόγους εἰς τὸν κατὴν τῆς Ἄρτης. Ὅσον ἀσυνάρτητος καὶ ἂν ἦτο ἡ ἄξεστος εὐγλωττία του, ὤφειλεν ὅμως νὰ φανῇ περιπαθής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀγά μου, κατὴ ἐφένδη μου, εἶναι μεγάλο ἄδικο αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκαμε ὁ Χαλὴλ ἀγάς. Αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν τὸ θέλει καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸ μισοῦν. Μήπως ἡ πίστις σας λέγει ἄλλα ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας; Θεὸς φυλάξῃ! Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸ ἴδιον εἶναι, καὶ ὅλοι αἰσθάνονται τὸ ἄδικον. Τί κακὸν τοῦ ἔκαμα ἐγὼ τοῦ Χαλὴλ ἀγᾶ διὰ νὰ μοῦ κάμῃ τέτοια ὕβρη, τέτοια ἀτιμίαν στὸ σπίτι μου; Ἂν ἦτον εἰς τὴν θέσιν μου ὁ Χαλὴλ ἀγάς, ἤθελε νὰ τοῦ πάρω ἐγὼ τὴν κόρην του;…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σιωπή, τῷ εἶπεν ὁ κατής. Μὴ βγαίνῃς ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βγαίνω ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὰ πολλὰ λόγια τί τὰ θέλεις; Ὅλοι ἐσεῖς οἱ Ρωμιοὶ ἀγαπᾶτε τὰ πολλὰ λόγια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Γιατὶ ἐμένα μοῦ πονεῖ, κατή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ ξεύρω, ἀλλὰ τὰ περιττὰ τί χρησιμεύουν; Πρέπει νὰ κριθῆτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νὰ κριθοῦμε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ οἱ δύο μὲ τὸν Χαλήλ. Θὰ στείλω αὔριον νὰ τὸν φέρουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ἕως αὔριον τὸ κορίτσι μου θὰ εἶναι στὰ χέρια του;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ διατί ὄχι σήμερον;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι μακριὰ τὸ χωριό του. Ποιὸς θὰ πάγῃ τώρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πηγαίνω ἐγώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἅμα ὑπάγῃς ἐσύ, δὲν θὰ σὲ δεχθῇ, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ τὸν καλῇς εἰς πόλεμον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κώστας ἐσκέφθη τῷ ὄντι, καὶ εὗρεν ὅτι ἂν ἦτο νὰ μεταβῇ ὁ ἴδιος πρὸς τὸν Χαλήλ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μεθ᾽ ἑαυτοῦ δύναμιν ἑκατὸν ἀνδρείων, διὰ νὰ καύσῃ τὴν οἰκίαν τοῦ Τούρκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄχ! εἶπε καθ᾽ ἑαυτόν, κλέφτης εἰς τὰ βουνὰ καλύτερον, τὸ ἔλεγα ἐγώ!… Ἄ, κλέφτης, κλέφτης!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τίς δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπῃ χιλιάκις εἰς τὴν ζωήν του;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φρικώδης ἦτο ἡ δευτέρα ἐκείνη νύξ, νὺξ πυρετοῦ καὶ ἀγωνίας, νὺξ παραλήρου καὶ πνιγηρῶν ὁραμάτων, νὺξ ὀδύνης καὶ ἀπογνώσεως. Καὶ ἤδη ἦτο ἴσως ἀργά. Ἀλλ᾽ ὁ Νῖκος, ὁ Νῖκος!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὅμως ὁ κατὴς δὲν ἐτήρησεν αὐστηρῶς τὸν λόγον του. Φαίνεται δὲν ἦτο σπουδαία ἡ προταθεῖσα αἰτία. Ὁ κατὴς ἔστειλε κρυφίως ἄνθρωπον πρὸς τὸν Χαλήλ. Ἴσως τὸν ἔστειλε χάριν προδικαστικοῦ τινος ζητήματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῇ ἐπαύριον ὁ Χαλήλ, γαλήνιος καὶ πλήρης γαυριάματος, προσῆλθε πρὸς τὸν κατήν, καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν πρᾶξιν του. Ὅταν ἥρπασε τὴν Βάσω δὲν ἤξευρεν ὅτι ἦτο ἀρραβωνιασμένη. Τώρα τὸ μανθάνει. Δυστυχῶς εἶναι ἀργὰ τώρα. Καὶ αὐτὴ τὰ ἔχασε τόσον πολύ, ὥστε δὲν τοῦ εἶπε λέξιν περὶ τοῦ μνηστῆρός της. Ἂν τὸ ἐμάνθανε ἐγκαίρως ὅτι ἡ κόρη εἶχε μνηστῆρα, ἦτο τίμιος μουσουλμάνος ὁ Χαλήλ, καὶ δὲν θὰ κατεδέχετο ν᾽ ἁρπάσῃ τὴν μνηστὴν ἄλλου. Ἀλλ᾽ εἰς τοῦτο πταίουσιν αἱ προλήψεις τῶν χριστιανῶν. Ὁ Χαλὴλ εἶχε ζητήσει εἰς γάμον τὴν Βάσω, ἀλλ᾽ οἱ γονεῖς της τὸν ἀπέκρουσαν. Τί πειράζει τοῦτο, ἂν μουσουλμάνος νυμφευθῇ χριστιανήν; Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ ὅτι εἷς πιστὸς μουσουλμάνος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἑλληνίδα κόρην εἰς τὸ χαρέμι του; Αὐτὸς δὲν θὰ τὴν ἀναγκάσῃ ποτὲ ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν πίστιν της. Ἂν ἦτο ὁμόπιστός των ὁ Χαλήλ, ἔμελλε ν᾽ ἀποκρουσθῇ; Ποτέ, διότι εἶναι νέος πλούσιος καὶ ἰσχυρός, καὶ ἡ κόρη εἶναι μὲν εὔμορφη ἀλλὰ πτωχή. Καὶ τέλος ὁ Χαλὴλ εἶναι ἕτοιμος νὰ πληρώσῃ ἀποζημίωσιν εἰς τοὺς γονεῖς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κατὴς ἠκροάσθη τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα μετὰ προφανοῦς εὐμενείας. Ἀκολούθως ἔδωκε τὸν λόγον εἰς τὸν πατέρα τῆς κόρης, ὅστις παραφερόμενος ὑπὸ αἰσχύνης καὶ ἀγανακτήσεως κακῶς συνήρθρου τὰς λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὤ!… κατάρα… ἀκοῦς ἐκεῖ… τὸν… ἐγὼ θέλω τὸ κορίτσι μου, ἀκοῦς; Αὐτὰ ἐγὼ δὲν τὰ ξέρω… Τὸ κορίτσι μου θέλω… τὸ κορίτσι μου, νὰ μοῦ δώσῃ τὸ κορίτσι μου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κατὴς τὸν προέτρεψε νὰ καθησυχάσῃ καὶ νὰ ἐκφράσῃ σαφέστερον τοὺς λόγους του. Ὁ Χαλὴλ ἀγὰς τῷ φαίνεται ὅτι ἔχει μερικὰ δίκαια, ἂς εἴπῃ καὶ αὐτὸς τὰ δίκαιά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὰ δίκαιά μου!… Εἶμαι πατέρας… καὶ δὲν ἠμπορεῖ ἡ κόρη μου νὰ ὑπανδρευθῇ χωρὶς τὴν ἄδειάν μου… οὔτε Τοῦρκον οὔτε Χριστιανόν… Ἡ κόρη μου εἶναι ἀνήλικη…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι ἀληθές, ἠρώτησε κατὰ τοὺς τύπους ὁ κατής, ὅτι ὁ Χαλὴλ ἀγὰς σοῦ εἶχε ζητήσει τὴν κόρην σου;…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ξεύρω ἐγὼ τέτοια, εἶπεν ὁ πατὴρ παραφερόμενος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσῃς καλά… ῾Ομιλεῖς μὲ τὸν κατήν… Μὴ τὸ λησμονῇς…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ἂν μοῦ τὴν ἐζήτησε, δὲν εἶμαι κύριος;… ᾿Ημπορεῖ ἡ κόρη μου νὰ ὑπανδρευθῇ χωρὶς τὴν ἄδειάν μου… καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ;…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ ἱερὸς νόμος, εἶπε πομπωδῶς ὁ κατής, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν συναίνεσιν τῆς κόρης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τοῦ πατέρα ὅμως…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τέλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συμβιβασμός; εἶπεν ὁ κατής, μετὰ μικρὰν σκέψιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί συμβιβασμός;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Χαλὴλ ἀγά, θέλεις νὰ δώσῃς τὴν κόρην μὲ τὸ καλόν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ βλέμμα τοῦ Χαλὴλ ἐξέφρασεν ἔκπληξιν, ἀλλὰ καθησύχασεν εὐθύς, συναντῆσαν τοῦ κριτοῦ τὸ βλέμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ πρόσωπον τοῦ Κώστα ἐξέφραζε τοὐναντίον ἐλπίδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χαλὴλ ἀπήντησε μετὰ σταθερότητος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ κατη-ἐφέντης μοὶ προτείνει λοιπὸν νὰ δώσω τὴν σύζυγόν μου; Ὀλμὰς (ἀδύνατον).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἤκουσες, Κώστα, εἶπεν ὁ κατής, τί ἀποκρίνεται ὁ Χαλὴλ ἀγάς. Ἐσὺ τί λέγεις; Δέχεσαι ἀποζημίωσιν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὴν κόρην μου θέλω! ἔκραξε πνέων λύσσαν ὁ ἀτυχὴς πατήρ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καλά, φθάνει, εἶπεν ὁ κατής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ διατεθεὶς ἀνετώτερον ἐπὶ τοῦ σοφᾶ, ἐφ᾽ οὗ ἐκάθητο, ἤνοιξε τὸ ἱερὸν βιβλίον, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀπαγγέλλῃ τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν, δι᾽ ἧς ἀνεγνωρίζετο ὁ Χαλὴλ ἀγὰς ὡς νόμιμος κάτοχος τῆς κόρης Βάσως, ἀπηλλάσσοντο δὲ πάσης αἰτίας αὐτὸς καὶ ὁ συνεργός του εἰς τὴν ἁρπαγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κώστας ἀφῆκε μανιώδη κραυγήν, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ ὁρμήσῃ κατὰ τοῦ κατῆ. Ἀλλ᾽ οὗτος διέταξε τοὺς σερδαρέους του νὰ τὸν ἀπαγάγωσιν εἰς τὸ σωφρονιστήριον…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθ᾽ ἣν στιγμὴν ἀπήγετο ὁ Κώστας, νέος τις μελαγχροινὸς μὲ ὑψηλὸν καὶ εὔστροφον ἀνάστημα τῷ ἔκραξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θάρρος, πατέρα μου! θάρρος! ὑπάρχει ἐκδίκησις!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ λαβὼν πλαγίαν τινὰ ὁδὸν ἐξῆλθε τῆς Ἄρτης καὶ ἔγινεν ἄφαντος.&lt;br /&gt;
Δ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ οἰκία τοῦ Χασὰν ἐφένδη, τοῦ κατῆ τῆς Ἄρτης, ἔκειτο εἰς μίαν τῶν στενωτέρων ὁδῶν εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως. Πλησίον τῆς οἰκίας του εὑρίσκετο καὶ τὸ κυριώτερον τέμενος τῆς πόλεως, ὅπερ εἶχε λάβει, ὡς ἔλεγον, παρὰ τοῦ Ταχὴρ Μουράτη, ἁγίου ἀνδρὸς προσφιλοῦς εἰς τὸν προφήτην, τὸ προνόμιον τοῦ ἱεροῦ καὶ τοῦ ἀσύλου. Ποὺς ἀλλοπίστου δὲν ἐπετρέπετο νὰ πατήσῃ εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον χῶρον. Πτωχὸς πλάνης ἑβραῖος, ὅστις ἐτόλμησε ποτὲ ἐξ ἀγνοίας νὰ βεβηλώσῃ τὸν ἱερὸν περίβολον, ἀπηγχονίσθη ἄκριτος εἰς τὸν πυλῶνα τοῦ φρουρίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο περὶ δύσιν ἡλίου καὶ ἡ λιγυρὰ φωνὴ τοῦ κήρυκος τῆς πίστεως ἐτόνιζεν ἀπὸ τοῦ πτερυγίου τοῦ μιναρὲ τὰ σοβαρὰ καὶ πλήρη μελαγχολίας ἐκεῖνα ἔπη, ἅτινα οὖς ἀπίστου οὐδέποτε δύναται ἄνευ φρίκης ν᾽ ἀκούσῃ: Λὰ-ἲλ-λὰχ-ἰλ ἀλλάχ, βὲ Μωχαμὲτ ρεσοὺλ-ουλ-λάχ. «Εἷς εἶναι ὁ Θεός, καὶ ὁ Μωάμεθ εἶναι ὁ προφήτης του».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο Παρασκευή, ἡμέρα ἑορτῆς, καθ᾽ ἣν αἱ πέντε νενομισμέναι προσευχαὶ τελοῦνται πομπωδέστερον…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅτε ἐνωτίσθη τοὺς εὐμόλπους καὶ ἠχηροὺς ἐκείνους φθόγγους ὁ Χασὰν ἐφένδης, ἀφῆκεν ἐπὶ τοῦ τάπητος τοῦ σοφᾶ τὸ βιβλίον τοῦ Σερῆ, ὅπερ νυχθημερὸν ἐμελέτα, καὶ ἐγερθεὶς περιεβλήθη τὴν μηλωτήν, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸ προσκύνημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις οἱ πιστοὶ εἶχον συναχθῆ καὶ ἤρχισαν τὰς συνήθεις ἐπὶ τῆς ψιάθου γονυκλισίας, προτοῦ ἀκόμη τις ἐκ τῶν δερβισῶν νὰ φθάσῃ εἰς βαθμὸν ἐνθουσιώδους παροξυσμοῦ, ὥστε νὰ ἐκβάλλῃ ἀφροὺς ἐκ τοῦ στόματος, νεαρὸς Τοῦρκος εἰσῆλθεν ὁρμητικός, καὶ τόσον ἔξαλλος ἐφαίνετο, ὥστε ἐλησμόνησε νὰ ἀφήσῃ τὰ σάνδαλα παρὰ τὸν οὐδὸν τῆς θύρας καὶ εἰσῆλθεν ὑποδεδεμένος εἰς τὸ τέμενος. Οἱ πιστοὶ ἀνέκυψαν ἔκπληκτοι, καὶ οἱ ἐνθερμότερον δεόμενοι ἀπεσπάσθησαν ἐκ τῆς εὐσεβοῦς ἐκείνης προσηλώσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί εἶναι; ἠκούσθη ψιθυρισμός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κλέφτες! Κλέφτες ἔρχονται! ἔκραξεν ὁ ἄρτι εἰσελθών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κλέφτες! ἐπανέλαβον διάφοροι φωναί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἔκπληξις ὁλόκληρος δὲν εἶχεν ἐκφρασθῆ ἀκόμη. Ἀκτὶς φωτὸς δὲν εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰς διανοίας ταύτας, ὥστε νὰ κατανοήσωσι πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσι κλέφτες εἰς τὴν πόλιν. Καὶ συγχρόνως εἰσῆλθεν ἀνὴρ φορῶν λερὴν φουστανέλαν, κρατῶν γυμνὸν ξίφος εἰς τὴν δεξιάν, μελαψὸς τὴν χροιάν, πελώριος τὸ ἀνάστημα, ἔχων μακρὰν κόμην περὶ τοὺς ὤμους. Κατόπιν αὐτοῦ ἐφάνη δεύτερος καὶ τρίτος κλέφτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ μουσουλμάνοι ἔρρηξαν λυσσώδεις κραυγὰς φρίκης καὶ μίσους. Ἡ ἀγανάκτησις διὰ τὴν βεβήλωσιν, ἡ ἰδέα πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἄπιστος νὰ βεβηλώσῃ τὸν ἱερὸν χῶρον, ἔπνιγε πᾶν ἄλλο αἴσθημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔξω! ἔξω! ἔξω ἀπ᾽ ἐδῶ! ἠκούσθησαν ὠρυόμεναι συμμιγεῖς κραυγαί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὁ ὑψηλὸς φουστανελοφόρος πάλλων τὸ ξίφος ἐν τῇ δεξιᾷ, καὶ ἀπείργων τοὺς ἀόπλους μουσουλμάνους, ὅσοι ἐπρόλαβον ν᾽ ἀνορθωθῶσιν, ἦλθε κατ᾽ εὐθεῖαν πρὸς τὸν Χασὰν ἐφένδην καὶ τῷ εἶπε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σὺ εἶσαι ὁ κατὴς τῆς Ἄρτης;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ, ἀπήντησεν ἐμβρόντητος ὁ Χασάν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σηκώσου, πᾶμε, τῷ εἶπεν ὁ κλέφτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τὸν ἔσυρε διὰ τῆς βίας. Οἱ δύο σύντροφοί του προσελθόντες τὸν ἐβοήθησαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς ὀλίγας στιγμὰς τὸ σύμπλεγμα εἶχε διασκελίσει τὸν οὐδόν. Ὁ πρῶτος κλέφτης προεπορεύετο σύρων καὶ τὸν κατήν, καὶ οἱ δύο σύντροφοί του ἠκολούθουν ὀπισθοβατοῦντες, ἀμυνόμενοι διὰ τῶν ξιφῶν κατὰ τῶν μουσουλμάνων, ὅσοι ὥρμησαν νὰ ἐπιτεθῶσιν ἄοπλοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅτε ἐξῆλθον εἰς τὸν περίβολον, ὅστις ἀπετέλει πολυάνδριον πλῆρες τάφων καὶ μνημείων, περιβαλλομένων ὑπό τινων κυπαρίσσων, ἀνεζήτουν τινὲς λίθους νὰ ἐπιτεθῶσιν. Ἄλλοι, ὅσοι κατῴκουν ἐγγὺς τοῦ τζαμίου, ἔσπευσαν εἰς τὰς οἰκίας των νὰ λάβωσιν ὅπλα. Ἀλλ᾽ οἱ τρεῖς κλέφται εἶχον πολὺ ἀνοικτὸν τὸ βῆμα. Ὅτε ἀπεμακρύνθησαν ὀλίγον καὶ ἐξῆλθον ἐκ τῆς πόλεως, οἱ δύο σύντροφοι ἐσχημάτισαν διὰ τῶν χειρῶν φορεῖον, καὶ ἔβαλαν τὸν Χασὰν νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ αὐτοῦ, ὁ δὲ πρῶτος κλέφτης ἐβάδιζεν ἀτάραχος. Ἀλλὰ τότε ἐπῆλθε κατ᾽ αὐτῶν πολυάριθμον ἄθροισμα ἐνόπλων Τούρκων. Συγχρόνως δὲ ἠκούσθη κραυγή:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Χτυπᾶτε μονόματοι!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι ὁ Χρῆστος Μηλιόνης (διότι ἐκεῖνος ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς εἰσβολῆς) δὲν συνήθιζε νὰ κάμνῃ ἀτελῆ σχέδια. Ἐμίσει τὴν βραδεῖαν μεταμέλειαν καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτίμα νὰ προνοῇ καλῶς τὰ ἐνδεχόμενα. Προτοῦ ν᾽ ἀποφασίσῃ τὸ τολμηρὸν τοῦτο διάβημα, εἶχε φροντίσει νὰ ὁπλίσῃ χριστιανούς τινας ἐπικούρους ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας, ἐξ ἐκείνων τῶν γνωστῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα οἱ μονόματοι, οἵτινες δὲν ἦσαν κυρίως ἀρματολοί, ἀλλὰ εἰρηνικοὶ ἀγρόται, δὲν ἀπηξίουν ὅμως νὰ ζώνωνται ἐνίοτε τὴν σπάθην, ὁσάκις εἶχον ἀφορμὴν νὰ βαρυνθῶσι τὸ μονότονον ἔργον των. Οὗτοι οἱ ἀνδρεῖοι ἐνήδρευον ἔξωθεν τῆς πόλεως περιμένοντες τοὺς συντρόφους. Οὗτοι οἱ μονόματοι ἀπήντησαν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν Τούρκων διὰ ραγδαίου καὶ ἀνδρικοῦ πυρός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Χτυπᾶτε, μονόματοι! ἔκραξεν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἠκούετο τὸ καρυοφύλλι βροντῶν, καὶ ὁ Μηλιόνης ἐγέμιζε μὲ τὴν μίαν χεῖρα, καὶ ἐκένου μὲ τὴν ἄλλην, καὶ οἱ μονόματοι ἡμιλλῶντο νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ταχύτητα τὸν ἀπαράμιλλον τοῦτον μαχητήν. Ὅσον διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ σκοποῦ, οὐδεὶς ἠδύνατο ν᾽ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀτρομήτους, οἵτινες ἐπαξίως ἐπωνομάσθησαν μονόματοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅσον κρατερὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ καταδίωξις τῶν Τούρκων, ὁ ἥλιος εἶχε δύσει, ἡ νὺξ ἔπιπτε, τὸ ρεῦμα καὶ ὁ κρημνὸς ἐβοήθει τοὺς ἀποχωροῦντας, καὶ οἱ μονόματοι εὐκόλως δὲν κατεβάλλοντο. Πᾶσα βολὴ μονομάτου ἐμετρεῖτο μὲ μίαν κεφαλὴν Τούρκου πίπτουσαν. Σπανίως ἠκούσθη ν᾽ ἀστοχήσωσι τοῦ σκοποῦ οἱ γενναῖοι οὗτοι ὀρεινοί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετ᾽ ὀλίγον οἱ διῶκται ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγὴν ἀποβαλόντες νεκροὺς περὶ τοὺς δέκα. Ἐκ τοῦ κλεφτικοῦ δύο ἢ τρεῖς ἔπεσον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μηλιόνης εἶχεν ὑπολογίσει ὀρθῶς. Ἕνα Ἀκαρνᾶνα τὸν ἐστάθμιζε μὲ τρεῖς Τούρκους καὶ ἥμισυν. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων λαμπρῶς ἀνεδείχθη καὶ πάλιν ἡ δεδοκιμασμένη ἐμπειρία τοῦ ἀρχηγοῦ.&lt;br /&gt;
Ε´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παράδοξος τρόμος εἶχε διαδοθῆ τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς τὰς τουρκικὰς κοινότητας τῆς Ἄρτης καὶ τῶν ἐγγὺς μερῶν, ὅτε ἐγνώσθη ὅτι πλὴν τοῦ κατῆ τῆς Ἄρτης, ὃν τόσον παραβόλως εἶχεν ἁρπάσει ὁ φοβερὸς κλέφτης τῆς Ἀκαρνανίας ἐξ αὐτοῦ τοῦ τζαμίου, ὅπου τὸν εὗρε προσευχόμενον, δύο ἄλλοι Τοῦρκοι ἐκ πλησιοχώρου κώμης ἀπήχθησαν αὐθημερὸν αἰχμάλωτοι. Οἱ ἐκτελέσαντες τὸ δεύτερον τοῦτο ἀνδραγάθημα ἦσαν οἱ αὐτάδελφοι Μῆτρος καὶ Λάμπρος Τσεκούρας, σύντροφοι τοῦ Μηλιόνη ἀμφότεροι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ περιεργότερον εἶναι ὅτι, ὡς ἀπεδείχθη ὕστερον, τοὺς δύο τούτους ἀγάδες, κατὰ λάθος τοὺς ἀπήγαγον οἱ ρηθέντες κλέφται. Ἐκεῖνοι οὓς εἶχον σκοπὸν νὰ συλλάβωσιν ἦσαν ἄλλοι, ὁ Χαλήλ, ὁ ἅρπαξ τῆς Βάσως, καὶ ὁ σύντροφός του Ἐμίν, ὅστις τὸν εἶχε βοηθήσει εἰς τὴν ἁρπαγήν. Ἀλλὰ τὰ γενόμενα δὲν ἀπογίνονται. Εἴτε κατὰ λάθος τοὺς ᾐχμαλώτισαν, εἴτε ἀπήγαγον αὐτοὺς μὴ εὑρόντες τοὺς ζητουμένους, τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι καὶ ἄλλοι δύο Τοῦρκοι πλὴν τοῦ κατῆ ἦσαν αἰχμάλωτοι εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀκαρνανίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἓν πρᾶγμα ἐλύπησε τὸν Χρῆστον Μηλιόνην, ὅτι οἱ δύο Τσεκουραῖοι, οἱ ἄριστοι ἐκεῖνοι σύντροφοι, δὲν κατώρθωσαν νὰ τοῦ φέρωσιν αὐτὸν τὸν Χαλὴλ εἰς τὰς χεῖράς του. Ἀλλὰ τί νὰ πράξῃ; Αὐτὸς ἐπροτίμησε νὰ μεταβῇ εἰς Ἄρταν, καὶ ν᾽ ἁρπάσῃ τὸν κατήν, ὡς δυσκολώτερον τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὅτι οἱ δύο ἀδελφοὶ Τσεκουραῖοι δὲν ἔμελλον νὰ εὕρωσι τὸν Χαλὴλ εἰς τὴν ἔπαυλίν του. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐσκόπει τάχιστα νὰ ὀργανίσῃ ἐκστρατείαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀτυχὴς Νῖκος δὲν ἐτόλμα νὰ κλαύσῃ ἐνώπιόν του. Διότι εὑρίσκετο εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ κλέφτου ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ᾽ ἣν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ κατῆ, μεθ᾽ ἣν ὁ Νῖκος ἔκραξεν εἰς τὸν ἀπορφανισθέντα πενθερόν του «Θάρρος!» καὶ ἔλαβε τὴν ὁδὸν τοῦ ὄρους, ὅπως μεταβῇ καὶ κομίσῃ τὸ ἄγγελμα εἰς τὸν κλέφτην. Ὁ Μηλιόνης, ὅτε ἔμαθε τὸ ἀτύχημα τῆς ἀναδεκτῆς του, οὐδὲν εἶπεν, ἀλλὰ τὸ βλέμμα του ἐξετόξευσε κεραυνὸν ὀργῆς. Πέντε μόλις παρῆλθον ἡμέραι, καὶ ὁ δεξιὸς ἑρμηνευτὴς τοῦ Κορανίου εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κατὴς δὲν ἀνησύχει πολύ, διότι δὲν τὸν ἐκακοποίουν. Ἤλπιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του ἀντὶ λύτρων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶχεν ἀποφασίσει ἀκόμη ὁ Χρῆστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅσον διὰ τὸν Κώσταν, οὗτος εἶχεν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τῆς φυλακῆς τῇ αὐθορμήτῳ ἐπινεύσει τοῦ κατῆ, τὴν ἐπαύριον εὐθὺς τῆς καθείρξεως. Ὁ Μηλιόνης τῷ εἶχε παραγγείλει λάθρα νὰ φύγῃ νύκτωρ ἐκ τοῦ χωρίου, καὶ νὰ πορευθῇ πανοικεὶ μακρὰν ὁδόν, εἴς τινα κολλήγαν του νὰ καταφύγῃ, διότι αὐτὸς εἶχεν ἀπόφασιν νὰ τιμωρήσῃ σκληρῶς τὸν κατήν. Ἠδύνατο ὁ Κώστας, καίπερ ἠδικημένος, νὰ κινδυνεύσῃ καὶ αὖθις ἐκ μέρους τῶν Τούρκων, καὶ διὰ τοῦτο ὑπήκουσεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ δὲ Βάσω, ἡ δύστηνος, τί εἶχεν ἀπογίνει; Ἀτυχὴς Νῖκος, νὰ τὴν ἔφθανον οἱ στεναγμοί του ἆρά γε; Ὁσάκις ἤκουε τὸ ὄνομά της, ἔφερε τὸν βραχίονα εἰς τὸ μέτωπον, καὶ ἔκρυπτε τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν μακρὰν χειρίδα. Ἰδὼν ὁ Μηλιόνης τὴν συνήθειάν του ταύτην, ἔπαυσε νὰ τῷ ὁμιλῇ περὶ τῆς μνηστῆς του. Ὁ Νῖκος, ἂν καὶ δὲν ἐφαίνετο ἐξησκημένος εἰς τὰ ὅπλα, μίαν χάριν ἐζήτησε παρὰ τοῦ Μηλιόνη, ἤτοι, ἂν ἀποφασίσῃ τὸν θάνατον τοῦ κατῆ, νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν φονεύσῃ αὐτός. Ὁ κλέφτης ἐμειδίασε.&lt;br /&gt;
ΣΤ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βεβαίως φύσει ἐραστὴς τοῦ καλοῦ πρέπει νὰ ἦτο ὁ πλούσιος γαιοκτήμων Χαλὴλ ἐφένδης, ὅστις εἶχεν οἰκοδομήσει τὴν φωλεάν του ἐπὶ γραφικωτάτης κοιλάδος, περιβαλλομένης πανταχόθεν ὑπὸ φυτειῶν, θάμνων καὶ ἀναδενδράδων. Καὶ πολὺ δύσκολος πρέπει νὰ ἦτο ἡ νέα Βάσω, ἂν δὲν ἦτο εὐχαριστημένη ἐκ τῆς εὐαρέστου ταύτης κατοικίας. Ὁ μάλιστα ἀμερόληπτος τῶν διαιτητῶν, ὁ εἰλικρινέστατος τῶν ἀνθρώπων, ἂν προσεκαλεῖτο νὰ συγκρίνῃ τὴν πενιχρὰν οἰκίαν τοῦ πατρός της μὲ τὴν ἀνθηρὰν ταύτην ἔπαυλιν, αὐθορμήτως σχεδὸν ἔμελλε ν᾽ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ Βάσω ἦτο πολὺ εὐτυχὴς ἀλλάξασα κατοικίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἔπαυλις ἀπεῖχε περὶ τὰ δισχίλια βήματα ἀπὸ τῆς ἐγγυτέρας κώμης. Περιεβάλλετο δὲ ὑπὸ ἐλαιώνων καὶ ἀμπέλων χιλιάδων πλέθρων τὴν ἔκτασιν, ὧν τὸ τρίτον σχεδὸν ἀνῆκεν εἰς τὸν Χαλήλ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ πτωχαί τινες νεάνιδες ἦσαν πάλαι ποτέ, ὡς φαίνεται, δύσκολοι, καὶ ποτὲ δὲν εὐχαριστοῦντο. Ἡ Βασίλω ἕκτην ἤδη ἡμέραν ἔκλαιεν ἀδιακόπως ἐνθυμουμένη τοὺς γονεῖς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς μάτην ἡ μαύρη Φατμά, ἡ οἰκονόμος τοῦ χαρεμίου, τῇ ἀπέτεινε θωπευτικώτατα τὸν λόγον. Εἰς μάτην τῇ ἐδείκνυε τὰ κάλλη τῆς φύσεως καὶ τῇ προσέφερεν ἄνθη νὰ ὀσφρανθῇ. Ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους συμπεριεπάτουν εἰς τὸν ὑπὸ δικτυωτοῦ περιβαλλόμενον μέγαν κῆπον. Ἡ Βάσω σπανίως ἀπήντα εἰς τὰς ἀφθόνους παρακελεύσεις τῆς ἐβενόχρου γυναικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κοίταξε τί ὡραῖα γαρούφαλα, Βάσω, κοίταξε καὶ τὰ τριαντάφυλλα κοντεύουν ν᾽ ἀνθήσουν. Ἰδὲ γάστρες, βασιλικό, δενδρολίβανα, μενεξέδες. Ὅλα αὐτὰ ἰδικά σου, κόρη μου. Θὰ γένῃς μεγάλη χανούμη, παιδί μου. Κανεὶς δὲν θὰ ἔχῃ τὸ ριζικό σου. Ὅλες θὰ σὲ φθονοῦν. Θὰ εἶσαι ἡ σεβιλμέ*, ἡ πλέον ἀγαπημένη τοῦ ἐφένδη. Θὰ ἔχῃς ὅλα τὰ ἀγαθὰ εἰς τοὺς πόδας σου. Κλαίεις πάλι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι ἡ νέα εἶχε κρύψει τὸ πρόσωπον εἰς τὰς χεῖρας ἀκούουσα ταῦτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μαύρη τῆς ἔλαβε τὴν χεῖρα καὶ ἀνεσήκωσεν αὐτῆς τὴν κεφαλήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι παράξενο νὰ ἔχῃς ὄρεξη νὰ κλαίῃς, παιδί μου. Καὶ τί σοῦ κάμαμε; Ποιὸς σ᾽ ἐμάλωσε; Μὴ δὲν εἶσαι ἡ πλέον καλότυχη καὶ ἡ γκιουζὲλ μπὰς* τοῦ χαρεμίου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀντίρροπον αἴσθημα λύπης, ἡ ἄμπωτις αὕτη τῆς ὀργῆς, τῆς πλημμυρούσης τὰς θλιβομένας καρδίας, εἶχεν ἀποξηράνει τὰ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς νέας, ὡς ν᾽ ἀπερροφήθησαν ὑπὸ τῆς καιούσης τὰς παρειάς της φλογός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ὅλοι σὲ ἀγαποῦν ἐδῶ, Βάσω, ὅλοι σὲ ζηλεύουν. Καὶ θὰ εἶσαι εὐτυχής, θὰ ζήσῃς ὑπερήφανα ὡς Σουλτάνα εἰς τὸ σαράγι τοῦτο, Βασίλω. Καὶ τί σοῦ λείπει; Νά, κοίταξε ἀπὸ τὸ καφάσι νὰ ἰδῇς… ὅλα τὰ βλέπεις ἔξω, καὶ τίποτε δὲν σὲ βλέπει, πάρεξ ὁ οὐρανός. Διατί στενοχωρεῖσαι; Μήπως τάχα θαρρεῖς, γιὰ νὰ σοῦ πῶ… (καὶ ἡ Μαύρη προσελθοῦσα ἐγγύτερον, ἐταπείνωσε τὸν τόνον τῆς φωνῆς) μήπως θαρρεῖς ὅτι οἱ χανούμισσες δὲν ἔχουν τὴν ἄδεια νὰ βλέπουν καὶ τοὺς ἄνδρες; Διατί τάχα εἶναι τὰ καφάσια; Διὰ νὰ κρύφτουν τὴν χανούμισσα ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνδρῶν, ἀλλ᾽ οἱ ἄνδρες δὲν ἠμποροῦν νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὰ μάτια τῆς χανούμης. Οἱ χανούμισσες εἶναι σὰν τὰ λούλουδα, ὁποὺ ἀνθοῦν μέσα εἰς τὲς γάστρες, σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ κελαδοῦν μὲς στὰ κλουβιά, σὰν τ᾽ ἀστέρια ποὺ φέγγουν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ κάθε μιὰ χανούμισσα εἶναι εὐτυχεστέρα ἀπὸ χίλιες χριστιανές, ὁποὺ ἀνακατώνονται μὲ τοὺς ἄνδρες καὶ χάνουν τὴν δρόσον τους, κι ὁποὺ κάμνουν ὅλες τὲς δουλειὲς καὶ ὑποφέρουν ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνδρῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἔβλεπεν ἀλλαχόσε, καὶ δὲν ἤκουε πλέον τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς Μαύρης· τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη κρότος ἄνωθεν τοῦ δικτυωτοῦ, ἐκ τοῦ μέρους τοῦ χαρεμίου. Ἡ Φατμά, ἥτις ἦτο ἔμπειρος τῶν πραγμάτων, ἔνευσε πρὸς τὴν νέαν. Αὕτη οὐδὲν ἐνόησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν κατάλαβες τί τρέχει; τῇ εἶπεν ἡ γυνὴ αὕτη. Ἄκουσες ἀπάνω στὸ καφάσι; Εἶναι μία ἀπὸ τὰς γυναῖκας τοῦ ἐφένδη, ἡ Σουλμινιέ. Σ᾽ ἐνόησε πὼς εὑρίσκεσαι εἰς τὸν κῆπον καὶ ἦλθε νὰ σὲ περιεργασθῇ. Δὲν ξέρεις πόσον σὲ ζηλεύουν! Πολὺ καλὰ ἔκαμεν ὁ ἐφένδης νὰ σὲ βάλῃ χωριστὰ νὰ κατοικήσῃς. Ἠμποροῦσαν νὰ σὲ φαρμακώσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἐφρικίασεν. Ἡ πρὸς τὴν ζωὴν ἔμφυτος ὁρμὴ διηγέρθη ἐν αὐτῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νὰ μὲ φαρμακώσουν; εἶπε· καὶ τί κακὸ τὲς ἔκαμα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ἐξετάζουν ἐκεῖνες τί τὲς ἔκαμες, βλέπουν ὁποὺ σὲ ἀγαπᾷ πλειότερον ὁ ἐφένδης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἔκυψε, καὶ ἤρχισε πάλιν νὰ κλαίῃ. Πάλιν τὸ κῦμα τῆς ὀργῆς τὴν ἀπέπνιγε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ λαλήσῃ. ᾘσθάνετο παράδοξον καὶ φρικώδη ἀποστροφὴν ὅτε ἤκουε τὴν λέξιν ταύτην, ὅτι ὁ Χαλὴλ τὴν ἠγάπα. Ἄλλην ἑρμηνείαν παρὰ τὰ δάκρυα δὲν εὕρισκε τοῦ αἰσθήματος τούτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις βήματα ἠκούσθησαν τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ μετ᾽ ὀλίγον ἐνεφανίσθη ὁ Χαλὴλ προσερχόμενος. Ἡ Φατμὰ ἠγέρθη, καὶ ὡς ἐφαίνετο ἠρώτα διὰ τοῦ βλέμματος ἂν ὤφειλε ν᾽ ἀποχωρήσῃ. Ἀλλ᾽ ὁ Χαλὴλ τῇ ἔνευσε νὰ μείνῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσελθὼν δὲ εἰς τὴν νέαν ἤρχισε νὰ τὴν φιλοφρονῆται, ἐρωτῶν αὐτὴν περὶ τῆς ὑγιείας της. Αὕτη οὐδὲν ἀπήντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἤθελα νὰ σ᾽ εἴπω κάτι ἄλλο, τῇ εἶπεν ὁ ἀγάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί ἄλλο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔπρεπε νὰ μείνωμεν μίαν στιγμὴν μόνοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε ἡ νέα, ἥτις δὲν εἶχε σεισθῆ ἀπὸ τῆς θέσεώς της, ἰδοῦσα ὀρθίαν τὴν Μαύρην τῇ εἶπε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μεῖνε, Φατμά, μὴν πᾷς πουθενά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ προσέθηκε πρὸς τὸν ἀγὰν στραφεῖσα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἴπαμεν, ἡ Φατμὰ θὰ εἶναι πάντοτε μαζί μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀγὰς ἔφερε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ στήθους καὶ εἶπε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἂς γένῃ τὸ θέλημά σου, κουζούμ*, ἀλλ᾽ ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κάτι…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠμπορεῖς νὰ μοῦ τὸ πῇς νὰ εἶναι κ᾽ ἡ Φατμὰ ἐδῶ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι πολὺ καλὸ… καὶ πολὺ κακὸ διὰ σένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πολὺ καλὸ καὶ κακό…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶναι διὰ τοὺς γονεῖς σου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διὰ τοὺς γονεῖς μου; εἶπε τρέμουσα ἡ κόρη. Δὲν μοῦ τὸ λέγεις; Τί σὲ πειράζει ἡ Φατμὰ ἂν εἶν᾽ ἐδῶ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἂς εἶναι, εἶπεν ὁ ἀγάς, ἀφοῦ τὸ θέλεις. Σ᾽ εἶπα ὅτι οἱ γονεῖς σου ἔφυγαν ἀπὸ τὸ σπίτι τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μοῦ εἶπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ δὲν ἤξευρε κανεὶς ποῦ βρίσκονται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μοῦ εἶπες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τώρα ὅμως τὸ ξεύρουν. Ἡ ἐξουσία ηὗρε τὸ καταφύγι τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἐνέτεινε τὴν προσοχήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ οἱ ἀγάδες ζητοῦν ἐκδίκησιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐκδίκησιν! ἐπανέλαβε μετ᾽ ἀγανακτήσεως ἡ νεᾶνις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐκδίκησιν διὰ τὸν κατήν, ὁποὺ τὸν ἅρπαξεν ὁ κλέφτης ἀπὸ τὸ τζαμί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί φταίγουν οἱ γονεῖς μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ κλέφτης αὐτὸς δὲν εἶναι νοννός σου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποιὸς σοῦ τὸ εἶπε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ ἔμαθα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἔκαμε νεῦμα ἐνδοιασμοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔ, καὶ ἂν εἶναι νοννός μου; ἐψέλλισε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν λέγω ἐγὼ ὅτι φταίγει ὁ πατέρας σου τίποτε. Οἱ ἀγάδες φωνάζουν ὅτι ὁ Μηλιόνης τὸ ἔκαμε διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ σέ, καὶ ὅτι ὁ πατέρας σου ἦτον συνεννοημένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἐσκέφθη ἐπὶ στιγμὴν καὶ εἶπε μετ᾽ ἀρκούσης εὐστοχίας:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δυνατὸν νὰ τὸ ἔκαμεν ὁ… νοννός μου διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐμέ… ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ πῇ ὅτι ὁ πατέρας μου ἦτον συνεννοημένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διατί λοιπὸν ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χωριό; ἀντέλεξεν ὁ ἀγάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ πάλιν δὲν φαίνεται καὶ ἀπὸ τοῦτο ὅτι ἦτον συνεννοημένος. Διότι ἴσως νὰ ἐφοβήθη κ᾽ ἔφυγε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί νὰ φοβηθῇ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί νὰ φοβηθῇ! ἐπανέλαβε μετ᾽ ἀηδίας ἡ νέα· καὶ ἡ λέξις αὕτη ἐξέφραζεν ὅλην τὴν ὀργὴν καὶ τὴν ἀποστροφήν της πρὸς τὸν ἀγάν. Τῷ ὄντι δὲν εἶχε νὰ φοβηθῇ τίποτε, προσέθηκεν εἰρωνικῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια, εἶπεν ὁ Χαλήλ, κατὰ γράμμα ἑρμηνεύων, ὥστε δὲν εἶχε λόγους νὰ φύγῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἐσιώπησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δι᾽ αὐτὸ οἱ ἀγάδες λέγουν ὅτι εἶχεν εἴδησιν ἀπὸ τὸν Μηλιόνην, ἐπανέλαβεν ὁ ἀγάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τέλος, καὶ ἂν εἶχεν εἴδησιν, ἀνέκραξεν ἡ νεᾶνις, ἦτον εἰς τὸ δίκαιόν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διατί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν μοῦ εἶπες ὅτι ὁ κατὴς αὐτὸς εἶχε δικαιώσει τὴν διαγωγήν σου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ναί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τότε καλὰ τὸν ἔκαμε κι ὁ νοννός μου, εἶπε τολμηρῶς ἡ νέα. Καὶ ὁ πατέρας μου, ἂν ἦτο συνεννοημένος, καλὰ ἔκαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀγὰς περιῆλθε καὶ αὐτὸς εἰς ἀμηχανίαν, καὶ δὲν ἤξευρε τί ν᾽ ἀπαντήσῃ. Ἐν τούτοις ἔλαβε θάρρος καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀπολογῆται διὰ μακρῶν. Αὐτὸς δὲν ἔπταιεν ὅτι τὴν ἀπήγαγεν, ἀλλ᾽ ὁ πατήρ της, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ τῷ τὴν δώσῃ. Αὐτὸς δὲν ἐπεθύμει τὸ κακόν της, δὲν ἤθελε νὰ τὴν βλάψῃ. Καὶ ἂν μὲ τὸν καιρὸν δὲν τὴν ἔπειθε νὰ γίνῃ σύζυγός του, εἶχε σκοπὸν νὰ τὴν ἀπολύσῃ, οἰκειοθελῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διατί ὄχι τώρα; εἶπεν ἡ κόρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐλπίζω, γιαβρούμ*, ἀπήντησεν ὁ ἀγάς. Ἐὰν ἡ ἐλπίδα μου εὑρεθῇ ἀπατημένη, τότε θὰ σ᾽ ἀφήσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί σοῦ φταίγει ὁ πατέρας μου καὶ τὸν κατατρέχεις; Δὲν φτάνουν ὅλα τὰ ἄλλα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγὼ δὲν κατατρέχω, μικρή μου, τὸν πατέρα σου. ᾿Εγὼ κακὸν δὲν τοῦ θέλω. Διὰ καλὸν σοῦ τὸ εἶπα. Φταίγουν οἱ ἀγάδες, ὁποὺ τὸν κατηγοροῦν ὡς συνένοχον τῶν κλεφτῶν, ὁποὺ ἅρπαξαν τὸν κατήν. Φταίγεις ἐσὺ ἂν ἐπῆρε σκλάβον τὸν κατὴν ὁ νοννός σου; Ἄλλο τόσο φταίγω κ᾽ ἐγὼ ἂν κατατρέχουν οἱ ἀγάδες τὸν πατέρα σου. Ὅπως κι ἂν εἶναι, ἠμπορεῖς ἐσὺ νὰ τοῦ κάμῃς καλόν, διότι κινδυνεύει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ πῶς ἠμπορῶ; εἶπε τρέμουσα ἡ νέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νὰ μὲ δεχθῇς δι᾽ ἄνδρα σου, εἶπεν αὐθαδῶς ὁ ἀγάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἤθελε νὰ εἴπῃ ποτέ! ἀλλ᾽ ὁ φόβος τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔχεις καιρὸν νὰ συλλογισθῇς, ἐπανέλαβεν ὁ Χαλήλ. Θὰ πασχίσω κ᾽ ἐγὼ νὰ ἐμποδίσω τοὺς ἀγάδες νὰ μὴ τὸν ἐγκαλέσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἐταπείνωσε τὴν κεφαλήν. Ὁ ἀγὰς ἀπῆλθεν ἀφήσας αὐτὴν ἄκρως ἀδημονοῦσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἤρχισε νὰ ἐννοῇ τὴν θέσιν της καὶ νὰ πείθηται ὅτι δὲν εἶχεν ὅπλα νὰ ἀνθίσταται κατὰ τοῦ ἀγᾶ. Ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν καὶ ἡ νέα ἀπεσύρθη μετὰ τῆς Φατμᾶς εἰς τὸν θάλαμον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ σκότος καταπῖπτον ἐπὶ τὴν γῆν, τῇ ἐκόμιζε πάντοτε βαθεῖς καὶ μυστηριώδεις φόβους. Ἀλλ᾽ ὁ καλύπτων τὴν ψυχὴν αὐτῆς ζόφος διεσχίζετο ἐνίοτε ὑπὸ ἀστραπιαίων ἐλπίδων. Ἂν ὁ νοννός της, ἂν ὁ μέγας αὐτὸς κλέφτης, οὗ τὸ ὄνομα ἐφοβοῦντο οἱ Τοῦρκοι, ἤρχετο μὲ τὸ ἀσκέρι του νὰ διαρρήξῃ τὰς θύρας τῆς βδελυρᾶς ἐκείνης εἰρκτῆς καὶ νὰ τὴν ἐλευθερώσῃ!…&lt;br /&gt;
Ζ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὁ Χρῆστος Μηλιόνης, πρῶτος ἀρματολὸς τῆς Ἀκαρνανίας, ἔπεμψε κρύφα χωρικὸν διαγγελέα πρὸς τὸν Χαλὴλ ἀγάν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ διαγγελεὺς οὗτος ἦτο κομιστὴς γραφῆς, ἣν εἶχε παραγγείλει νὰ γράψωσιν ὁ Μηλιόνης. Ἡ γραφὴ ἔλεγε περίπου:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χαλὴλ Ἀγά, σὲ χαιρετῶ. Ἠξεύρεις ὅτι ἡ νέα ὁποὺ ἐπῆρες εἰς τὸ σαράγι σου, εἶναι βαφτιστική μου. Ἡ κόρη αὐτὴ ἦτον ἀρραβωνισμένη, καὶ ἔκαμες πολὺ κακὰ νὰ τὴν ἁρπάξῃς. Ἀλλ᾽ ἂν ἐσὺ ἔκαμες κακά, ὁ κατὴς τῆς Ἄρτας ἔκαμε χειρότερα, νὰ σὲ βγάλῃ ἀθῷον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἀπ᾽ ὅλους καλύτερα ἔκαμα ἐγώ, ὁποὺ ὑπῆγα τὴν Παρασκευὴν μὲ δύο παλληκάριά μου καὶ μὲ καμπόσους μονόματους, καὶ ἅρπαξα τὸν κατὴν ἀπὸ μέσα ἀπ᾽ τὸ τζαμὶ τῆς Ἄρτας. Εἶχα διάθεσιν νὰ κάμω καὶ εἰς ἐσὲ τὸ ἴδιον, ἀλλ᾽ οἱ σύντροφοί μου δὲν τὸ κατάφεραν. Δὲν πειράζει. Τώρα ἂν θέλω, ἠμπορῶ νὰ σὲ κάμω στάχτη μέσα στὸ σπίτι σου, σοῦ τὸ λέγω ἀκάκιωτα. Δὲν τὸ κάμνω, διατὶ θέλω νὰ μοῦ δώσῃς ὀπίσω τὴν βαφτιστικήν μου καὶ νὰ σοῦ δώσω κ᾽ ἐγὼ ὀπίσω τὸν κατὴν τῆς Ἄρτας. Χέρι μὲ χέρι. Γράψε μου γραφὴν μὲ τὸν ἴδιον ἄνθρωπον νὰ ξεύρω. Ταῦτα καὶ μένω. Χρῆστος Μηλιόνης».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν φορὰν ταύτην χειρότερον τοῦ κατῆ τῆς Ἄρτης ἔπραξεν ὁ Χαλὴλ ἀγάς, ὅστις χωρὶς μηδὲ ν᾽ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν ἐνδιαφερομένην νέαν τὴν γραφὴν ταύτην τοῦ κλέφτου, ἔπιασε καὶ αὐτὸς κ᾽ ἔγραψε γραφὴν ἰδιοτελεστάτην καὶ ἐπισφαλεστάτην, οὕτως ἔχουσαν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρῆστο Μηλιόνη, σὲ χαιρετῶ. Ἔλαβα τὸ γράμμα σου, καὶ εἶδα νὰ μοῦ γράφῃς νὰ σοῦ δώσω ὀπίσω τὴν βαφτιστικήν σου, διὰ νὰ μοῦ δώσῃς τὸν κατὴν τῆς Ἄρτας. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ βαφτιστική σου σοῦ εἶναι χρήσιμη, ἀλλ᾽ ὁ κατὴς τῆς Ἄρτας δὲν μοῦ χρειάζεται ἐμένα. Καὶ τὴν βαφτιστικήν σου δὲν ἠμπορῶ νὰ σοῦ τὴν δώσω, διότι μὲ θέλει ὡς ἄνδρα της καὶ εἶναι γυναίκα μου, καὶ ὁ ἰμάμης εὐλόγησε τοὺς γάμους μας. Ἂν δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ γυναῖκά μου, θὰ σοῦ τὴν ἔδινα. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠθέλησε μοναχή της. Ὅσον διὰ νὰ κάψῃς τὸ σπίτι μου, καθὼς μὲ φοβερίζεις, φεύγω ἀπὸ σήμερα ἀπὸ τὴν ἐξοχήν, καὶ κλείομαι εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἄρτας, καὶ ἂν θέλῃς ἐκεῖ ἔλα. Δὲν θὰ εὕρῃς ἄλλον κατὴν διὰ νὰ τὸν πάρῃς σκλάβον. Ταῦτα καὶ μένω. Χαλὴλ ἀγάς».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τώρα ἐὰν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἔδιδεν εὐθὺς διαταγὴν νὰ θανατώσωσι τὸν κατὴν καὶ τοὺς δύο ἀγάδες (οἱ δεύτεροι ὅμως δὲν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν του, διότι οἱ Τσεκουραῖοι ἐστρατοπέδευον ἀλλαχοῦ τὰς ἡμέρας ἐκείνας), βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἔνοχος. Καὶ ὅμως δὲν ἔπραξε τοῦτο. Εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἀγᾶ, δι᾽ οὗ ἀνήγγελλεν οὗτος πομπωδῶς ὅτι ἡ νέα εἶχε γίνει ἑκοῦσα σύζυγός του, ὁ ἔμπειρος κλέφτης ὠσφράνθη τὸ ψεῦδος. Ἐὰν ἔγραφεν εἰλικρινῶς, ὅτι ἐκβιασθεῖσα κατέστη ἡ κόρη σύζυγος τοῦ Τούρκου, τότε θὰ τὸν ἐπίστευεν ὁ Χρῆστος. Ἀλλὰ τὸ στομφῶδες τῆς ἐπιστολῆς ταύτης τὸν κατέστησε φιλύποπτον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χρῆστος ἔβαλε κατασκόπους ἵνα δυνηθῶσι ν᾽ ἀνακαλύψωσί τι. Ἀλλ᾽ οὐδεμίαν ἀσφαλῆ εἴδησιν τῷ ἐκόμισαν καὶ οὗτοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μηλιόνης εἶχεν εὐκρινῆ συνείδησιν τῆς θέσεώς του ἀπέναντι τῶν Τούρκων. Προέβλεπεν ὅτι ἔμελλε νὰ κηρυχθῇ ἀντάρτης παρὰ τῆς ἐξουσίας. Διότι μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ὁ Χρῆστος ἦτο ὑπόσπονδος, καὶ ἐνομίζετο σύμμαχος καὶ ὑποτελὴς τῆς Πύλης. Ἡ παρασπονδία προῆλθεν ἐκ μέρους τῶν Τούρκων. Ἡ ἁρπαγὴ τῆς κόρης ἐκείνης καὶ ἡ παράδοξος ἀπόφασις τοῦ κατῆ ἀπετέλουν τὴν παρασπονδίαν, καθ᾽ ἣν ἔννοιαν εἶχεν ὁ κλέφτης περὶ τοῦ πράγματος. Δὲν ἠδύνατο πολεμιστὴς αὐτὸς νὰ ὑπομείνῃ τοιαύτην ὕβριν γενομένην πρὸς τὴν ἀναδεκτήν του. Ὤφειλε νὰ τιμωρήσῃ τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ἂν καὶ μετὰ τὴν τιμωρίαν, τὰ πράγματα δυσκόλως ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ πρότερον καθεστώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διότι ὁ Χρῆστος εἶχε βεβηλώσει τὸ τζαμίον τοῦ Ταχήρ, τόπον ἄβατον καὶ ἀπάτητον εἰς τοὺς ἀπίστους, τόπον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μωαμεθανικὸν τέμενος ἱερὸν καὶ ἄσυλον, ἔχοντα ὡς ἰδιαίτερον προνόμιον τὴν ἰδιότητα ταύτην. Καὶ ὁμολογουμένως ὁ κλέφτης, ὅτε εἶχεν ἀποφασίσει νὰ εἰσβάλῃ βιαίως εἰς τὸ τζαμίον, διὰ ν᾽ ἁρπάσῃ τὸν κατήν, ὤφειλε ν᾽ ἀναλογισθῇ ταῦτα πάντα. Διὰ τοῦτο δὲν παρεπονεῖτο σήμερον, ἂν ἐκινδύνευεν. Ἐγίνωσκε δὲ καλῶς ὅτι καὶ ἂν ἀπέδιδε τοὺς αἰχμαλώτους, ὅπερ μόνον ἀντὶ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἀναδεκτῆς του ἠδύνατο νὰ πράξῃ, πάλιν δὲν ἐξησφαλίζετο ἀπέναντι τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ᾽ ὅμως ἐπεθύμει διακαῶς ν᾽ ἀποδοθῇ ἡ ἀπαχθεῖσα κόρη εἰς τοὺς γονεῖς της, ν᾽ ἀπολύσῃ καὶ αὐτὸς τοὺς τρεῖς Τούρκους, καὶ τότε εὐχαριστημένος θὰ ἦτο ἂν ἀπεκηρύττετο. Διότι ἔμελλε νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος τοῦ καθήκοντος, καὶ τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ συνειδότος. Ἀλλ᾽ ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη τοῦ Χαλὴλ ἦτο ἄλλη ἀπροσδόκητος ἀναβολὴ τῆς λύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τῷ μεταξὺ ἔμαθεν ὅτι οἱ ἀγάδες τῆς Ἄρτης καὶ τῶν περιχώρων παρεσκεύαζον στρατείαν κατ᾽ αὐτοῦ. Περιεμένετο δὲ ἡ ἀποκήρυξις νὰ ἔλθῃ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ μήν, οἱ φανατικώτεροι ἐπέμενον νὰ προλάβωσι τὴν ἀποκήρυξιν ταύτην, βεβαίαν ἄλλως νομιζομένην. Προσέτι ἔλαβε καὶ ἀλλαχόθεν ἐπιβεβαίωσιν τῆς εἰδήσεως ὅτι συνῄνεσεν ἡ ἀναδεκτή του νὰ καταστῇ τοῦ Τούρκου σύζυγος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μανθάνει ὅτι ἡ ἐκστρατεία, ἐξ Ἄρτης ὁρμωμένη, εἶχεν ἤδη ἐκκινήσει κατ᾽ αὐτοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε ὁ κλέφτης ἐπῆρε τὴν ἀπόφασίν του, καὶ διέταξε νὰ θανατώσωσι τὸν κατὴν καὶ τοὺς δύο ἀγάδες.&lt;br /&gt;
Η´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μάννα μου, μὴ μὲ καταρᾶσαι! Μάννα μου, μὲ ἠπάτησε! Μάννα μου, τὸ ἔκαμα διὰ νὰ σᾶς γλυτώσω!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰς λέξεις ταύτας μόνας εὕρισκεν ἡ Βασίλω, πίπτουσα εἰς τὸν τράχηλον τῆς μητρός της καὶ χύνουσα πύρινα δάκρυα. Διότι ἡ Μελάχρω εἶχε κατορθώσει κατ᾽ ἀπαίτησιν τῆς θυγατρός της νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ σεράγι τοῦ Χαλὴλ ἐφένδη, μετοικήσαντος ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν εἰς Ἄρταν. Ὀλίγαι λέξεις παρὰ τῆς Βάσως, ἂν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ, ἤρκουν νὰ ἐξηγήσωσι πῶς εἶχον τὰ πράγματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χαλὴλ ἀγάς, ὅσον θρασέως καὶ ἂν ἔγραψε τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην εἰς ἀπάντησιν τῆς γραφῆς τοῦ Μηλιόνη, δὲν ἐψεύδετο ὅμως καθ᾽ ὅλα. Διὰ τῶν καθημερινῶν ἀπειλῶν περὶ τῆς τύχης τῶν γονέων της, διὰ τῆς ἀγνοίας ἐν ᾗ διετέλει αὕτη, ὑπὸ τὸν πέπλον ὅστις ἐκάλυπτε τοὺς ὀφθαλμούς της, κατώρθωσε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ὀρφανήν (διότι τῷ ὄντι ἦτο αὕτη πάσης ὀρφανίας ἐλεεινοτέρα) νὰ συναινέσῃ ὅπως τὸν νυμφευθῇ. Αἱ ἐξηγήσεις δὲ αὗται μεταξὺ μητρὸς καὶ θυγατρὸς ἀμηχανωτέραν καθίστων τὴν θέσιν ἑκατέρας. Καὶ ἡ μὲν Μελάχρω εὐκόλως ἐσυγχώρει ὡς πᾶσα μήτηρ, τὰ δάκρυα δὲ ἅτινα κατεφέροντο ἐπὶ τὰς ἀκμαίας εἰσέτι παρειὰς τῆς μήπω τεσσαρακονταετοῦς ταύτης γυναικός, ἦσαν δρόσος καὶ ἁγίασμα. Ἀλλ᾽ ἔφριττεν ἀναλογιζομένη τὴν τρικυμίαν, ἣν θὰ ἐξήγειρεν εἰς τὰ πατρικὰ σπλάγχνα ἡ εἴδησις αὕτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κώστας ἦτο εἷς τῶν εἰλικρινεστέρων Ἠπειρωτῶν καὶ τῶν φανατικωτέρων χριστιανῶν, οἵτινες ἐμίσησάν ποτε τὴν τουρκικὴν δυναστείαν. Ἡ γυνὴ εἶχε καταλίπει τὸν σύζυγον καὶ τὰ τρία τέκνα, οὐχὶ εἰς τὸ κρησφύγετον, εἰς ὃ εἶχον καταφύγει τὰς πρώτας ἡμέρας, ἀλλ᾽ εἰς ἄλλην φιλικὴν οἰκίαν πόρρω τῆς Ἄρτης καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ μάθῃ περὶ τῆς ἀγαπητῆς κόρης. Καὶ τώρα πῶς θὰ ἐτόλμα νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν ἐξηγριωμένον σύζυγον; Δὲν ἤρκει τὸ πρῶτον ὄνειδος ἐπὶ τῇ ἁρπαγῇ τῆς κόρης; Δὲν ἤρκουν τὰ δάκρυα τῆς λύσσης καὶ τῆς ἀγωνίας, δὲν ἤρκει ἡ ἀδικία τοῦ κατῆ; Δὲν ἤρκει ἡ δευτέρα ἐκείνη ὕβρις τῆς καθείρξεως τοῦ ἠδικημένου πατρός; Δὲν ἤρκει τέλος ἡ τελευταία ἐπιβουλὴ καὶ τὸ μῖσος τῶν μουσουλμάνων, οἵτινες ἐζήτουν τὸν θάνατον τοῦ Κώστα, ὡς συνενόχου τοῦ Χρήστου Μηλιόνη; Ὁ ἀτυχὴς πατήρ, οὐχὶ ἐξ οἰκείας ἱκανότητος, ἀλλ᾽ ἐκ προνοίας Θεοῦ, μόλις ἔσωσε τὴν ζωήν του ἐκ τῆς τηλικαύτης καταφορᾶς, ἥτις ὑπετράφη διὰ τοῦ προδοτικοῦ ἐναύσματος ὁμοπίστου καὶ ὁμοφύλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὤ, καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ Κώστας, ὅτι ἄνευ προδοσίας χριστιανοῦ οὐδὲν κακὸν ἠδύνατό ποτε νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῶν ἀγάδων. Ὁ Κώστας εἶχε πάντοτε ἰδέας σαφεῖς καὶ ὡρισμένας, καὶ ὁ χαρακτήρ του ἦτο εὐθὺς καὶ αὐθέκαστος. Μόλις, μετὰ τὴν ἐμπιστευτικὴν παραγγελίαν τοῦ συντέκνου, ἣν οὗτος εἶχε διαβιβάσει πρὸς αὐτὸν δι᾽ ἀγνώστου καὶ πιστοῦ φίλου, οὗ τὸ στόμα διὰ ν᾽ ἀνοίξῃ τις ἔχρηζε γιγαντιαίας ψαλιδωτῆς λαβίδος μετὰ σιδηροῦ μοχλοῦ, μόλις κατέλιπεν ὁ Κώστας μετὰ τῆς οἰκογενείας του τὴν κατάρατον τοῦ λοιποῦ ἐκείνην στέγην, ἥτις ὑπῆρξε μάρτυς τῆς ἐπὶ τῇ ἁρπαγῇ τῆς κόρης ἀπελπισίας τῶν γονέων, καὶ μόλις ἔφθασεν εἰς τὸ φιλόξενον ὀρεινὸν δῶμα τοῦ ποιμένος Νάσκα, ὅστις τὸν ὑπεδέχθη μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας, καὶ ἡ προδοσία, ἥτις ἐφαίνετο ὅτι ἠκολούθει αὐτὸν κατὰ βῆμα, οὐδ᾽ ἐκεῖ τὸν ἄφησε ν᾽ ἀναπαυθῇ ἥσυχος. Τὴν τρίτην ἀπὸ τῆς κατασκηνώσεως ἡμέραν τὰ δύο νεώτατα παιδία 〈του〉 ἔπαιζον εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἀγροικίας, πλήρη χαρᾶς διότι ἀπηλλάχθησαν τέλος τῆς φρικώδους ἐνοχλήσεως τοῦ σχολείου, λησμονήσαντα δὲ μετὰ τρεῖς ἡμέρας τὴν λύπην των διὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βάσως, ἧς δὲν ἐνόουν τὸ αἴτιον. Ἡ μήτηρ, ἥτις ἐστέναζεν ἀδιακόπως μετὰ τὴν ἁρπαγὴν τῆς ἀγαπητῆς αὐτῇ θυγατρός, ἐκάθητο ἀντικρὺ νήθουσα μὲ τὴν ἠλακάτην της. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἄνθρωπός τις βραχὺς τὸ ἀνάστημα, μὲ πυκνὴν καὶ μακρὰν κόμην καὶ μελανὸν γένειον, ἔχων σχεδὸν καλογήρου σχῆμα, μὲ τὸν μακρὸν μαῦρον ἐπενδύτην καὶ τὴν σκούφιαν ἣν ἐφόρει, ἐπλησίασε, τυχαίως ὡς ἐφαίνετο, εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ δύο παιδία ἀπεῖχον ὀλίγα βήματα ἀπὸ τῆς ἀγροτικῆς οἰκοδομῆς, ἥτις ἐκρύπτετο ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων, ἐντὸς βαθείας κοιλάδος, καὶ ὡμοίαζε μὲ ἀσκητήριον. Ὁ ἑξαετὴς Στέφος καὶ ἡ ὀκταετὴς Φρόσω, ἀποκαμόντες, εἶχον διακόψει τὴν παιδιάν των καὶ ἤρχισαν συνομιλίαν. Ἐνθυμήθησαν τὸν διδάσκαλόν των, ὅστις ἦτο ἀρκετὰ κωμικὸν πρόσωπον, ὅτε ἐδίδασκεν αὐτοὺς πῶς ν᾽ ἀναγινώσκωσι τὴν Ὀκτώηχον, τὸ ἀλφαβητάριον τοῦτο τῆς τότε διδακτικῆς μεθόδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θυμᾶσαι τὰ δασκαλούδια; ἔλεγεν ἡ Φρόσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θυμᾶσαι καὶ τὸν δάσκαλο, τσάκαλο; ἔλεγεν ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θυμᾶσαι καὶ τὰ γυαλιά του; εἶπεν ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τὴν ταμπακέρα του; προσέθηκεν ἡ Φρόσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔβηχεν ὁλοένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐφτερνίζετο πέντε ὧρες τὴν ἡμέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐνύσταζεν εἰς τὴν καρέκλα του, ἐνῷ μᾶς ἔβγαζε νὰ ποῦμε τὸ μάθημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ἡμεῖς τοῦ ἐβάζαμε στάχτη ἀπάνω στὴν καθέδρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τὸν ἐζωγραφίζαμε στὸν μαῦρο πίνακα, ἐνῷ ἐκοιμᾶτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τοῦ ἐρρίχναμε σκόνη μέσα στὴν ταμπακέρα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ πῶς ἐτραβοῦσε τὸν ταμπάκο, πὼ πὼ πώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Χὰ χὰ χά!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φρόσω ἦτο πάντοτε προθυμοτέρα εἰς τὸν γέλωτα, καὶ ὁ φαιδρὸς τόνος ἀνήρχετο παρ᾽ αὐτῇ εἰς τὸ διπλάσιον ἢ παρὰ τῷ ἀδελφῷ της. Τὸ πλάσμα τοῦτο ἦτο τόσον ἱλαρόν, τόσον φιλόγελων, ὥστε καὶ ὁ σκυθρωπότατος τῶν ἀνθρώπων εἰς μόνην τὴν θέαν αὐτῆς ᾐσθάνετο ἀκατανίκητον ὄρεξιν νὰ γελάσῃ. Καὶ ἂν μὲν αὐτὴ ἠγνόει τὸν λόγον, δι᾽ ὃν ἐγέλα, οὐδὲν θαῦμα, ἀλλὰ τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι καὶ τὸν ἄλλον τὸν γελῶντα οὕτως εἰκῇ ἐπὶ τῇ θέᾳ αὐτῆς, ἂν ἠρώτας διατί ἐγέλα, δὲν θὰ ἤξευρε τί νὰ σοὶ ἀπαντήσῃ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς παιδικῆς διαχύσεως ἐνεφανίσθη αἰφνιδίως ὁ ἀπαίσιος καὶ μελανείμων ἐκεῖνος ἄνθρωπος, περὶ οὗ ἐλέγομεν ἀνωτέρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ δύο παιδία δὲν ἐπτοήθησαν ἐπὶ τῇ θέᾳ αὐτοῦ, ᾐσθάνθησαν μόνον περιέργειαν καὶ οὐδὲν πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μελάχρω ἦτο ἀντικρὺ μὲ τὴν ἠλακάτην της, ἀλλὰ συστὰς δένδρων καὶ πυκνὸς καλαμὼν ἀπέκρυπτεν ἐν μέρει αὐτὴν ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν δύο παίδων. Διὰ τοῦτο δὲν εἶδε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν ἄγνωστον, ὅτε ἐνεφανίσθη οὗτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί κάνετε ἐδῶ, παιδιά; ἠρώτησεν ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί κάνομε; Παίζομε, ἀπήντησεν ἡ Φρόσω, ἥτις δὲν ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν φαιδρότητα αὐτῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τίνος εἶσθε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τίνος εἴμεθα;… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ Στέφος. Εἴμεθα τοῦ…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴν τὸ λέγῃς τίνος εἴμεθα, εἶπεν ἡ Φρόσω, ἥτις ἦτο πονηροτέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ διατί ἐρωτᾷς τίνος εἴμεθα; εἶπε τότε λαβὼν θάρρος ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διατὶ δὲν φαίνεσθε σὰν τσομπανόπουλα, ἀπήντησεν ὁ ξένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί σὲ μέλει δι᾽ αὐτό; εἶπεν ἡ Φρόσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Διὰ καλὸν ἐρωτῶ, εἶπεν ὁ ἄγνωστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τότε λοιπὸν τράβα τὸν δρόμο σου, εἶπεν ἀνδρείως ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ μὴ σὲ μέλῃ γιὰ μᾶς, προσέθηκεν ἡ Φρόσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν θέλω τὸ κακό σας, εἶπεν ὁ ξένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν μᾶς μέλει, ἀπήντησεν ἡ Φρόσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ νὰ κοιτάζῃς τὴ δουλειά σου, εἶπεν ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἄσχημος μορφὴ τοῦ ξένου ἐξέφρασε παράδοξον αἴσθημα ὀργῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἡ Μελάχρω, εἴτε εἶχεν ὑψώσει τυχαίως τὸ βλέμμα ἀπὸ τοῦ ἔργου της, εἴτε ἤκουσε τὴν φωνὴν τῶν παιδίων, παρετήρησε τὴν παρουσίαν τοῦ ἀγνώστου. Ἀνωρθώθη καὶ ἐπλησίασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί τρέχει; ἠρώτησεν ἀνήσυχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διότι ἀπὸ ὀλίγων ἡμερῶν πάντα, καὶ τὰ ἐλάχιστα, ἐνεποίουν ἀνησυχίαν εἰς τὸ εὐαίσθητον τῆς γυναικείας αὐτῆς φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ξένος εἶχε παρατηρήσει καὶ πρότερον τὴν παρουσίαν τῆς γυναικὸς ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἔδειξεν ὅτι τὸ πρῶτον ἤδη τὴν ἔβλεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Περνοῦσα ἀπὸ δῶ, κυρά, ἀπήντησε, καὶ δὲν ξέρω καὶ καλὰ τοὺς δρόμους, καὶ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κ᾽ ἐμεῖς ξένοι εἴμαστε, ἀπήντησεν εἰλικρινῶς ἡ σύζυγος τοῦ Κώστα, καὶ δὲν ξεύρομε κ᾽ ἐμεῖς καλύτερα τοὺς δρόμους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄ, εἶναι ξένοι λοιπόν, διενοήθη ὁ ἄγνωστος. Ἰδοὺ φιλαλήθης γυνή. Ἀλλὰ τὸ ἤξευρα τοῦτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δι᾽ ὀλίγας ἡμέρας θὰ μείνωμεν ἐδῶ, ἐπέφερεν ἡ Κώσταινα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τοῦτο καλὸν εἶναι νὰ τὸ μάθω, εἶπε καθ᾽ ἑαυτὸν ὁ ἄγνωστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μάννα, εἶπε μετὰ πονηρίας ἡ Φρόσω, δὲν μᾶς ρώτησε τὸ δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐμεῖς τοῦ εἴπαμε νὰ τραβήξῃ τὸν δρόμο του, προσέθηκεν ὁ Στέφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μήτηρ περιῆλθε τότε εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν εἶχε τί νὰ εἴπῃ. Ὁ ξένος, ὅστις ἦτο φαίνεται ἐπιτήδειος, ἐνόησεν εὐκόλως ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ πέρας εἰς τὴν συνδιάλεξιν ταύτην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγὼ φταίγω, κυρά, εἶπε, καὶ θὰ τραβήξω τὸν δρόμον μου. Ἀδίκως σᾶς πείραξα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τῷ ὄντι λαβὼν τὴν ράβδον καὶ τὴν πήραν του, ἅτινα εἶχεν ἀποθέσει παρὰ τὴν ρίζαν δένδρου, ἀπεχαιρέτισε τὴν Μελάχρω καὶ ἀπῆλθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ δύο παιδία ἐξηκολούθησαν τὴν παιδιάν, ὅπου τὴν εἶχον ἀφήσει.&lt;br /&gt;
Θ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Καμπόσος, ἢ κατ᾽ ἄλλους Καμπίσος, οὕτως ἐκαλεῖτο, ἦτο τρομερὸς ἄνθρωπος. Οὐδεὶς ἤξευρεν εἰς τὰ περίχωρα οὔτε τὴν καταγωγήν του οὔτε τὸ ἐπάγγελμά του οὔτε τὴν κατοικίαν του. Τὸ ὄνομά του μόνον εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς γέροντά τινα παντοπώλην, καὶ οὗτος τὸ εἶχε μεταδώσει εἴς τινας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδεὶς καθ᾽ ὅλην τὴν μεσημβρινὴν Ἤπειρον εἶχέ ποτε τόσας σχέσεις μὲ τοὺς Τούρκους, ὅσας αὐτός. Τὸ αἴτιον καὶ ὁ σκοπὸς τῶν σχέσεων τούτων ἠγνοεῖτο. Οἱ χριστιανοὶ τὸν ἐφοβοῦντο καὶ οἱ Τοῦρκοι τὸν ηὐνόουν. Οὐδὲν ἄλλο ἦτο γνωστὸν ἐκ τοῦ βίου του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὑπεψιθύριζόν τινες ὅτι μετήρχετο τὸ ἔργον τοῦ κατασκόπου καὶ τοῦ προδότου. Ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἠδύνατο ν᾽ ἀποδείξῃ ἂν τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀληθές. Ὡρισμένη κατηγορία δὲν ὑπῆρχε. Τὸν ἐφοβοῦντο μόνον, καὶ οὐδεὶς τῷ ἐνεπιστεύετο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν γένει αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία τὸν ἐμίσουν, διότι εἶχεν ἦθος καλογήρου, χωρὶς νὰ εἶναι κατατεταγμένος εἰς μονήν τινα. Ἀλλὰ διότι ἐφόρει μαῦρα καὶ ἔφερε σχῆμα μετανοίας, δὲν ἦτο τοῦτο ἀποχρῶν λόγος ὅπως καταφέρωνται κατ᾽ αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως ἡ καταφορὰ ἦτο ὑψωμένη εἰς τὸ ἔπακρον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο κατεσκευασμένος οὕτως, ὥστε νὰ ἐμπνέῃ δυσπιστίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδεὶς βλέπων αὐτὸν ἅπαξ, καὶ ἀνταλλάσσων ὀλίγας μετ᾽ αὐτοῦ λέξεις ἠδύνατο νὰ εἶναι τόσον ἥσυχος, ὅσον ἦτο πρὸ τῆς συναντήσεως. Ἀλλ᾽ ὅλοι ὅσοι ᾐσθάνθησαν τὴν τοιαύτην ἀνησυχίαν, δὲν εἶχον τὴν θλιβερὰν τύχην νὰ ἴδωσιν εὐθὺς ἐπαληθεῦον τὸ ἀδικαιολόγητον τοῦτο προαίσθημα, ὅπως συνέβη τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν σύζυγον τοῦ Κώστα, ἥτις μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἀγνώστου, ἂν καὶ τὰ δύο τέκνα της ἐξηκολούθησαν νὰ παίζωσι, δὲν ἐξηκολούθησε καὶ αὕτη τὸ ἔργον της ἡσύχως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἐμφάνισις τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, τὸ παράδοξον σχῆμα, ὅπερ περιεβάλλετο, τὸ ἔτι παραδοξότερον ἦθος καὶ οἱ λόγοι του, ἡ ἀναχώρησίς του αὐτὴ τόσον συντόμως ἐπελθοῦσα, τῇ ἐπροξένουν ἀνεξήγητον αἴσθημα φόβου καὶ ὑποψίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ δυστυχὴς αὕτη γυνή, ἥτις εἶχε τόσον σκληρῶς δοκιμασθῆ ἤδη, δὲν ἔμελλε νὰ περιμένῃ ἐπὶ μακρὸν τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν ζοφερῶν προαισθημάτων της. Τὴν πρωίαν τῆς ἐπιούσης, τέσσαρες Τοῦρκοι, ἀληθεῖς Τοῦρκοι, φοροῦντες σαρίκια καὶ λευκὰς χλαίνας, πάνοπλοι καὶ πλήρεις ἀποφάσεως, ὡς ἐφαίνοντο, ἐξημέρωσαν ἔξωθεν τῆς φιλοξένου ποιμενικῆς ἐπαύλεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρῶτος εἶχεν ἐξέλθει ἐκ τῆς οἰκίας ὁ ἀγαθὸς ποιμὴν Νάσκας, ὅστις κατεπλάγη ἰδὼν ἀπροσδοκήτως σταθμεύοντας παρὰ τὴν οἰκίαν του τοὺς δυσαρέστους ἐκείνους ἐπισκέπτας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔλα δῶ, κουζούμ, τῷ ἔνευσεν εἷς τῶν Τούρκων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί τρέχει; εἶπεν ὁ Νάσκας, ἀγωνιζόμενος νὰ φανῇ ἀτάραχος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ φοβῆσαι, εἶπεν ὁ αὐτὸς Τοῦρκος, ὅστις ἐφαίνετο ὡς ἀρχηγός, ἐννοῶν ὅτι ἡ ἀταραξία τοῦ ποιμένος ἦτο ἐπίπλαστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν φοβοῦμαι τίποτε, εἶπε μετ᾽ ἀγροτικῆς ὑπερηφανίας ὁ Νάσκας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πάει καλά, ἀπήντησεν ὁ ἀρχηγός. Φαίνεσαι ὅτι εἶσαι καλὸς χωρικὸς καὶ πιστὸς ραγιὰς τοῦ Σουλτάνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια, θέλει ἐρώτημα; εἶπεν ὁ Νάσκας, ὅστις ἐβλασφήμει καθ᾽ ἑαυτὸν τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Λοιπὸν φέρε μας ἐδῶ τὸν ἄνθρωπον ποὺ ἔχεις κρυμμένον…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κρυμμένον;… ἐπανέλαβεν ὁ βοσκός, ἐγὼ ἔχω κρυμμένον;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια, ἀπήντησεν ὁ Τοῦρκος. Ἐσὺ δὲν ἔχεις νὰ πάθῃς τίποτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ἔχω κανένα κρυμμένον, εἶπε καρτερικῶς ὁ Νάσκας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ χωρατεύῃς, ἐπανέλαβεν ὁ πρῶτος τῶν Τούρκων. Ἐμεῖς δὲν σοῦ θέλομε τὸ κακό σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Οὔτ᾽ ἐγὼ δὲν σᾶς θέλω τὸ κακό σας, ἀπήντησεν ἀλλόφρων ὁ ἄνθρωπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τότε ξεμπέρδευε γρήγορα, καὶ παράδωσέ μας τὸν Κώστα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποῖον Κώστα; ἠρώτησεν ὡς ἀπορῶν ὁ ποιμήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐκεῖνον ποὺ ἅρπαξε τὸν κατὴν τῆς Ἄρτας, εἶπεν ὁ Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸν κατὴν τῆς Ἄρτας! ἐπανέλαβε μετ᾽ εἰλικρινοῦς ἀπορίας ἤδη ὁ Νάσκας, διότι πρώτην φορὰν ἤκουε νὰ γίνεται λόγος περὶ τούτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια, προχθὲς τὴν Παρασκευήν, ἀπήντησεν ὁ Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὴν Παρασκευήν! ἐπανέλαβεν ἐμβρόντητος ὁ Νάσκας. Καὶ παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγεν: ἀλλὰ τὴν Παρασκευὴν ὁ Κώστας ἦτο εἰς τὸ σπίτι μου ὅλην τὴν ἡμέραν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἁρπάσῃ τὸν κατὴν τῆς Ἄρτας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Λοιπὸν μὴν ἀργοπορῇς, ἐπέφερεν ὁ Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀλλ᾽ ἠμπορεῖτε νὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς στὸ σπίτι μου, εἶπε τολμηρῶς ὁ ποιμήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θὰ τὸ ἰδοῦμεν, τώρα εὐθύς, εἶπεν ὁ ἀρχηγός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ δυστυχὴς ποιμήν, διὰ νὰ ψευσθῇ μετὰ τόσης ἀποφάσεως, ἀνελογίζετο τὸ μικρὸν παράθυρον, ὅπερ εὑρίσκετο εἰς τὸν ἀντίθετον τῆς οἰκοδομῆς τοῖχον. Ὁ τοῖχος οὗτος ἔκειτο σύρριζα εἰς τὸν βράχον, καὶ μόλις εἶχε τὸ ἥμισυ τοῦ ὕψους τοῦ προσθίου τοίχου. Εὐκίνητος ἀνήρ, οἷος ὁ Κώστας, ἠδύνατο εὐκόλως νὰ πηδήσῃ ἐκ τοῦ παραθύρου ἐκείνου, καὶ νὰ λάβῃ τὸν δρόμον τοῦ δάσους, ὅπου οἱ Τοῦρκοι δὲν θὰ τὸν ἔφθανον. Ὅσον διὰ τὴν Κώσταιναν καὶ τὰ τρία αὐτῆς τέκνα, ὁ Νάσκας ὑπελόγιζε νὰ τὰ παραστήσῃ εἰς τοὺς Τούρκους ὡς μέλη τῆς ἰδίας του οἰκογενείας. Διότι, δόξα τῷ Θεῷ, μετὰ ὀκταετῆ συζυγικὸν βίον ἡ Νάσκαινα μόνον ἡμίσειαν δωδεκάδα τῷ εἶχε γεννήσει, ὥστε ἂν προσετίθεντο καὶ τὰ τρία τοῦ Κώστα τέκνα, μόλις θ᾽ ἀπετελεῖτο ὁ ἀριθμὸς ἐννέα, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ φανῇ ὑπερβολικὸς εἰς τὸν κατ᾽ ἀγροὺς βίον, ὅπου αἱ γυναῖκες ἀναπνέουσαι τὴν ὀρεινὴν αὔραν καθίστανται ἐξόχως πολύτεκνοι. Ὅσον διὰ τὰς δύο μητέρας, ἐπειδὴ ὡς σύζυγοι ἐπλεόναζον, ἐφαντάζετο ὅτι ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ τὴν μίαν τῶν δύο ὡς γυναικαδέλφην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι δὲ ὁ Κώστας δὲν ἦτο ἀνόητος, καὶ εἶχε παρατηρήσει ἢδη τὴν παρουσίαν τῶν Τούρκων. Ἀπὸ ὀλίγων στιγμῶν κατεσκόπευε τὸν διάλογον ἀπὸ τοῦ παραθύρου, καὶ ἔβλεπε τὰς ἀπελπιστικὰς χειρονομίας τοῦ ξενοδόχου του. Ὅτε δὲ εἶδεν αὐτὸν καὶ τοὺς τέσσαρας Τούρκους διευθυνθέντας πρὸς τὴν οἰκίαν, ὁ Κώστας οὐχὶ κατὰ συγκυρίαν, ἀλλ᾽ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐμφύτου λογικῆς τῶν πραγμάτων ὁρμώμενος, συνέλαβε τὴν αὐτὴν ἣν καὶ ὁ Νάσκας ἰδέαν, καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ μικρὸν παράθυρον. Νεύσας δὲ πρὸς τὴν σύζυγόν του νὰ ἔχῃ θάρρος, ἀνέβη δι᾽ ἑνὸς πηδήματος ἐπὶ τοῦ θριγκοῦ, καὶ ἐπήδησεν ἀπὸ τοῦ παραθύρου εἰς τὸν βράχον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μελάχρω συνῆπτε τὰς χεῖρας ἐν ἀπογνώσει. Τὰ παιδία ἐκοίταζον μὲ ἀνοικτὰ στόματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούοντο τὰ βήματα τῶν τεσσάρων Τούρκων ἀνερχομένων τὴν κλίμακα. Ὤ, ποῖος τρόμος!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ Τοῦρκοι εἰσῆλθον ἀμοιβαδὸν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἤρχισαν ἐξετάζοντες διὰ τοῦ βλέμματος τοὺς κατοίκους. Τινὰ τῶν παιδίων μόλις εἶχον ἐγερθῆ ἀπὸ τοῦ ὕπνου, διότι ἀρτίως ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος. Οἱ Τοῦρκοι ἔρριπτον ἄπληστα πανταχόσε βλέμματα καὶ ἐζήτησαν νὰ ἐρευνήσωσι καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εὐχαρίστως, ἀγάδες μου, ἔκραξεν ὁ Νάσκας, πλήρης χαρᾶς, διότι ἔβλεπεν εὐοδούμενον τὸ σχέδιόν του. ― Γυναικαδέλφη, ἔκραξεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Κώσταιναν, ἄνοιξε τὴν κλαβανή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ αὐτοσχέδιος γυναικαδέλφη ἔσπευσε νὰ ὑπακούσῃ, καὶ ἀνοιχθείσης τῆς καταπακτῆς, εἷς τῶν ἀγάδων ἡτοιμάζετο νὰ καταβῇ. Ὁ Νάσκας ἐψιθύριζε περιχαρὴς εἰς τὸ οὖς τῆς Κώσταινας: Ἐσώθη, ἔχε θάρρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἠκούσθη κραυγή, τρομερὰ κραυγή, ὀξεῖα καὶ διάτορος ἔξωθεν τῆς οἰκίας, κάτωθεν τοῦ βράχου, ἐφ᾽ ὃν εἶχε πηδήσει ὁ Κώστας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐδῶ τὸν ἔχω! Ἀγάδες! τρεχᾶτε, τὸν ἔπιασα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Νάσκας ἔμεινε μὲ κεχηνὸς τὸ στόμα. Ἡ Μελάχρω ἔσχισε τὰς παρειὰς διὰ τῶν ὀνύχων καὶ οἱ παῖδες αὐτομάτως αἰσθανθέντες τὸ δυστύχημα, ἔβαλον γοερὰς κραυγάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ πρῶτος τῶν Τούρκων ὅστις εἶχε καταβῆ μίαν βαθμίδα ἐπὶ τῆς κλίμακος τῆς καταπακτῆς, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ δάπεδον καὶ δὲν κατῆλθεν εἰς τὸ ἰσόγειον.&lt;br /&gt;
Ι´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἅμα πηδήσας ἐπὶ τοῦ βράχου, ὁ Κώστας ἡτοιμάσθη νὰ κατέλθῃ ἠρέμα, διότι ὁ κρημνὸς ἦτο ὑψηλός, καὶ ἀπῄτει προσοχὴν καὶ ἐπιδεξιότητα. Ὅταν θὰ ἔφθανεν ἅπαξ ἐπὶ τοῦ ὁμαλοῦ ἐδάφους, τότε οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν φθάσῃ εἰς τὸ βάδισμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ περισπώμενος ὅπως καταβῇ μετὰ προσοχῆς, ἠλλοφρόνει καὶ δὲν εἶδεν ἄνθρωπόν τινα παρόντα, ὅστις ἵστατο εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου καὶ τὸν κατεσκόπευε. Μόλις κατέβη εἰς τὸ ἔδαφος, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁρμήσας τὸν συνέλαβεν ἀπὸ τοῦ βραχίονος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε μόνον ᾐσθάνθη ὁ Κώστας τὴν παρουσίαν τοῦ μελανείμονος καὶ ἀπαισίου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις περιήρχετο ἀπὸ πρωίας ἐκεῖ ὡς οἰωνὸς βαρείας συμφορᾶς. Ὁ Κώστας πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπεν. Ἦτο αὐτὸς οὗτος ὁ Καμπόσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κώστας ἦτο δεξιὸς καὶ εὐκίνητος καὶ ἠγωνίσθη ν᾽ ἀπαλλαγῇ τῆς περισφίγξεως τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἔβαλε τὴν τρομερὰν ἐκείνην κραυγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τρέξετε, ἀγάδες! Ἐδῶ τὸν ἔχω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ καλούμενοι δὲν ἐβράδυναν νὰ ἔλθωσιν· ἐγκαίρως δὲ ἦλθον, διότι ὁ Κώστας εἶχε καταβάλει ἤδη τὸν Καμπόσον, καὶ παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐξέφευγεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβον. Σπαρακτικὴ ἦτο ἡ σκηνὴ ἐκείνη. Γυναῖκες τρέχουσαι λυσίκομοι καὶ θρηνοῦσαι, παιδία ὀλολύζοντα, θέαμα οἰκτρόν. Ἀλλ᾽ ὅμως εἰς τοὺς διώκτας δὲν ἐφαίνοντο ταῦτα ἄξια οἴκτου, ἦσαν μόνον ὀχληρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Γιουσοὺφ Ἰβραήμ (τοῦτο ἦτο τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ) τοὺς διέταξεν αὐστηρῶς νὰ ἡσυχάσωσι, διότι κατ᾽ αὐτὸν τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο τόσου θορύβου ἄξιον. Εἷς ραγιάς, ὑπήκοος τοῦ Σουλτάνου, ἦτο πταίστης, ἄμποτε ν᾽ ἀπεδεικνύετο ἀθῷος. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν πιστῶν δὲν ἦτο τυφλή, καὶ ἔμελλε ν᾽ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον εἰς τὸν ραγιὰν τοῦτον. Διατί ἔκαμνον τόσον θόρυβον;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔσυραν εἰς τὸν δρόμον, ἀφοῦ μετὰ δυσκολίας ἀπεμάκρυναν τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας. Ἐδέησε δὲ νὰ ἐπέμβῃ αὐτὸς ὁ Κώστας, ὅστις διέταξε τὴν γυναῖκά του νὰ ἀπομακρυνθῇ, νομίσας ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ καλύτερον. Ὁ Νάσκας ἐπίσης ἀπεμακρύνθη. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ Κώστας τῷ ἀπέτεινε βλέμμα πλῆρες παραπόνου, ὅπερ ἐνόησεν ἐκεῖνος. Τὸ βλέμμα τοῦτο ἐσήμαινε. ― Διατί νὰ μὴ λάβωμεν εἰς χεῖρας ἐσὺ τὸ νταλιάνι σου κ᾽ ἐγὼ τὸ μηλιόνι μου, ν᾽ ἀντισταθῶμεν εἰς τοὺς ἀθλίους τούτους;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὴν κορυφὴν βραχώδους λόφου ἔκειτο ὁ σταθμὸς τῶν Ἀλβανῶν. Διότι Ἀλβανοὶ ἦσαν οἱ συλλαβόντες τὸν Κώσταν. Ἐκεῖσε τὸν ἀνήγαγον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τί εἶχε συμβῆ τότε μεταξὺ διωκτῶν καὶ τοῦ θύματος, οὐδεὶς ποτὲ θὰ ἐγίνωσκεν, ἂν κατ᾽ ἀνεκτίμητον εὐτυχίαν δὲν ἐσώζετο ἐκ τῆς ἀγχόνης ὁ Κώστας. Αὐτὸς οὗτος διηγεῖτο ὕστερον πρὸς τὴν γυναῖκά του τὰς λεπτομερείας τῆς σκηνῆς ἐκείνης, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς μῦθος διὰ τὸ παράδοξον. Τῷ ὄντι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ περιμένῃ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἀγαθοῦ Τούρκου Σουλεϊμάνη, προσελθόντος αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ ἐσχάτου κινδύνου, καὶ τελεσφόρως παρεμβάντος ὑπὲρ τοῦ καταδίκου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου τίς προσεδόκα νὰ εὑρεθῇ τὸ σχοινίον εἰς τὸν κόλπον τοῦ Καμπόσου; Διότι οἱ Ἀλβανοὶ κατεδίκασαν παμψηφεὶ τὸν Κώσταν εἰς τὴν ἀγχόνην, ἀλλὰ σχοινίον δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸν στρατῶνα. Αἴφνης ὁ Καμπόσος ἀνασύρει ἐκ τοῦ κόλπου του σχοινίον σπειροειδῶς τυλιγμένον, καὶ τὸ προσφέρει εἰς τὸν Γιουσούφ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νά, πάρε, ἀγά μου, τῷ εἶπεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αὐτὸς ὁ Καμπόσος ἦτο πολύτιμος. Περὶ πάντων προυνόει, ὡς καὶ σχοινίον εἰς τὸν κόλπον του εὑρέθη ἐπικαίρως νὰ ἔχῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὁ Σουλεϊμὰν ἦτο ἀδελφοποιτὸς τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Οὗτος κατὰ τὴν ἐσχάτην στιγμὴν προσῆλθε συνήγορος ὑπὲρ τοῦ κινδυνεύοντος, καὶ ἐπέτυχε τῆς χάριτος αὐτοῦ. Ὁ Σουλεϊμὰν οὗτος κατῴκει εἰς τὰ περίχωρα. Ἐγνώσθη ὕστερον ὅτι ὁ ἀγαθὸς ποιμὴν Νάσκας ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις προσῆλθε πρὸς τὸν Τοῦρκον τοῦτον ἱκέτης ὑπὲρ τοῦ ξένου του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετὰ τρεῖς ἡμέρας συνέβη ἡ σκηνὴ τῆς συναντήσεως τῆς μητρὸς καὶ τῆς κόρης ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Χαλήλ, ὅπου διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλας τὰ παθήματά των. Φεῦ, ἡ τρυφερὰ κόρη Βάσω ἦτο τοῦ λοιποῦ σύζυγος τοῦ Τούρκου.&lt;br /&gt;
ΙΑ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περὶ τὰ μέσα τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος κατεῖχεν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης τὰ ἀρματολίκια τῆς Ἀκαρνανίας, τοῦ Βάλτου καὶ Ξηρομέρου, εἷς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς σφαδαζούσης ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, τῶν περιφανέστερον παραστησάντων εἰς τὸν ἐκπεπληγμένον εὐρωπαϊκὸν κόσμον τὰ δίκαια τοῦ ἀδικουμένου ἔθνους· οὐδέποτε εἶχε συνθηκολογήσει μὲ τοὺς Τούρκους. Τοῦτο ἐκφράζει τρανότερον πάσης ἱστορικῆς μαρτυρίας ὁ στίχος τοῦ δημοτικοῦ ᾄσματος:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅσο εἶν᾽ ὁ Χρῆστος ζωντανός, Τοῦρκο δὲν προσκυνάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ οἱ κρατοῦντες ἦσαν πρόθυμοι πάντοτε νὰ κολακεύωσι τοὺς μέγα δυναμένους ἐκ τῶν ἡμετέρων πολεμιστῶν τῆς ζοφερᾶς ἐκείνης ἐποχῆς, καὶ τὴν μοῖραν ταύτην δὲν διέφυγε καὶ ὁ Χρῆστος Μηλιόνης. Ἐν ἔτει 1747 εἶχεν ἐπέλθει ἀπραξία τῶν πολεμικῶν ἔργων καθ᾽ ὅλην τὴν Ἀκαρνανίαν. Τότε καὶ ὁ Χρῆστος ἠναγκάσθη ν᾽ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς προτάσεις τῶν Τούρκων, καὶ δεχθεὶς τὸ ἀρματολίκι τῆς Ἀκαρνανίας, ἔμεινεν ἡσυχάζων ἐπί τινα χρόνον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε συνέβη ἡ φοβερὰ ἐκείνη παρασπονδία, ἣν εὐλόγως ὁ Χρῆστος ἔμελλε νὰ νομίσῃ ἀνήκουστον εἰς τὰ κλεφτικὰ χρονικά, καὶ εἰς τὰς μεταξὺ ἀγάδων καὶ Ἑλλήνων μαχητῶν σχέσεις. Ἡ ἁρπαγὴ τῆς κόρης Βασίλως, τῆς ἀναδεκτῆς τοῦ Μηλιόνη, ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κλέφτου. Γνωστὸν ὅτι ἡ πνευματικὴ συγγένεια τοῦ βαπτίσματος ἐνομίζετο τότε πολλῷ σοβαρωτέρα ἢ ὅσον σήμερον νομίζεται συνήθως. Ἂς προστεθῶσιν εἰς ταῦτα καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη καὶ τῆς οἰκογενείας τῆς κόρης ἐκείνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ μετὰ ταῦτα διηγήθημεν ἤδη ἐν τοῖς ἔμπροσθεν. Κατόπιν τούτων ἐπῆλθεν ἡ ἀποκήρυξις τοῦ ἀρματολοῦ Χρήστου Μηλιόνη ὡς κλέφτου, ἥτις δὲν ἐβράδυνε νὰ πεμφθῇ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, διὰ νὰ ἀποδεικνύηται ἑκάστοτε ἀληθεύουσα ἡ ἀρχαία ἐπὶ διχονοίᾳ μομφή, διὰ νὰ μὴ ἐκλίπῃ ποτὲ ἡ πατροπαράδοτος ἐκείνη ἐθνικὴ ἀρά, εὑρέθη καὶ εἷς χριστιανὸς προεστώς, ὁ Πάνος Μαυρομάτης, πρόθυμος νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Οὗτος συνεξεστράτευσε μετὰ τοῦ Δερβέναγα τῆς Ἀκαρνανίας Μουχτάρ, τοῦ ἐπιλεγομένου Κλεισούρα, κατὰ τοῦ ἡμετέρου ἀνδρείου κλέφτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀγνοεῖται ὁ λόγος δι᾽ ὃν ἀπεδόθη τὸ ἐπίθετον τοῦτο εἰς τὸν εἰρημένον Μουχτάρ. Ἀλλ᾽ ἂν ἐπεκλήθη οὕτω, διότι ἦτο ἐπιτήδειος εἰς τὸ νὰ πολιορκῇ εἰς κλεισωρείας τοὺς ἐχθροὺς οὓς ἐπολέμει, οὐδὲν ἀτυχέστερον παρωνύμιον ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ. Πιθανώτερον εἶναι ὅτι ὁ εἰρημένος Μουχτὰρ Κλεισούρας ἠξιώθη τοῦ ἐπιθέτου τούτου, διότι μᾶλλον ἠγάπα νὰ ἀποκλείῃ πᾶσαν ἐνδεχομένην πρὸς τοὺς πολεμίους συμπλοκήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τεκμήριον τούτου ἦτο ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ δεκαεννέα ἡμέρας, καθ᾽ οὓς ὑπεκρίνετο ὅτι κατεδίωκεν τὸν Χρῆστον Μηλιόνην εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀκαρνανίας, οὐδεμίαν ἁψιμαχίαν κατώρθωσε νὰ συνάψῃ πρὸς αὐτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁμολογητέον ὅμως ὅτι δὲν ἦτο τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν ἐφαρμογήν, ὅσον φαίνεται λεγόμενον. Ἁψιμαχία κατὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη ἦτο δυσχερέστατον καὶ τραχύτατον ἔργον. Διότι ὁ Χρῆστος πλὴν τῆς προσωπικῆς ἀνδρείας καὶ ἐμπειρίας του εἶχε τοὺς μονομάτους, τοὺς τρομεροὺς ἐκείνους σκοπευτάς, οἵτινες ἐθέριζον τοὺς Τούρκους τόσον κανονικῶς, ὡς νὰ κατεῖχον εἰς χεῖρας τὸ δρέπανον τοῦ Χάρου, τοῦ μόνου ἀρματολοῦ τῆς ἀρχαίας Ἠπείρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περὶ μέσα Ἀπριλίου τοῦ εἰρημένου ἔτους εἶχε στήσει ὁ Χρῆστος τὸ λημέρι του ἐπὶ ὑψηλοῦ ζυγοῦ ἑνοῦντος δύο ἐξηρμένας κορυφάς. Ἡ θέσις ὠνομάζετο Ζυγουριά. Τὸ μέρος τοῦτο ἀπετέλει μικρὰν κοιλάδα, ἔχουσαν ἑκατὸν βημάτων περίμετρον, περιεχομένην μεταξὺ τεσσάρων φυσικῶν προμαχώνων. Οὗτοι ἐσχηματίζοντο ἐκ τεσσάρων ὑψηρεφῶν σκοπιῶν, ἐφ᾽ ὧν συνηλλάσσοντο τέσσαρες ἑκάστοτε ἄγρυπνοι φρουροί, κρατοῦντες τὰ καρυοφύλλια. Αἱ σκοπιαὶ αὗται ἐκαλοῦντο μὲ λατινικὸν ὄνομα βίγλες· ἐπ᾽ αὐτῶν ἐβίγλιζον, ἤτοι ἐφρούρουν, ἐξ ὑπαμοιβῆς οἱ γενναῖοι ἄνδρες τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Προσεδοκᾶτο δὲ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἡ ἐπίθεσις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ εἰς μάτην ἐβίγλιζον οἱ κλέφται ἐξ ὑπαμοιβῆς, καὶ εἰς μάτην οἱ σύντροφοί των ἐκοιμῶντο ἀνήσυχοι ἐπὶ τῶν καρυοφυλλίων. Ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας πολὺ ἔμελλε νὰ βραδύνῃ ὅπως ἐφορμήσῃ κατὰ τοῦ ὀρεινοῦ στρατεύματος, ἂν ἔμελλεν ἐντοσούτῳ νὰ ἐφορμήσῃ ποτέ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις οἱ μονόματοι δὲν ᾐσθάνοντο κόπον ἐκ τοῦ εἴδους τούτου τῆς ἀσχολίας. Ἦτο γνωστὸν ὅτι καὶ ἂν ἀπεκοιμᾶτό τις αὐτῶν, τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν ἔκλειε μόνον. Διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ἐξηκολούθει νὰ βιγλίζῃ καὶ κοιμώμενος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ ἀνδρεῖοι οὗτοι, ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Χρήστου Μηλιόνη (διότι εἶχεν ἤδη προσλάβει διαρκῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του μετὰ τὴν σουλτανικὴν ἀποκήρυξιν) ἦσαν ἐκλεκτοὶ ἐξ ἐκλεκτῶν, καὶ ἠριθμοῦντο εἰς τεσσαράκοντα. Ἐκτὸς αὐτῶν ἦτο τὸ κύριον σῶμα τῶν κλεφτῶν, συγκείμενον ἐξ εἰκοσιεννέα. Τέλος ἦσαν πρόθυμοι ἐπίκουροι ἐκ τῶν ὀρεινῶν χωρίων, ἕτοιμοι νὰ σπεύσωσιν ὡς ἐφεδρεία ἐν ἀνάγκῃ, καὶ οἱ τοιοῦτοι ἀνήρχοντο εἰς ὀγδοήκοντα τελείους ἄνδρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ μικρὸν τοῦτο στράτευμα ἠσχολεῖτο ἀπὸ ἑνὸς μηνὸς ὀχυροῦν τὰς προσόδους τῶν ὀρεινῶν κωμῶν καὶ λαμβάνον πᾶν ἄλλο προφυλακτικὸν μέτρον. Εἶχον κατασκευάσει ταμπούρια ὑπὲρ τὰ πεντήκοντα εἰς περιφέρειαν πέντε ἢ ἓξ μιλίων ἐπὶ τοῦ ὕψους τοῦ ὄρους. Διότι ἀνελογίζοντο πάντες ὅτι ὁ κίνδυνος ἐπέκειτο, καὶ ἀνεμένετο κρατερὰ ἡ ἐπίθεσις τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ὁ Χρῆστος δὲν ἀνησύχει παραπολὺ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, καὶ εἶχε κρυφίαν ἐλπίδα ὅτι οἱ πολέμιοι δὲν ἔμελλον νὰ δείξωσι τόλμην εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀποτρέψῃ τοὺς περὶ αὐτὸν ἀπὸ πάσης προφυλάξεως, καὶ συνετῶς ἔπραττε λαμβάνων τὰ πρόσφορα μέτρα. Ἐγίνωσκε καλῶς τὸν Μουχτὰρ Κλεισούραν καὶ εἶχε πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ἐτόλμα οὗτος ν᾽ ἀντεπεξέλθῃ κατ᾽ αὐτοῦ. Ὅσον διὰ τὸν Πάνον Μαυρομάτην, ἦτο γενικῶς παραδεδεγμένον ὅτι οἱ χριστιανοί, ὅσοι συνεμάχουν μετὰ τῶν Τούρκων, οὐδέποτε εὐνοοῦντο ὑπὸ τῆς τύχης εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των. Τοῦτο ἦτο πρόληψις τὰ μάλιστα διαδεδομένη παρὰ τοῖς χωρικοῖς, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἄλλως ἦτο δικαιότερον οὐδὲ ψυχολογικώτερον τῆς τοιαύτης προλήψεως.&lt;br /&gt;
ΙΒ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀρχομένου τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, πρωίαν τινὰ καθ᾽ ἣν ὁ οὐρανὸς ἦτο συνεσκοτασμένος ὑπὸ νεφῶν, εἰς τὰ πρόθυρα αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ τζαμίου, ἐξ οὗ ὁ Μηλιόνης εἶχεν ἀπαγάγει τὸν μακαρίτην κατὴν τῆς Ἄρτης, ἀνεγνώσθη εἰς ἐπήκοον τῶν ἀγάδων τὸ σουλτανικὸν φιρμάνιον, δι᾽ οὗ ὁ Χρῆστος Μηλιόνης, τέως ἀνεγνωρισμένος ἀρματολὸς τῆς Ἀκαρνανίας, καθῃρεῖτο ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τούτου, καὶ ἐκηρύττετο ἔκπτωτος τῆς σουλτανικῆς εὐνοίας, ἀποστάτης καὶ κλέφτης, ὡς ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας. Προσεκαλεῖτο δὲ πᾶς πιστὸς μουσουλμάνος, ὅπως συλλάβῃ καὶ παραδώσῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τὸν κλέφτην τοῦτον, ὡς ἐπικίνδυνον εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν πιστῶν ὑπηκόων τοῦ Σουλτάνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀξία σημειώσεως εἶναι ἡ ἑπομένη παράγραφος τοῦ συνοδεύοντος τὸ σουλτανικὸν φιρμάνιον φετφᾶ* τοῦ Σεῒχ-Ἰσλάμη, δι᾽ ἧς ἐχαρακτηρίζετο προσηκόντως ἡ θρησκευτικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. (Παραθέτομεν τὸ κείμενον κατὰ τὴν τότε ἐπίσημον μετάφρασιν·) «Μὲ τὸ νὰ ἐπάτησεν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης τὸ τζαμὶ τοῦ Ταχήρ, τόπον ἱερὸν καὶ ἀπάτητον εἰς τοὺς ἀπίστους, καὶ νὰ ἐξήγειρε τὰ τζίνια* ὁποὺ ἐκοιμῶντο ὑποκάτω εἰς τὰς πλάκας, ἕτοιμα διὰ ν᾽ ἁρπάσουν τὰς ψυχὰς τῶν πιστῶν, ὅσοι ἤθελον ἀποθάνει εἰς τὴν ἀληθῆ θρησκείαν, διὰ νὰ τὰς φέρουν εἰς τὸ Τζεννὲμ* ὅπου μόνοι οἱ ἀληθεῖς πιστοὶ πηγαίνουν…» Διὰ τοὺς λόγους τούτους, πρὸς ἐξιλέωσιν τῶν εἰρημένων τζινίων ἢ πνευμάτων, κατεδικάζετο ὁ Χρῆστος Μηλιόνης καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ νὰ σφαγῶσι τόσοι τὸν ἀριθμόν, ὅσα ἦσαν τὰ παροργισθέντα τζίνια. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀριθμὸς τούτων δὲν ἐμνημονεύετο ρητῶς ἐν τῷ ἐπισήμῳ κειμένῳ, εἵπετο ὅτι ἀφήνοντο ἐλεύθεροι οἱ μουσουλμάνοι νὰ ὑπολογίσωσι τὸν ἀριθμὸν κατ᾽ ἀρέσκειαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἀνάγνωσις τῶν δύο τούτων ἱερῶν ἐγγράφων προυξένησε τόσον εὐσεβῆ ἐρεθισμόν, ὥστε οἱ καλοὶ ἀγάδες ἦσαν πλήρεις ἀνυπομονησίας πότε νὰ ἐκστρατεύσωσιν. Ἐξ αὐτῆς τῆς Ἄρτης καὶ τῶν πέριξ χωρίων προσῆλθον ἐθελονταὶ περὶ τοὺς ἑκατόν, διότι ὁ κύριος στρατὸς συνέκειτο ἐξ ὀλιγαρίθμων Ἀλβανῶν. Τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας οἱ ἀγάδες ἀπεχαιρέτιζον τοὺς γονεῖς, τὰς γυναῖκας καὶ τὰς ἀδελφάς των, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐκκινήσωσιν οἱ ἐθελονταὶ ἐξ Ἄρτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἤδη περὶ τὸ λυκαυγὲς οἱ ἐνθερμότατοι συνῆλθον εἰς τὸ τζαμίον, τὸν τόπον τῆς συνεντεύξεως, καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν ἣν ἀπήγγειλε μεγαλοφώνως ὁ ἰμάμης πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν, ἡτοιμάζοντο ν᾽ ἀρχίσωσι τὴν ὁδοιπορίαν. Οἱ βραδύτεροι προσήρχοντο ἀνὰ δύο ἢ καὶ τρεῖς, καὶ ἤδη πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἔμελλον νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς πόλεως. Πρὶν ἢ ἐκκινήσωσιν ἠριθμήθησαν οἱ ἐκστρατεύοντες καὶ εὑρέθησαν ὀγδοήκοντα καὶ εἷς. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προσῆλθε καὶ ὀγδοηκοστὸς δεύτερος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο οὗτος νεαρὸς Τοῦρκος, ὅστις μόλις ἐφαίνετο δεκαεπταετής. Ἐκ τῶν γειτόνων του κατὰ τὴν πορείαν οὐδεὶς τὸν ἐγνώριζε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποιὸς εἶν᾽ αὐτός; ἠρώτησέ τις τῶν Τούρκων, ἀφοῦ εἶχον ἐξέλθει ἐκ τῆς πόλεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν τὸν ξαναεῖδα, ἀπήντησεν ὁ ἐρωτώμενος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Οὐδ᾽ ἐγώ, εἶπε τρίτος τις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Οὐδ᾽ ἐγώ, ἐπανέλαβεν ἄλλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος ὁ πρῶτος ἐρωτήσας, ὅστις διέπρεπεν ἐπὶ τόλμῃ, ἐθάρρησε ν᾽ ἀπευθύνῃ τὸν λόγον εἰς αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποῖος εἶσαι; τὸν ἠρώτησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴν Ἄρταν, ἀπήντησεν ἐρυθριῶν ὁ νεαρὸς Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀπὸ ποῦ εἶσαι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶμαι ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν, ἀπήντησεν ἐκεῖνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ποῦ εὑρέθης ἐδῶ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἦρθα μ᾽ ἕνα καραβάνι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὁ ὀχληρὸς δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐρωτήσῃ περιπλέον τι.&lt;br /&gt;
ΙΓ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν αὐτὴν πρωίαν θόρυβος, βοὴ καὶ ταραχὴ μεγίστη συνέβη εἰς τὸ σαράγιον τοῦ Χαλὴλ ἐφένδη ἐν Ἄρτῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ φιλήδονος Τοῦρκος δὲν ἠθέλησε νὰ συνεκστρατεύσῃ μετὰ τῶν ὁμοθρήσκων του, προφασισθεὶς ὅτι ἡ πνευματικὴ συγγένεια τῆς χριστιανῆς συζύγου του μετὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη ἐκώλυεν αὐτόν. Τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι δὲν ἐπεθύμει ὁ Χαλὴλ ν᾽ ἀφήσῃ τὸ χαρέμιόν του ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ἐν Ἄρτῃ μουσουλμάνων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ περὶ τὴν τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας ἡ μαύρη Φατμά, εἰσελθοῦσα κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὸν θάλαμον τῆς Βάσως, ὅπως προσφέρῃ αὐτῇ τὸ σύνηθες γάλα, δὲν εὗρεν ἐκεῖ τὴν νεάνιδα. Βεβαίως θὰ κατέβη εἰς τὸν κῆπον τοῦ σεραγίου. Καὶ τοῦτο ὅμως ἦτο ἀσύνηθες. Ἡ παραδεδεγμένη τάξις ἦτο νὰ καταβαίνωσιν ὁμοῦ ἡ Βάσω καὶ ἡ Φατμὰ εἰς τὸν κῆπον τὴν πρωίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τί παθοῦσα ἡ νέα αὕτη χριστιανὴ παρέβη τὸ νόμιμον τοῦτο ἔθος; Μήπως ἔδακνεν ἤδη τὸν χαλινόν, καὶ ἤθελε ν᾽ ἀποσείσῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ συζύγου καὶ αὐθέντου της;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θὰ ἦτο νόστιμον, μία νέα χριστιανὴ νὰ τολμᾷ νὰ παραβαίνῃ καθεστηκότα νόμιμα, ἅτινα ἐσέβοντο ἀνέκαθεν ὅλαι αἱ χανούμισσαι τοῦ σεραγίου, αἱ ὡραιόταται καὶ εὐγενέσταται. Ἐν τούτοις ἡ Φατμὰ ἔσπευσε νὰ καταβῇ εἰς τὸν κῆπον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδέν. Ἡ Βασίλω δὲν ἦτο ἐκεῖ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φατμὰ ἠρεύνησεν ἐπιμελῶς εἰς ὅλας τὰς γωνίας. Οὐδαμοῦ ἀνεῦρε τὴν νέαν. Ἐπανῆλθεν εἰς τοὺς θαλάμους καὶ ἤρχισε δευτέραν ἔρευναν. Οὐδαμοῦ. Κατέβη πάλιν εἰς τὸν κῆπον. Οὐδέν. Ἐξήτασεν εἰς τὰ προαύλια καὶ εἰς τὰ συνεχόμενα ὑπόγεια. Εἰς μάτην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος ὑπερέβη τὰ σύνορα, καὶ μετέβη εἰς τοὺς θαλάμους τῶν χανουμισσῶν. Ἡ Βασίλω δὲν ἦτο ἐκεῖ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπέστρεψεν εἰς τὸν κοιτῶνα τῆς νέας, καὶ δὲν τὴν εὗρεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φατμὰ ἔμελλε παρ᾽ ὀλίγον νὰ παραφρονήσῃ. Βεβαίως ἐὰν ἡ Βάσω ἦτο παροῦσα, καὶ τὴν ἐθεώρει ὄπισθεν δικτυωτοῦ τινος τοῦ χαρεμίου, ἐὰν ἔβλεπε τὸ πρόσωπόν της, ὅπερ εἶχε καταστῆ οἰκτρόν, ἐκστατικόν, καὶ εἶχε λάβει ἡμισελήνου σχῆμα, ἐὰν ἔβλεπε τὸν τρόμον τῶν μελῶν της καὶ τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων της, δὲν θὰ εἶχε τόσην ἀπανθρωπίαν, ὥστε νὰ δραπετεύσῃ ἐκ τοῦ χαρεμίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τί λόγον νὰ δώσῃ ἡ Φατμὰ εἰς τὸν κύριόν της, ἀφοῦ οὗτος τῇ εἶχεν ἐμπιστευθῆ τὴν νέαν ἐκείνην σεβιλμὲκ (τὴν ἀγαπωμένην) καὶ τῇ εἶχεν εἰπεῖ: «Μοῦ ἀποκρίνεσαι, κουζούμ, μὲ τὸ κεφάλι σου»· τί λόγον νὰ δώσῃ, ἂν ὁ κύριός της ἤρχετο τὴν στιγμὴν ταύτην, ὡς καὶ ἔμελλε νὰ ἔλθῃ, νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: ― Ποῦ εἶναι ἐκείνη, Φατμά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ κεφάλι μου, ἐψιθύριζεν αὐτομάτως ἡ δυστυχὴς Μαύρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὄχι· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φύγῃ οὕτως ἡ σεβδισμέκ (ἡ βιαζομένη ν᾽ ἀγαπᾷ). Αἱ θύραι τοῦ χαρεμίου δὲν ἠνοίγοντο εὐκόλως. Πῶς ἠδύνατο νὰ δραπετεύσῃ; Κάπου θὰ εἶναι κρυμμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ Φατμὰ ἤρχιζε νέαν ἔρευναν, εἰς τοὺς διαδρόμους, εἰς τοὺς θαλαμίσκους, εἰς τὰ ἑρμάρια. Τέλος ἡ Βάσω δὲν εὑρίσκετο. Ἀναμφιβόλως θὰ εἶχε φύγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὤ, αὐταὶ αἱ χριστιαναί! Πάντοτε ἄπιστοι ἦσαν καὶ θὰ εἶναι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ προσήγγιζεν ἤδη ἡ φοβερὰ στιγμὴ καθ᾽ ἣν ἔμελλε νὰ παρουσιασθῇ ὁ Χαλὴλ ἐφένδης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φατμὰ ἔλαβε γενναίαν ἀπόφασιν. Ἀφοῦ ἐκείνη ἡ σεβεμεμέκ (ἡ μὴ δυναμένη ν᾽ ἀγαπᾷ) ἔφυγεν, ἀφοῦ ἔγινεν ἄφαντος, καὶ ἡ Φατμὰ ἔμελλεν ἂν ὄχι νὰ θανατωθῇ, τοὐλάχιστον νὰ μαστιγωθῇ ἀπανθρώπως, διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ σφάλμα ἐκείνης, διατί νὰ μὴ φύγῃ καὶ αὐτή, ἀθῴα οὖσα, διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τῆς μανιώδους ὀργῆς τοῦ κυρίου της; Καὶ ἐκείνη μὲν ἡ σεβδισμὲκ θὰ ἔφυγε διὰ μαγείας (τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα) διότι τὰς κλεῖδας τοῦ χαρεμίου τὰς κατέχει ἡ Φατμά, αὕτη ὅμως, ἂς ἔχῃ δόξαν ὁ Ἀλλάχ, δὲν ἔχει ἀνάγκην μαγείας, ἀλλ᾽ ἀρκεῖ νὰ μεταχειρισθῇ τὰς κλεῖδας ἃς κατέχει, διὰ ν᾽ ἀνοίξῃ τὰς θύρας τοῦ χαρεμίου καὶ νὰ δραπετεύσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἄνευ περαιτέρω σκέψεως ἠρεύνησεν εἰς τοὺς θυλάκους τῆς ἐσθῆτός της, διὰ νὰ εὕρῃ τὰς κλεῖδας. Ὢ ἔκπληξις! Αἱ κλεῖδες δὲν ἦσαν ἐκεῖ. Αἱ κλεῖδες εἶχον γίνει ἄφαντοι μετὰ τῆς Βάσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε μόνον ἀνελογίσθη ἡ Φατμά, ὅτι τῷ ὄντι ἂν δὲν τῆς ἔκλεπτεν ἡ χριστιανὴ τὰς κλεῖδας, δὲν ἠδύνατο νὰ φύγῃ, διότι ἄνευ τῶν κλειδῶν δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀνοίξῃ τοῦ χαρεμίου τὰς θύρας, καὶ τότε ᾤκτειρε τὴν ἀφέλειαν ἑαυτῆς, ὡς μὴ προφυλαττομένης μετ᾽ ἀρκούσης δυσπιστίας ἀπὸ τῆς δεσμώτιδος. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἱκανὸς λόγος διὰ νὰ παραφρονήσῃ τις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ἡ Φατμὰ εἶχε συνέλθει ἐκ τῆς πρώτης ἐκπλήξεως, καὶ ἠδύνατο ἤδη νὰ συναρμόζῃ κανονικῶς τὰς σκέψεις της. Ὅθεν διενοήθη εὐθὺς ὅτι ἀφοῦ ἡ χριστιανὴ εἶχε κλέψει τὰς κλεῖδας, πιθανὸν νὰ ἄφησε τὰς θύρας ἀνοικτάς, ἐκτὸς ἂν εἶχε τὴν ἀταραξίαν νὰ κλειδώσῃ ἅμα ἐξελθοῦσα, πρὸς μείζονα ἀσφάλειαν, καὶ νὰ ἀποκομίσῃ φεύγουσα τὰς κλεῖδας. Ἡ Φατμὰ ἔσπευσε πάραυτα νὰ καταβῇ εἰς τὴν θύραν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι αἱ κλεῖδες ἦσαν ἐκεῖ, καὶ ἡ θύρα ἦτο ἀνοικτὴ εἰσέτι. Ἡ δύστηνος νέα δὲν ἐτόλμησεν ἢ δὲν διενοήθη νὰ λάβῃ τὰς κλεῖδας μεθ᾽ ἑαυτῆς. Ἡ Φατμὰ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. Τῇ ἐφάνῃ ὅτι ἡ θέσις της ὡς καταδίκου ἐπαισθητῶς ἠλαφρύνθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μαύρη προεμελέτα ἤδη τὴν ἀπολογίαν, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀπαγγείλῃ ἐνώπιον τοῦ κυρίου της. Ἐκλείδωσεν ἔσωθεν τὴν θύραν, ἔθηκε τὰ κλειδία εἰς τὸν βαθὺν θύλακον τῆς ἐσθῆτός της καὶ ἀνέβη εἰς τοὺς θαλάμους. Αὐθορμήτως εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ φύγῃ. Ἐμέμφετο δ᾽ ἑαυτὴν ὅτι εἶχε συλλάβει πρὸ μικροῦ τὴν ἰδέαν τῆς ἀποδράσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι πᾶσα φιλαυτία εἶναι εὐεξήγητος, καὶ ἡ φιλαυτία τοῦ δεσμοφύλακος δὲν εἶναι ἥττονος σεβασμοῦ ἀξία. Ἀφοῦ εἶχε τὰς κλεῖδας, ἡ Φατμὰ ἔσωζε τὴν φιλαυτίαν της, ἔμελλε νὰ δείξῃ τὰς κλεῖδας ταύτας πρὸς τὸν κύριόν της καὶ νὰ τῷ εἴπῃ. (Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐψεύδετο, ἀλλ᾽ ἄνευ ψεύδους οὐδεμία ὑπόθεσις εὐοδοῦται.) Θὰ τῷ ἔλεγεν ἄρα, ὅτι αἱ κλεῖδες αὗται ἦσαν εἰς τὰς χεῖράς της, ὅτι οὐδέποτε ἀπέβαλεν αὐτάς, ὅτι ἡ θύρα τοῦ χαρεμίου οὐδέποτε ἀνεῴχθη, καὶ ὅμως ἡ νέα χριστιανὴ κατώρθωσε νὰ γίνῃ ἄφαντος. Τίνι τρόπῳ; Ἡ Φατμά, ἀμαθὴς Μαύρη, δὲν ἐγίνωσκε τὰ μυστήρια τῆς μαγείας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἐδραπέτευσεν ἡ χριστιανή. Ὑπάρχουσιν ἄπειροι καταχθόνιοι τρόποι καὶ μέθοδοι ἀνεξήγητοι, ἃς πᾶς ἕκαστος ἀγνοεῖ. Ἠδύνατο νὰ ἠξεύρῃ ἡ Φατμὰ τίνος τούτων ἦτο ἔμπειρος ἡ δραπέτις; Ἤρκει ὅτι αὐτὴ δὲν τῇ ἔδωκε τὰ κλειδία, ἄλλως, συνειδυῖα τὴν τύχην ἥτις ἀπέκειτο αὐτῇ, ἤθελε φύγει μετὰ τῆς δραπέτιδος. Διότι προκριτώτερον βεβαίως ἦτο νὰ χάσῃ τὴν ζωήν της εἰς τὸν παρόντα κόσμον, καὶ αὐτὴν τὴν μέλλουσαν ἀνάπαυσιν εἰς τὴν αἰωνιότητα, ἢ νὰ στερηθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κυρίου της. Ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ φυγαδεύσῃ ἡ Φατμὰ τὴν ἄπιστον ἐκείνην; Ποῖον συμφέρον θὰ εἶχε νὰ πράξῃ τοῦτο; Ἡ Μαύρη αὕτη ἦτο γνωστὴ εἰς τὸν ἐφένδην Χαλήλ. Οὐχὶ μόνον εἰς αὐτὸν ἦτο γνωστή, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν πατέρα του, ὃν εἶχε παιδιόθεν ὑπηρετήσει, καὶ αὐτὰ τὰ κόκκαλα τῶν τεθνεώτων ἠδύναντο νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τῆς ἀφοσιώσεώς της. Ταῦτα ἔμελλε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Χαλήλ, καὶ ἂν δὲν τὸν ἔπειθεν, εὐτυχὴς θὰ ἦτο ἔχουσα τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἄλλως δὲ ἡ δυστυχὴς Μαύρη δὲν ἐτόλμα νὰ ὑπερβῇ τὸν οὐδὸν τοῦ σεραγίου, καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο εὐνόητον. Ὁ κόσμος ἐφαίνετο πρὸς αὐτὴν πέλαγος ἄπειρον καὶ ἀτέραμνον. Ἡ σφαῖρα αὐτῆς, ἐν ᾗ ἀνετράφη, ἧς τὸν ἀέρα ἀνέπνευσεν, ἦτο τὸ χαρέμιον. Πέραν τοῦ χαρεμίου οὐδὲν ἐγίνωσκε. Τὰ πάντα ἐνέπνεον αὐτῇ τρόμον. Ποῦ νὰ μεταβῇ πτωχὴ γυνή, ἤδη πρεσβῦτις, ἂν ἔφευγε τὴν φιλόξενον στέγην, ὑφ᾽ ἣν εἶχεν ἀνατραφῆ; Ἐπὶ τέλους ἐφαντάζετο ὅτι φεύγουσα συνήντα καθ᾽ ὁδὸν τὸν κύριόν της, ἔφιππον ἐπιστρέφοντα μετὰ δύο ἢ τριῶν ἀκολούθων ἐκ τῆς ἑωθινῆς εἰς τὰ κτήματά του ἐκδρομῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποῦ πηγαίνεις, Φατμά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν τί ἄλλο ἠδύνατο ν᾽ ἀπαντήσῃ ἡ πτωχὴ Μαύρη, εἰμή:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔρχομαι νὰ σ᾽ εὕρω, ἐφέντη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί μὲ θέλεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὴν δευτέραν ταύτην ἐρώτησιν τί θὰ ἀπήντα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐφέντη, ἡ Ρωμιὰ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χαρέμι…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βεβαίως, διότι αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις μεταξὺ δεσπότου καὶ δούλης συνέχονται ὡς κρίκοι τῆς αὐτῆς ἁλύσου, καὶ εὐθὺς ὡς συνήντα ἡ Μαύρη τὸν Χαλήλ, οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο ν᾽ ἀπαντήσῃ. Διότι ἄλλως ὤφειλε νὰ εἴπῃ ὅτι φεύγει ἀπὸ τὸ χαρέμιον. Ἀλλὰ τότε ὁ Χαλὴλ καθ᾽ ὅλα τὰ δίκαια καὶ τὰ νόμιμα, θὰ τὴν συνελάμβανε, καὶ θὰ διέταττε νὰ μαστιγωθῇ καὶ νὰ καθειρχθῇ ὡς δραπέτις. Ὅθεν οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἢ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν τύχην της. Ἀλλ᾽ ἕνεκα τῆς ταραχῆς ἐν ᾗ διετέλει ἡ δυστυχὴς Μαύρη, κατήντησε νὰ ἐκλαμβάνῃ ὡς πραγματικὴν τὴν καθ᾽ ὁδὸν συνάντησιν μετὰ τοῦ κυρίου της, ἣν ἐφαντάζετο. Ὅθεν ἀνωρθώθη αὐτομάτως, καὶ ἦτο ἑτοίμη νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ οἴκου, σπεύδουσα νὰ συναντήσῃ τὸν Χαλήλ, ὅπως ἀπολογηθῇ. Ἀλλὰ δὲν προέλαβε. Τὴν αὐτὴν στιγμὴν εἰσήρχετο ὁ Χαλὴλ εἰς τοὺς θαλάμους τοῦ χαρεμίου.&lt;br /&gt;
ΙΔ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετὰ πεντάωρον ὁδοιπορίαν, ὅτε οἱ ἐκστρατεύσαντες ἐξ Ἄρτης ζηλωταὶ Τοῦρκοι εἶχον φθάσει εἰς ὕψωμά τι, ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας, ἐκ συμφώνου μετὰ τῶν περὶ αὑτὸν προκρίτων ἀγάδων, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ πέμψῃ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε ὁ κήρυξ ἀνέβη ἐπὶ σκοπιάν τινα, καὶ ἔκραξεν ὅτι ὅστις θέλει, νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸν ἀρχηγόν, δι᾽ ἐμπιστευτικὴν ἀποστολήν. Ἐν τούτοις οὐδεὶς ἦτο πρόθυμος νὰ παρουσιασθῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λεληθότως εἶχε ψιθυρισθῆ εἰς τὰς τάξεις τῶν στρατευόντων, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς σκοπὸν εἶχε νὰ πέμψῃ διαγγελέα πρὸς τὸν κλέφτην τῶν βουνῶν, προσκαλῶν αὐτὸν νὰ παραδοθῇ. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἦσαν καθ᾽ ὑπερβολὴν δύσπιστοι, οὐδεὶς αὐτῶν ἐτόλμα νὰ προσέλθῃ ἐθελοντὴς διὰ τὴν ἀποστολὴν ταύτην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας ἦτο ἕτοιμος νὰ βλασφημήσῃ, καὶ ἤδη ἐσχημάτιζε καθ᾽ ἑαυτὸν τὰς λέξεις, ἃς ἔμελλε νὰ ἐκστομίσῃ ἐνώπιον τῶν ἐπιτελῶν του, ἂν δὲν ἐκωλύετο. Ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶχε συναναστραφῆ πολὺ μὲ τοὺς Ἕλληνας ὁπλαρχηγούς, καὶ διὰ τοῦτο εἶχεν ἐλευθέραν τὴν γλῶσσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Χίλιοι διαβόλοι νὰ σᾶς σηκώσουν! Τὰ τσακάλια νὰ τραβοῦν τὰ κορμιά σας καὶ οἱ χοῖροι νὰ φάγουν τὰ πρόσωπά σας!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τούτου παρ᾽ ὀλίγον ἔμελλε νὰ ἐπενέγκῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα παρὰ τοῖς μουσουλμάνοις, οἵτινες ἐθεώρουν βλασφημίαν καὶ αὐτὴν τὴν μνείαν τοῦ εἴδους τούτου τῶν ζῴων. Ἀλλ᾽ ὅμως πρὶν τελειώσῃ ὁ ἀρχηγὸς τὰς βλασφημίας του, νέος τις Τοῦρκος ἐνεφανίσθη ἐνώπιον αὐτοῦ. Οὗτος ἦτο ὁ ἄγνωστος ἐκεῖνος, ὃν οἱ γείτονές του οὐδέποτε εἶχον ἰδεῖ καὶ ὅστις εἶχεν εἴπει αὐτοῖς ὅτι ἦλθε τελευταῖον ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ ἀναγνῶσται. Οὗτος προσελθὼν εἰς τὸν ἀρχηγὸν ἔκαμε βαθύτατον τεμενάν, καὶ ἐστάθη μετὰ μεγίστου σεβασμοῦ περιμένων τὰς διαταγάς του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποῖος εἶσαι σύ, κουζούμ; τὸν ἠρώτησεν ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πιστὸς μουσουλμάνος, ἀπήντησε μετὰ συστολῆς ὁ ἄγνωστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί ζητεῖς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Περιμένω νὰ μὲ διατάξῃ ὁ ἐφέντης ὅ,τι θέλει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠμπορεῖς νὰ φέρῃς τὴν γραφὴν αὐτὴν εἰς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠμπορῶ, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὁ νεαρὸς Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠξεύρεις τοὺς δρόμους;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠξεύρω, ἀπήντησεν οὐχὶ μετ᾽ ἴσης σταθερότητος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἠξεύρεις τὸ λημέρι τοῦ Χρήστου Μηλιόνη;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θὰ τὸ εὕρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πρέπει νὰ γίνῃς τεπτήλ*, διότι ἄλλως οἱ χωρικοὶ θὰ σὲ προδώσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θὰ γίνω τεπτήλ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔχει καλῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τῷ μεταξὺ εἷς τῶν ἐπιτελῶν εἶχε κύψει εἰς τὸ οὖς τοῦ Μουχτὰρ καὶ τῷ ὡμίλει κρυφίως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐκεῖνος εἶχε προσηλώσει τὸ βλέμμα εἰς τοὺς δύο συνομιλοῦντας, καὶ ἐφαίνετο ἐπιθυμῶν νὰ μαντεύσῃ ἐκ τῆς ἐκφράσεως τοῦ βλέμματός των τί ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ ξεύρεις καλά; ἔλεγεν ὁ Κλεισούρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ πιστεύω, ἀπήντα ὁ ἕτερος Τοῦρκος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀπὸ ποῦ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πρέπει νὰ στείλωμεν ἄνθρωπον πιστόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ποῖος σοὶ λέγει ὅτι αὐτὸς ὁ νέος δὲν εἶναι πιστός;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Αὐτὸς πρώτην φορὰν παρουσιάζεται, κανεὶς δὲν τὸν γνωρίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀλήθεια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Βέβαια. Ἐρώτησε τὸ ἀσκέρι ἂν τὸν ἔχουν ἰδεῖ ποτέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας ἐκάλεσε πέντε ἢ ἓξ ἐκ τῶν ἐθελοντῶν, καὶ τοὺς ἠρώτησεν, ἂν ἐγνώριζον τὸν νέον Τοῦρκον. Πάντες ἀπήντησαν ὁμοφώνως ὅτι πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας εὑρέθη εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν. Ἔνθεν μὲν οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ ἀπεφαίνοντο ὅτι δὲν ἦτο ἀξιόπιστον πρόσωπον ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος Τοῦρκος, ἔνθεν δὲ οὐδεὶς τῶν ἄλλων προσήρχετο πρόθυμος ὅπως κομίσῃ τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος ὁ Κλεισούρας διενοήθη, ὅτι ἀφοῦ αὐτὸς ἦτο ἀρχηγός, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ πέμψῃ κατ᾽ ἐκλογὴν ἕνα ἐκ τῶν στρατιωτῶν του κομιστὴν τῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην. Καὶ μήπως πρότερον δὲν ἦτο εὔκολον νὰ τὸ φαντασθῇ; Ἀλλ᾽ εἰς στρατὸν ἀτάκτων καὶ ἐθελοντῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πειθαρχῶσι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθ᾽ ἣν στιγμὴν εἶχε συλλάβει ὁ ἀρχηγὸς τὴν γενναίαν ταύτην ἀπόφασιν, ἐνεφανίσθη τελευταῖον ἐνώπιον αὐτοῦ εἷς τῶν Τούρκων, καὶ τῷ ἔκαμε τεμενάν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί θέλεις ἐσύ; τὸν ἠρώτησεν ὁ Μουχτάρης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγὼ δίδω ἐγγύησιν, ἐφέντη, ἀπήντησεν ὁ Τοῦρκος ἐκεῖνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί ἐγγύησιν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγὼ τὸν γνωρίζω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ διατί δὲν θέλεις νὰ ὑπάγῃς ἐσὺ ὁ ἴδιος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θέλω νὰ ὑπάγω μαζί του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὀλσούν*, ἀπήντησεν ὁ Κλεισούρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἀποβλέψας πρὸς τοὺς περὶ ἑαυτὸν ἀγάδες, ἐζήτει τὴν ἐπιδοκιμασίαν αὐτῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετ᾽ ἀσημάντους τινὰς ἐξετάσεις ἀπεφασίσθη νὰ πεμφθῶσιν οἱ δύο Τοῦρκοι ὡς γραμματοφόροι πρὸς τὸν ἀποστάτην κλέφτην. Ὁ πρῶτος παρουσιασθείς, ὁ ἄγνωστος, εἶχε στρέψει τὸ βλέμμα πρὸς τὸν αὐτόκλητον σύντροφόν του, καὶ τὸ βλέμμα τοῦτο ἐξέφραζε μᾶλλον ἀπορίαν ἢ εὐγνωμοσύνην.&lt;br /&gt;
ΙΕ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλόκοτος ἦτο ἡ διήγησις, ἣν ἤκουσε παρὰ τοῦ αὐτοκλήτου συνοδοιπόρου του ὁ ζηλωτὴς νεαρὸς Τοῦρκος, ὅστις προσῆλθεν ἐθελοντὴς εἷς ἐξ ἑκατόν, κομιστὴς τῆς πρὸς τὸν Μηλιόνην ἐπιστολῆς, τῆς προσκαλούσης αὐτὸν εἰς ὑποταγήν. Ὁ πρόθυμος καὶ ὑποχρεωτικὸς οὗτος ἄνθρωπος ἦτο χριστιανός, ὡς αὐτὸς ὡμολόγησεν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ὁμολογήσῃ τοῦτο, ἐφρόντισε νὰ προκαταλάβῃ τὸν νέον σύντροφόν του δι᾽ ἐκπληκτικῆς ἀνακοινώσεως, ὅτι καίπερ χριστιανὸς ἐμίσει ὅμως ἐγκαρδίως τοὺς ὁμοθρήσκους του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πόθεν ὡρμήθη εἰς τὸ ἀδιάλλακτον τοῦτο μῖσος; Τῇ ἀληθείᾳ εἶχε σπουδαίους λόγους ὅπως προέλθῃ εἰς τὸ ἄστοργον τοῦτο αἴσθημα ἐναντίον τῶν ὁμοπίστων αὐτοῦ. Ἂς φαντασθῇ τις εἰρηνικὸν ἀγρότην, κατοικοῦντα μακρὰν τῶν πόλεων, εἰς τὰς ὑπωρείας τῶν ὑψηλῶν κορυφῶν τοῦ Πίνδου. Ὁ εἰρηνικὸς οὗτος ἀγρότης ἦτο ὁ πατήρ του. Ὁ Καμπόσος (οὕτως ὠνομάζετο ὁ ἀφηγητής) ἦτο βρέφος καθ᾽ ὃν χρόνον εἶχον συμβῆ ταῦτα. Μόλις εἶχε γεννηθῆ καὶ εἶχε λάβει πεῖραν τοῦ μίσους καὶ τῆς καταφορᾶς τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη εἶχε μείνει ὡς μέλας οἰωνὸς εἰς τὴν συνείδησίν του, ὡς σταγὼν πικρίας καὶ χολῆς εἰς τὴν καρδίαν του. Μίαν νύκτα καθ᾽ ἣν μόλις εἶχε δύσει ὁ Ἕσπερος καὶ αἱ Πλειάδες ἀρτίως εἶχον ἀνατείλει εἰς τὸ στερέωμα, οἱ χωρικοὶ τῶν περιχώρων, ἐκ συστάσεως, ὡς φαίνεται, εἶχον συμφορήσει στοιβὰς καὶ ἄχυρα καὶ θημωνίας, καὶ ἐπεσώρευσαν αὐτὰς παρὰ τὴν καλύβην τοῦ πατρός του. Ἦτο Ἰούλιος μήν, καὶ ἡ πυρκαϊὰ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐκραγῇ εὐθὺς ὡς ἔβαλον πῦρ εἰς τὸν σωρὸν τῶν ξηρῶν ἐκείνων ἐναυσμάτων. Ἡ φλὸξ ἐξήφθη μετ᾽ ἀπιστεύτου ταχύτητος, καὶ ἔμελλε νὰ καταστήσῃ ὀπτοὺς τοὺς τρεῖς κατοίκους τῆς καλύβης, ἂν τὸ βρέφος, ὅπερ ἐκλαυθμύριζε παννυχί, δὲν ἀφύπνιζε διὰ τῶν γογγυσμῶν του τὴν θηλάζουσαν μητέρα, ἥτις προτοῦ νὰ τείνῃ τὸν μαστόν της πρὸς τὸ βρέφος, ᾐσθάνθη καπνὸν ἀποπνίγοντα αὐτὴν καὶ ἤκουσε τὸν βρόμον τοῦ πυρὸς μαινομένου περὶ τὴν καλύβην. Ἡ κραυγὴ τῆς ἐντρόμου γυναικὸς ἀφύπνισε τὸν σύζυγον, ὅστις ἔμελλε νὰ κοιμηθῇ τὸν αἰώνιον ὕπνον τὴν νύκτα ἐκείνην, διότι οἱ μανιώδεις χωρικοὶ συνεχώρησαν μὲν εἰς τὴν μητέρα καὶ τὸ τεκνίον ἵνα διέλθωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπέτρεψαν καὶ εἰς τὸν πατέρα τοῦ Καμπόσου νὰ σωθῇ ἐκ τῆς καταστροφῆς. Διὰ τριῶν κτύπων πελέκεως ὁ τολμηρότατος αὐτῶν τὸν ἀπετελείωσε καὶ ἔρριψεν αὐτὸν αἱμοσταγῆ ἐπὶ τῆς φλεγούσης στοιβῆς, ἥτις κατέφαγε τὸ ἀσπαῖρον σῶμά του ἰνδικῷ τῷ τρόπῳ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐντεῦθεν ὁ διασωθεὶς ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης Καμπόσος εἶχεν ὁρμηθῆ νὰ ὀμόσῃ ἄσπονδον μῖσος κατὰ πάντων ἐν γένει τῶν χριστιανῶν. Ὁ Καμπόσος ἦτο μόλις τριετὴς τότε, ἀλλ᾽ ἐμνημόνευεν ἀρκούντως τὴν φρικώδη ἐκείνην καταστροφήν. Προσέτι δὲ ἡ μήτηρ του εἶχε συμπληρώσει πρὸς αὐτόν, ἅμα ἡλικιωθέντα, τὰ κενὰ τῆς φοβερᾶς ἀναμνήσεως. Τὸ πάθος τοῦτο ἦτο κοχλάζον, δεινὸν καὶ ὑπέρμετρον ἐν τῇ ψυχῇ του. Κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε σκοπὸν νὰ ἐξομόσῃ τὴν χριστιανικὴν πίστιν, καὶ νὰ γίνῃ μουσουλμάνος (ὁ Καμπόσος ὡμολόγησε τοῦτο εἰλικρινῶς πρὸς τὸν συνοδοιπόρον του), ἀλλ᾽ ὅμως ὡριμώτερον σκεφθεὶς δὲν ἀπεφάσισε νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ἐὰν εἶχεν ἐξομόσει, οἱ χριστιανοὶ δὲν θὰ τὸν ἐνεπιστεύοντο, καὶ ἐπομένως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ βλάπτῃ αὐτοὺς καιρίως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔμεινεν ὁ Καμπόσος πιστὸς εἰς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του. Ἄλλως δὲ καὶ ἐκεῖνοι, οὓς κυρίως ἐμίσει, δὲν διεκρίνοντο ἐπὶ ἄκρᾳ εὐλαβείᾳ. Οἱ μέγιστοι ἐχθροί του δὲν ἦσαν οἱ ἀγρόται. Ὁ Καμπόσος δὲν ἦτο τόσον ταπεινὸς τὸ φρόνημα, ὥστε νὰ ζητῇ νὰ βλάψῃ τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους. Ὁ Καμπόσος ἦτο φιλόδοξος καὶ ἡ ἔχθρα του δὲν εἶχε τόσον στενὰ ὅρια. Ἐκεῖνοι, οὓς ἐμίσει κατ᾽ ἐξοχήν, ἦσαν οἱ κλέφται, οἱ ἄνθρωποι τῶν βουνῶν. Εἶχε δὲ σπουδαίους λόγους πρὸς τοῦτο. Οἱ χωρικοὶ εἶχον καύσει τὴν φωλεὰν τοῦ πατρός του, ἀλλ᾽ οἱ χωρικοὶ δὲν ἔπραξαν αὐθορμήτως. Οἱ κλέφται, οἱ ἄγριοι πολεμισταί, κατὰ τὴν διήγησιν τοῦ Καμπόσου, εἶχον διεγείρει τοὺς ἀγαθοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους ἵνα διαπράξωσι τὸ ἀνοσιούργημα. Οἱ κλέφται εἶχον παράπονα κατὰ τοῦ πατρός του, ὡς φαίνεται. Καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ἔχωσι παράπονα, ἀφοῦ ὁ μόνος χωρικὸς ὅστις ἰχνηλάτει τὰς κινήσεις τῶν κλεφτῶν, ὁ μόνος ὅστις ὑπεδείκνυε τὰ λημέριά των, ὁ μόνος ὅστις ἔδιδεν ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατάλυμα εἰς τὰ τουρκικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ἐκπεμπόμενα ἐκάστοτε πρὸς καταδίωξιν τῶν ὀρεσιβίων μαχητῶν, ἦτο ὁ μακαρίτης, ὁ πατήρ του. Ἀλλὰ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἶχε δίκαιον καὶ ὁ Καμπόσος· (ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι πολυμερής, οὐδ᾽ ἡ ἐκδίκησις ἐξετάζει ποτὲ τὰ ἀπώτερα αἴτια· τὸ τελευταῖον κινοῦν αἴτιον εἶναι πάντοτε καὶ ἡ ὑπερτάτη αἰτία)· εἶχεν δίκαιον, λέγομεν, νὰ παρουσιασθῇ ὡς Τοῦρκος ζηλωτής, καὶ νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τῶν κλεφτῶν. Κανεὶς ἀληθὴς Ρωμιός, ἔλεγε, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν κατακρίνῃ διὰ τοῦτο. Ἴσως θὰ ἐδικαιοῦντο οἱ Ρωμιοὶ νὰ τὸν κατακρίνωσιν, ἂν αὐτοὶ ἔδιδον τὸ παράδειγμα τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς ἑνώσεως, ἀλλ᾽ οἱ Ρωμιοὶ ἔδωκαν καὶ τότε καὶ πάντοτε τὸ παράδειγμα τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς ἰδιοτελείας. Ἂν δὲ ἡ τύχη αὐτοῦ, ἦτο ἀπαισιωτέρα τῆς τῶν ἄλλων, πάλιν δὲν ἔπταιεν αὐτός. Ὅπως ἡ καεῖσα καλύβη ἦτο ἴσως μοναδικὸν παράδειγμα κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἠπείρου (τοὐλάχιστον διὰ τὸν Καμπόσον, δι᾽ ἄλλους ἠδύνατο νὰ εἶναι συχνόν), οὕτω καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν μῖσος κληρονόμου, ἀνθρώπου ἀθῴου, διότι νήπιον αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπέχῃ εὐθύνας διὰ τὰ τυχὸν ἁμαρτήματα τοῦ πατρός του, ἔπρεπε νὰ εἶναι μοναδικόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ταῦτα διηγήθη ὁ Καμπόσος πρὸς τὸν συνοδοιπόρον του. Ἀλλ᾽ αὐτός, ὁ δυστυχής, τί ν᾽ ἀπαντήσῃ; Ἐδίσταζε καὶ ἐψέλλιζεν. Ἦλθε στιγμή, καθ᾽ ἣν ὁ Καμπόσος ἐσχημάτισε τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν ὡμίλει καλῶς τὴν τουρκικήν. Ἀλλ᾽ ὅμως τὰ μονοσύλλαβα μόρια δι᾽ ὧν ἀπήντα εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ συντρόφου του, εὐφώνως τὰ ἐπρόφερεν, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅσον πονηρὸς καὶ ἂν ἦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο Τοῦρκος ὁ ὁμιλητής του. Ὁ νέος ἔμελλε νὰ περιέλθῃ εἰς ἀμηχανίαν, ὅτε ὁ Καμπόσος ἤθελε τὸν προκαλέσει νὰ ἐκφράσῃ καὶ αὐτὸς κατὰ πλάτος τί ἐφρόνει περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔμελλε νὰ συμβῇ σπουδαιότερόν τι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Καμπόσος εἶχε φθάσει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου, εἰς ὃ τὸν ἐξώθει ἴσως ἡ μοναδικὴ ὄρεξις εἰς ἣν εὑρίσκετο, καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται τοὺς ἰδιαιτέρους λόγους, τοὺς συναφεῖς πρὸς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Πρὸ πέντε ἠμερῶν, εἶπεν, εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν ἀγροικίαν ποιμένος, Νάσκα ὀνόματι· (ὁ ἀκροατὴς ἔτεινε τὰ ὦτα, ὡς ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο)· ἐκεῖσε εἶχε καταφύγει ἄνθρωπός τις μετὰ τῆς οἰκογενείας του· (οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ νέου ἔπαιξαν μετ᾽ ἀνυπομονησίας). Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ὠνομάζετο Κώστας· (ὅλοι οἱ μυῶνες τοῦ προσώπου τοῦ ἀκροατοῦ ἐκινήθησαν)· οἱ Τουρκαλβανοὶ τὸν συνέλαβον, τὸν εἰρημένον Κώσταν, διότι ἦτο ἐχθρὸς τοῦ Σουλτάνου· (ὁ νέος ἐνταῦθα ἐβίασεν ἑαυτὸν ν᾽ ἀκροασθῇ μετ᾽ ἀταραξίας, διότι ἦξευρεν ἤδη, ὡς φαίνεται, τὸ τέλος τῆς σκηνῆς). Καὶ ὁ Καμπόσος διηγήθη εἶτα διὰ μακρῶν τὴν συνέχειαν τῆς γνωστῆς ἡμῖν ἱστορίας· τὴν ἀπαγωγὴν τοῦ Κώστα ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν, τὴν αὐτοσχέδιον δίκην, τὴν πρόχειρον ἀπόφασιν, τὸν ἐγκόλπιον βρόχον κτλ. καὶ τέλος τὴν παρέμβασιν τοῦ Σουλεϊμάνη, οὗ τῇ ἀνελπίστῳ συνδρομῇ, ὡς δι᾽ ἐπιτολῆς εὐνοϊκοῦ τινος ἀστέρος, διέφυγεν ὁ Κώστας τὸν θάνατον· ὁ Καμπόσος ἔτριξε τοὺς ὀδόντας τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς διηγήσεως. Ἔδειξεν ὡς νὰ ἐλυπεῖτο διότι τὴν ἐγλύτωσεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος· ψυχρὸς ἱδρὼς περιέρρεε τὸ μέτωπον τοῦ ἀκροατοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί σοῦ ἔκαμεν; ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, λησμονήσας ἤδη τί τῷ εἶχεν εἰπεῖ ὁ Καμπόσος, ὅτι δηλ. ἐμίσει τοὺς χριστιανοὺς ὅλους ἐν γένει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί μοῦ ἔκαμε; Ἀλλ᾽ ἦτο Ρωμιός, ἀπήντησεν ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πὼς ἦτον Ρωμιός, τί; εἶπεν ὁ νέος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐσύ, βλέπω, δὲν καταλαβαίνεις τούρκικα, παρετήρησε δυσφορῶν ἐκεῖνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐπανελθὼν εἰς τὴν προτέραν ὑποψίαν του, τῷ ἀπέτεινεν εὐθὺς τὴν ἑπομένην ἐρώτησιν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Γιά πές μου, τί σοῦ φαίνεται; Πῶς λές; Θὰ κάμουν τίποτε οἱ ἀγάδες μὲ αὐτὸν τὸν Χρῆστον Μηλιόνην;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ξεύρω ἐγώ, ἀπήντησεν ὁ νέος, ζητῶν νὰ ὑπεκφύγῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἔχῃς μίαν γνώμην;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Οἱ γεροντότεροι ξέρουν, ἐπανέλαβε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐσίγησεν. Ὁ συνοδοιπόρος του δὲν ἐπέμεινεν, ἀλλ᾽ ἐβυθίσθη εἰς σκέψεις. Περίεργον τῷ ἐφαίνετο ὅτι ὁ Τοῦρκος οὗτος δὲν ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ τουρκιστί.&lt;br /&gt;
ΙΣΤ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο νὺξ βαθεῖα. Εἰς τὸ λημέρι τοῦ Χρήστου Μηλιόνη πάντες ἐκοιμῶντο πλὴν τῶν συνήθων φρουρῶν. Εἰς τὸ σκότος διεγράφοντο ὑψίκομοι ἐλάται, ὧν οἱ σαλευόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου κλῶνες, ἀπετέλουν ἐλαφρὸν διὰ τῶν φύλλων θροῦν. Ἠκούετο μεμακρυσμένος ὁ μορμυρισμὸς τοῦ ρύακος, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὁ μονότονος μινυρισμὸς τοῦ γκιώνη, θρηνοῦντος τὸν ἀδελφόν του, κατὰ τὸν δημώδη μῦθον. Εἷς τῶν δύο φρουρούντων μονομάτων ἔμελπε κλέφτικον ᾆσμα, ὁ δ᾽ ἕτερος ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς του τῷ ἐσύριζε νὰ μὴ μεγαλοφωνῇ, ἀλλὰ νὰ τείνῃ τὰ ὦτα καὶ νὰ εἶναι προσεκτικώτερος. Τότε ὁ πρῶτος φρουρὸς τῷ ἔκραζεν ἐπιρρίνως:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀμ᾽ δὲν τραγουδάω μὲ τ᾽ αὐτιά, σύντροφε· μὲ τὸ στόμα τραγουδάω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ναί, μόνε μοῦ κουφαίνεις τ᾽ αὐτιά, ἔλεγεν ἐκεῖνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲ φοβᾶσαι, ἐσὺ τά ᾽χεις μεγαλύτερα, τῷ εἶπεν ὁ πρῶτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ σὺ μεγαλύτερα ἀκόμα καὶ τὰ κατσουλώνεις*, ἀπήντησεν ὁ ἕτερος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔ, δά, μὲ τὰ χωρατά σου τὰ καταφέρνεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ σὺ ἀκόμα καλλιότερα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ οὕτως ὁ διάλογος ἐξηκολούθει καὶ ὁ δεύτερος δὲν κατώρθου μὲν νὰ ἐμποδίσῃ τὸν σύντροφόν του νὰ ᾄδῃ κλέφτικα ᾄσματα, ἀλλὰ τὸν ἠνάγκασε τοὐλάχιστον νὰ ὁμιλῇ εἰς πεζὸν λόγον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ἀπεδείχθη μετ᾽ ὀλίγον ὅτι ὁ δεύτερος μονόματος εἶχε μεγαλύτερον ἢ ὁ πρῶτος δίκαιον, διότι ἠκούσθη εὐκρινῶς κρότος ἀνθρωπίνων βημάτων ὑπὸ τὸν βράχον ἐφ᾽ οὗ ἐκάθηντο ἀμφότεροι. Εὐθὺς ὡς ἤκουσαν τὸν ἐλαφρὸν κρότον, ἀμφότεροι οἱ κλέφται ὕψωσαν τὰ καρυοφύλλια. Τὰ τσακμάκια ἐσηκώθηκαν. Οἱ δύο μονόματοι συνέσχον τὴν ἀναπνοὴν εἰς τὰ πλατέα στήθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ πάλιν κρότος ἠκούσθη. Ὁ δεύτερος κλέφτης ἔδωκε φωτιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ χτυπᾶτε! ἀντήχησε τότε πεπνιγμένη κραυγή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ πυροβολήσας φρουρός, ἐκεῖνος ὅστις προέτρεπε τὸν σύντροφόν του νὰ μὴ τραγῳδῇ, ἀνεσκίρτησεν εἰς τὸν ἦχον τῆς φωνῆς ταύτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ ρίχνῃς ἐσύ! ἔκραξεν αὐθορμήτως πρὸς τὸν σύντροφόν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί εἶναι; Τί ἔχεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὁ δεύτερος κλέφτης ὥρμησε νὰ καταβῇ ἀπὸ τοῦ βράχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ ρίξετε ἄλλο! Ἐλᾶτε νὰ τὸν πιάσετε! ἠκούσθη καθαρὰ φωνὴ κάτωθεν τοῦ κρημνοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος κλέφτης τρέμων, πνευστιῶν, ἔφθασεν εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου. Ἤθελε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἡ φωνή του εἶχε κοπῆ. Τέλος ἠδυνήθη ν᾽ ἀνακράξῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πευκόρραχε! Μὴ ρίχνῃς ἄλλη, γιὰ ὄνομα Θεοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί ἔπαθες; ἠρώτα ὁ πρῶτος τῶν κλεφτῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νῖκο! Νῖκο! Ἐσὺ εἶσαι! ἠκούσθη τὸ τρίτον ἡ κάτωθεν τοῦ βράχου φωνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ, ἔκραξεν ἀγωνιῶν ὁ νέος. Σὲ ηὗρε τὸ βόλι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὄχι, τίποτε! Ἐλᾶτε νὰ τὸν πιάσετε· τρέξετε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ποιόν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Αὐτόν, αὐτόν, εἶναι προδότης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ πρῶτος τῶν φρουρῶν, ὁ Πευκόρραχος ὀνομασθείς, ἔσπευσε καὶ ἐκεῖνος νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τοῦ βράχου χωρὶς νὰ γινώσκῃ τί συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δι᾽ ὀλίγων διασκελισμῶν ὁ Νῖκος ἔφθασεν ἤδη εἰς τὸν θάμνον, καὶ εἶδεν ὄπισθεν αὐτοῦ περίεργον σκηνήν. Νέος τις, ἐκεῖνος ὅστις εἶχε κράξει δίς, προσεπάθει νὰ κρατῇ τὸν σύντροφόν του, ὅστις ἠγωνίζετο νὰ φύγῃ, σκληρὰ δὲ πάλη εἶχε συναφθῆ μεταξὺ τῶν δύο. Ὀλίγον ἔτι, καὶ ὁ νέος ἔμελλε νὰ καταβληθῇ. Ὁ Νῖκος φθάσας ἥρπασε μὲ στιβαρὰν χεῖρα τὸν ἄγνωστον ἐκεῖνον, ὅστις ἐζήτει νὰ φύγῃ, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ἐξηγήσῃ τὸ αἴτιον τῆς παρουσίας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο λέξεις εἶπεν ὁ Νῖκος πρὸς τὸν ἕτερον νέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Λαβώθηκες!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὄχι, εἶπεν ἐκεῖνος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Νῖκος ἀφῆκε κραυγήν. Τὸ αἷμα ἔρρεε διὰ τῶν ἐνδυμάτων τοῦ νέου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Νῖκος αὐθορμήτως ἄφησε τὸν ἄλλον, ὃν εἶχε συλλάβει καὶ ἡ προσοχή του ἐστράφη ὅλη πρὸς τὸν τραυματίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶσαι ματωμένη! Ματώθηκες, ἔκραξε μετὰ σπαραγμοῦ. Καὶ φταίγω ἐγώ, ἐγὼ ἔρριξα!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κράτησε αὐτόν, νὰ μὴ φύγῃ! ἔκραξεν ὁ πληγωμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε φθάσει καὶ ὁ Πευκόρραχος, ὅστις εἶχε πολλῷ στιβαρωτέρους τοὺς βραχίονας, καὶ αἱ περισφίγξεις του οὐδὲν τὸ θωπευτικὸν εἶχον.&lt;br /&gt;
ΙΖ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅπως ἐξηγηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰ συμβαίνοντα, χρῄζομεν βραχείας εἰς τὸ παρελθὸν ἀναδρομῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐνθυμοῦνται οἱ ἀναγνῶσται ἡμῶν ὅτι ἡ σεβεμεμὲκ* εἶχε γίνει ἄφαντος ἐκ τοῦ χαρεμίου τὴν αὐτὴν ἡμέραν, καθ᾽ ἣν εἶχεν ὁρμηθῆ ἡ κατὰ τοῦ Μηλιόνη ἐκστρατεία τῶν ἀγάδων τῆς Ἄρτης. Ἡ σύμπτωσις αὕτη εἶχεν ἀφορμὴν τὴν ἑξῆς· ἡ νεᾶνις διὰ ψυχολογικῆς βίας καταστᾶσα σύζυγος τοῦ Χαλήλ, κατετρόμαξεν, ὅτε ἡ μήτηρ της ἔσπευσε νὰ τῇ περιγράψῃ τὰς μελλούσας ἐντυπώσεις τοῦ πατρός, ὅτε οὗτος θὰ ἐμάνθανε τὸ μοιραῖον τοῦτο γεγονός. Ἡ φρίκη, ἡ ἀγανάκτησις, ἡ μανία, ἡ ἀπόγνωσις, ἔμελλον νὰ ἀλλοιώσωσι τὸ πρόσωπόν του. Ἦτο ἱκανὸς νὰ καταντήσῃ εἰς τὸ ἔπακρον τῆς παραφορᾶς, ἠδύνατο νὰ φρυάξῃ, ν᾽ ἀφρίσῃ, ἠδύνατο νὰ πνίξῃ ἄνθρωπον. Ἡ Βάσω τόσον κατεπτοήθη ἐκ τῆς τραγικῆς ταύτης εἰκόνος, ὥστε προέτρεψε τὴν μητέρα της νὰ μείνῃ παρ᾽ αὐτῇ, φοβουμένη κίνδυνον δι᾽ αὐτὴν ἐκείνην. Ἀλλ᾽ ἀδύνατον ἦτο τοῦτο, εἶπεν ἡ μήτηρ, τόσον χειρότερα ἂν ἔμενεν ἐκεῖ, τότε θὰ ἐφρύαττεν ὁ Κώστας κατὰ δύο ἐνόχων, τότε θὰ εἶχε πλείονας ἀθῴους καθ᾽ ὧν νὰ κατασκεδάσῃ τὴν ὀργήν του, θὰ εἶχε τὰ τέκνα της. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἡ Μελάχρω, ἐνθυμήθη ὅτι ἦτο καιρὸς ν᾽ ἀπέλθῃ ἤδη, καὶ συνέτεμε κατά τινας ὥρας τὴν παρὰ τῇ κόρῃ ἐπίσκεψίν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Βάσω ἔμεινε μόνη, μόνη μετὰ τῶν φοβερῶν εἰκόνων αἵτινες τὴν ἠπείλουν, μόνη μετὰ τῶν φρικωδῶν φασμάτων, ἅτινα τὴν κατεδίωκον. Ἀνελογίσθη ὅτι δὲν εἶχε τοῦ λοιποῦ ἄλλο ἄσυλον ἢ τὸν τάφον, ἄλλον φίλον ἢ τὸν θάνατον. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ ἐλπίσῃ ὅτι θ᾽ ἀπηλλάσσετό ποτε τῆς μισητῆς ἐκείνης εἱρκτῆς, τῆς φρικώδους ἐκείνης μετὰ τοῦ Τούρκου συμβιώσεως. Ἐὰν ἀνέκτα τὴν ἐλευθερίαν της, εἰς τί θὰ τῇ ἐχρησίμευεν αὕτη; Νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸς τοὺς γονεῖς της ἦτο ἀδύνατον, ὁ πατήρ της ἔμελλε νὰ τὴν φονεύσῃ. Νὰ μείνῃ ἐκεῖ, νὰ μείνῃ εἰς τὸ σεράγι, νὰ μείνῃ εἰς τὸ χαρέμι; Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἐξ ἀρχῆς φρικῶδες, ἤδη δὲ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τῆς μητρός της κατέστη ἀποτρόπαιον. Ἕως τότε ἐνόμιζεν ὅτι ἔσωζε τοὺς γονεῖς της νυμφευομένη τὸν Τοῦρκον· τοῦ λοιποῦ ἡ σκληρὰ αὕτη παραμυθία τῆς συνειδήσεως ἐξέλιπε. Τότε ἐν τῇ ἀδημονίᾳ της ἀνεμνήσθη τὸν σώφρονα καὶ καλὸν ἐκεῖνον νέον, ὅστις ἦτο ὁ μνηστήρ της. Ἡ μήτηρ της τῇ εἶχεν εἰπεῖ ὅτι οὗτος εὑρίσκετο πλησίον τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Ἡ ἀνάμνησις φέρει τὴν ἀνάμνησιν, καὶ τότε ἡ Βάσω ἐνθυμήθη μετὰ στοργῆς τὸν ἀγαθὸν καὶ ἀνδρεῖον ἐκεῖνον καπετάνον, τὸν νοννόν της, ὃν εἶχε γνωρίσει ὅτε ἦτο μικρὰ τὴν ἡλικίαν. Ὤ, νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔζη ὑπὸ τὴν προστασίαν του, νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταφύγῃ εἰς μέρος τι, εἰς γωνίαν τινὰ τῆς γῆς, εἰς ἔρημόν τινα τόπον, ὅπου νὰ ἐκτείνεται ἡ προστάτις σκιὰ τοῦ μεγαλωνύμου ἐκείνου! Καὶ ἡ εἰκὼν αὕτη τοσοῦτον ποθητὴ παρέστη εἰς τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς τῆς νεάνιδος, ὥστε παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἐπίστευεν εἰς τὸ δυνατὸν τῆς πραγματικῆς ἐκτελέσεως. Ὅπως ἐν ὀνείρῳ ἡ ἀπόστασις τοῦ ποθουμένου ἀπὸ τοῦ ποθοῦντος παρίσταται τόσον βραχεῖα, ὥστε συνήθως συγχέεται, οὕτως ἐν τῷ δυστυχεῖ βίῳ, ἐν τῇ στυγνῇ πραγματικότητι, πιστεύει ὁ ἐγρηγορὼς καὶ ὀνειροπολῶν, ὅτι δι᾽ ἑνὸς ἅλματος δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ποθούμενον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὅτε ἡ πρώτη ἔξαψις παρῆλθεν, ἡ νεᾶνις, περιελθοῦσα εἰς τὴν ψυχρὰν καὶ περιεσκεμμένην κατάστασιν τοῦ δυστυχοῦντος, καὶ μὴ θέλοντος ν᾽ ἀπελπισθῇ, ἤρχισε νὰ σκέπτηται ἐπιμόνως περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σχεδίου τούτου. Εἶχεν ἤδη προσελκύσει τὴν συμπάθειαν τῆς Μαύρης Φατμᾶς, παρ᾽ ἧς ἐδιδάχθη πολλὰ πράγματα, καὶ ἱκανὰς τουρκικὰς λέξεις. Προσέτι ἔμαθε παρ᾽ αὐτῆς ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔμελλον νὰ ἐκστρατεύσωσιν ὅσον οὔπω κατὰ τοῦ νοννοῦ της, ἔμαθε καὶ τὴν ἡμέραν καθ᾽ ἣν ἔμελλε νὰ ὁρμηθῇ ἐξ Ἄρτης ἡ ἐκστρατεία. Ὅσον διὰ τὰ κλειδία τῶν θυρῶν, τῶν τε ἔνδοθεν καὶ τῶν μεταύλων, ἡ Μαύρη, ἥτις ἠγάπα πολὺ τὸ χασὶς καὶ 〈τὸ〉 ὄπιον, δὲν ἐπολυπραγμόνει, καὶ τὰ ἄφηνεν ὅπου ἤθελε τύχει. Ὑπελείπετο νὰ προμηθευθῇ ἡ Βάσω ἕνα ἱματισμόν, μίαν πιστόλαν καὶ ἓν γιαταγάνι τοῦ Χαλὴλ ἀγᾶ, καὶ τοῦτο δὲν ἦτο πολὺ δύσκολον. Ὁ ἀγὰς ἄφηνε συνήθως τὰ ἐνδύματά του, τὸ σελάχι του καὶ τὰ ὅπλα του εἰς τοὺς γυναικωνίτας. Ἀγνοεῖται ἂν ἔπραττε τοῦτο κατὰ τύχην ἢ ἐπίτηδες πρὸς ἐκφοβισμὸν τῶν γυναικῶν. Ἡ Βάσω μαθοῦσα ὅτι τὴν ἐπαύριον ἔμελλεν ἡ ἐκστρατεία νὰ ἐκκινήσῃ, περιεβλήθη τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ ὅπλα τοῦ ἀγᾶ, ἥρπασε τὰς κλεῖδας τῆς Φατμᾶς, καὶ ἔγινεν ἄφαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ δύστηνος κόρη ἔτρεμεν ὅλη, πράττουσα ταῦτα. Ἐν τούτοις ὁ σκοπός της δὲν ἦτο νὰ μεταβῇ εἰς τὸ λημέρι τοῦ νοννοῦ της, πολὺ ἀπεῖχε τοῦ νὰ σκεφθῇ τοῦτο. Ἤθελε μόνον νὰ πορευθῇ μακρὰν τῆς Ἄρτης καὶ πλησίον εἰς τὰ κατατόπια τοῦ κλέφτου. Ἡ καλλίστη δὲ πρὸς τοῦτο εὐκαιρία ἦτο ν᾽ ἀναμειχθῇ μετὰ τῶν Τούρκων ὡς εἷς αὐτῶν, καὶ ν᾽ ἀπομακρυνθῇ. Τὸ λυκαυγὲς τῆς πρωίας θαυμασίως ἐβοήθει τοὺς σκοπούς της, οὐδεὶς τὴν ἐγνώριζεν, οὐδεὶς ἠδύνατο εὐθὺς νὰ ὑποπτεύσῃ τὸ φῦλόν της. Ἐν τούτοις ἔτρεμε, καὶ ὅτε ὑπερέβη τὸν οὐδὸν τοῦ χαρεμίου καὶ ἐπάτησεν εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ὁδοῦ, εἶχε μεταμεληθῆ ἤδη. Ἐπεθύμει νὰ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω, ἀλλ᾽ ἐφοβεῖτο μὴ πάθῃ χειρότερα. Ἐὰν τὴν ἔβλεπέ τις ἐκ τῶν ἀντιζήλων της ἐν τῷ χαρεμίῳ, θὰ τὴν κατήγγελλεν εἰς τὸν ἀγάν, καὶ πῶς νὰ ἐξηγήσῃ τότε τὸ ἀλλόκοτον διάβημά της; Ὅλοι ἔμελλον νὰ τὴν ἐκλάβωσιν ὡς παράφρονα, ἢ ὡς ἔνοχον συνωμοτοῦσαν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ ἐφέντη. Ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ προέβη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅτε ὁ στρατὸς ἀπεμακρύνθη ἐκ τῆς πόλεως, καὶ ἡ Βάσω ἀνέπνευσε τὸν ἀέρα τοῦ βουνοῦ, ἀνέλαβε θάρρος. Τὸ στῆθός της πρώτην φορὰν εἰσέπνεεν ἐλευθέρως, καὶ ἡ καρδία της ἐσκίρτα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, ὅτε τινὲς τῶν ἀγάδων ἤρχισαν νὰ τὴν κοιτάζωσι μετὰ περιεργείας, πάλιν ἐφοβεῖτο. Προσεπάθει ν᾽ ἀποκρύπτῃ ὅσον ἠδύνατο τὸ πρόσωπόν της ἀπὸ τῶν ἀδιακρίτων βλεμμάτων, ἔφερε δὲ καὶ τὸ σαρίκιον πυκνῶς καὶ ἀδεξίως, περιτετυλιγμένον περὶ τὴν κεφαλήν. Ἀλλ᾽ ὅτε ἡ συνοδία ἔφθασεν εἰς τὸν πρῶτον σταθμόν, καὶ ἀντήχησε τὸ προκηρυχθὲν ὑπὸ τοῦ Κλεισούρα πρόσταγμα, τίς τῶν πιστῶν μουσουλμάνων ἤθελε νὰ προέλθῃ ὡς διαγγελεύς, κομίζων ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην, ἡ Βάσω οὔτ᾽ ἐσκέφθη οὔτ᾽ ἐδίστασεν ἀλλ᾽ ἅμα ἀκούσασα τὴν λιγύφθογγον μολπὴν τοῦ κήρυκος (ὅστις κατὰ τὸ τουρκικὸν ἔθος ἀνέβη ἐπὶ δένδρου καὶ ἐρραψῴδησε κατὰ τὸν ἀσιατικὸν τρόπον τὰς λέξεις), ἔσπευσε νὰ παρουσιασθῇ πρώτη καὶ μόνη αὐτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖνο ὅπερ τὴν ἐξέπληξεν, ἦτο ἡ αὐθόρμητος πρόσοδος καὶ δευτέρου ἐθελοντοῦ, καὶ πολλῷ μᾶλλον ἡ παρ᾽ αὐτοῦ διαβεβαίωσις ὅτι ἐγνώριζεν αὐτήν. Εἰς μάτην ἡ Βάσω ἐβασάνισε τὴν μνήμην της, οὐδαμοῦ εἶχεν ἰδεῖ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Ἔπειτα οὗτος τῇ ἐφάνη τόσον παράδοξος, τόσον ἀλλόκοτος, ὥστε ἠπόρει καὶ αὐτὴ τί νὰ πιστεύσῃ. Προκριτώτερον θὰ ἦτο δι᾽ αὐτήν, ἂν καὶ ἦτο δειλὴ ὡς νεαρὰ γυνὴ καὶ ἄπειρος, ν᾽ ἀπήρχετο μόνη εἰς τὴν ἀποστολὴν ἐκείνην. Δὲν ἐγίνωσκε τὰς ὁδούς, ἀλλ᾽ ὅμως ἤρκει ν᾽ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς συνοδίας, καὶ ὁ τελευταῖος δεσμὸς διερρήγνυτο. Ἡ ἀμηχανία αὕτη, ἡ ἐκ τῆς ἀπειρίας καὶ τῆς δειλίας ἀπορρέουσα, οὐδὲν θὰ ἦτο ἀπέναντι τῆς ἀγαλλιάσεως, ἣν θὰ ἐνεποίει αὐτῇ ἡ ἀπὸ τῶν Τούρκων ἀπομάκρυνσις, ἀλλ᾽ ἡ παρουσία τοῦ ἀγνώστου ἐκείνου ἦτο ὡς προέκτασις τῶν συνεχόντων αὐτὴν δεσμῶν. Πᾶς ἄνθρωπος θὰ ᾐσθάνετο αὐτόματον ὁρμὴν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν ἀπροσδόκητον συνήγορον, ὅστις θὰ προσήρχετο οὕτως ἀρωγὸς καὶ ἐπίκουρος τῆς παραβόλου ἐπιχειρήσεως αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκετο ἡ Βάσω, τὸ πρᾶγμα εἶχεν ἄλλως. Αὐτὴ ἐζήτει μόνον ν᾽ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῶν ἐξ ἀνάγκης συνοδοιπόρων της, ἀναλογιζομένη ὅτι τὰ μέλλοντα δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι χείρονα τῶν παρελθόντων. Δὲν τὴν ἔμελε τί ἤθελεν ἀπαντήσει καθ᾽ ὁδόν, οὐδὲ πῶς ἔμελλε νὰ ὁδοιπορήσῃ εἰς ἀγνώστους τόπους. Ἤρκει ν᾽ ἀπαλλαχθῇ τῆς ἀπεχθοῦς παρουσίας τῶν συνοδοιπόρων της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ μετὰ ταῦτα διηγήθημεν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν κεφαλαίοις. Ἓν μόνον ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν. Ἀφοῦ ὁ Καμπόσος προέβη εἰς τὴν ἀλλόκοτον ἐκείνην καὶ ἀπίστευτον ἐξομολόγησιν, ἥτις ἠδύνατο ν᾽ ἀνορθώσῃ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς τῆς ἀκροωμένης, ἂν δὲν τὰς περιέσφιγγε τὸ σαρίκιον, ἀφοῦ ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἀπόπειραν τοῦ ν᾽ ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ τὰς ἰδίας αὑτῆς γνώμας, τελευταῖον ἡ Βάσω δὲν παρέλιπε ν᾽ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτὸν μίαν ἐρώτησιν, τὴν ἑξῆς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Δὲ μοῦ λές, γιατί θέλησες, νὰ ᾽ρθῇς μαζί μου εἰς αὐτὸν τὸ δρόμο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Καμπόσος ἐδίστασε μικρόν, πρὶν ν᾽ ἀπαντήσῃ. Τέλος εἶπεν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶδα ποὺ ἦταν ἀνάγκη. Οἱ ἀγάδες δὲν ἤθελαν νὰ πᾶνε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν ἦτο βεβαίως συμπερασματικὴ δι᾽ ἄνθρωπον δυσκόλως πειθόμενον. Ἡ Βάσω ἀπηύθυνε καὶ δευτέραν ἐρώτησιν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ γιατί εἶπες ψέματα, ὅτι μ᾽ ἐγνώριζες; Μὲ εἶχες ξαναϊδεῖ ποτέ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸ ἔκαμα διὰ νὰ σὲ γλυτώσω ἀπὸ τὴν μπερδεψιὰ ἐκείνην, εἶπεν ὁ Καμπόσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἴσως αἱ δύο αὗται ἀπαντήσεις πόρρω ἀπεῖχον τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ πιθανῶς δὲν εἶχεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀκριβῆ συνείδησιν τῶν ἀφορμῶν, αἵτινες ὤθησαν αὐτὸν εἰς τὸ διάβημα. Τὸ κατ᾽ ἐμέ, νομίζω ὅτι τὸ φύσει ρᾳδιουργικὸν καὶ κατοπτευτικὸν πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τούτου, ἦτο τὸ μόνον κινῆσαν αὐτὸν αἴτιον ἵνα προσέλθῃ αὐθόρμητος εἰς τὴν παράβολον ἐκείνην ἀποστολήν. Ὁ σκοπός του ἦτο ἴσως νὰ κατασκοπεύσῃ τὰς θέσεις καὶ τὰ ταμπούρια τῶν κλεπτῶν, καὶ νὰ πωλήσῃ εἰς τοὺς Τούρκους μεγαλυτέραν δούλευσιν, ἢ ὅση συνίστατο εἰς τὰ κόμιστρα καὶ εἰς τὴν ἐγχείρισιν τῆς ἐπιστολῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἴσως προσέτι θὰ ἐρωτήσωσιν οἱ ἀναγνῶσται ἡμῶν, ποίαν ἀφορμὴν εἶχεν ὁ Καμπόσος νὰ διηγηθῇ πρὸς τὸν ἄγνωστον αὐτῷ νέον οὕτω προχείρως τὴν ἱστορίαν του; Πρόσωπον τοιοῦτον ὡς πρώτην ἀρετὴν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἐχεμυθίαν καὶ τὴν κρυψίνοιαν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ᾽ οὐδὲν συμφέρον εἶχεν ὁ ἄνθρωπος οὗτος ν᾽ ἀποκρύπτῃ ἀπὸ τῶν Τούρκων τὴν ἱστορίαν του· τοὐναντίον εἶχε συμφέρον νὰ καθιστᾷ αὐτὴν φανεράν. Ἡ ἄκρα νεότης καὶ ἡ συμπαθὴς μορφὴ τοῦ νομιζομένου Τούρκου τῷ ἐνέπνευσεν ἐμπιστοσύνην. Οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἶχεν ἀπ᾽ ἀρχῆς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ σχῆμα, ὅπερ ἔφερεν ἐκεῖνος, ἦτο πλαστόν. Ἄλλως τόσῳ προθυμότερον ἔκλινεν εἰς τὸ νὰ διηγῆται τὴν ἱστορίαν του πρὸς πάντα μουσουλμάνον, ὅσῳ ᾐσθάνετο εἶδός τι ὑπερηφανίας διηγούμενος αὐτήν. Μηδεὶς ἀπορήσῃ διὰ τοῦτο. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἐσεμνύνετο διότι κατώρθωσε δῆθεν νὰ λύσῃ πρόβλημα ἄλυτον πρὸ αὐτοῦ, τὸ νὰ εἶναι Τοῦρκος χωρὶς ν᾽ ἀλλαξοπιστήσῃ. Ἔτρεφε δὲ βαθεῖαν περιφρόνησιν πρὸς πολλοὺς ἄλλους Ρωμιοὺς τοῦ τότε χρόνου, οἵτινες οὐδὲν κατώρθωσαν ἐξομόσαντες. Πᾶς ἐξωμότης ἔπαυε νὰ εἶναι Χριστιανός, ἀλλὰ δὲν ἐγίνετο καὶ Τοῦρκος, διὰ τὸ φύσει ἀδύνατον τοῦ πράγματος. Οἱ τοιοῦτοι δὲ ἄνθρωποι κατήντων εἰς οἰκτρὰν καὶ γελοίαν θέσιν, διότι οὔτε οἱ Χριστιανοὶ τοὺς ἤθελον πλέον ὡς Χριστιανοὺς οὔτε οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἐδέχοντο ὡς Τούρκους. Ἀλλὰ τοῦτο πάσχουσι καὶ ἄλλοι πολλοί…&lt;br /&gt;
ΙΗ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Πευκόρραχος, ὅστις μεθ᾽ ὅλον τὸ δυσκίνητον αὐτοῦ εἶχε κατέλθει ἀπὸ τοῦ βράχου, ἔσπευσε νὰ συλλάβῃ τὸν Καμπόσον, καὶ δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὸν ἀφήσῃ. Τὸν περιέσφιγξε δὲ τόσον πολὺ μὲ τὰς ὀζώδεις χεῖράς του, ὥστε ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος οὐδ᾽ ἀπεπειράθη νὰ τοῦ δαγκάσῃ τοὺς δακτύλους, ὡς θὰ ἔπραττεν εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, ἂν τὸν περιέσφιγγον ἁπαλώτεραι χεῖρες. Ὁ Πευκόρραχος καὶ ὁ Γκαβόχηνας, ὁ πιστὸς φίλος αὐτοῦ, ὃν δὲν ἐπαρουσιάσαμεν ἀκόμη εἰς τοὺς ἀναγνώστας, δὲν διέπρεπον ἐπὶ εὐκινησίᾳ μεταξὺ τῶν συντρόφων των, ἀλλ᾽ ὅσον διὰ τὸ ταμπούρι ἦσαν βράχοι ἀκλόνητοι, καὶ οὐδὲ μοχλὸς δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ἐκριζώσῃ. Μετὰ τῆς αὐτῆς καρτερίας, μεθ᾽ ἧς ὁ Πευκόρραχος ἠδύνατο νὰ φυτευθῇ ἐπὶ κρημνώδους σκοπιᾶς, καὶ νὰ φυλάξῃ ἐκεῖ ταμπούρι ὥραν τὴν ὥραν, ὑποφέρων τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν παγετὸν τῆς νυκτός, μετὰ τῆς αὐτῆς ἀκάμπτου ἰσχυρογνωμοσύνης, ἂν ἐκράτει ἅπαξ εἰς τὴν χεῖρά του λείαν τινά, ἄγραν, λάφυρον, πλιάτσικο, ἂς ἦτο τοῦτο ἄνθρωπος ἢ πρᾶγμα, θηρίον ἢ βουνόν, δὲν θὰ ἐπείθετο ποτὲ νὰ τὸ ἀφήσῃ, ἀλλ᾽ ἂν τοῦ ἔκοπτες τὴν μίαν χεῖρα, μὲ τὴν ἄλλην θὰ τὸ ἐβάσταζεν, ἂν καὶ τὰς δύο, θὰ τὸ συνελάμβανε μὲ τοὺς ὀδόντας. Τοιαύτην σπανίαν ἀρετὴν ὅλοι οἱ κλέφται δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν, ἀλλ᾽ εἶχον ἄλλος ἄλλην. Ὁ Πετρίτης, φέρ᾽ εἰπεῖν, εἶχε μάτι, ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ ἀπὸ τεσσάρων μιλίων ἀποστάσεως, ὄχι μόνον ἂν ἦτο Τοῦρκος ἢ Χριστιανός, ἀλλὰ τὴν τρίχωσιν τῆς φλοκάτας, τὸ χρῶμα τοῦ σελαχίου καὶ τὴν στιλπνότητα τοῦ ὁπλισμοῦ. Ὁ Ὄρνιος εἶχε πόδι, ἠδύνατο νὰ τρέξῃ ἀπνευστὶ πεντήκοντα μίλια εἰς ἑπτὰ ὥρας, καὶ τοῦτο χωρὶς ν᾽ ἀναπαυθῇ, χωρὶς νὰ σταματήσῃ, χωρὶς νὰ διψήσῃ. Ὁ Ξυπνητήρας εἶχεν αὐτί, ἠδύνατο ν᾽ ἀκούσῃ ἀπὸ ὀκτακοσίων βημάτων θροῦν, πνοήν, ψίθυρον, μορμυρισμόν, ἀναστεναγμόν. Ὁ Σαΐτας εἶχε χέρι, ἠδύνατο νὰ ἐκσφενδονήσῃ εἰς ἀπόστασιν βολῆς καρυοφυλλίου βαρὺν λίθον, καὶ τὴν χεῖρα δὲν τὴν ἔβλεπες, ἐστροφοδινεῖτο ὡς φτερωτή, ὡς τροχὸς νερομύλου, οὐδὲ τὸν λίθον ἔβλεπες, τὸν δοῦπον τῆς πτώσεως ἤκουες μόνον· τέλος ὁ Τσιντζούρας, ἐλλείψει ἄλλου ὠφελιμωτέρου προτερήματος, εἶχε τραγούδι, ἔκρουε τὴν λύραν μετὰ δεξιότητος, καὶ ἐν ἀπουσίᾳ συγχορευτοῦ, ἐπιάνετο ἀπὸ ἕνα σχοῖνον κ᾽ ἐχόρευεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ὁ Πευκόρραχος συνέλαβε καλῶς τὸν ἄνθρωπόν του, ἔβαλε μίαν κραυγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καραούλι!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ λέξις αὕτη, ἥτις ἐσήμαινεν ὅ,τι ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν πλοίων μας ἡ κραυγὴ σκάντζα βάρδια!* καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τὸ ἐπιφώνημα ἀλλαγηή! ἔμελλε ν᾽ ἀφυπνίσῃ τοὺς κοιμωμένους κλέφτας, ἂν δὲν εἶχον ἐξεγερθῆ οὗτοι ἤδη ἐκ τῆς προλαβούσης ἐκπυρσοκροτήσεως. Ἓξ ἢ ὀκτὼ ἐκ τούτων, καταλιπόντες θερμὰς τὰς φλοκάτας των, εἶχον συρρεύσει ἤδη εἰς τὴν σκηνήν, καθ᾽ ἣν στιγμὴν ὁ Πευκόρραχος ἐξέπεμπε τὴν κραυγὴν ταύτην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί εἶναι; Τί τρέχει;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδεὶς ἀπήντα εἰς τὰς ἐρωτήσεις ταύτας. Ὁ μὲν ἀγαθὸς Πευκόρραχος οὐδὲ γρῦ ἐνόει ἐκ τῶν συμβαινόντων, ὁ δὲ Νῖκος χωρὶς νὰ χάσῃ καιρὸν εἶχε σχίσει τὴν λευκὴν ἀκόμη φουστανέλαν του καὶ προσεπάθει νὰ περιδέσῃ τὸ τραῦμα τῆς Βάσως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Φέρετε φῶς! ἔλεγε· ἀνάψετε δαδί, παιδιά!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ κλέφται δὲν ἦσαν ἀδιάκριτοι, καὶ δὲν ἐπέμενον νὰ μάθωσι τὰ ἀγνοούμενα. Εἷς αὐτῶν ἐξετέλεσε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Νίκου, καὶ ἤναψε διὰ πυρολίθου θρυαλλίδα. Ἐφωτίσθη τότε τὸ ὠχρὸν καὶ ξανθὸν πρόσωπον τῆς νεάνιδος, ἥτις τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἶχεν ἀπορρίψει ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τὴν κίδαριν, καὶ ἐφάνησαν οἱ βόστρυχοι τῆς κόμης της περὶ τὸν λαιμόν. Ἀλλ᾽ ὁ Νῖκος δὲν ἔβλεπε τὸ πρόσωπον, προσεῖχεν εἰς τὴν πληγὴν τοῦ βραχίονος. Εὐτυχῶς δὲν ἦτο βαθεῖα αὕτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ πρόσωπον τὸ ἔβλεπον οἱ κλέφται. Τοὺς ἐφάνη δὲ ὡς ἀκτὶς σελήνης κατὰ τὴν ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα, ὡς σταγὼν δρόσου εἰς τὴν τραχεῖαν ἐκείνην ἐρημίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπὸ τοῦ νεαροῦ τούτου προσώπου, τοῦ πλασθέντος διὰ νὰ εἶναι φαιδρόν, καὶ ὅμως φέροντος ἤδη ἴχνη δακρύων περὶ τοὺς ὀφθαλμούς, ἡ προσοχή των ἐστράφη πρὸς τὸ ἄλλο ἐκεῖνο σκυθρωπὸν καὶ ἀπαίσιον πρόσωπον, τὸ τοῦ Καμπόσου. Κατ᾽ ἀρχὰς εἷς τῶν κλεφτῶν εὗρε πρόχειρον ἐξήγησιν τῆς ἀπορίας του, ἣν καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς ἕνα τῶν συντρόφων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ξέρεις, θὰ τὴν ἔκλεψεν αὐτὸς ὁ Τούρκαλος, κι αὐτὴ εἶναι Ρωμιοπούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὴν ὑπόνοιαν ταύτην, οἱ κλέφται ἤρχισαν νὰ ρίπτωσιν ἀπειλητικὰ βλέμματα πρὸς τὸν ἀτυχῆ Καμπόσον καὶ ὁ Ὄρνιος, εἷς τῶν συνδραμόντων κλεφτῶν, ἦτο ἕτοιμος νὰ τὸν κατασπαράξῃ. Ἀλλ᾽ ὁ Πευκόρραχος ἔκραξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Ξυπνήσετε τὸν καπετάνο, μὴ κάνετε λωλαμάρες. Ἐκεῖνος θ᾽ ἀποφασίσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ταῦτα εἰπὼν περιέσφιγξε τόσον σφοδρῶς τοὺς δύο βραχίονας τοῦ Καμπόσου, ὥστε ὁ δυστυχὴς ἐπόνεσε καὶ ἀφῆκε γογγυσμόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν γνώμην τοῦ Πευκόρραχου παρεδέχθησαν πάντες ἄνευ ἀντιρρήσεως.&lt;br /&gt;
ΙΘ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δι᾽ ὀλίγων ἔσπευσε νὰ ἐξηγήσῃ ἡ Βάσω εἰς τὸν ἔκπληκτον Χρῆστον Μηλιόνην τὰ κατὰ τὸν Καμπόσον. Ὁ ἐπιτήδειος οὗτος ἄνθρωπος εἶχε καταγγείλει αὐτὸς ἑαυτόν. Ἡ τύχη τῷ εἶχε στήσει τοιαύτην παγίδα, οἵαν οὐδὲ ὁ δεινότατος τῶν θηρευτῶν κατώρθωσέ ποτε νὰ παρασκευάσῃ. Τὰ περὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς τύχης ὑπεσχέθη ἡ νέα νὰ διηγηθῇ τὴν ἐπαύριον. Προσεκλήθη ὁ ἡλικιωμένος κλέφτης Γκαβόχηνας, ὁ πιστὸς σύντροφος τοῦ Πευκόρραχου, ὅστις δὲν ἦτο ἀδέξιος χειρουργός, καὶ ἀνεδέχθη νὰ θεραπεύσῃ τὴν πληγήν της. Ὁ Νῖκος δακρύων τοὺς ὀφθαλμούς, ἐζήτει συγγνώμην καὶ δὲν παρηγορεῖτο, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ αἴτιος τοῦ δυστυχήματος. Ἡ κόρη τὸν ᾤκτειρε, καὶ δὲν ἔσπευσε νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ μᾶλλον ἔμελλε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συγγνώμην του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἐπαύριον ἡ Βάσω συνδιελέχθη κατ᾽ ἰδίαν μετὰ τοῦ καπετάνου, καὶ διηγήθη πρὸς αὐτὸν κατὰ πλάτος ὅσα εἶχε νὰ διηγηθῇ. Ὁ κλέφτης τὴν συνεβούλευσε νὰ μὴ εἴπῃ τι εἰς τὸν Νῖκον, ἐπὶ τοῦ παρόντος, καὶ τῇ ὑπεσχέθη νὰ τὴν πέμψῃ εἰς ἀσφαλῆ τόπον. Προσέτι ἀνεδέχθη ὁ Χρῆστος νὰ γίνῃ ἐγγυητὴς καὶ μεσίτης ὑπὲρ αὐτῆς, ὅπως τύχῃ τῆς πατρικῆς συγγνώμης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ᾐσθάνθη βάλσαμον παραμυθίας εἰς τὴν καρδίαν της, ἀπέτεινεν αἰδῆμον καὶ σοβαρὸν μειδίαμα πρὸς τὸν Νῖκον, καὶ τὴν ἑπομένην νύκτα μετέβη εἰς τὴν πλησιεστέραν ἔπαυλιν, συνοδευομένη ὑπὸ τῶν δύο χωρικῶν, οὓς τῇ εἶχε δώσει ὡς ὁδηγοὺς ὁ ἀνάδοχός της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρὶν ἀναχωρήσῃ, ἡ Βάσω ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ μίαν μεγάλην χάριν παρὰ τοῦ νοννοῦ της. Μετενόησεν, εἶπε, διότι παρέδωκεν εἰς χεῖράς των, τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον ἄνθρωπον, ὅστις ὑπῆρξε συνοδοιπόρος της καὶ ὁδηγός της εἰς τὴν πορείαν. Ἄνευ αὐτοῦ, πῶς θὰ εὕρισκε τὸ λημέρι τῶν κλεφτῶν; Δὲν ἤθελε τὸ κακόν του, εἶχε σκοπὸν τὴν τελευταίαν στιγμήν, εὐθὺς ὡς ἀνεκάλυπτε τὸ λημέρι, νὰ τῷ εἴπῃ νὰ φύγῃ. Ὅτε ἀντήχησεν ἡ ἐκπυρσοκρότησις, ἠγνόουν ἀμφότεροι ὅτι εὑρίσκοντο τόσον ἐγγὺς εἰς τὰ ταμπούρια, ὁ δ᾽ αἰφνίδιος ἐκεῖνος πυροβολισμός, ἡ ἔκπληξις, ὁ φόβος καὶ τὸ βόλι, τὸ ὁποῖον ἔπληξε τὸν βραχίονά της, τὴν ἔκαμαν νὰ παραμιλῇ, καὶ ἐνόμισε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅτι εἶχε χρέος νὰ παραδώσῃ τὸν συνοδοιπόρον της. Τεταραγμένη εἰσέτι, διηγήθη τὴν ἱστορίαν του εἰς τὸν νοννόν της καὶ εἰς τὸν Νῖκον, ἀλλ᾽ εὐθὺς μετ᾽ ὀλίγον μετεμελήθη. Ἀκούσας ταῦτα, ὁ Μηλιόνης οὐδὲν βέβαιον τῇ ὑπεσχέθη, ἀλλ᾽ ὅμως εἶπεν ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ τοῦ δώσῃ τοῦ Καμπόσου ὅ,τι τοῦ πρέπει. Ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν καθησύχασε τὴν νεάνιδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ τύχη τοῦ Καμπόσου ἔμελλε ν᾽ ἀγνοῆται διὰ πολὺν καιρόν, ἐὰν ὁ Ὄρνιος, ὅστις εἶχεν ἰσχυρὰν μνήμην, δὲν διηγεῖτο ἀκολούθως πρὸς ἕνα τῶν συντρόφων του τὴν περὶ τούτου ἱστορίαν, ἣν καὶ ἡμεῖς μεταγράφομεν ἐνταῦθα πρὸς πληροφορίαν τῶν ἡμετέρων ἀναγνωστῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς δύο ἀνθρώπους ἔπεσεν ὁ κλῆρος ν᾽ ἀναδεχθῶσι τὸ βάρος τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, εἰς τὸν Σαΐταν καὶ εἰς τὸν Ὄρνιον. Καὶ οὗτος μὲν εὑρίσκετο εἰς ἄγνοιαν περὶ τοῦ τί ἔμελλον νὰ τὸν κάμωσιν, ὁ δὲ Σαΐτας, εὐτυχέστερος, εἶχε λάβει ἄμεσον πρόσταγμα παρὰ τοῦ καπετάνου, ὅτι ὤφειλον ν᾿ ἀπαλλαχθῶσι τοῦ φορτίου αὐτοῦ. Ὁ Σαΐτας δὲν ἐφάνη ἐχέμυθος, καὶ ἴσως διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἀρχηγοῦ, τὴν ἐπρόδωσε καθ᾽ ὁδόν, ἐνῷ ἐπορεύοντο, καὶ οὕτως ἦλθεν εἰς θέσιν καὶ ὁ Ὄρνιος, ὥστε νὰ μὴ βαδίζῃ εἰς τὸ σκότος. Ὁ καπετάνος εἶχε διατάξει νὰ τὸν χαλάσωσιν, αὐτὸν τὸν μακαρίτην. Καὶ δὲν ἦτο εὔκολον τὸ πρᾶγμα, ὡς φαίνεται. Ἦτον ἑφτάψυχος αὐτὸς ὁ καλοκόκκαλος. Ὁ Ὄρνιος ἔμελλε νὰ τὸν δέσῃ ὀπισθάγκωνα ἐπὶ στελέχους ἐλάτης, ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ Ὄρνιος ἡτοίμαζε τὸ σχοινίον, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐδοκίμασεν ἐκεῖνος νὰ τὸ στρίψῃ. Εὐτυχῶς ὁ Μηλιόνης εἶχε προβλέψει, ὡς φαίνεται, τὴν ἐνδεχομένην ταύτην περίπτωσιν, καὶ ἴσως διὰ τοῦτο διώρισε τὸν Ὄρνιον μέλος τῆς ἀποστολῆς ἐκείνης. Ὁ Ὄρνιος εἶχε τὰς καλυτέρας κνήμας, ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ τὸ ἔβαλεν εὐθὺς εἰς τὰ πόδια. «Ἅπλωνα τὴ χέρα μου, κ᾽ ἐχανόταν ἀπὸ μπροστά μου. Ὁ Σαΐτας εἶχε μείνει παραπίσω, ἐντρέπομουν νὰ τὸν φωνάξω, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὸ νάμι* μου. Ἔφευγε σὰν ἴσκιος, ἀκόμα ἄλλος δὲν μοῦ παραβγῆκε. Νὰ μὴν ἤμουν Ὄρνιος, ἂν δὲν τὸν ἔφτανα. Δυὸ τρεῖς ποδαριές, καὶ τὸν ἀδράχνω. Σ᾽ ἐτσάκωσα, σ᾽ ἔχω, σ᾽ ἔφαγα. Τὸν ἀπιθώνω ἀπάνω σ᾽ ἕναν ὄχτο, τὸν ἀρχινῶ στὲς διπλαργιές*. Τὸν τραβάω πίσω, τὸν παγλαρώνω* στὸν ἔλατο, τὸν σφίγγω, τὸν ζαμακώνω*, τὸν διπλοσταυρώνω· ὄμορφος εἶσαι, κάτσε δῶ νὰ σὲ καμαρώσω». Ἐνταῦθα ἔληξε τὸ ἔργον τοῦ Ὄρνιου, ὁ Σαΐτας ὤφειλε νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς τὸ χρέος του. Ὁ Σαΐτας ὥπλισε μὲ ὑπερμεγέθη λίθον τὴν σφενδόνην του, ἔστη εἰς ἀπόστασιν διακοσίων βημάτων ἀπὸ τοῦ δεσμώτου, καὶ ἤρχισε νὰ κάμνῃ γυμνάσια. Τὴν πρώτην φορὰν περιέστρεψε δωδεκάκις τὴν σφενδόνην περὶ τὴν κόμην του μὲ ἀπίστευτον ταχύτητα. Ἀντήχησεν ἡ δόνησις τῆς σφενδόνης, ὁ 〈δὲ〉 ἀτυχὴς κατάδικος ἔκλεισεν αὐτομάτως τοὺς ὀφθαλμούς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ εἶχεν ἄδικον νὰ βιάζηται. Ὁ Σαΐτας δὲν τὸν ἐσκόπευσεν, ἀλλὰ προσεποιήθη ὅτι τοῦ ἔφυγεν ὁ λίθος καὶ τὸν ἔρριψε μακράν, ὀπίσω τῆς κεφαλῆς του. Ὁ Καμπόσος ἀνέπνευσεν. Ὁ Ὄρνιος ἔβλεπεν ἀτενῶς. Ὁ Σαΐτας ἐνέβαλε δεύτερον λίθον εἰς τὴν σφενδόνην, καὶ ἤρχισε τὴν αὐτὴν ἄσκησιν. Ἡ περιστροφὴ ὑπῆρξε τὴν φορὰν ταύτην ἀνετωτέρα καὶ βραδυτέρα. Τέλος ὁ λίθος ἐξετοξεύθη, καὶ πεσὼν εἰς τὸ δένδρον, ἐφ᾽ οὗ ἦτο δέσμιος ὁ Καμπόσος, ἐκτύπησεν ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ καταδίκου, δύο ἢ τρεῖς παλάμας ὑπεράνω αὐτῆς. Ὁ λίθος κρούσας ἐκ πλαγίου τὸν φλοιὸν τοῦ δένδρου ἀνεκόπη καὶ κατέπεσεν ἐγκαρσίως, ἔψαυσε τὸν ὦμον καὶ τὸν βραχίονα τοῦ καταδίκου, καὶ κατεκυλίσθη εἰς τοὺς πόδας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Καμπόσος δὲν εἶχε προφέρει οὐδὲ λέξιν, ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ἀγανακτήσας, ἀνέκραξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ μὲ βασανίζετε, βρὲ παιδιά· θὰ μὲ σκοτῶστε, σκοτῶστέ με.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τώρα σοῦ δείχνω, ἀπήντησεν ὁ Σαΐτας χωρὶς νὰ συγκινηθῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅσον διὰ τὸν Ὄρνιον, οὗτος ἦτο, φαίνεται, εὐαίσθητος, καὶ ἤρχισε νὰ τὸν οἰκτείρῃ. Ἀλλ᾽ ἡ περιέργειά του, ὅπως ἴδῃ τὸ τέλος τοῦ ἀλλοκότου τούτου πειράματος, καθ᾽ ὃ ὁ Σαΐτας ἐπεθύμει, ὡς φαίνεται, ν᾽ ἀναπτύξῃ ὅλην τὴν περὶ τὸν χειρισμὸν τῆς σφενδόνης ἐπιτηδειότητά του, ἦτο μεγαλυτέρα τοῦ οἴκτου ὃν ᾐσθάνθη, καὶ δὲν ἱκέτευσεν ὑπὲρ τοῦ καταδίκου. Ὁ Σαΐτας ἔσπευσε νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὴν ἀπειλήν του. Τὴν φορὰν ταύτην ὁ δύστηνος κατάδικος ἔβλεπε τὸν θάνατον μὲ τοὺς ἰδίους του ὀφθαλμούς. Εἶδε τὸν Σαΐταν κύπτοντα πρὸς τὴν γῆν, τὸν εἶδεν ἀναζητοῦντα καὶ ἐκλέγοντα τὸν λίθον, τὸν εἶδε θέτοντα τὸν λίθον εἰς τὴν σφενδόνην. Εἶτα ἤρχισεν οὗτος νὰ περιστρέφῃ αὐτὴν κατὰ τὸ σύνηθες. Ὁ Καμπόσος ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς. Μετὰ μίαν στιγμὴν ὁ λίθος ἐκεῖνος θὰ συνέτριβε τὸ κρανίον του. Τετέλεσται, δὲν ὑπῆρχε πλέον ἔλεος δι᾽ αὐτὸν ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης. Τότε ἤρχισε νὰ ψιθυρίζῃ τὸ Μνήσθητί μου Κύριε, καὶ μόλις θὰ εἶχε καιρὸν ἅπαξ νὰ τὸ ἀπαγγείλῃ, τὸ βλῆμα ἐξεσφενδονίσθη γοργόν, καὶ ἐλθὸν ἔπληξε τὸ πρόσωπον τοῦ καταδίκου. Ἀλλ᾽ ὢ θαῦμα! Ὁ φαινόμενος λίθος ἦτο βῶλος γῆς καὶ διερράγη εἰς μικρὰ τεμάχια. Ὁ κατάδικος ᾐσθάνθη τρομερὸν πόνον εἰς τὰς γνάθους, ἐτυφλώθη σχεδὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκ τῆς κόνεως, ἀλλ᾽ ἔμεινε σῶος καὶ ὑγιής. Τότε ὁ Σαΐτας διέταξε τὸν Ὄρνιον νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν λύσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κλέφτης ἔμεινεν ἀπορῶν, καὶ ἐκοίταζεν ἄφωνος τὸν σύντροφόν του. Οὗτος δ᾽ ἐπανέλαβε τὴν διαταγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄμ᾽ τότε; Γιατί κάμαμε τόσον κόπο; εἶπεν ὁ Ὄρνιος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κάμε ᾽κεῖνο ποὺ σοῦ λένε, τῷ ἀπήντησεν ὁ Σαΐτας αὐστηρῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀτυχὴς Ὄρνιος ἔσπευσε νὰ ὑπακούσῃ, ἂν καὶ δὲν ἐνόει πλέον τίποτε. Ἔλυσε τὸν Καμπόσον, καὶ προσήγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Σαΐταν, ὅστις ἐκάθητο ἀντικρὺ πλήρης σοβαρότητος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νὰ φχαριστᾷς τὸν καπετάνο, μωρέ, τῷ εἶπεν οὗτος· τὸ κέφι τὸ δικό μου ἦταν νὰ σὲ χαλάσωμε, μὰ ὁ καπετάνος εἶπε νὰ σὲ φοβερίξωμε μονάχα. Ἄμε καλιά σου, καὶ ξέρε το, μωρέ, πὼς νὰ σ᾽ εὑρῶ στὴν πλώρη μου δὲν σοῦ τὸ χαρίζω. Τώρα τὸ ἔκαμα γιὰ χατίρι τοῦ καπετάνου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Καμπόσος τὸ ἔβαλεν εἰς τὰ πόδια, καὶ οὐδ᾽ ἐστράφη ὀπίσω νὰ ἴδῃ τί ἔμελλε νὰ συμβῇ. Λέγεται ὅτι τῷ ἔμεινεν ἔκτοτε πάθησίς τις διὰ βίου, συνεχὴς βόμβος εἰς τὰ ὦτά του. Ἦτο ἡ ἰαχὴ τῆς περιφήμου σφενδόνης.&lt;br /&gt;
Κ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας ἡ κλαγγὴ τῶν ξιφῶν, ἡ βροντὴ τῶν καρυοφυλλίων ἠκούσθη ὄπισθεν τῶν ὀρέων, εἰς ἀπόστασιν πέντε ἢ ἓξ ὡρῶν πορείας ἀπὸ τῆς τοποθεσίας Ζυγουριᾶς, τοῦ στρατοπέδου τοῦ Χρήστου Μηλιόνη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο γυναῖκες ἐξελθοῦσαι λίαν πρωὶ ἐκ τῆς κώμης των, μετέβαινον εἰς τὴν πηγὴν ὅπως γεμίσωσιν ὕδατος τὰς στάμνους. Ἐξαίφνης ἐτρόμαξαν ἀκούσασαι εὐκρινῶς κρότον τουφεκισμῶν. Ὁ ἄνεμος ἔπνεε σφοδρῶς ἐκ τῶν ὀρέων, καὶ ἡ ἠχὼ τῶν πυροβολισμῶν ἐφέρετο ἐπὶ τῶν πτερύγων του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μία τῶν γυναικῶν τόσον κατεπλάγη, ὥστε ἔρριψε τὴν στάμνον της κατὰ τοῦ ἐδάφους, καὶ ἐστράφη νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ χωρίον της. Ἡ ἄλλη τὴν ἐγκαρδίωσεν εἰποῦσα ὅτι ἀπὸ τὸ μπουμπουνητὸ φαίνεται ὁ πόλεμος νὰ εἶναι μακριά, καὶ δὲν ἔπρεπε τόσον νὰ φοβῆται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ βεβαίως ἐξ ἀρχῆς τολμηρὰ πρέπει νὰ ἦτο ἡ γυνὴ αὕτη, ἥτις εἶχε πείσει τὴν ἄλλην, τὴν σύντροφόν της, νὰ πορευθῶσιν πρὶν ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος εἰς τὴν πηγήν. Ἀπὸ τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν φόβος εἶχε διαδοθῆ εἰς τὰ πεδινὰ χωρία, ὡς ἐκ τῆς ἐκστρατείας τῶν Τούρκων κατὰ τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Ἡ προστάτις πτέρυξ τοῦ ἀνδρείου μαχητοῦ ἐξετείνετο εἰς ὅλας τὰς ὀρεινὰς κώμας, ὅπου καὶ ἄλλως δὲν ἦσαν δειλοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀλλ᾽ ἡ σκιὰ αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τῶν πεδινωτέρων χωρίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὡς ἐκ τοῦ φόβου τούτου, ἐπῆλθεν ἀπραξία εἰς τὰς γεωργικὰς ἐργασίας, ᾤχετο ἡ εὐκολία τῆς συναλλαγῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὁ λαὸς ἐδυστύχει. Ἡ κατάστασις δὲ αὕτη ἔμελλε, κατὰ τὰ φαινόμενα, νὰ παραταθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διότι ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ συγκρουσθῇ πρὸς τοὺς κλέφτας. Ἀλλ᾽ ὁ Χρῆστος Μηλιόνης, ἂν καὶ εἶχε καλὰ ταμπούρια εἰς τὰς κορυφὰς τῶν βουνῶν, δὲν ἠγάπα νὰ μένῃ κεκλεισμένος ἐκεῖ ἐπ᾽ ἀόριστον χρόνον. Ὁσημέραι ἡ ἔνδεια τοῦ λαοῦ καθίστατο δεινοτέρα, καὶ αὐτοὶ οἱ κλέφται ἔμελλον πιθανῶς ν᾽ ἀπορήσωσι τῶν ἐπιτηδείων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ λόγοι οὗτοι ἔπεισαν τὸν Χρῆστον Μηλιόνην νὰ κάμῃ ἔξοδον…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρωίαν τινὰ τοῦ Μαΐου ἐπανῆλθον εἰς τὸ λημέρι τοῦ Χρήστου οἱ δύο μονόματοι, οὓς εἶχε στείλει πρὸ δύο ἡμερῶν ἵνα κατασκοπεύσωσιν. Ἦσαν δὲ οὗτοι ὁ Πετρίτης καὶ ὁ Ξυπνητήρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τί ἀγροικήσατε; τοὺς ἠρώτησεν ὁ ἀρχηγός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τίποτα, καπετάνο, ὅλο καὶ ζαγάρια, ἀπήντησεν ὁ Πετρίτης. Κανένας τους δὲν εἶναι χαΐρικος*.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τοὺς ζύγωσες καλά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅλη μέρα τοὺς βίγλιζα. Κανένα χαλαλὴ* ἀπ᾽ αὐτοὺς δὲν εἶδα. Ὅλοι ζουλάπια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ σύ, Ξυπνητήρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὰ ἴδια, καπετάνο μου. Δὲν εἶναι γιὰ ντουφέκι αὐτοῦνοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἄκουσες τὸ βρόντο τους;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τὸν ἄκουσα· ψοφίμικος κι αὐτός. Κούφια ἔβαζε τὸ ντουφέκι. Τὴν μπαρούτη μὲ τὸ φτερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ τὰ κατατόπια τους, Πετρίτη;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τρεῖς ἀδρασκελιές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰς ἐκθέσεις ταύτας τῶν κατασκόπων του δὲν περιέμενε βεβαίως ὁ Χρῆστος ὅπως ἀποφασίσῃ. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἐξόδου ἀπὸ πολλοῦ εἶχε γίνει παρ᾽ αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ὅμως καὶ τὰ τόσον αἴσια πορίσματα τῶν παρατηρήσεων τῶν δύο τούτων κλεφτῶν δὲν τὸν δυσηρέστησαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφ᾽ ἑσπέρας ἔδωκε διαταγὴν νὰ εἶναι ἕτοιμοι πρὸς ὁδοιπορίαν οἱ ἄνδρες του ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἑξαστέρου Πούλιας.&lt;br /&gt;
ΚΑ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅτε οἱ κλέφται εἶχον φθάσει εἰς τὰ σύνορα τῶν Τούρκων, εἰς τόπον καλούμενον Λαγκόβα, μόλις εἶχεν ἀνατείλει ὁ ἑωθινὸς ἀστήρ. Ἡ δρόσος τῆς πρωίας ἀπέσταζεν ἀπὸ τῶν φύλλων, καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἔπεμψε πρὸς τοὺς Τούρκους πολέμου κήρυκα. Καὶ ὁ κήρυξ ἀπελθὼν πρὸς τοὺς Τούρκους εἶπε: ― Μὲ στέλλει ὁ Μηλιόνης, θὰ πολεμήσωμεν. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Τούρκων, ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας, ἀπήντησε: ― Δέχομαι τὸν πόλεμον. Τὴν λέξιν ταύτην δὲν ἐξέφερεν ἀκεραίαν, ἡ ἡμίσεια ἔμεινεν εἰς τὸν λάρυγγα. Ἀκούσας τοῦτο ὁ Πάνος Μαυρομάτης ὠχρίασε. Καὶ ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας ἠρώτησεν αὐτὸν τί ἐφρόνει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐκεῖνος δὲν εἶχε τὴν δύναμιν ν᾽ ἀπαντήσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὁ γέρων Τοπτσής (οὕτως ὠνομάζετο ὁ κήρυξ) ἐπέστρεψε πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην, ἀναπολῶν τὴν παλαιὰν νεότητά του, καὶ ζηλεύων τοὺς νεωτέρους. Διότι πάλαι ποτὲ ὁ Τοπτσὴς ἦτο πρωτοπαλλήκαρον τοῦ Γυφτάκη καὶ τοῦ Καλέμη, δύο περιβοήτων κλεφτῶν. Ἀλλ᾽ ἤδη εἶχε γηράσει καὶ ἐξετέλει ἔργα κήρυκος. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὁ γέρων Τοπτσὴς ἐνθυμηθεὶς τοὺς παλαιοὺς χρόνους ἐστέναξε. Καὶ ἐπανελθὼν πρὸς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην ἀνήγγειλεν ὅτι δέχονται τὴν μάχην οἱ Τοῦρκοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἡλίου δὲν ἐπρόβαλεν ἀκόμη, καὶ ροδίνη ἐφαίνετο ἡ πρόδρομος τοῦ φαεινοῦ ἀστέρος ἀνταύγεια ἐπὶ τοῦ στερεώματος. Ὁ Χρῆστος Μηλιόνης διέταξε τοὺς ἄνδρας του νὰ ἐφορμήσωσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἀπερίγραπτος ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὁρμὴ τῶν ἐπιτιθεμένων. Αἱ πρῶται τοῦ ἡλίου ἀκτῖνες ἐφώτισαν τὰς πρώτας τῶν ξιφῶν ἀνελκύσεις καὶ τὰ ἑωθινὰ τῶν ἀηδόνων ᾄσματα ἐσίγησαν βωβανθέντα ὑπὸ τῶν πρώτων τοῦ καρυοφυλλίου βροντῶν. Οἱ ρύακες τοῦ αἵματος ἔρρευσαν παρὰ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, καὶ αἱ οἰμωγαὶ τῶν πιπτόντων ἀνεμείχθησαν μετὰ τῶν πνοῶν τοῦ ἀνέμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πάλη μετ᾽ ἀνεκφράστου ὁρμῆς ἀρχίσασα ἀμετάπτωτος ἐτηρήθη ἐπὶ δύο ὥρας. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἦσαν ἀκάματοι. Ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἡγεῖτο τῆς ἐφόδου, καὶ ἐπολέμει, ὡς συνήθιζε, μὲ διπλοῦν καρυοφύλλι, εἷς δὲ τῶν πιστοτέρων ἀκολούθων του ὄπισθέν του ἱστάμενος ἐγέμιζε τὸ ἓν καὶ παρελάμβανε τὸ ἄλλο, ἐκεῖνος δὲ τὸ ἐκένου καὶ τὸ ἐπέστρεφεν. Ὁ Σαΐτας ἐλύσσα, ἐφρύαττεν, ἔτριζε τοὺς ὀδόντας καὶ ἐπυροβόλει. Ὁ Πετρίτης ἐσκόπευε μετ᾽ ἀπιστεύτου δεξιότητος καὶ δὲν ἔσπευδεν, ἀλλ᾽ ἐκοίταζεν νὰ ἴδῃ ἂν ἐπέτυχεν ἡ βολή του. Ὁ Πευκόρραχος εἶχε φυτευθῆ κατὰ τὴν συνήθειάν του ὄπισθεν βράχου, καὶ ἐπυροβόλει ἀδιακόπως. Καὶ αὐτὸς ὁ Τοπτσὴς ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶχε γηράσει παραπολύ. ― Οἱ μονόματοι κλίνοντες τὸ ἓν γόνυ πρὸς τὴν γῆν, ἐσκόπευον, ἔβαλλον, ἐφόνευον. Ἡ θέσις, ἣν κατεῖχον οἱ ἐπὶ τοῦ λόφου Τοῦρκοι, προχείρως ὠχυρωμένη, δὲν ἦτο ἀρκούντως ἰσχυρά. Μετ᾽ ὀλίγον ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας διέταξε τὴν ὑποχώρησιν. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἦσαν πολλῷ πλείονες τῶν κλεφτῶν, ἀλλ᾽ ὑπερεῖχον κατὰ τὴν θέσιν. Πολλοὶ αὐτῶν, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἀγέρωχον διαβεβαίωσιν τῶν δύο κατασκόπων τοῦ Μηλιόνη, ἔδειξαν μεγάλην ἀνδρείαν. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνο, καθ᾽ ὃ ἀσυγκρίτως ὑπερεῖχον οἱ κλέφται, ἦτο ἡ περὶ τὸ σκοπεύειν δεξιότης. Σπανίως τις τῶν μονομάτων ἠστόχει τοῦ σκοποῦ. Οἱ Τοῦρκοι ἔρριπτον ἴσως διπλασίας βολὰς ἢ ὅσας ἔρριπτον οἱ πολέμιοι, ἀλλὰ τὰ βόλιά των δὲν εὕρισκον τὴν κάκοψη* σάρκα τοῦ κλέφτη, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Βαλαωρίτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὀλίγον ἔτι καὶ ἡ θέσις τῶν Τούρκων ἔμελλε νὰ κυριευθῇ ἐξ ἐφόδου ὑπὸ τῶν κλεφτῶν. Ἀλλὰ τότε ἀπροσδοκήτως ἐπῆλθεν ὑποτροπή τις θάρρους εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀμυνομένων, εἰς τὴν μίαν τοὐλάχιστον πτέρυγα αὐτῶν, ἧς ἡγεῖτο ὁ γνωστὸς ἡμῖν Γιουσοὺφ Ἰβραήμ. Ὁ Ἀλβανὸς οὗτος κατώρθωσε ν᾽ ἀναρριπίσῃ τὸ θάρρος τῶν περὶ αὑτόν, καὶ οὗτοι γενναίως ἀντέσχον, οὐ μικρὰν ζημίαν προξενήσαντες εἰς τοὺς κλέφτας. Δυσχερὴς καὶ βραδεῖα, ὡς φαίνεται, ἦτο πάντοτε ἡ ἔκβασις τοῦ κλεφτοπολέμου. Ἐνόσῳ διήρκεσε τῆς ἀντιστάσεως ταύτης τὸ σθένος, πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων μαχητῶν ἔπεσον. Ἀλλὰ τότε ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἐφρύαξε καὶ διέταξε κρατερὰν ἔφοδον. Οἱ κλέφται ἐφώρμησαν ἐκ τῶν προμαχώνων των, πανταχόθεν δὲ ὁρμήσαντες περιεκύκλωσαν τοὺς Τούρκους. Τότε ἐτράπησαν οὗτοι εἰς φυγήν. Ὁ Χρῆστος διέταξε νὰ τοὺς καταδιώξωσι· τὸ τουρκικὸν στράτευμα ἐσκορπίσθη εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅτε ἀνεπαύθησαν μικρὸν οἱ καταπεπονημένοι ἄνδρες, ὁ Μηλιόνης διέταξε νὰ μετρηθῶσι. Δεκαεννέα ἔλειπον. Τραυματίαι ἦσαν ἄλλοι τόσοι περίπου. Ἐκ τῶν ἐγκρίτων κλεφτῶν ἔπεσον ὁ Σαΐτας, ὁ Ξυπνητήρας, ὁ Πετρίτης καὶ ὁ Γκαβόχηνας. Ὁ δὲ γηραιὸς Τοπτσὴς ἔκειτο δεινῶς τετραυματισμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰς ἀπωλείας τοῦ ἐχθροῦ ὑπελόγιζεν ὁ Μηλιόνης εἰς τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ κατὰ προσέγγισιν ἀριθμοῦ των, ἤτοι εἰς ἑξήκοντα. Τοῦρκοι νεκροὶ εὑρέθησαν εἰς τὰ πέριξ κείμενοι περὶ τοὺς πεντήκοντα καὶ τούτων οἱ πλεῖστοι ἔκειντο ἐπίστομα, ὡς νὰ ἤθελον ν᾽ ἀπευθύνωσι πρὸς τὸν Ἀλλὰχ τὸ τελευταῖον ναμάζι*. Εὐτυχῶς οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν κλεφτῶν εὑρέθησαν ὅλοι ἀκέραιοι, καὶ οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν εἶχον προφθάσει ν᾽ ἀποκόψωσιν οἱ Τοῦρκοι. Ἐὰν τοιοῦτό τι συνέβαινεν, ὁ Μηλιόνης ἦτο ἕτοιμος νὰ διατάξῃ δευτέραν καταδίωξιν, ὅπως ἀποσπάσῃ τὰς κεφαλὰς τῶν συντρόφων του ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ ἐχθροῦ, σώζων αὐτὰς ἀπὸ τῆς ὕβρεως. Ἀκολούθως οἱ κλέφται ἐκήδευσαν τοὺς νεκρούς των μετὰ πάσης τιμῆς, καὶ δώδεκα τελευταῖοι πυροβολισμοὶ ἀντήχησαν εἰς τὰ ὄρη πρὸς τιμὴν τῶν πεσόντων.&lt;br /&gt;
ΚΒ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἐξέφερε φοβερὰν κραυγὴν μανίας καὶ ἀγανακτήσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ Θεὸς κ᾽ ἡ γῆ δὲν τὸ βαστᾷ, ἀνέκραξεν· ἐμένα, ἐμένα τὸν ἀδελφοποιτό σου;…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Τοῦρκος ἔμεινεν ἄφωνος, καὶ δὲν ἤξευρε πῶς νὰ δικαιολογηθῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χρῆστος δὲν κατεδέχθη νὰ τὸν ἐπιπλήξῃ περισσότερον, ἀλλὰ τῷ εἶπεν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐμπρός, τὰ ντουφέκια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶμαι ἕτοιμος, ἀπήντησεν ὁ ἄλλος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο ὁ Τοῦρκος Σουλεϊμάνης, ὃν εἴχομεν λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐπαινέσωμεν εἰς τὰς σελίδας τῆς διηγήσεως ταύτης. Ἀλλὰ τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων εἶχον δίκαιον ν᾽ ἀνακηρύξωσιν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν τὴν ψυχολογίαν κατόπιν τῆς μεταφυσικῆς. Ὁ Σουλεϊμάνης ἦτο ἀπὸ παλαιοῦ χρόνου πιστὸς φίλος τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Ἠδύνατο οὗτος νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν τιμήν του, τόσην ἐμπιστοσύνην εἶχεν εἰς τὸν Τοῦρκον ἐκεῖνον. Ὁ Χρῆστος εἶχε πείσει ἀγράμματόν τινα ἱερέα νὰ τοὺς περάσῃ διὰ τῆς ἁγίας ζώνης, ἤτοι ν᾽ ἀναγνώσῃ ἐπ᾽ αὐτῶν τὰς εὐχὰς τῆς ἀδελφοποιΐας. Ἔλεγόν τινες ὅτι ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς ποτὲ δὲν ἠδύνατο νὰ πεισθῇ ἂν δὲν τὸν ἠπείλει ὁ Χρῆστος Μηλιόνης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοιοῦτον παράδειγμα ἀδελφοποιΐας μετ᾽ ἀλλοθρήσκου ἦτο ἀνήκουστον ἴσως εἰς τὰ χρονικά. Ξενίαι καὶ φιλίας δεσμοὶ ἦσαν συχνότατοι μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τουρκαλβανῶν. Ἀλλ᾽ ἡ μετ᾽ αὐτῶν ἀδελφοποιΐα ἐνομίζετο ἀνόσιον. Οἱ δογματικοὶ τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀπεκήρυττον καὶ κατεδίκαζον τὸ ἔθιμον τοῦτο καθόλου, καὶ μεταξὺ χριστιανῶν. Ἡ θέσις, ἔλεγον εὐστόχως οἱ οὕτω συλλογιζόμενοι, ἡ θέσις μιμεῖται τὴν φύσιν. Ἡ δὲ φύσις δὲν παράγει ἀδελφούς, ἀλλ᾽ υἱούς. Οἱ γονεῖς σας δύνανται νὰ σᾶς προσποιήσωσιν ἀδελφοὺς διὰ γεννήσεως ἢ δι᾽ υἱοθεσίας. Σεῖς αὐτοὶ ὅμως ἀδελφοὺς δὲν δύνασθε νὰ πλάσητε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ὁ Χρῆστος Μηλιόνης δὲν εἶχε λάβει ἀφορμὴν νὰ μεταμεληθῇ διὰ τὴν μετὰ τοῦ Σουλεϊμάνη ἀδελφοποιΐαν. Ὁ Τοῦρκος οὗτος ἦτο πιστὸς καὶ ἔνθερμος φίλος. Ἀλλὰ φεῦ! Δὲν ἦτο καὶ χρημάτων κρείττων, ὡς ἀπεδείχθη ὕστερον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπὶ μακρὸν χρόνον ὁ Μουχτὰρ Κλεισούρας ἔμελλε νὰ περιφέρηται πρὸς φανταστικὴν καταδίωξιν τοῦ Χρήστου Μηλιόνη. Εἶχεν ἀναβῆ δὶς ἤδη ὅλους τοὺς λόφους τῆς Ἀκαρνανίας, εἶχε διαβῆ δὶς ὅλας τὰς κοιλάδας αὐτῆς. Καὶ μόνον εἰς τὴν θέσιν Ζυγουριὰν δὲν εἶχέ ποτε πλησιάσει. Ἡ μονοτονία αὕτη τῆς καταδιώξεως ἐπ᾽ ὀλίγον μόνον διεκόπη, διὰ τῆς ἀπροόπτου ἐπιθέσεως αὐτοῦ τοῦ Μηλιόνη, ἣν διηγήθημεν ἐν τοῖς ἔμπροσθεν. Ἀλλ᾽ οἱ Τοῦρκοι βαρέως φέροντες ὅσην ἔπαθον φθοράν, ἦσαν ἀπαρηγόρητοι, καὶ ἐγόγγυζον κατὰ τῶν αἰωνίων ἀναβολῶν τοῦ Κλεισούρα. Τότε οἱ συνετώτεροι τῶν ἀγάδων τῆς Ἀκαρνανίας, οἵτινες ἦσαν, ὡς πάντοτε συμβαίνει, οἱ πλουσιώτεροι, ἔστησαν συμβούλια… ἔλυσαν τὰ βαλάντια. Εὑρέθη δὲ καὶ ἄνθρωπος ἐπιτήδειος εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ὅστις ἔπεισε τὸν Σουλεϊμάνην, αὐτὸν τὸν πιστὸν φίλον τοῦ Χρήστου Μηλιόνη, ν᾽ ἀπέλθῃ πρὸς τὸν κλέφτην ὡς ἀπεσταλμένος, ἀπόρρητον ἔχων ἐντολὴν νὰ τὸν δολοφονήσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀπονήρευτος κλέφτης ὑπεδέχθη τὸν Τοῦρκον μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας. Ἤνοιξε πρὸς αὐτὸν τὴν καρδίαν του, ἐξέτεινεν ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ τὴν σκηνήν του, παρέθηκεν αὐτῷ τὴν λιτὴν τράπεζάν του, διέταξε τὸν Τσιντζούραν, τὸν ἀοιδόν, νὰ τραγῳδήσῃ ὅλα τὰ ᾄσματα ὅσα ἤξευρε, πλὴν τῶν ἡρωικῶν. Ἡ πλόσκα ἐτελείωσε δώδεκα κύκλους περὶ τοὺς συνδαιτυμόνας, ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα μεταβαίνουσα, ὁ ξενιζόμενος ηὐθύμησεν, ἐφαιδρύνθη, κατενύγη, ἐσκυθρώπασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί ἔχεις, Σουλεϊμάνη; τὸν ἐρωτᾷ ὁ Χρῆστος· τί ἔπαθες, βλάμη*;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τίποτε, βλάμη μου, ἀπήντησεν ὁ Ἀλβανός, κάτι θυμήθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Πιέ, νὰ τὸ ξεχάσῃς, εἶπεν ὁ Χρῆστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Σουλεϊμάνης ὑπήκουσεν, ἀλλ᾽ ἡ ὁμίχλη τῆς κατηφείας δὲν παρῆλθεν ἀπὸ τῆς μορφῆς του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χρῆστος δὲν τὸν ἠρώτησε τὸ δεύτερον, ἀλλ᾽ εἷς τῶν δαιτυμόνων, ὁ γέρων Τοπτσής, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἐθεραπεύθη ἐκ τῶν τραυμάτων του (εἶχον παρέλθει δύο σχεδὸν μῆνες ἀπὸ τῆς ἐν Λαγκόβῃ συμπλοκῆς) εἶχε συλλάβει ὑπονοίας, καὶ κατώπτευε τὸν Τοῦρκον διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν ὀφθαλμῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κάτι ἤθελα νὰ τοῦ πῶ τώρα, ἐψιθύριζε καθ᾽ ἑαυτόν, ἀλλὰ θὰ μὲ πῇ κουτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί μουρμουρίζεις, γερο-Τοπτσῄ; εἶπεν ὁ Χρῆστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τίποτα, καπετάνο, ἀπήντησεν ὁ γέρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ συσταλεὶς εἰς μίαν κόγχην ὁ γέρων Τοπτσής, ἀπεφάσισε νὰ μὴ σκέπτηται πλέον τίποτε. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην θαυμασίως συνέτεινεν ἡ πλόσκα, ἥτις εὑρίσκετο εἰς τὸν δέκατον καὶ τρίτον γύρον της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόνοι ἐκ τῶν συνδαιτυμόνων δὲν ἔπινον ὁ Χρῆστος Μηλιόνης καί τινες ἄλλοι τῶν κλεφτῶν τηροῦντες τὴν περὶ νηφαλιότητος σεπτὴν εἰς τὰς τάξεις των ρήτραν. Ἡ ἀρχαία τῶν κλεφτῶν πεῖρα ἐδίδασκεν αὐτοὺς ὅτι, ὁσάκις κλέφτης ἔπαθέ τι κακόν, ἔπαθε τοῦτο κατόπιν ἀμέτρου οἰνοποσίας, ἢ ἕνεκα ἄλλης ἁμαρτίας. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὸς ὁ Σουλεϊμάνης, ὅσον καὶ ἂν ἠλευθερίαζε περὶ τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κορανίου, δὲν ἦτο ὅπως ἄλλοτε ἀκρατὴς οἰνοπότης, ὅσον ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἤξευρεν. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι σήμερον κάτι ἐνθυμεῖτο, εἶπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάτι ἐνθυμεῖτο τῷ ὄντι. Ἐνθυμεῖτο τὸ πλῆρες χρυσίου βαλάντιον δι᾽ οὗ εἶχε διαφθαρῆ παρὰ τῶν ὁμοθρήσκων του, ὑποσχεθεὶς νὰ φονεύσῃ τὸν φίλον του Χρῆστον Μηλιόνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μικρὸν ἀκόμη καὶ ὁ Σουλεϊμάνης τοσοῦτον εἶχε σκοτισθῆ ὑπὸ τοῦ οἴνου, ὥστε ἤρχισε νὰ κλαίῃ μὲ ἀληθῆ δάκρυα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Τί ἔχεις, βλάμη; τῷ λέγει πάλιν ὁ Χρῆστος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Σήκω, πᾶμε νὰ σοῦ πῶ, ἀπήντησεν ὁ Ἀλβανός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐπορεύθησαν κατὰ μόνας ἀμφότεροι. Ἐκεῖ ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἔμελλε ν᾽ ἀκούσῃ τὴν ἀλλόκοτον ἐκείνην ἐξομολόγησιν, ἣν οὐδ᾽ εἶχε φαντασθῆ ποτὲ εἰς τὴν ζωήν του. Ὁ Σουλεϊμάνης τῷ ὡμολόγησεν ὅτι ἦτο βαλμένος νὰ τὸν σκοτώσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε ὁ Χρῆστος Μηλιόνης ἐξέπεμψε τὴν μανιώδη ἐκείνην κραυγήν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ Θεὸς καὶ ἡ γῆ δὲν τὸ βαστᾷ! Ἐμένα, τὸν ἀδερφοποιτό σου!&lt;br /&gt;
ΚΓ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τὸ πρῶτον κίνημα αὐτοῦ ὑπῆρξε ν᾽ ἁρπάσῃ τὸ τουφέκιον. Ἐν τούτοις ὁ Σουλεϊμάνης ἔπεσεν εἰς τὸν τράχηλόν του καὶ τὸν ἱκέτευεν…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ κλέφται ἰδόντες ἐκ τοῦ ἀπέναντι, ἔσπευσαν νὰ ἔλθωσι πρὸς τούτους. Καὶ οὐδεὶς ἐπρόφερε λέξιν, τὰ διασταυρούμενα βλέμματα μόνον ἠρώτων τί συνέβαινεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἐτόλμησαν νὰ πλησιάσωσι πολὺ πρὸς τὸ σύμπλεγμα, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀρχηγόν των. Μίαν λέξιν ἤκουσαν μόνον, ἣν ἐπρόφερε μεγαλοφώνως ὁ Χρῆστος Μηλιόνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Φεύγα! Τί κάθεσαι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ὁ Σουλεϊμάνης ἐπέμενεν, ὡμίλει σιγά, καὶ καθικέτευε τὸν Χρῆστον. Αἱ λέξεις δὲν ἠκούοντο, ἀλλ᾽ ἐάν τις τῶν παρόντων εἰς τὴν σκηνὴν ἐγίνωσκε τί εἶχε συμβῆ, καὶ ἔβλεπε τὴν ἔκφρασιν ταύτην τοῦ προσώπου του, θὰ ἠδύνατο ὡς ἔγγιστα νὰ ἑρμηνεύσῃ οὕτω τὰ λεγόμενα. «Πῶς νὰ γυρίσω εἰς ἐκείνους ποὺ μ᾽ ἔστειλαν; Ποῦ νὰ πάγω νὰ ζήσω; Σκότωσέ με καλύτερα. Ἢ προσκύνησε μὲ τὸ καλόν, ἢ σκότωσέ με».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγώ! ἐγὼ νὰ προσκυνήσω! ἀπήντησεν ὁ Χρῆστος Μηλιόνης. Ἐγὼ νὰ προσκυνήσω τοὺς Τούρκους;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Θὰ σὲ κάμουν δερβέναγα, ἀπήντα ὁ Σουλεϊμάνης. Θὰ σὲ κάμουν πρῶτον καπετάνο εἰς ὅλα τὰ χωριά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Νὰ μὴν τὸ ξαναπῇς αὐτό, ἀνέκραξεν ἀγρίως ὁ Χρῆστος, εἰ δὲ μή, σ᾽ ἔφαγα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἀπωθήσας ἀπὸ τοῦ στήθους του τὸν Σουλεϊμάνην, ἐχώρησεν ὀπίσω δύο βήματα, καὶ ἐφαίνετο ἕτοιμος νὰ ὁρμήσῃ κατ᾽ αὐτοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Εἶσαι προδότης! ἔκραξε πρὸς αὐτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐχάθηκα, ἐψιθύρισεν ὁ Σουλεϊμάνης, συνάπτων τὰς χεῖρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μὴ φοβᾶσαι, εἶπεν ὁ Χρῆστος, δὲν θὰ σὲ χαλάσω ἀποχεριοῦ*, ὅπως σοῦ ἔπρεπε· μαζί σου θὰ χτυπηθῶ. Φέρτε τὰ καρυοφύλλια δῶ, ἔκραξε πρὸς τοὺς κλέφτας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖνοι ὑπήκουσαν, ἀλλὰ δύο ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν παρουσιάσθησαν πρόθυμοι νὰ μονομαχήσωσιν ἀντὶ τοῦ ἀρχηγοῦ πρὸς τὸν Σουλεϊμάνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τοιαύτην προσφορὰν δὲν ἠδύνατο ὁ ἀρχηγὸς νὰ δεχθῇ. Τοὐναντίον εἶχεν ἀπόφασιν αὐτὸς νὰ μονομαχήσῃ. Ἀλλ᾽ ὁ Σουλεϊμάνης ὅστις ὡς ἐκ τῶν συμβάντων τούτων, εἶχεν ἀνανήψει ἐκ τῆς μέθης ἤδη, ἐτόλμησε νὰ προτείνῃ μίαν ἀντίρρησιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀφοῦ βρίσκομαι στὰ χέριά σου, εἶπε, ποιὸς μοῦ ἀποκρίνεται πὼς θὰ μὲ ἀφήσουν νὰ φύγω οἱ σύντροφοί σου, ἂν τύχῃ καὶ σὲ σκοτώσω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ παρατήρησις αὕτη ἐφάνη εὔλογος εἰς τὸν Χρῆστον Μηλιόνην. Προσκαλέσας τοὺς προκρίτους τῶν κλεφτῶν του εἶπεν αὐτοῖς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐλᾶτε, παιδιά, ν᾽ ἀμώσετε στὸ σπαθὶ καὶ στὸ σταυρό, νὰ τὸν ἀφήσετε νὰ φύγῃ, ἂν μὲ σκοτώσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ κλέφται ἐθεώρησαν ἀλλήλους ἀπορηματικῶς. Οὐδεὶς ἦτο πρόθυμος νὰ κάμῃ τὴν ἀρχήν. Οὐδεὶς ἐκινήθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χρῆστος Μηλιόνης τοὺς ἐπέπληξε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Κανένας σας δὲν κρένει; Βούβα σᾶς ἔπιασε!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος ὁ Τοπτσής, καὶ μετ᾽ αὐτὸν ὁ Πευκόρραχος, διεμαρτυρήθησαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐγὼ δὲν ἀμώνω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Μήτ᾽ ἐγώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅντας σκοτωθῇς ἐσύ, καπετάνο, εἶπεν εὐστόχως ὁ γηραλέος Τοπτσής, κανένα κουμάντο δὲν θά ᾽χουμε, καὶ τότες ποιὸς θὰ ἐμποδίσῃ τὰ παλληκάρια;…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἀφήνω ἐσένα καὶ τὸν Πευκόρραχον στὸ ποδάρι μου, ἐπέμεινεν ὁ Χρῆστος· οἱ δύο σας πρέπει νὰ μοῦ ὑποσχεθῆτε ὅτι δὲν θὰ ἀφήσετε νὰ τὸν βαρέσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ δύο κλέφται συνεκινήθησαν καὶ ἵσταντο διστάζοντες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―  Καὶ ἂν ἐσεῖς δὲν φανῆτε ἄξιοι, προσέθηκεν ὁ Μηλιόνης, ἀφήνω στοὺς Τσεκουραίους κατάρα νὰ σᾶς πάρουν τὸ καπετανᾶτο, καὶ νὰ σᾶς πολεμήσουν, ἂν δὲν φυλάξετε τὴν διαθήκη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε ὁ Τοπτσὴς καὶ μετ᾽ αὐτὸν ὁ Πευκόρραχος, κατηφεῖς καὶ τεθλιμμένοι, ἔτειναν τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ξίφους, καὶ ὥμοσαν ν᾽ ἀφήσωσιν τὸν Σουλεϊμάνην ἐλεύθερον, ἂν ἐφόνευε τὸν προσφιλῆ ἀρχηγόν των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .&lt;br /&gt;
ΚΔ´&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὸ χωρίον Πευκάκια, ὅπου εἶχε καταφύγει ἡ Βάσω, ἀπῆλθεν ὁ Νῖκος τὴν ἐπαύριον, καὶ διηγήθη μετὰ δακρύων τὸ σπαραξικάρδιον τέλος τῆς ἱστορίας ταύτης. Ὁ ἡρωικὸς πρόμαχος τῆς Ἀκαρνανίας δὲν ἦτο πλέον μεταξὺ τῶν ζώντων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ καλύτερον παντὸς ἄλλου διηγοῦνται τὴν ἔκβασιν τῆς πάλης οἱ δύο στίχοι τοῦ ἡρωικοῦ ᾄσματος:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μὲ τὸ τουφέκι τρέξανε, ἕνας νὰ φάῃ τὸν ἄλλο,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
φωτιὰν ἐδῶκαν στὴ φωτιά, πέφτουν κ᾽ οἱ δυὸ στὸν τόπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ οὕτως ὅ τε προδότης τῆς φιλίας καὶ ὁ ἀπαράμιλλος μαχητὴς τῶν ὀρέων ἔσχον κοινὸν τὸν πότμον, καὶ ἔβρεξαν διὰ τοῦ αἵματός των τὸ αὐτὸ ἔδαφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοτεινήν τινα νύκτα τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ὁ Κώστας μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων του, ὁ Νῖκος καὶ ἡ Βάσω, μὴ βλέποντες ἑαυτοὺς ἐν ἀσφαλείᾳ, κατώρθωσαν νὰ φύγωσι καὶ διεπεραιώθησαν εἰς Λευκάδα. Ὅπως συγχωρήσῃ ὁ Κώστας τὸ ἁμάρτημα, ἢ μᾶλλον τὸ ἀτύχημα, τῆς θυγατρός του, ἐδέησε νὰ μεταβιβασθῶσι πρὸς αὐτὸν αἱ ὕσταται παραγγελίαι τοῦ Χρήστου Μηλιόνη, δι᾽ ὧν ἐγίνετο ἐγγυητὴς ὑπὲρ τῆς ἀναδεκτῆς του. Ὁ δὲ Νῖκος οὐδεμιᾶς παρακελεύσεως ἀνάγκην εἶχεν ἵνα συγχωρήσῃ. Μετὰ ἓξ μῆνας λήξαντος τοῦ πένθους, ὅπερ ἔφερεν ἡ νεᾶνις διὰ τὸν νοννόν της, ἐτελέσθη ἐν Λευκάδι ὁ γάμος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν αὐτὴν συγκατάβασιν ὅμως δὲν ἔδειξε καὶ ὁ ἀπαγωγεὺς τῆς Βάσως πρὸς τὴν Μαύρην, τὴν δύσμοιρον Φατμάν. Χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ τί ἔπταιε, κατεβιβάσθη ζῶσα εἰς βαθὺ φρέαρ, καὶ ἐκεῖ εὗρε σκληρὸν τὸν θάνατον· μετ᾽ ὀλίγον χρόνον καὶ αὐτὸς ὁ Χαλὴλ ἀγὰς ἐδολοφονήθη ὑφ᾽ ἑνὸς τῶν ὁμοθρήσκων του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκ τῶν συντρόφων τοῦ Μηλιόνη, οἱ πλεῖστοι ἠκολούθησαν μετὰ τὸν θάνατόν του τοὺς Τσεκουραίους, καὶ διέπρεψαν εἰς πολλὰς συμπλοκάς. Ὁ γέρων Τοπτσὴς ἑκὼν παρῃτήθη τὴν ἀρχηγίαν, ὁμοίως καὶ ὁ Πευκόρραχος, ἐκεῖνος μὲν ὡς λίαν πρεσβύτης, οὗτος δὲ ὡς ἄγαν δυσκίνητος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περὶ τοῦ Καμπόσου οὐδὲ λέξις ποτὲ ἠκούσθη, οὐδ᾽ ἔμαθέ τις τί ἀπέγινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1885)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1565186110950189627/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_5942.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1565186110950189627'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1565186110950189627'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_5942.html' title='ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1053793058045037445</id><published>2011-11-15T22:32:00.003-08:00</published><updated>2011-11-15T22:32:55.544-08:00</updated><title type='text'>ΘΕΡΟΣ -ΕΡΩΣ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΘΕΡΟΣ – ΕΡΟΣ&lt;br /&gt;
ΕΙΔΥΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περὶ τὴν χαραυγήν, ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνισε τὰ παιδία, καὶ ἀφοῦ τὰ ἔνιψε καὶ τὰ ἐκτένισε ἐπιμελῶς τοὺς ἔδωσε παξιμαδάκια νὰ μασήσουν, «γιὰ νὰ μὴν τὰ μπουκώσ᾽ ὁ γάδαρος». Εἶτα ἔλαβε τὸ κομψόν, εὔπλεκτον καλάθιόν της, ἔθεσε ἐντὸς τὴν ρόκαν, τὴν μανδήλαν της καὶ ὀλίγα τρόφιμα διὰ πρωινὸν πρόγευμα, καὶ ἐξῆλθε μετὰ τῆς συνοδίας της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνα τόσον πρωί. Ἡ μόνη διαφορὰ ἦτο ὅτι σήμερον, ἕνεκα τοῦ ἐξαιρετικοῦ τῆς ἡμέρας, ὡδήγει μαζί της τὰ μικρὰ παιδία, καὶ ὄχι μόνον αὐτά. Ἀλλ᾽ ἡ καλὴ γραῖα ἦτο πάντοτε ἀγροδίαιτος, καὶ ἂν διενυκτέρευε συνήθως εἰς τὴν πόλιν, ποτέ, οὔτε μίαν ἡμέραν δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τὴν ἐξοχήν. Εἶχε τὴν ἀμνάδα της, τὴν ὁποίαν ἔτρεφε φιλοστόργως καὶ αἱ ἀγαθαὶ γειτόνισσαι διηγοῦντο ὅτι ἐκοιμᾶτο μετ᾽ αὐτῆς ἀγκαλιαστά, διὰ νὰ ζεσταίνεται. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐκοιμᾶτο μὲ τὴν ἀμνάδα, ἐκοιμᾶτο ὅμως εἰς τὸ αὐτὸ ὑπόστεγον, ὅπου καὶ ἡ ἀμνάς, μικρὸν ὑπόστεγον μὴ διαφέρον ὀρνιθῶνος εἰς τὸν μυχὸν τῆς αὐλῆς. Καὶ τὴν ἡμέραν ἡ μὲν ἀμνὰς εἶχε τὰ ἀρνία της, ἡ δὲ Φωτεινὴ τὰ παιδία της, τὰ τέκνα τῆς κυρίας της καὶ τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς, ἡμίσειαν δωδεκάδα μικρῶν διαβόλων, οἵτινες ἐκρεμῶντο ἀπὸ τὰ φουστάνια της, προσεκολλῶντο εἰς τὰ σπηλαιώδη στέρνα της καὶ ἐπήδων εἰς τοὺς κυρτοὺς ὤμους της. Τὴν δὲ νύκτα ἡ μὲν ἀμνὰς εἶχε τὰ μηρυκάσματά της, δι᾽ ὧν ἐκράτει ἔξυπνον τὴν σύνοικον, ἡ δὲ γραῖα εἶχε τὰ ὄνειρά της, ἄλλα μηρυκάσματα τῆς φαντασίας καὶ αὐτά, ὑφ᾽ ὧν ἐστέναζεν ἐνίοτε ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ἐξυπνοῦσα τὴν προβατίναν, ἥτις διὰ μικροῦ βελασμοῦ ἀπήντα συμπαθῶς εἰς τοὺς στεναγμούς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ ἦτο ἑλληνικὴ ἑορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀνθοῦς, ἡ πομπὴ συνωδεύετο καὶ ἀπὸ τὴν μεγάλην κόρην τῆς κυρίας της, τὴν περικαλλῆ Ματήν. Τούτου ἕνεκα, ἡ γραῖα ἀνέλαβεν ἐνώπιον ταύτης τὴν ἡμιαληθῆ ἐκείνην σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ γραῖαι ὑπηρέτριαι ὁπλίζονται ἐνώπιον τῶν νεαρῶν θυγατέρων τῶν δεσποινῶν των. Δὲν ἐπέτρεπε πλέον εἰς τὰ παιδία νὰ πιάνωνται ἀπὸ τὰ φουστάνια της νὰ τὰ τραβοῦν, ἀδιακόπως τὰ ἐμάλωνε, κ᾽ ἐκεῖνα ἔτρεχαν ἄλλα ἐμπρός, ἄλλα εἰς τὰ πλάγια, χωρὶς νὰ δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς φωνάς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἐβάδιζε δεξιόθεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γραίας, ὑψηλή, εὐσταλής, καλλίζωνος. Εἶχε ξενικὰ διευθετημένην τὴν κόμην της, ἔμενε πάντοτε ἀσκεπὴς οἴκοι. Μόνον τὴν πρωίαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐξοχήν, ἐφόρει λεπτὸν λευκὸν μανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους καὶ τὸ ἰνίον, τόσον βραχὺ καὶ τόσον ἐντέχνως διπλωμένον, ὥστε ἦτο ὡς νὰ μὴν τὸ ἐφόρει, καὶ ἡ πλουσία ξανθὴ κόμη της ἐφαίνετο σχεδὸν ὅλη, μέχρι τῆς ὀσφύος κατερχομένη εἰς δύο παχείας πλεξίδας, ὡς σταλακτίτας χρυσοῦς, καὶ ὁ λαιμός της ἦτο ὁρατὸς ὅλος κάτω τοῦ βρόχθου εἰς τὸν λάκκον τῆς σφαγῆς καὶ μέχρι τῆς ρίζης τῶν ὠμοπλατῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐφόρει μικρὰν πόλκαν κανελόχρουν καὶ λευκὸν μεσοφούστανον πολὺ κοντὸν διὰ τὸ ἀνάστημά της. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ μήτηρ ὑπελόγισε πολὺ κακῶς διὰ τὴν μέλλουσαν ἀνάπτυξιν τῆς κόρης, καὶ ὅσον ἐκείνη τῆς ἔκαμνε κοντὰ φορέματα, τόσον ἡ νέα ηὔξανε καὶ ἐπέτα ἀνάστημα ἀποτόμως. Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾽ ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἴκοσιν ἐτῶν, ἐν ὑπερακμῇ ρώμης καὶ καλλονῆς, ὁμοία μὲ τὴν Πρωτομαγιάν, τὸ κορύφωμα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως, τὴν ἑτοίμην νὰ παραδώσῃ τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος-ἔρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης, καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της, εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην, κ᾽ ἔμεινεν μόνον μὲ τὸ μεσοφούστανον, μὲ τὸ ὁλοβρόχινον* ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ραδινὸν τῆς μέσης, ἡ χάρις τοῦ ἀναστήματος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν, ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι εἶχεν ἀποταμιευμένα νεοδρεπῆ, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζούσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ρόδου. Ἡ κόμη ἐπέστεφε τὸ μέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόμενον νέφος μὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλῃ τὴν αἴγλην τοῦ φωτός, καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόμεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλμούς της ὡς λευκὴ ὁμίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ, καὶ τὰ χείλη μὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο μορμυρίζοντα: φίλησέ με!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ἐβάδισαν χίλια βήματα ἔξω τῆς πολίχνης, καὶ ἡ ἐξοχὴ ἤρχισε νὰ μεθύσκῃ τὰς αἰσθήσεις των μὲ τὰς ἀπείρους εὐωδίας της, εἰσῆλθον εἰς στένωμά τι μεταξὺ δύο φρακτῶν, βαίνουσαι ἐπὶ τῆς χλόης, πατοῦσαι τὰ χαμαίμηλα, συλλαμβανόμεναι ἐνίοτε ὑπὸ τῶν βάτων, ἐνῷ τὰ παιδία ἔτρεχαν ἐμπρός, καὶ πότε εἰσέβαλλον εἰς ἄμπελον κ᾽ ἔκοπτον βλαστούς, πότε ἀνερριχῶντο εἰς ἄγρια δένδρα ἐν μέσῳ τῶν φρακτῶν ὑψούμενα, κ᾽ ἐζήτουν φωλεὰς στρουθίων, ἐνῷ ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φρόνιμα, παιδιά! Τίνος τὸ λέω; Μὴν τρέχῃς, σὰν ἀγριοκάτσικο, Μανώλη! Τί θέλεις ἐκεῖ πάνω, Γιάννη; Σταθάκη, θὰ ξεσχίσῃς τὸ ροῦχό σου. Κάτω, ἐσὺ μικρέ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ δὲ Ματή, διακόπτουσα τὸν ρεμβασμόν της, ἠπείλει τὰ παιδία μὲ τὴν παλάμην, κράζουσα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἡσυχία, παιδιά! Θὰ φᾶτε ξύλο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλα αὐτὰ ἐπέφεραν μικρὰν βραδύτητα εἰς τὴν πορείαν, καὶ ἄλλαι γυναῖκες ὄπισθεν ἐρχόμεναι, μὲ τὰ καλαθάκια των, ταχυποροῦσαι τὰς ἐκαλημέριζαν κ᾽ ἐπροσπερνοῦσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖ συναντῶσιν ἕνα νέον, ὅστις, ἐνῷ ὅλοι ἐπήγαιναν εἰς τὴν ἐξοχήν, αὐτὸς ἐφαίνετο ἐπιστρέφων ἤδη καὶ διευθύνετο εἰς τὴν πόλιν. Ἦτο ὑψηλός, μὲ ἀρρενωπὴν ὄψιν, μὲ γλυκεῖς μέλανας ὀφθαλμοὺς καὶ μ᾽ ἐκφραστικοὺς χαρακτῆρας. Τὸ βάδισμά του ἦτο ὑπερήφανον, μετά τινος ἐπιτηδεύσεως, οἱονεὶ συρτόν, καὶ εἶχε λεπτὸν μαῦρον μύστακα στριμμένον. Θὰ ἦτο ἕως εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἅμα εἶδεν ἀντικρύ του τὰς δύο γυναῖκας, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἐβράδυνε τὸ βῆμα, ὡς νὰ ἤθελε ν᾽ ἀπολαύσῃ ἐπί τινας στιγμὰς περισσότερον τῆς θέας των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις ἰδοῦσα τοῦτον, ἡ γρια-Φωτεινὴ τὸν ἐκοίταξε μὲ ἦθος φιλύποπτον, ὡς νὰ ἤξευρε κάτι τι περὶ τοῦ ἀτόμου του, καὶ ἀδιοράτως ἔσεισε τὴν κεφαλήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματή, ἅμα τὸν εἶδε, συνεστάλη ἐγγύτερον εἰς τὸ πλευρὸν τῆς γραίας συνοδοῦ της, οἱονεὶ διὰ νὰ τοῦ κάμῃ τόπον νὰ περάσῃ διὰ τῆς στενῆς παρόδου μεταξὺ τῶν δύο φρακτῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐπλησίασε μὲ βραδὺ βῆμα, ἔρριψε μακρὸν βλέμμα εἰς τὴν Ματήν, ἥτις ἐχαμήλωσε τὰ ὄμματα, ἔβγαλε τὸ καπέλο του, ἐχαιρέτισε τὰς δύο γυναῖκας, καὶ ἀπεμακρύνθη, οἱονεὶ μετὰ δυσκολίας καὶ κόπου. Εἰς τὴν κομβιοδόχην του ἔφερε ρόδον, μικρὰν δὲ ἀνθοδέσμην ἐκράτει εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα, τὴν ὁποίαν, ἐνῷ ἐχαιρέτιζε διὰ τῆς δεξιᾶς, ἀκουσίως βέβαια ἐπρότεινε μικρὸν πρὸ τοῦ στέρνου, ὡς νὰ ἐπεθύμει νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνθοδέσμην εἰς τὴν Ματὴν καὶ δὲν ἐτόλμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα ἀπήντησε ψυχρῶς εἰς τὸν χαιρετισμόν του, ἡ νέα μόλις ἔνευσε διὰ τῆς κεφαλῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἔγινεν ἄφαντος, ὄπισθεν μικρᾶς καμπῆς τῆς παρόδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἔστρεψε ἐταστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν Ματήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποῦ νὰ ἦτον αὐτὸς ὁ Ἔρωτας; εἶπε· καὶ γιατί γυρίζει τόσο πρωὶ ἀπ᾽ τὴν ἐξοχή;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε μὲ ἀπορίαν τὴν γραῖαν θεράπαιναν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐμένα ρωτᾷς; εἶπε· καὶ τί ξέρω ἐγώ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅλοι πᾶνε, ἐπανέλαβε μὴ δοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡ γραῖα, ὅλοι τώρα πᾶνε, κι αὐτὸς ἔρχεται. Ὁ ἥλιος τώρα ἀκόμη θὰ βγῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι ὁ ἥλιος τὴν στιγμὴν ἐκείνην προέκυψεν ἀνερχόμενος ἐκ τοῦ ἀπέναντι βουνοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ δὲν ἀπήντησεν ἐκ δευτέρου. Μόνον ἐφαίνετο σύννους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ξέρω ἐγώ, Ματή μου, ἐπανέλαβεν ἡ γραῖα, ξέρω ἐγὼ γιατί γυρίζει τόσο γλήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀφοῦ τὸ ξέρεις, πῶς ἐρωτᾷς; εἶπεν ἡ Ματή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲ θὰ πῆγε πολὺ μακριά, καθὼς πᾶν ἄλλοι, θὰ ἔκαμε πάνου ἀπὸ τὰ Πηγάδια κ᾽ ἔστρεψε δεξιὰ ἀπὸ κεῖ ποὺ πᾶν οἱ λιμεναρχαῖοι κ᾽ οἱ τελώνηδες καὶ ὁ νεροδίκης* περίπατο καὶ γιὰ αὐτὸ γυρίζει γλήγορα πίσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ ἔχῃ κανέναν κῆπο ἐδῶ σιμά, φαίνεται, κ᾽ ἐπῆγε νὰ κόψῃ λουλούδια καὶ ἐγύρισε, παρετήρησεν ἡ Ματή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἔχει κανένα κῆπο ἐδῶ σιμά, ἀντέκρουσεν ἡ γραῖα, καὶ δὲν πῆγε νὰ κόψῃ λούλουδα, Ματή μου, καὶ νὰ γυρίσῃ, μόνο ἤθελε νὰ μᾶς εὑρῇ στὸ δρόμο ἐμᾶς, καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐγύρισε γλήγορα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐμᾶς; Στὸ δρόμο; ἐπανέλαβεν ὡς νὰ μὴν ἐνόει ἡ Ματή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Αὐτὸ π᾽ σ᾽ λέω ᾽γώ, ἐπέμεινεν ἡ γραῖα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καλέ, μὴ μὲ σκοτίζῃς, Φωτεινή, ἔκραξεν ἡ νέα. Καὶ τί μὲ μέλει ἐμέ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα δὲν ἐτόλμησε πλέον νὰ γρύξῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὑπερέβησαν ἤδη τὴν στενὴν πάροδον καὶ ἐξῆλθον εἰς τοὺς χλοεροὺς διανθεῖς κάμπους. Μεθυστικὸν ἄρωμα ἀνήρχετο ἀπὸ τῶν ἀπειραρίθμων ἀνθῶν, οἱ φράκται τῶν ἀμπέλων ἔθαλλον μὲ ἀγραμπελιά, καὶ μ᾽ αἰγοκλήματα καὶ μὲ ἀκανθώδεις θάμνους, τινὲς τῶν ἀγρῶν ἐφαίνοντο αἱμάσσοντες εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἀπὸ χιλίας μυριάδας παπαρούνας. Ἐναμίλλως ἤνθουν τὸ χαμαίμηλον καὶ ἡ καυκαλήθρα καὶ ἡ μολοχάνθη, τὰ ἀστεράκια καὶ τὰ κιτρινούλια ἐπρόβαλλον δειλῶς τὰς ἀσθενεῖς κεφαλάς των ἐν μέσῳ τῆς ὑπερκόμπου ἀφθονίας τῶν κατερύθρων μηκώνων σημειούντων τὴν ὑπεραιμίαν τοῦ ἔαρος. Ἀνώνυμά τινα ἀνθύλλια, χόρτα σταχυοειδῆ, σπαράγγια ἀκανθωτὰ καὶ βεργιὰ καὶ ἄλλα ἀνεμειγνύοντο ἐν μέσῳ τοῦ ἀπείρου πλούτου τῆς Χλωρίδος. Ἦτο ἡ Πρωτομαγιὰ ἡ θεσπεσία, ἦτο ἡ ἄνοιξις ἐν πληθώρᾳ ζωῆς, ἑτοίμη νὰ παραδώσῃ τὸ σκῆπτρον εἰς τὸ δρεπανοφόρον θέρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῇδε κἀκεῖσε, πτωχὰ γραΐδια κύπτοντα εἰς τὴν γῆν ἐμάζευαν χαμολούλουδα, ἰαματικὸν ποτὸν διὰ τὸν χειμῶνα. Ἐπί τινος βράχου εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ λόφου τῆς Δραγασιᾶς, ἐγειρομένου εἰς τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πεδιάδος, εἶχον ἀναβῆ μὲ ὅλας τὰς φωνὰς τῆς γραίας καὶ τὰς ἀπειλὰς τῆς Ματῆς, ὁ Μανώλης καὶ ὁ Σταθάκης καὶ ὁ Θύμιος, καὶ κατόπιν αὐτῶν προσεπάθει νὰ φθάσῃ καὶ ὁ μικρὸς Κωστάκης. Εἶχον ἰδεῖ ἐκεῖ ἐπάνω τὸν Μάην, τὸ φερώνυμον ἄνθος, καὶ ἔτρεξαν νὰ τὸ δρέψωσιν. Ὁ Σταθάκης εἶχε κόψει λυσοχόρταρον, μικρὸν σταχυοειδὲς χόρτον, καὶ μὲ αὐτὸ ἤρχισε νὰ κεντᾶ τὴν ρῖνα του, ἐπᾴδων:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λῦσε, λῦσε, μύτη μου,&lt;br /&gt;
μὲ τὸ λυσοχόρταρο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αἱ δύο γυναῖκες ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσι, περιμένουσαι νὰ κατέλθωσι τὰ παιδία. Ἡ Ματή, ἥτις δὲν ἔπαυσε νὰ ρεμβάζῃ, κατέστη αὐστηροτέρα καὶ τέλος, μετὰ πολλὰς ἀπειλάς, τὰ ἠνάγκασε νὰ καταβῶσιν ἀπὸ τοῦ βράχου. Ἄλλως, ἑκατοντάδας μόνον βημάτων ἀπεῖχον τώρα ἀπὸ τῆς Δραγασιᾶς, τοῦ γηλόφου ὅπου διηυθύνοντο. Ἐπὶ τῆς μιᾶς τῶν δύο κορυφῶν τῆς Δραγασιᾶς, τῆς χθαμαλωτέρας, ἐφαίνετο μικρά τις ἰδιόρρυθμος καλύβη, καὶ κόκκινον σῆμα κυματίζον ἐπ᾽ αὐτῆς. Ἦτο τὸ μπαϊράκι τοῦ ἀγροφύλακος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ παιδία ἔτρεξαν πηδῶντα χαριέντως, ὡς οἰκόσιτα ἐρίφια, καὶ τέλος ἡ συνοδία ἔφθασεν εἰς τὴν Δραγασιάν. Ἐκεῖ πλησίον τῆς καλύβης τοῦ ἀγροφύλακος, ἦτο τὸ κτῆμα τῆς οἰκογενείας τῆς Ματῆς, ἐκ πολλῶν δεκάδων στρεμμάτων, ἄμπελος καὶ ἐλαιὼν μετὰ κήπου. Ἦτο τοιχογυρισμένον ὅλον, εἶχε καὶ καλύβι, οἰκίσκον ἐξοχικόν, καλῶς διατηρούμενον, ὅστις συνήθως ἐχρησίμευεν εἰς ἀπόθεσιν ἐλαιῶν, σύκων, ἀπίων, καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων ἐν καιρῷ τῆς καλλιεργείας. Εἶχε καὶ ξυλίνην ληνὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἴνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μήτηρ τῆς Ματῆς εἶχε μείνει κατ᾽ οἶκον, πάσχουσα διαρκῶς χωρὶς νὰ εἶναι ἀσθενής. Ἡ κυρα-Λιμπέραινα ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν, αἵτινες δὲν ἀγαπῶσι τὴν ἐξοχήν, δυσκίνητοι οὖσαι εἰς πεζοπορίαν, δύσκολοι εἰς ἀνάβασιν ὑποζυγίου. Ἄλλως, τὴν εἶχε καλομάθει ἡ γρια-Φωτεινή, ἥτις ἀπὸ πεντηκονταετίας δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπηρετῇ τὴν οἰκογένειαν, ἐπιστατοῦσα εἰς πᾶσαν ἀγροτικὴν ἐργασίαν. Ἡ κυρά της τὴν εἶχε λάβει ὡς προῖκα, σχεδὸν ὡς οἰκογενῆ δούλην, ἀπὸ τὴν μακαρίτισσα τὴν μητέρα της. Ἡ γρια-Φωτεινή, ἀφότου ἐπνίγη τὸ πάλαι ὁ ἀρραβωνιαστικός της (ὁ λιγοζώητος!), νέος ἁλιεύς, μὲ τὴν βάρκαν (κατ᾽ ἄλλους τὸν ἔφαγε τὸ σκυλόψαρο), οὐδέποτε ὑπανδρεύθη. Ἔφερεν ἀκόμη καὶ μετὰ τεσσαράκοντα ἔτη τὸ πένθος του. Τὴν νύκτα δὲν ἔπαυε νὰ τὸν βλέπῃ εἰς τὰ ὄνειρά της. Ὁ καπετὰν Λιμπέριος, ὡς ὅλοι οἱ ὁμότεχνοί του, ἤθελε «βασιλικὰ ἔξοδα» διὰ ν᾽ ἀποφασίσῃ νὰ μετακομισθῇ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἅμα ἔπαυε νὰ βλέπῃ θάλασσαν, δὲν ἀνέπνεε πλέον. Ἀφότου ἐπώλησε τὴν τελευταίαν μεγάλης χωρητικότητος σκούναν του (εἶχεν εὕρει καλὸν ἀγοραστήν), καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν χιλιάδας τινὰς ταλλήρων, ὅσας εἶχεν ἀποκτήσει θαλασσοπορῶν, ἐπέρνα τὸν καιρόν του διημερεύων εἰς τὰ παραθαλάσσια καφενεῖα, παίζων τὴν ρωσικὴν πρέφαν, ἐπικρίνων αἰωνίως τὸν δήμαρχον, τοὺς τρεῖς παρέδρους καὶ τοὺς δώδεκα συμβούλους, σκώπτων ἐκείνους τῶν συναδέλφων του, ὅσοι ἐφαίνοντο τρέφοντες τὴν φιλοδοξίαν νὰ «σιάξουν τὸ χωριό», ἀρνητικῶς πολιτευόμενος καὶ οὐδέποτε ἐκθέτων κάλπην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φωτεινὴ ἐνέβαλε τὸ κλειδίον εἰς τὸ κρεμαστὸν κλεῖθρον καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν τοῦ περιβόλου. Τὰ παιδία εἰσώρμησαν σκιρτῶντα εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἦτο καλὸν κτῆμα, περιποιημένον πολύ. Ὁ καπετὰν Λιμπέριος, ἂν καὶ οὐδέποτε αὐτὸς ἐπάτει, δὲν ἐφείδετο χρημάτων πρὸς καλλιέργειαν. Ἡ δὲ Φωτεινὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἐκεῖθεν. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ἐκεῖ, εἰς τὴν Δραγασιάν, «τὴν εἶχαν ἀφαλοκόψει».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Σταθάκης, ὁ Μανώλης καὶ τὰ ἄλλα παιδία, ἔτρεξαν ἀμέσως εἰς τὸ μέρος τοῦ κτήματος, τὸ διευθετημένον εἰς κῆπον, καὶ ἤρχισαν νὰ δρέπωσι ρόδα καὶ κρίνους. Εἶχαν κόψει ἀγραμπελιὰ καθ᾽ ὁδόν, καὶ ἤρχισαν νὰ πλέκωσι στεφάνους καὶ νὰ τοὺς φορῶσιν εἰς τὴν κεφαλήν, μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ, μεθ᾽ ὅσου μικρὸν πρότερον ἀνεζήτουν τὸν Μάην καὶ τὸ λυσοχόρταρον· μικροὶ ἀκούσιοι εἰδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἔκοψε λευκὸν ρόδον κ᾽ ἐκόσμησε τὸ παρθενικὸν στῆθός της. Ἡ ἀηδών, ἡ λιγεῖα ψάλτρια, βλέπουσα τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἄνθος ἐπὶ τοιαύτης γάστρας φυτευθέν, θὰ ἠρωτεύετο μὲ διπλοῦν ἔρωτα τὸ χαριτωμένον ἐκεῖνο ρόδον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Σταθάκης κύψας μεταξὺ δύο κιναρῶν, ἐζήτει νὰ εὕρῃ ἀγκινάραν, τὴν ὁποίαν ἀφοῦ καθαρίσῃ καλῶς καὶ τὴν πλύνῃ εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ, τὸ προχεόμενον ἀπό τινος λάκκου, ἐμελέτα νὰ φάγῃ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν, ἥτις θὰ τὸν ἐμάλωνε, φοβουμένη μὴ ἦτο πολὺ πικρά, καὶ φαρμακωθῇ τὸ παιδίον. Ἡ μικρὰ πηγὴ ἀπεῖχεν ὀλίγα βήματα, καὶ ἦτο εἰς σπηλαιώδη τινὰ μικρὰν χαράδραν, ἐν μέσῳ τοῦ κτήματος, τοῦ ἀποτελοῦντος αὐτὸ τὸ ζύγωμα τῶν δύο κορυφῶν τοῦ λόφου, ὅπου ἐτέμνοντο κλιτύες κατερχόμεναι ἡ μία ἀμπελόφυτος, ἡ ἄλλη ἐλαιοβριθής· ὑπεράνω τῆς πηγῆς, πελωρία κληματαριὰ ἥπλωνε τοὺς κλάδους καὶ τοὺς βλαστούς της, οἱ βότρυες ἐτρέφοντο ἤδη δαψιλεῖς, καὶ πρὸ ἡμερῶν ἡ γρια-Φωτεινή, ἀναρριχηθεῖσα μὲ τὰ γηρατεῖά της εἰς τὸν κορμὸν τῆς μεγάλης πλατάνου τῆς ἀνεχούσης τὴν κληματαριάν, εἶχε κρεμάσει εὐμέγεθες σκόροδον εἰς τὸ κλῆμα, «γιὰ νὰ μὴν τὸ ἰδῇ ξένο μάτι καὶ τ᾽ ἀβασκάνῃ».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖ εἶχον προπορευθῆ τὰ ἄλλα παιδία, ὁ δὲ Σταθάκης κύψας παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου, ἀντὶ νὰ κόψῃ ἀγκινάραν, εὗρε λευκὸν χαρτίον κείμενον, τὸ ἀνέλαβε, κ᾽ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀδελφήν του κράζων:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ματούλα! Ματούλα! ἰδὲ τί ηὗρα ἐκεῖ πέρα, στὶς ἀγκιναριές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἦτο ἐκεῖ πλησίον. Εἶχεν ἐμβῆ μέσα εἰς τὸ «καλύβι», τὸν λευκὸν ἀσβεστωμένον οἰκίσκον, διὰ νὰ ξαποστάσῃ ὀλίγον ἐκεῖ, νὰ ἀποθέσῃ προσωρινῶς τὸ καλάθι της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ ἐκεῖ καὶ τὴν φουστάνα της τὴν καλή, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδυθῆ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ κτῆμα, μείνασα μὲ τὸ κολόβιόν της μόνον, διὰ νὰ εἶναι πλέον εὐκίνητος. Ἤθελε ν᾽ ἀλλάξῃ καὶ τὴν προβατίνα της τὴν προσφιλῆ, τὴν ὁποίαν παρὰ τὸ σύνηθες εἶχεν ἀφήσει ἀφ᾽ ἑσπέρας δεμένην εἰς τὸ κτῆμα, μετὰ τῶν δύο λευκομάλλων ἀμνῶν της, διὰ νὰ «τὴν εὑρῇ ὁ Μάης».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἠρυθρίασε. Τὸ εὑρεθὲν κατὰ γῆς χαρτίον ἦτο διπλωμένον, ἐνσφράγιστον. Ἦτο ἐπιστόλιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σιώπα, μὴν τὸ πῇς τῆς Φωτεινῆς! εἶπε μὲ τὸ νεῦμα μᾶλλον ἢ μὲ τὴν φωνὴν ἡ Ματούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν τὸ λέω, ἀπήντησεν ὁ ἑξαέτης Σταθάκης, ὡς νὰ ἐνόησε τὴν ἀγωνίαν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ κόρη ἔλαβε τὸ δελτάριον, καὶ ἀποχωρήσασα ὀλίγα βήματα τὸ ἤνοιξε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ ἐπιστόλιον, ἐπὶ κομψοῦ κοκκινωποῦ χάρτου γεγραμμένον, ἔλεγε τὰ ἑξῆς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ὦ Ματούλα, Ματούλα μου, ποὺ μοῦ μάτωσες τὴν καρδούλα μου, μοῦ εἶπεν ἡ μάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον, καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον, ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ μακράν».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κίνδυνον! ἐψιθύρισε τεταραγμένη ἡ νεᾶνις· τί λέει;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶτα, ἀφοῦ περιέφερεν ἐναγώνιον περὶ αὑτὴν βλέμμα, ἐξηκολούθησε τὴν ἀνάγνωσιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ἂν τὸ εὕρῃς, Ματούλα μου, τὸ γράμμα, καλά, μὴ θυμώνῃς πολύ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ, ἀλλοίμονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἐμειδίασεν ἀόριστον μειδίαμα. Ἦτο συνάμα οἶκτος, πόνος, ἀκούσιος συμπάθεια καὶ μικρὰ εἰρωνεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή, Ματούλα μου, εἰπέ της, ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῇς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν μου, εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν, ὅτι σὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷς, καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι παράτολμος, αὐθάδης καὶ ἄθλιος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἕως ἐδῶ ἐτελείωνεν ἡ πεζογραφία τοῦ ἐπιστολίου τούτου. Εἶτα ἤρχιζαν στίχοι. Ἴσως νὰ ἦσαν σύρραμμα τοῦ ἰδίου ἐπιστολογράφου, πιθανὸν νὰ ἦσαν συγκολλημένοι καὶ παραποιημένοι ἀλλαχόθεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ στίχοι ἔλεγαν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐφάνη ἡ γρια-Φωτεινὴ ἐξερχομένη τοῦ οἰκίσκου καὶ βαίνουσα πρὸς τὰ ἐδῶ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἔσπευσε νὰ κρύψῃ τὸ γράμμα εἰς τὸν κόλπον της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἦλθε φέρουσα ἐκ τοῦ καλαθίου τὸ κλειδοπίνακόν* της καὶ τὸν ἄρτον τυλιγμένον εἰς πετσέταν ραβδωτήν, ὑφασμένην μὲ λευκὸν καὶ μὲ γεράνιον νῆμα, κ᾽ ἐκάλεσε τὴν Ματὴν καὶ τὰ παιδία πλησίον τῆς πηγῆς διὰ νὰ ἀριστήσωσιν. Ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη «δύο κοντάρια ὑψηλά».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκάθισαν ὑπὸ τὴν διπλῆν σκιὰν τῆς κληματαριᾶς καὶ τῆς πλατάνου, παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν, καὶ ἤρχισαν νὰ προγευματίζωσι μὲ τυρόν, αὐγὰ καὶ τηγανιστοὺς ἰχθῦς. Ἐν τοσούτῳ ἡ γρια-Φωτεινὴ εἶχε μυστηριῶδες τὸ ἦθος, κ᾽ ἐκεῖ ποὺ ἐμάσα, μὲ τὰ ἀπόλεμα οὖλά της καὶ μὲ τοὺς δύο τομεῖς ποὺ τῆς εἶχαν μείνει ἀκόμη, λέγει ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν Ματήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸν εἶδα πάλι ἐκεῖνον τὸν Ἔρωτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποιὸν Ἔρωτα; ἠρώτησεν ἀγωνιῶσα ἡ Ματή, ἐνῷ τὸ αἷμα συνέρρεεν εἰς τὰς παρειάς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐκεῖνον ποὺ ηὕραμε στὸ δρόμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποῦ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μέσα στὸ καλύβι, ἀπ᾽ τὸ παραθυράκι. Ἐκαθόταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ μιὰ ἐλιά, στὸ χτῆμα τοῦ γείτονα ἐδῶ τοῦ κὺρ Βασίλη, κ᾽ ἔκανε τάχα τὸν ἀδιάφορο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ γιατί νὰ μὴν κάνῃ τὸν ἀδιάφορο; εἶπεν ἡ Ματή. Τί πάρσιμο, τί δόσιμο ἔχουμε μαζί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ γιατί νὰ μὴν πάῃ στὴ δουλειά του, μόνο ἔχει δύο φορὲς τώρα ἀπ᾽ τὸ πρωὶ ποὺ βρίσκεται μπροστά μας; Γιατί, δὲ μοῦ λές, Ματή;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐλεύθερος εἶν᾽ ὁ κόσμος νὰ κάνῃ ὅπως θέλει, καὶ μὴ σὲ μέλῃ Φωτεινή, συνεπέρανεν ἡ κόρη μὲ τόνον ἐμφαίνοντα ὅτι ἀρκεῖται πλέον εἰς τὰ λεχθέντα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Μανώλης, ὅστις εἶχεν ἀπομακρυνθῆ λάθρᾳ, ἀφοῦ ἔφαγεν ὀλίγους ψωμοὺς ἄρτου καὶ ἓν αὐγόν, ἐπέστρεψε πατῶν ἐπ᾽ ἄκρων τῶν ποδῶν, ὄπισθεν τῆς Φωτεινῆς καὶ τῆς Ματούλας, ἐπλησίασε κρατῶν στέφανον, ἔνευσεν εἰς τὸν Σταθάκην καὶ εἰς τὸν Θύμιον, οἵτινες τὸν ἔβλεπαν χάσκοντες καὶ ὑπομειδιῶντες, νὰ μὴ ὁμιλήσωσι προώρως, καὶ ἐλθὼν ἐπέθεσε, μετὰ παιδικῆς κραυγῆς θριάμβου, τὸν στέφανον, ἐξ ἀγραμπελιᾶς καὶ μὲ ρόδα καὶ μὲ ἄγρια ἄνθη πεπλεγμένα, εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς γραίας Φωτεινῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλοι ἐγέλασαν, καὶ ἡ γερόντισσα τοὺς ἐμιμήθη. Ἠγέρθη φοροῦσα τὸν στέφανον, ὅστις ἐταίριαζεν ὡς ὀξύμωρον σχῆμα ἐπὶ τῆς μαύρης μανδήλας της, καὶ ἐκόσμει τὰ ἄσπρα τσουλούφια της, τοὺς μακροὺς θυσάνους τῶν τριχῶν, τοὺς κρεμαμένους ἀπὸ τῶν μηνίγγων ἔμπροσθεν τῶν ὤτων, καὶ ἤρχισε νὰ καμαρώνῃ τάχα ὡσὰν νύφη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο στεφάνι ποὺ φόρεσα κ᾽ ἐγώ, εἶπε· δὲν ξέρω πλιὰ ἂν θὰ μοῦ φορέσουν ὅταν πεθάνω, σὰν μ᾽ ἐξαπλώσουν στὸ ξυλοκρέβατο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ τί, κορίτσι εἶσαι σὺ νὰ σοῦ φορέσουν στεφάνι; εἶπεν ὁ Σταθάκης, ὅστις εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ λέγῃ ὅτι «ὅσες πεθαίνουν κορίτσια, τὲς βάζουν στεφάνι».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἂν καλο-ρωτᾷς, ἐγὼ εἶμαι πιὸ κορίτσι ἀπὸ μερικὲς-μερικές, ἀπήντησεν ἡ γραῖα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ παιδία ἐκάγχασαν, μὴ δυνάμενα φυσικὰ νὰ ἐννοήσωσι τί ἔλεγεν ἡ Φωτεινή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα ἔτρεξε πάλιν εἰς τὸ καλύβι, ἔλαβε τὸ καλάθι της, εἶτα ἐξελθοῦσα ἔλυσεν ἐκ νέου τὴν προβατίναν, καὶ ἄγουσα αὐτὴν διὰ τοῦ σχοινίου, ὑπῆγε νὰ μαζώξῃ χαμολούλουδα, ὑψηλὰ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος, κατὰ μῆκος τοῦ τοίχου τοῦ κλείοντος βορειανατολικῶς τὸν περίβολον. Τὰ παιδία ἔτρεξαν κατόπιν της, καὶ ἤρχισαν νὰ παίζωσι τὸ κρυφτάκι καὶ ἄλλα ἀκόμη παιγνίδια, ὄπισθεν γιγαντιαίας ἐλαίας, μὲ κορμὸν τριῶν ὀργυιῶν ἀγκάλιασμα, ὀγκώδη καὶ τραχύν, ὡς πολλῶν κορμῶν συμπίλημα. Οἱ παῖδες ἔτρεχον, ἐκρύπτοντο ἀμοιβαδὸν ὄπισθεν τοῦ κορμοῦ, ἐκάλυπτον τοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ τὰς παλάμας, κ᾽ ἐφώναζαν ὁ εἷς μὲ τὸν ἄλλον:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σὲ εἶδα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ σὲ πιάσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σ᾽ ἔπιασα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σὲ βλέπου, δὲ μὲ βλέπ᾽ς!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πιάστε τον!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―᾽Γὼ εἶμι Γιάννης, κὶ Καλογιάννης!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Παππού, ποῦ πᾷς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στοὺ μοναστηράκι μ᾽.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀνέβα, μῆλο, κατέβα, κίτρο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔχασἄχασα βελόνα!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ πολλὰ ἄλλα παιδικὰ ἐπιφωνήματα. Καὶ παρακελευόμενοι ἀλλήλους εἰς φυγὴν καὶ εἰς δρόμον, ἔκραζον:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὰ μπαμπακάκια νὰ πατήσῃς, νὰ μὴ σὲ νοιώσ᾽ οὑ γάττους!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματή, ἤκουε μακρόθεν τὰς παιδικὰς κραυγάς, κ᾽ ἔκαμεν ἕνα δρόμον πρὸς τὸν κῆπον, κρατοῦσα καὶ τὸ πλέξιμόν της, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ πρωὶ δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ προσθέσῃ οὔτε θηλειάν, κ᾽ ἐκεῖθεν κρυβεῖσα ὄπισθεν τῶν θάμνων ἐστράφη ἐπιτηδείως, ἀόρατος ἀπὸ τοῦ ἐλαιῶνος, ὅπου εἶχεν ἀνέλθει ἡ Φωτεινή, καὶ μετὰ παλμοῦ καρδίας εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἰκίσκον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ οἰκίσκος ἔκειτο κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ κτήματος σχεδὸν σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον τοῦ περιβόλου, καὶ ἐσκιάζετο ἀπὸ δύο ὑψηλὰς λεύκας καὶ ἀπὸ λόχμην τινὰ δροσοκρατοῦσαν ἔμπροσθεν τῆς εἰσόδου. Ἦτο εὐάρεστον ἄσυλον δι᾽ ἄνθρωπον ἀγαπῶντα τὴν μελέτην καὶ τὴν μοναξίαν, καὶ τερπνὴ φωλεὰ δι᾽ ἐρωτευμένην ψυχήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ εἰσῆλθεν, ἐκοίταξεν ἐναγωνίως διὰ τοῦ μικροῦ παραθύρου, τοῦ βλέποντος πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τοῦ λόφου, ὅπου ἡ θέα ἡπλοῦτο ὡραία πρὸς βορρᾶν. Ἐκεῖθεν ἐφαίνετο τὸ Ξάνεμον, μέγας ὅρμος ὅπου ἐβασίλευε τὸ κράτος τοῦ Βορρᾶ, κλεφτότοπος αὐτόχρημα, μὲ τὰς δύο θαλασσοπλῆγας ἀκτάς του, τὴν Κεφάλαν, ὑψουμένην ὡς κεφαλὴν Τιτᾶνος εἰς τὰ σύννεφα, καὶ τὴν Πλατάναν, μακρὸν καὶ ἀτελείωτον ὀροπέδιον φαιοπρασινίζον εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὅπου ἡ ἐλαία διαγκωνίζει τὴν συκῆν καὶ ἡ συκῆ συμπλέκεται μὲ τὴν μηλέαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε νὰ ἴδῃ μὴ τυχὸν ἦτο ἐκεῖ ὁ νέος, περὶ οὗ τῆς εἶχεν ὁμιλήσει πρὸ μικροῦ ἡ Φωτεινή. Τίποτε. Οὔτε ψυχὴν εἶδεν. Ἠπατήθη ἆρα ἡ γραῖα ἢ ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἄφαντος; Ἴσως εἶχε κρυβῆ κάπου. Τάχα ἔμελλε πάλιν νὰ φανῇ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ κόρη ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν κόλπον της τὸ δελτάριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν εὕρει χαμαὶ ὁ μικρὸς ἀδελφός της, καὶ ἀνέγνωσε τὰ λοιπὰ τοῦ περιεχομένου. Οἱ στίχοι εἶχον ὡς ἑξῆς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰκόν᾽ ἀχειροποίητη, ποὺ στὴν καρδιά μου σ᾽ εἶχα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
κ᾽ εἶχα γιὰ μόνο φυλαχτὸ μιὰ τῆς κορφῆς σου τρίχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὀνείρατα στὸν ὕπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
σὰν περιστέρι στὴ σπηλιὰ μ᾽ ἐτάραξαν γιὰ σένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κίνδυνο, μαῦρο σύννεφο, οἱ μάγισσες μοῦ λένε·&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
τ᾽ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαδοῦν μοῦ φαίνονται νὰ κλαῖνε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νὰ σὲ χαρῇ κ᾽ ἡ ἄνοιξη μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ὁπού ᾽ναι σὰν ἀμέτρητα ζωγραφιστὰ τραγούδια(!)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σὺ στὸ σκολειὸ δὲν ἔμαθες νὰ γράφῃς ραβασάκια·&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
στὰ χείλη σου τὰ ρόδινα ποῦ τά ᾽βρες τὰ φαρμάκια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ πὄχ᾽ ἔρωτας καρτέρι,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
πόσο μεθύσι μέθυσα ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ μάτια τὰ ψιχαλιστὰ γύρνα σ᾽ ἐμέ, πουλί μου,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ἀγάπη μου περήφανη, ἀγάπη διαλεχτή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κι αὐτὸ τὸ μορφοδούλικο, τὸ τιμημένο χέρι,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ἂν ἔσφιξε ἢ τό ᾽σφιξαν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ μὴ μ᾽ ἀρνηστῇς, ἀρνί μου,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ἀγάπη μου αἰώνια, ἀγάπη μου στερνή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἀνέγνωσε δὶς καὶ τρὶς τὸ ἐπιστόλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὑπογραφὴν «Κωστὴς» καὶ ἔμεινε σύννους, ἐβυθίσθη εἰς λογισμοὺς καὶ εἰς ὑποψίας καί τινες τῶν ἀνωτέρω παρατεθέντων στίχων ἀρχαρίου, μ᾽ ὅλην τὴν ἀπειρίαν της εἰς τὰ πράγματα τοῦ βίου, τῆς ἐφαίνοντο ἀμυδρῶς προσβλητικοί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀκουσίως μάλιστα ἔθεσεν ἑαυτὴν εἰς θέσιν τρίτου, ἀδιαφόρου, ἢ μᾶλλον ἄλλως ἐνδιαφερομένου διὰ τὴν τιμήν της, καὶ εἶπε μέσα της: Σὰν εὕρισκε τρίτος αὐτὸ τὸ γράμμα, καὶ τὸ ἀνεγίνωσκε πῶς ἤθελε τὸ ἐξηγήσει; Δὲν ἤθελεν ὑποπτεύσει, ὅτι ἡ νέα, πρὸς ἣν ἔγραφε, ἦτο συνεννοημένη μὲ τὸν ἐραστήν; Διότι τῆς ἐφαίνετο ὅτι ὁ ἐπιστέλλων ἤθελε νὰ καταστήσῃ αὐτὴν συνένοχον, ἂν τυχὸν συνέβαινε νὰ παραπέσῃ τὸ γράμμα, καὶ τότε ἆρα ὁ γράψας ἦτο εἰλικρινὴς ἐραστὴς ἢ ἦτο μᾶλλον προικοθήρας;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα εἶχε βυθισθῆ εἰς τοὺς διαλογισμοὺς τούτους καὶ ἔμεινε ρεμβάζουσα, μελαγχολοῦσα μᾶλλον, ἐνθυμηθεῖσα κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τί τῆς ἔλεγε πρὸ μηνὸς σχεδὸν ἡ ἄγρυπνος Φωτεινή, ὅταν πρώτην φορὰν παρετήρησε καὶ ἤρχισε νὰ σχολιάζῃ τοὺς γύρους, τοὺς ὁποίους ἔκαμνεν ὁ νέος ἐκεῖνος περὶ τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιμπέριου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά δὰ κ᾽ ἕνας Ἔρωτας. Ἄ! ὣς τόσο σεβτὰ ποὺ σ᾽ τὸν ἔχει!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ προσέθετε πειράζουσα τὴν κόρην, τὴν ὁποίαν εἶχε συλλάβει δὶς κοιτάζουσαν τὸν νέον ἐκεῖνον διὰ τοῦ ἡμικλείστου παραθύρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ τί πρᾶγμα εἶν᾽ αὐτὸς ὁ ἔρωτας, αὐτὸς ὁ σεβτάς; Μὲ τί τρώεται;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰς λέξεις ταύτας τῆς γραίας ἀνεμιμνήσκετο τώρα ἡ Ματή, ὅταν αἴφνης κατετρόμαξεν, ἀκούσασα ἐλαφρὸν κρότον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς. Διὰ τοῦ παραθύρου ἐφάνη μορφή τις, ἥτις πηδήσασα ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, καθόσον τὸ παράθυρον μόλις ἀπεῖχεν ἀνάστημα ἀνδρὸς ἀπὸ τῆς γῆς, εἰσώρμησεν εἰς τὸν οἰκίσκον ὅπου εὑρίσκετο ἡ κόρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ ἀνεσκίρτησε, νομίσασα ὅτι ἦτο ὁ Κωστής. Ἀλλ᾽ αἴφνης ἀφῆκε κραυγὴν τρόμου. Δὲν ἦτο ὁ Κωστής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐπιδρομεὺς ἦτο νέος τριακοντούτης, ἀκτένιστος, ἄγριος, ὄχι πολὺ ἄσχημος τὴν ὄψιν, εὐρύστερνος, ἀθλητικοῦ ἀναστήματος, μὲ ἀπλανεῖς καὶ ἐσβεσμένους τοὺς ὀφθαλμούς, μὲ κοκκινισμένα τὰ βλέφαρα, φορῶν χονδρὰ ἐνδύματα ὄχι ἐντελῶς ράκη ἀκόμη. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν νέαν, ἥτις ὀπισθοχωροῦσα ἐκόλλησε τὰ νῶτα κατὰ τοῦ τοίχου, καὶ ἐζήτει νὰ τὴν φιμώσῃ διὰ τῆς παλάμης του. Ἐφαίνετο ὅτι ἤθελε νὰ τὴν πνίξῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ κόρη προλαβοῦσα ἔρρηξε καὶ δευτέραν κραυγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περὶ ὥραν ἑνδεκάτην τῆς προλαβούσης νυκτὸς νέος τις ἔκρουσε χαμηλὸν παράθυρον πενιχροῦ οἰκίσκου τῆς πολίχνης οὐ μακρὰν τῆς οἰκίας τῆς Ματῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλη ἡ συνοικία ἐκοιμᾶτο τὴν ὥραν ἐκείνην. ῾Ο κρούσας τὸ παράθυρον δὲν ἐφαίνετο νυκτοβάτης ἐξ ἐπαγγέλματος, οὔτε καὶ ὀρνιθοκλόπος. Ἴσως ἦτο εἷς τῶν φορτικῶν ἐκείνων ἐργολάβων* τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων, τῶν κιθαρῳδῶν καὶ κωμαστῶν τῆς νυκτός, ὅσοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνησυχοῦσι τὰς οἰκογενείας τὰς λαχούσας τὸν κλῆρον νὰ ἔχωσι κόρας πρὸς ὑπανδρείαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νυκτερινὸς περιπατητὴς εἶχεν ἰδεῖ μικρὸν φῶς ὑποφέγγον διὰ τῶν σχισμῶν τοῦ παραθύρου. Δὲν ἦτο φῶς κανδήλας ἀναμμένης ἐνώπιον τῶν εἰκονισμάτων τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καπνώδους λυχναρίου μὲ λεπτὴν θρυαλλίδα ἀμυδρῶς καίοντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι τὸ φῶς ἐφάνη κινούμενον· ἐλαφρὸν βῆμα ἠκούσθη καὶ ἡ θύρα ἤνοιξε μετὰ πενθίμου κρότου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐπισκέπτης ἔσπευσε νὰ εἰσέλθῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐχαιρέτισε διὰ νεύματος τὴν ἀνοίξασαν τὴν θύραν γυναῖκα, καὶ πορευθεὶς ἀνέβη εἰς τὸν σοφάν*, ὅστις ἀπετέλει τὸ μόνον ἔπιπλον τῆς πτωχικῆς οἰκίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ οἰκοδέσποινα, μόνη κατοικοῦσα εἰς τὴν οἰκίαν, ἦτο πεντηκοντοῦτις, χήρα, ἄτεκνος. Ἐφόρει ταπεινὰ φορέματα, ἦτο ὑψηλή, ὀστεώδης, μελαγχροινή, ἡ ὑπολευκάζουσα κόμη ἐπρόβαλλεν ἔξω τοῦ κεκρυφάλου της, καὶ τὸ βλέμμα της ἐξέφραζε ἔκρυθμόν τι καὶ ἐκστατικόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐπισκέπτης ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ σκίμποδος. Ἡ γυνὴ ἐκάθισε καὶ αὐτὴ ἀντικρύ του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὦ μάγισσα, μάγισσα, ἤρχισεν ἄνευ προοιμίων ὁ νεωστὶ ἐλθών, νέος, ὑψηλός, μελαγχροινός, μὲ λεπτὸν μαῦρον μύστακα, κομψῶς ἐνδεδυμένος, μὲ συμπαθεῖς μέλανας ὀφθαλμούς· ὦ μάγισσα, μάγισσα, ἦλθα νὰ μοῦ πῇς τὴν τύχη ποὺ μὲ περιμένει ἐμὲ κ᾽ ἐκείνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γυνὴ τὸν ἐκοίταξε μετὰ περιεργείας· ἐφαίνετο λίαν ἐξημμένος καὶ θερμοκέφαλος. Τὸ πρόσωπόν της ἐξέφραζεν ἔκπληξιν καὶ ἀφελῆ ὁμολογίαν, ὅτι δὲν τὸ ἤλπιζεν ἕως ἐκεῖ. Διενοεῖτο ὅτι σπανίως κατὰ τὸ μακρὸν στάδιόν της συνήντησε δεῖγμα τοῦ εἴδους τούτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔρριξα τρεῖς φορὲς τὰ χαρτιά, ἀπήντησε βραδέως ἡ μάγισσα. Εὕρισκα ὅλο μαῦρα σημεῖα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μαῦρα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅλο καὶ μαῦρα. Ὁ φάντης μπαστούνι τὴν ἀπειλεῖ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποῖος φάντης μπαστούνι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ φάντης μπαστούνι εἶν᾽ ὁ ἐχθρός της. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι 〈καὶ〉 ἡ ντάμα κούπα δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποία εἶναι ἡ ντάμα κούπα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἡ ντάμα κούπα εἶναι ἀπὸ τὸ σόι της, διότι κι αὐτὴ ἡ ἴδια εἶναι ἡ ντάμα καρρώ, ἔτσι τὴν ἔβαλα. Τὰ ἐμελέτησα πολλὲς φορές. Ὅλο ἡ ντάμα κούπα καὶ ὁ φάντης μπαστούνι βγαίνουν κόντρα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἡ ντάμα κούπα λοιπὸν εἶναι…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Εἶναι ἡ μητέρα της, χωρὶς ἄλλο, εἶπεν ἡ μάγισσα. Καὶ κακὰ εἶπα ὅτι δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της, αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ εἴπω ὅτι δὲν σοῦ θέλει ἐσένα τὸ καλό σου. Γιατὶ ἡ μητέρα, βέβαια, δὲν μπορεῖ νὰ θέλῃ τὸ κακὸ τοῦ παιδιοῦ της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐραστὴς ἐφώναξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ ὅμως, πόσαι μητέρες!… ἤρχισε νὰ λέγῃ καὶ διεκόπη μόνος του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετὰ μίαν στιγμὴν ἐπανέλαβε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κι ὁ φάντης μπαστούνι ποιὸς νὰ εἶναι, κυρὰ Ἀσημένια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ φάντης μπαστούνι, ἐπανέλαβεν ἡ κυρὰ Ἀσημένια, εἶναι κίνδυνος, εἶναι μία μπόρα ποὺ παρουσιάζεται γιὰ πρώτη φορά. Εἶναι κάποιος ἐχθρὸς ξένος, ὁποὺ θὰ παρουσιασθῇ νὰ τὴν ἀπειλήσῃ καὶ τώρα σιμά. Εὐτυχῶς εἰς τὸ πλάγι τοῦ φάντη μπαστούνι, εὑρίσκω τὸν φάντη σπαθί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κι ὁ φάντης σπαθί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ φάντης σπαθί, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα τονίζουσα ἐμφαντικῶς τὰς λέξεις, εἶναι φίλος της, ποὺ θὰ βρεθῇ ἐγκαίρως πλησίον γιὰ νὰ τὴν γλυτώσῃ ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κίνδυνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐστέναξε στεναγμὸν ἀνακουφίσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ ὁ φάντης σπαθί;… ἐψιθύρισε μετὰ δεισιδαίμονος ἐλπίδος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὁ φάντης σπαθί, ἀπήντησεν ἑτοίμως ἡ κυρὰ Ἀσημένια, δὲν ξέρω ποιὸς θὰ εἶναι, ἐκτὸς πλέον ἂν εἶσαι σύ…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μάγισσα εἶπε τοῦτο μὲ ἀπόχρωσιν εἰρωνείας ἐπαισθητήν, ἀλλ᾽ ὁ νέος οὔτε τὸ παρετήρησεν. Ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐκπέμψῃ κραυγὴν θριάμβου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Αὐτὰ μοῦ εἶπαν τὰ χαρτιά, ἀνεκεφαλαίωσεν ἡ μάγισσα, ἀντίστασις ἀπὸ τὴν μητέρα, κίνδυνος ἀπὸ ἓν μέρος ἀπ᾽ ἔξω, ἐπέμβασις φιλική, καὶ ὣς ἐδῶ μόνον. Αὐτὰ τὰ ἴδια μοῦ λέει καὶ τὸ αὐγό, μὰ…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐνέβαλε τὴν χεῖρα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἔθεσε τάλληρον τοῦ Ὄθωνος εἰς τὴν χεῖρα τῆς μαγίσσης. Ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ὅταν ἤκουσε τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς Ἀσημένιας,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ αὐγό; Ἄ!… ἐξήτασες καὶ τὸ αὐγό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ αὐγό, ναί, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα· θέλεις νὰ σοῦ τὸ δείξω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐγερθεῖσα ἐπλησίασεν εἰς τὴν ἑστίαν, ἐπὶ τοῦ μικροῦ σανιδώματος τῆς ὁποίας εὑρίσκετο, μέσα εἰς ἓν φλυτζάνιον, αὐγὸν μὲ στρογγύλην ὀπὴν εἰς τὴν μίαν πλευράν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος Κωστής, διότι ἐκεῖνος ἦτο, ὁ ἐραστὴς τῆς Ματούλας, ἔστρεψε βλέμμα παιδίου εὐπειθοῦς πρὸς τὴν μάγισσαν· ἦτο εὔπιστος, ὡς ὅλοι οἱ ἐρῶντες, διότι φαίνεται ὅτι ἦτο, κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον, εἰλικρινῶς ἐρωτευμένος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο νέος σπουδαστής, ἀλλὰ ναυτικὸς μᾶλλον ἢ σπουδαστής. Ἦτο ρωμαντικός, ὡς ὅλη ἡ γενεά του, ἡ ἀκμάσασα ἀπὸ τοῦ 62 μέχρι τοῦ 80. Εἶχεν ὑπάγει ἕως τὴν γ´ τοῦ Γυμνασίου, εἶτα διέκοψε τὰς σπουδάς του κ᾽ ἐμβαρκάρισε μὲ τὰ καράβια, κ᾽ ἐγύρισε κόσμον ὡς ναύτης ἐπὶ τέσσαρα ἔτη. Ἀκολούθως, ὅταν ἐξέχασε πλέον τὰ γράμματα ποὺ εἶχε μάθει, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Γυμνάσιον, δυνάμει τοῦ παλαιοῦ ἐνδεικτικοῦ του, καὶ γενειοφόρος ἤδη ἔτυχεν ἀπολυτηρίου. Ἀπὸ δύο ἐτῶν δὲ ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὴν Νομικὴν σχολήν, ἀλλὰ μὴ νοστιμευόμενος πολὺ νὰ κυλίεται εἰς τὴν κόνιν τῶν θρανίων, διήρχετο τοὺς περισσοτέρους μῆνας τοῦ ἔτους εἰς τὴν δροσερὰν νῆσόν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν εἶχε τόσον καλὸν ὄνομα εἰς τὸν τόπον. Ὁ κόσμος τὸν ἐκακολόγει ὡς παραμελοῦντα τὰς σπουδάς του, ὡς ὀκνηρόν, ὡς ἀσωτεύοντα τὴν μικρὰν πατρικήν του κληρονομίαν, ὡς κιθαρῳδὸν τῆς νυκτός, ὡς οἰνοπότην. Ἀπό τινων μηνῶν εἶχεν ἐρωτευθῆ τὴν Ματήν. Ὁ πατήρ της ἦτο πατρικὸς φίλος του, καὶ κατ᾽ ἀρχάς, ὅταν ἦτο νεώτερος, ἦτο δεκτὸς εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾽ ὅταν ἐμεγάλωσεν ἡ Ματή, δὲν ἐτόλμα πλέον νὰ πατήσῃ ἐκεῖ τὸν πόδα. Ἦτο τόσον ἀδέξιος ὥστε, ὅταν ποτέ, κατά τινα ἐπίσκεψιν ἐπὶ οἰκογενειακῇ ἑορτῆ, τοῦ ἔσφιγξε, μετ᾽ ἀθῳότητος βέβαια, ἡ Ματὴ τὴν χεῖρα, ἐκεῖνος τόσον τὰ ἔχασεν, ὥστε ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ του ἔσφιγξε καὶ αὐτὸς θερμότατα εἰς ἀπάντησιν τὴν χεῖρα τῆς Χρυσῆς, τῆς θείας τῆς Ματούλας, μεθ᾽ ἧς ἀμέσως κατόπιν ἀντήλλαξε χειραψίαν. Ἡ ὑπερτριακοντοῦτις καὶ μήτηρ τεσσάρων τέκνων γυνὴ τὸν ἐκοίταξε μετ᾽ ἀπορίας καὶ μομφῆς, καὶ αὐτὸς τώρα μετὰ πολλοὺς μῆνας ἐνθυμήθη νὰ ὑπαινιχθῇ εἰς τοὺς στίχους του τὸ σφίξιμον ἐκεῖνο τῆς κρινολεύκου καὶ κυανόφλεβος μικρᾶς χειρός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅσα ἄλλα ἀνεξήγητα εἶχεν εἰς τὸ ἐπιστόλιόν του πρέπει νὰ τ᾽ ἀποδώσῃ τις εἰς τὸ ὑπερεξημμένον καὶ θερμοκέφαλον τοῦ νεανίου, καὶ εἰς τὴν νευρικὴν ἀταξίαν τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸν ἀνήσυχον καὶ ἀνώμαλον βίον του. Βεβαίως δὲν ἔπραττεν ἐξ ὑστεροβουλίας· ἦτο μόνον ὀλίγον τι ἀπερίσκεπτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ἡ μάγισσα ἔλαβεν ἄνωθεν τῆς ἑστίας τὸ αὐγὸν καὶ τὸ ἔφερε πρὸς τὸν νέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διὰ τῆς ὀπῆς τοῦ αὐγοῦ ἐφαίνετο ρευστὸς ὁ κρόκος, καὶ μέρος τοῦ λευκοῦ, τὸ λοιπὸν φαίνεται ὅτι εἶχε χυθῆ. Ἐντὸς τοῦ ρόκου ἡ μάγισσα ἔδειξε σημεῖά τινα εἰς τὸν δεισιδαίμονα νεανίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά αὐτὸ τὸ μαυράδι τὸ πλατύ, εἶπε, νά κι ἄλλο μαυράδι ψιλότερο. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ κίνδυνος ὁ ἀπ᾽ ἔξω, ποὺ ἀπειλεῖ τὴν Ματὴν τώρα γλήγορα, τὸ ἄλλο εἶναι ἡ βοήθεια ποὺ θὰ τῆς ἔλθῃ. Κ᾽ ἐκεῖνο τὸ κοκκινάδι ποὺ βλέπεις ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀντίσταση ποὺ θὰ εὑρῇ ἀπ᾽ τὸ σόι της, ἀπ᾽ τὸ αἷμά της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐστέναξε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὰ εἶναι καὶ κάτι ἄλλο, ἐπανέλαβε βραδέως ἡ μάγισσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί ἄλλο; εἶπεν ὁ Κωστής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ ἕνα τὸ μαυράδι, τὸ πιὸ ψηλό, φαίνεται πὼς θὰ νικήσῃ στὸ ὕστερο τὸ κοκκινάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἄ! ἔκαμεν ὁ νέος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ λοιπόν, ἐπανέλαβεν ἡ Ἀσημένια, ἥτις εἶχε τὸ πάλαι χωροφύλακα ἄνδρα, ὑπενωμοτάρχην, καὶ εἶχε μάθει νὰ ὁμιλῇ ξενικά, τὸ λοιπόν, ὁ φίλος, ὁ καλοθελητής της, ἀγκαλὰ καὶ δὲν τὸν θέλει ἡ μάννα της, φαίνεται ὅτι θὰ τὰ καταφέρῃ σιγὰ-σιγά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τοῦ νέου τὸ πρόσωπον ἤστραψε καὶ λαβὼν δεύτερον τάλληρον τὸ ἔδωκε μετὰ προθυμίας εἰς τὴν μάντιδα ἥτις ἐγέλασε λίαν διακριτικῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιατί μὲ εἶπαν Ἀσημένια, εἶπε μέσα της, γιατὶ ἤξευραν πὼς ἤθελα μὲ τὸ δίκιο μου ἀσήμωμα. Τὸ ὄνομα τ᾽ ἀνθρώπου, προσέθηκεν, ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὸ ριζικό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔτσι λοιπόν, Ἀσημένια, Ἀσημένια, εἶπεν ὁ νέος· πῶς εἶπες, πῶς εἶπες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Εἶπα ὅτι ἔχεις ἐλπίδα νὰ τὰ καταφέρῃς, εἶπεν ἡ Ἀσημένια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πές μού το πάλι, Ἀσημένια, πές μού το νὰ τ᾽ ἀκούσω. Πῶς τὸ εἶπες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κατὰ πῶς λέει τ᾽ αὐγό, ἐπανέλαβεν ἡ μάγισσα, δὲ θὰ περάσῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ τὴν ἀπολάψῃς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀλήθεια; Ἀλήθεια; Εὐχαριστῶ, Ἀσημένια μου! νὰ σοῦ φιλήσω τὸ χεράκι σου θέλω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ δράξας τὴν χονδρὴν χεῖρα τῆς μαγίσσης τὴν ἐφίλησε μετὰ κρότου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἡσύχασε, ἡσύχασε, εἶπεν ἀκκιζομένη ἡ χήρα, σὰν περάσῃ καὶ κανεὶς ἀπ᾽ ἔξω κι ἀκούσῃ, θὰ πῇ πὼς…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἐκάγχασε θορυβωδῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἦτο τόσον ἀφωσιωμένος εἰς τὴν σταθερὰν ἰδέαν του, ὥστε οὐδὲ παρετήρησε κἂν τὸ φέρσιμον τοῦτο τῆς μαγίσσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἠγέρθη καὶ τὴν ἐκαληνύχτισεν. Ἐξῆλθε μὲ δρομαῖον βῆμα. ᾘσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ διαχύσῃ εἰς τὸ ὕπαιθρον τὴν πολλὴν χαράν του καὶ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐλπίδα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μάγισσα ἔκλεισε τὴν θύραν, ἔσβησε τὸ φῶς, καὶ ἔστρωσε τὴν κλίνην της διὰ νὰ κοιμηθῇ. Ὅλον δὲ τὸ βλέμμα της, γρηγορούσης ἀκόμη, ὅλον τὸ πρόσωπόν της, ἀποκοιμηθείσης, ἔφερεν οἱονεὶ ἀποτυπωμένην τὴν φράσιν ταύτην, ἥτις ἦτο ὁ συλλογισμὸς τῆς ἡμέρας της: «Δύο τάλληρα στὴν τσέπη καὶ ἕνα φιλὶ στὸ χέρι».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ἀφῆκε τὸ στόμα τῆς νεάνιδος ἐλεύθερον, καὶ ἤρχισε νὰ τὴν παρακαλῇ μὲ νεύματα, μὲ χειρονομίας, νὰ μὴ φωνάζῃ, νὰ λάβῃ ὑπομονὴν καὶ νὰ τὸν ἀκροασθῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί θέλεις; εἶπε λαβοῦσα ὀλίγον θάρρος ἡ Ματή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ λυκάνθρωπος ἐκοίταξε δεξιά, ἀριστερά, ὡς νὰ ἐφοβεῖτο μὴ εἶναι ὠτακουστὴς κρυμμένος κάπου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί ἦρθες ἐδῶ; Φύγε! ἐπανέλαβεν ἔμφοβος πάλιν ἡ νεᾶνις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ ἀλλόκοτον ὂν εἶχε πάντοτε τὸ στόμα ἀνοικτόν, καὶ οἱ πρόσθιοι ὀδόντες του ἐφαίνοντο ἀραιοί, ὑπόμαυροι, καὶ οἱ τέσσαρες κυνόδοντές του ἦσαν λίαν αἰχμηροί· ἀλλ᾽ ἐξηκολούθει νὰ σιωπᾷ. Ἐκίνησε δύο-τρεῖς φορὰς τὰ χείλη, ὡς νὰ ἤθελε ν᾽ ἀρθρώσῃ φωνήν, ἀλλ᾽ ἐδυσκολεύετο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος, μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ ἀγῶνος, ἐξέπεμψε φθόγγους τινάς, οἵτινες δὲν ἦσαν σωσταὶ λέξεις, ἀλλὰ ράκη λέξεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔλα πᾶμ᾽ καλύβ᾽ θ᾽κό μ᾽! εἶπε τραυλίζων καὶ ψευδίζων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα δὲν ἐνόησε τί τῆς ἔλεγε. Τὸν ἐκοίταξεν ἐνεὴ καὶ μετὰ δέους. Διὰ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος ἐνθυμήθη ὅτι εἶχεν ἀκούσει πολλάκις τὴν Φωτεινὴν νὰ διηγῆται ὅτι, οὐ μακρὰν τοῦ κτήματός των, ὄπισθεν τοῦ λόφου τῆς Δραγασιᾶς, ὑπῆρχε παλαιόν τι κτίριον, καλύβη ποιμενική, ὅπου κατῴκει νέος τις, ἀληθὴς λυκάνθρωπος, καλούμενος κοινῶς Ἀγρίμης. Οὗτος δὲν κατέβαινε ποτὲ εἰς τὴν πόλιν, ἔζη μόνος μὲ τὰς αἶγας τοῦ κυρίου του, ὅστις τὸν εἶχε προσλάβει ὡς βοσκὸν φιλανθρωπίας χάριν. Ἄνθρωπος σπανίως τὸν ἔβλεπεν. Ἦτο μογιλάλος, σχεδὸν βωβός. Εἰς ἐκτάκτους μόνον περιστάσεις, καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου κατώρθωνε ν᾽ ἀρθρώσῃ φωνήν. Ὁ αὐθέντης του τὸν εἶχε μαθημένον μὲ τὰ νεύματα. Αἱ γυναῖκες τὸν ἐφοβοῦντο, διηγούμεναι ὅτι ἐπείραξέ ποτέ τινας αὐτῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ἦτο, ὑπώπτευσεν ἡ Ματή, ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος, ὅστις ἦτο ἐνώπιόν της. Τώρα εἰς τὴν ἀκμὴν τοῦ ἔαρος, φαίνεται ὅτι ἐβαρύνθη καὶ αὐτὸς τὴν μόνωσίν του, ᾐσθάνθη ὅτι ἦτο ἄρρην, καὶ ἡ φύσις παρ᾽ αὐτῷ ἐξηγέρθη. Πτωχὸς ἄνθρωπος!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔλα πᾶμ᾽ φύγουμ᾽, ἐπανέλαβεν ὁ λυκάνθρωπος· ᾽θῇς, μαζί, ᾽θῇς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἐξηκολούθει νὰ τὸν κοιτάζῃ, πλέουσα μεταξὺ περιεργείας καὶ οἴκτου, 〈καὶ〉 ἐκ τῶν νευμάτων του μᾶλλον ἤρχισε νὰ ἐννοῇ ὅτι τὴν προσεκάλει νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ. Πτωχὸς λυκάνθρωπος!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πέα καλύβ᾽ ἔχου γιαούτ᾽, γάλα, στογγυάτα* δώσου. Πᾶμ᾽ καλύβ᾽!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις δὲν ἀπήντα. Σχεδὸν εἶχε παύσει νὰ φοβῆται. Τὸ βλέμμα του τὸ ἐσβεσμένον ἔλεον μᾶλλον ἐνέπνεε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸν ἐκοίταζεν ἀπλήστως, ὡς παράδοξον φαινόμενον, ὁποῖον ποτὲ δὲν ἐφαντάσθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ λυκάνθρωπος ἐνεκαρδιώθη ἐκ τῆς στάσεως ταύτης, ἥν, φαίνεται, ἐξέλαβεν ὡς εὐμένειαν ἐκ μέρους τῆς νεάνιδος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔλα, πᾶμ᾽! ἐπανέλαβεν ὁ Ἀγρίμης. Καλύβ᾽ γύου, γύου, δέντα, κήπους, χουάφ᾽, βύσ᾽, στένα, τέχ᾽ νεό. Ἴσκιου δέντα πέσῃς νάνι-νάνι χουταάκια. Κ᾽ ἰγὼ νάνι-νάνι, πλάι-πλάι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἔκαμε κίνημα ἀποστροφῆς ἀκούσασα τοῦ λυκανθρώπου τὰς προτάσεις καὶ τὴν βουκολικὴν περιγραφήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Ἀγρίμης ἔκαμεν ἓν βῆμα πρὸς αὐτήν, ἔτεινε τὴν χεῖρα κ᾽ ἐζήτει νὰ θωπεύσῃ τὰς ὠλένας της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ματὴ τὸν ἀπώθησεν ἔντρομος, καὶ ρῖγος ἀποστροφῆς διέτρεξε τὰς φλέβας της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φεῦγ᾽ ἀπὸ δῶ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Ὁ Ἀγρίμης ἔτρεξε κατόπιν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φεύγα, καημένε, νὰ μὴν ἐρθῇ τώρα ὁ ἀντραγάτης καὶ σὲ σκοτώσῃ. Σὲ λυποῦμαι. Θὰ φωνάξω νὰ ᾽ρθοῦν τὰ παιδιὰ νὰ σὲ πάρουν μὲ τς πέτρες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ λυκάνθρωπος ἐξηκολούθησε νὰ τὴν κυνηγῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τώρα, ἔρχουνται τὰ παιδιὰ κ᾽ ἡ Φωτεινὴ μαζί, εἶπεν ἀπειλοῦσα αὐτὸν μὲ τὴν χεῖρα ἡ νεᾶνις. Φεύγα, γιατὶ θὰ σοῦ σπάσουν τὸ κεφάλι. Δὲν ἄκουσες ποὺ φώναξα πρωτύτερα; Νά, τώρα ἔρχουνται. Θὰ βάλω τὶς φωνές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Ἀγρίμης τρέξας τὴν ἔφθασε καὶ τὴν περιέβαλε μὲ τοὺς βραχίονάς του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἔκραξε μεγαλοφώνως βοήθειαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ μετ᾽ ἀπηλπισμένου ἀγῶνος ἐπάλαιε διὰ ν᾽ ἀπαλλαγῇ τῆς περιπτύξεως τοῦ ἀλλοκότου ἀνθρώπου. Ἀλλ᾽ ὁ λυκάνθρωπος ἦτο ρωμαλέος καὶ ἤδη τὴν εἶχεν ἀνατρέψει ἐπὶ τῆς ψάθης παρὰ τὴν ἑστίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχε περάσει τὴν ἀριστερὰν τραχεῖαν χεῖρά του ὑπὸ τὴν ἁβρὰν μασχάλην της καὶ τῆς ἔθλιβε τὸ παρθενικὸν στῆθος, καὶ διὰ τῆς δεξιᾶς ἐκράτει σφιγκτὰ τὸν λαιμόν της καὶ ἠπείλει νὰ τὴν πνίξῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην κραυγήν. Ἡ κόρη, ὠχρά, ἠλλοιωμένη, μὲ τὴν κόμην ἄτακτον, προσεπάθει μὲ τὰς ἁπαλὰς χεῖράς της νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ σῶμά της τὰς ὁπλὰς τοῦ Ἀγρίμη. Ἀλλ᾽ οἱ ὄνυχές του οἱ μαῦροι καὶ ἀπερίκοπτοι εἶχον ἀπογαμψωθῆ σχεδὸν καὶ ἐφαίνοντο οἱονεὶ στοιχειωμένοι. Ἤσθμαινεν ἡ κόρη ὑπὸ τὴν ὀδυνηρὰν πίεσιν καὶ ἐπνευστία ἐκεῖνος ἐν τῇ ἀγωνίᾳ τῆς προσδοκίας του καὶ τῆς ἀπλήστου ἐπιθυμίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἡ νεᾶνις εἶχε κατορθώσει ν᾽ ἀπαλλάξῃ τὸν τράχηλόν της, καὶ νὰ ἐκβάλῃ πεπνιγμένην κραυγήν. Ἀλλὰ παραχρῆμα ὁ λυκάνθρωπος συνέλαβεν ἐκ νέου τὸν λαιμόν της καὶ παρέλυσε πᾶσαν ἀντίστασιν τῶν χειρῶν της. Καὶ μὲ τοὺς πόδας του τοὺς χελωνοδέρμους καὶ σκληροὺς προσεπάθει νὰ περισφίγξῃ ὡς διὰ διπλῆς λαβίδος τοὺς τρυφεροὺς πόδας της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἐπνίγετο, ἤσθμαινεν, ἐστέναζε· τὸν εἶχε πτύσει δὶς εἰς τὸ πρόσωπον· ἐζήτησε νὰ τοῦ δαγκάσῃ τὸν ὦμον, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο μᾶλλον ἐρεθιστικὸν τῆς κτηνώδους ὁρμῆς τοῦ Ἀγρίμη· ἐκεῖνος ἐβρυχᾶτο, ἔγρυζεν, ἐγέλα ἄγριον γέλωτα. Ἔκαμεν ἀπότομον κίνημα κ᾽ ἐζήτησε διὰ τῆς ἀριστερᾶς νὰ τῆς σχίσῃ τὴν ἐσθῆτα. Μικρὸν ἀκόμη καὶ ἡ βία τοῦ λυκανθρώπου θὰ ἐθριάμβευε κατὰ τῆς παρθενικῆς ἀντιστάσεως. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη δοῦπος ὡς σώματος πεσόντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νεᾶνις ἔστρεψεν, ὅπως ἠδύνατο τὸ βλέμμα πρὸς τὸ μικρὸν παράθυρον. Ἤλπισεν ὅτι ἤρχετο βοήθεια. Ἠπόρει διατί δὲν ἦλθον ἡ Φωτεινὴ καὶ τὰ παιδία, ἀφοῦ τρὶς τοὺς ἔκραξε. Μετενόει διατὶ δὲν εἶχεν ἀκούσει τὴν συμβουλὴν τῆς γραίας, ἥτις τὴν τελευταίαν στιγμήν, πρὶν ἀπομακρυνθῇ, διὰ νὰ συλλέξῃ χαμαίμηλα, μὲ τρόπον τῆς εἶχεν ὑποδείξει ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπάγῃ μαζί της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ περιφρονητικῶς εἶχε μειδιάσει εἰποῦσα ὅτι δὲν εἶναι φόβος, καὶ ὅτι, καὶ ἂν τυχὸν εἶχεν ἐμφανισθῆ ὁ Κωστὴς ἐκεῖνος, περὶ οὗ τῆς ὡμίλει ἡ Φωτεινή, αὐτὴ ἦτον ἱκανὴ νὰ φυλάξῃ τὸν ἑαυτόν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πτωχὴ γραῖα, ἥτις δὲν ἐνόει ὅτι μᾶλλον ἐκέντα καὶ ἠρέθιζε τὴν φαντασίαν καὶ τὴν περιέργειαν τῆς κόρης, ὁμιλοῦσα αὐτῇ περὶ τοῦ νέου ἐκείνου! Καὶ τί κακὸν ἠδύνατο νὰ τῆς κάμῃ ὁ Κωστής, ἐὰν αὐτὴ δὲν ἤθελεν; Ἀλλὰ τώρα, ποῦ Κωστής, ποῦ Φωτεινή; Εἴθε νὰ ἤρχετο τοὐλάχιστον ὁ Κωστής, ἀφοῦ ἡ Φωτεινὴ μετὰ τῶν παιδίων δὲν ἐνεφανίζετο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις, ἡ μὴ ἐμφάνισις τῆς Φωτεινῆς ἐξηγεῖτο ἴσως ἐκ τῆς ἀποστάσεως. Αἱ κραυγαὶ τῆς Ματῆς πιθανὸν νὰ μὴν ἠκούσθησαν. Ἡ γραῖα εἶχεν ἀναβῆ εἰς τὸ ὕψωμα, εἰς τὴν ἄκραν τοῦ ἐλαιῶνος, καὶ τὸ κτῆμα τοῦ καπετὰν Λιμπέριου ἦτον ἀχανές, «ἀγύριστον». Τὸ καλύβι ἔκειτο εἰς μέρος σχετικῶς χθαμαλώτερον, ὅπου ἡ ἀνθρωπίνη φωνὴ ἐπνίγετο ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων τοίχων, καὶ ἡ ἠχώ της ἐχάνετο ἐντὸς τῆς λόχμης. Ἴσως δὲ καὶ ὁ πνέων βορειανατολικὸς ἄνεμος, ὅστις ἐδυνάμωνεν ὅσον ἐπροχώρει ἡ ἡμέρα, συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ μὴ ἀκούωνται αἱ φωναὶ τῆς νέας. Ἡ ἀέναος καὶ συριστικὴ πνοὴ τοῦ Καικίου, ἐλάμβανε τὴν φωνὴν τῆς Ματῆς ἐπὶ τῶν πτερύγων της, καὶ ὁ ἀντίλαλος ἐχάνετο εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ μέρη, εἰς τοὺς γείτονας λόφους καὶ τὰς κοιλάδας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τοσούτῳ ἡ Φωτεινή, ἐξηκολούθει νὰ μαζεύῃ χαμολούλουδα, καὶ τὰ παιδία ἐξηκολούθουν νὰ παίζωσιν ὄπισθεν τοῦ κορμοῦ τῆς γιγαντιαίας ἐλαίας. Ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα φωνὴ τῆς Ματῆς δὲν ἠκούσθησαν πράγματι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐμάζωνε τὰ χαμολούλουδα καὶ δὲν ἔπαυε νὰ φιλοσοφῇ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων καὶ περὶ τῶν γυναικείων πραγμάτων. Ἀνελογίζετο ὅτι ἐξ ὅλων, ὅσους εἶχεν ἀγαπήσει σχεδὸν ἀφιλοκερδῶς μέχρι τοῦδε, μόνον ἡ προβατίνα δὲν εἶχε ψεύσει τὰς προσδοκίας της. Αὕτη οὐ μόνον τὴν ἔτρεφε μὲ τὸ γάλα της καὶ τὴν ἐνέδυε μὲ τὸ μαλλί της, ἀλλὰ καὶ τῆς ἦτο πιστή, πιστή, ὅσον δύναται νὰ εἶναι ζῶν καὶ ἔμπνουν κτίσμα τοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ κυρία της, ἡ Λιμπέραινα, γυνὴ φιλάσθενος καὶ φίλαυτος, ὡς ὅλαι αἱ διαρκῶς πάσχουσαι γυναῖκες, σχεδὸν ὑποχονδριακή, ἐξετίμα τόσον τὴν γηραιὰν θεράπαιναν, ὅσον καὶ τὴν προβατίναν. Καὶ αὐτὸ ἦτο μεγάλη καλωσύνη ἐκ μέρους της, ἀνελογίζετο ἡ Φωτεινή, διότι ἡ προβατίνα ἤξιζε πράγματι περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἐνομίζετο. Ἡ δὲ Ματή, ἡ μικρὰ Ματή, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Φωτεινὴ εἶχεν ἀναθρέψει μετὰ στοργῆς καὶ ἀφοσιώσεως, τῆς ἀμνάδος ἐκτελούσης μετὰ τὸν ἕκτον μῆνα χρέη τροφοῦ, διότι ἡ κυρα-Λιμπέραινα ποτὲ δὲν εἶχεν ἄφθονον γάλα, ἡ ὡραία καὶ ὑπερήφανος Ματὴ εἶχεν ἀποκτήσει καὶ αὐτὴ μυστικὰ ἐσχάτως. Ἄλλοτε εἶχεν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Φωτεινήν, τῆς τὰ ἔλεγεν ὅλα. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου κάτι τῆς ἔκρυπτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὕτω φθίνει πᾶσα στοργὴ καὶ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ Φωτεινὴ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐκεῖ ποὺ ἔκυπτε καὶ ἐμάζευε τὰ ἰαματικά της βότανα, ἔστρεφε βλέμμα πρὸς τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ἔπαιζαν ἀμέριμνα παρακάτω καὶ ἔλεγε μέσα της, τάχα θὰ τὴν ἀγαποῦν ἕως τέλους καὶ αὐτά, τάχα θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν πάντοτε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν γηραιὰν καὶ ἀφωσιωμένην θεραπαινίδα, τὴν ἄγευστον πάσης χαρᾶς καὶ ἡδονῆς ἐν τῷ κόσμῳ, πλὴν τῆς ἐκ τῆς αὐτοθυσίας καὶ ἀφοσιώσεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ Θύμιος μετὰ τοῦ Κωστάκη ἔπαιζον εἶδος παιδιᾶς. Ὁ Θύμιος κύπτων πρὸς τὴν γῆν εἶχε λάβει τὸν μικρὸν ὕπτιον ἐπὶ τῶν ὤμων, κρατῶν τὰς παλάμας τούτου μὲ τοὺς δακτύλους σφιγκτὰ ἐπὶ τοῦ στέρνου του καὶ αἱ ἑπόμεναι ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις διημείβοντο μεταξὺ τῶν δύο:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί βλέπ᾽ς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Οὐρανό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί πατεῖς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί τρῶς;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀγγούρ᾽.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πέσε κάτου σὰ γαϊδούρ᾽.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶπε καὶ ἄφησε τὸν μικρόν, ἁβρὰ γελῶντα, νὰ κυλισθῇ μαλακῶς εἰς τὰ χόρτα τοῦ ἐδάφους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὀξεῖα φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ καλυβιοῦ ἐρχομένη. Ἦτο ἡ τρίτη κραυγὴ τῆς Ματῆς, ἥτις ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτα τῆς Φωτεινῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φωτεινή!… Σταθάκη!… τρέξετε…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Φωτεινὴ ἔστησεν ὀρθὸν τὸ οὖς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σιωπᾶτε παιδιὰ ν᾽ ἀκούσουμε… Δὲν ἀκούσατε φωνή;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀκούσαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐλᾶτε νὰ πηγαίνουμε, παιδιά, ἡ Ματὴ μᾶς κράζει, εἶπεν ἡ γραῖα τρέχουσα. Τί νὰ εἶναι τάχα, Θεέ μου!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔρχουμι, εἶπεν ἕκαστον τῶν παιδίων. Ὁ δὲ Γιάννης, ὅστις ἦτο ψυχοπαίδι τῆς ἀτέκνου Ἀργυρῆς καὶ εἶχεν ἔλθει πρὸ μηνῶν ἔκ τινος χωρίου τοῦ Πηλίου, εἶπε καὶ αὐτὸς «ἔρχουμι!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετὰ τὸν ὑπόκωφον δοῦπον, ὃν ἤκουσεν ἡ ἀγωνιῶσα Ματὴ ὡς σώματος πίπτοντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου ἐντὸς τοῦ κήπου, δρομαῖον βῆμα ἀνδρὸς ἠκούσθη, ἡ θύρα τοῦ οἰκίσκου ἡμίκλειστος οὖσα ἠνοίχθη, καὶ ὁ Κωστὴς ἐφάνη ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ τῆς θύρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαίνεται ὅτι ὁ νέος μετὰ τὰς συνεντεύξεις, ἃς εἶχε λάβει μὲ τὴν μάγισσαν, ὧν μίαν, τὴν τελευταίαν, περιεγράψαμεν ἐν τοῖς προηγουμένοις, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ φρουρῇ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν νέαν τὴν ὁποίαν ἠγάπα. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ μάγισσα ἠλήθευσε τὴν φορὰν ταύτην, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ καὶ αὐτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν νύκτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτομαγιᾶς ἐξελθὼν ἀπὸ τῆς μαγίσσης, ἀφοῦ ἐπεριπάτησε μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἀπῆλθεν οἴκαδε καὶ ἔγραψε τὸ ἐπιστόλιον πρὸς τὴν Ματήν, προσθέσας καὶ δύο ἢ τρία δίστιχα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς χρησμοὺς τῆς μαγίσσης, εἰς ὅσα ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη εἶχε συνθέσει. Εἶτα χωρὶς νὰ ἐκδυθῇ κατεκλίθη ἐπί τινος καναπέ, ἐλαγοκοιμήθη ἐπὶ μίαν ἢ δύο ὥρας μὲ τὴν φαντασίαν γρηγοροῦσαν καὶ τὴν ψυχὴν τεταραγμένην, καὶ εἰς τὰς τρεῖς μετὰ τὰ μεσάνυκτα ἀνεπήδησεν, ἐλούσθη ψυχρὸν ὕδωρ καὶ πάραυτα ἐξῆλθε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐβάδισεν εἰς τὴν ἐξοχήν, καὶ διηυθύνθη εἰς τὸ κτῆμα τοῦ καπετὰν Λιμπέριου, ὅπου ἤξευρεν ὅτι συνήθιζε νὰ μεταβαίνῃ τὴν Πρωτομαγιὰν ἡ Ματή. Ἔρριψεν, ἐμπιστευθεὶς εἰς τὴν τύχην, τὸ ἐρωτικὸν δελτάριον ὑπεράνω τοῦ τοιχογυρίσματος καὶ ἀπεμακρύνθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐσκόπευε νὰ μείνῃ ὅλην τὴν ἡμέραν κρυπτόμενος ἐκεῖ πλησίον, τοῦτο μὲν φοβούμενος, ὡς δεισιδαίμων, τὸν κίνδυνον, ὃν προέλεγεν ἡ μάγισσα, τοῦτο δὲ ἐλπίζων, ὡς ἐρωτόληπτος, νὰ ἐντρυφήσῃ εἰς τὴν θέαν τῆς Ματούλας. Ὅθεν δὲν ἠδυνήθη ν᾽ ἀντιστῇ εἰς τὸν πειρασμὸν τοῦ νὰ κάμῃ καὶ πάλιν ἕνα δρόμον κατὰ τὴν πόλιν, χάριν τῆς ἀπείρου ἡδονῆς τοῦ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ καλημερίσῃ τὴν Ματήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅταν αἱ δύο γυναῖκες ἀπεμακρύνθησαν ἱκανὰ βήματα, ὁ Κωστὴς ἐστράφη πάλιν ὀπίσω, καὶ διὰ πλαγίας ὁδοῦ μακρόθεν τὰς ἠκολούθησεν. Ἔβλεπεν ἐκεῖ κάτω εἰς τὸν ὁρίζοντα, ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου διαγραφόμενον τὸ ραδινὸν ἀνάστημα καὶ τὴν λευκὴν ἐσθῆτα τῆς Ματούλας, καὶ ᾐσθάνετο ἡδονὴν ἄρρητον, ὡς νὰ ἔβλεπέ τι ἐγγύθεν. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη ὅτι ὁ ἔρως σμικρύνει τὰς ἀποστάσεις καὶ διατρέχει τὰ διαστήματα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπανῆλθε λοιπὸν ὀπίσω πλησίον εἰς τὸ κτῆμα τῆς Ματούλας, καὶ μετὰ προφυλάξεως περιεπόλει περὶ τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τῆς Δραγασιᾶς, ὅπου καὶ ἡ Φωτεινὴ τὸν παρετήρησεν, ὡς εἴδομεν, ὄπισθεν τοῦ στελέχους δένδρου καθήμενον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὀλίγῳ ὕστερον, ὁ νέος ἀπεμακρύνθη καὶ ἐκάθισεν εἰς τὴν σκιὰν βράχου, πρὸς δυσμὰς τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου. Ἐκεῖθεν ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰ χίλια βήματα, ἀλλ᾽ ἔβλεπε καλῶς, ὑπεράνω τοῦ περιβόλου, μέρος τοῦ κήπου καὶ τοῦ ἐλαιῶνος τοῦ καπετὰν Λιμπέριου. Ἐπὶ μίαν στιγμὴν εἶδε τὴν Ματὴν ἀνερχομένην ἀπὸ τῆς χαράδρας, ὅπου ἦτο ἡ πηγή, καὶ βαδίζουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον, οὗ μόνον ἡ στέγη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τοῦ νέου, εἶτα εἶδε τὰ παιδία καὶ τὴν Φωτεινήν, εἰς ἀνάστημα πλαγγόνος ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως, ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν ἐλαιῶνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμήν, βλέπει ἕνα ἄνθρωπον, χωρικὸν ὡς ἐφαίνετο ἐκ τῆς ἐνδυμασίας, τριγυρίζοντα περὶ τὸ κτῆμα καὶ κοιτάζοντα μὲ τρόπον ὕποπτον τοὺς τοίχους τοῦ περιβόλου. Τὸν εἶδε νὰ πηγαίνῃ, νὰ γυρίζῃ πάλιν ὀπίσω, νὰ ἵσταται, νὰ θεωρῇ, νὰ βαδίζῃ πάλιν, καὶ τέλος τὸν βλέπει νὰ κύπτῃ πρὸς τὸν τοῖχον καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐργασίαν τινά, ὡς νὰ ἐσκάλιζε νὰ εὕρῃ τι εἰς καμμίαν ὀπήν, ἢ ὡς νὰ ἀφῄρει λίθον ἀπὸ τοῦ τοίχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶτα ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ὕψωσε τὴν μίαν κνήμην, ἔθεσε τὸν πόδα εἰς τὴν ὀπήν, τὴν ὁποίαν εἶχε κατασκευάσει, ὕψωσε τὸν ἄλλον πόδα, ἀνέβη, διεσκέλισε τὸν θριγκόν, καὶ ἔγινεν ἄφαντος ὄπισθεν τοῦ τοίχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο ὁ Ἀγρίμης, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς κορυφῆς τῆς Δραγασιᾶς, ὅπου ἔβοσκε τὰς αἶγάς του, τὴν Ματούλαν βαίνουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον, εἶχεν ἰδεῖ καὶ τὴν γραῖαν μὲ τὰ παιδιὰ ἀπομακρυνομένην, καὶ ἐπειδή, φαίνεται, θὰ εἶχε παρατηρήσει τὴν νέαν πολλάκις ἄλλοτε μακρόθεν ἢ καὶ ἐγγύθεν κρυπτόμενος, ὡς λυκάνθρωπος, καὶ θὰ τοῦ εἶχε κινήσει τὴν ὄρεξιν, ἔσπευσε νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὸ ἀρχέτυπον καὶ αἰπολικὸν σχέδιόν του. «Ὡιπόλος ὅκκ᾽ ἐσορῇ τὰς μηκάδας…» Ἐγκατέλιπε τὰς αἶγάς του καὶ κατέβη δρομαῖος πρὸς τὸ μέρος, ὅπου εἶδε τὴν ἐρατεινὴν καὶ ὀνειρώδη ὕπαρξιν. Πτωχὸς λυκάνθρωπος!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ὁ Κωστὴς δὲν ἔχασε καιρόν, ἠγέρθη καὶ ἔτρεξε μὲ ταχύτητα ἐλάφου. Ἔτρεξεν, ἔτρεξε καὶ εἶτα ἤκουσε καὶ τὴν κραυγὴν τῆς Ματούλας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔφθασεν εἰς τὸν περίβολον, εὗρε τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἀφαιρέσει ἕνα λίθον, μὲ τοὺς στοιχειωμένους ὄνυχάς του, ὁ Ἀγρίμης, καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, ἀνέβη, διεσκέλισε τὸν τοῖχον, ἡμιόλιον ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, κ᾽ ἐπήδησεν ἐντὸς τοῦ κτήματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ἦτο καιρός», καθὼς λέγουν οἱ φράγκοι μυθιστοριογράφοι. Ὁ Ἀγρίμης δὲν εἶχε πνίξει ἀκόμη τὴν Ματούλαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἔπνιγε μετ᾽ οὐ πολύ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶδε τὸ ὄμμα τοῦ Κωστῆ, μετὰ τὸ ἀλλόκοτον σύμπλεγμα, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν του, πρὶν ἀναβῇ ἀκόμη τὰς πέντε βαθμίδας τῆς ἐσωτερικῆς κλίμακος, ἦτο μία ἀξίνη μὲ στιλπνὸν σίδηρον, μὲ βραχεῖαν λαβήν, χρησιμωτάτη ὡς ὅπλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νέος ἔφερεν εἰς τὸ θυλάκιόν του δίκαννον πιστόλιον γεμᾶτον, ἀλλ᾽ ἐφοβεῖτο νὰ τὸ μεταχειρισθῇ, μήπως πληγώσῃ τὴν Ματούλαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔλαβε τὴν ἀξίνην, ἔτρεξε, καὶ ἤρχισε νὰ κτυπᾷ τὰς χεῖρας τοῦ Ἀγρίμη, ὅστις τότε ἀφῆκε τὸ θῦμά του καὶ ὥρμησε κατ᾽ αὐτοῦ. Ἀλλ᾽ ὁ Κωστὴς ἠναγκάσθη τότε νὰ τοῦ δώσῃ μίαν εἰς τὸ κρανίον. Ὁ Ἀγρίμης ζαλισθεὶς ἐκυλίσθη ἐπὶ τοῦ δαπέδου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ἡ Φωτεινὴ μὲ τὰ παιδία. Ἰδοῦσα ἡ γραῖα τὸν Κωστὴν ὑπέθεσεν ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ, κ᾽ ἔστρεψε πρὸς αὐτὸν ἄγρια βλέμματα, καὶ ἠπείλει νὰ τὸν σχίσῃ μὲ τὰς χεῖρας, περιφρονοῦσα τὸν σίδηρον ὃν ἐκεῖνος ἐκράτει. Ἀλλ᾽ ὁ νέος τῆς ἔδειξε μὲ ἓν νεῦμα ἐκτάδην κείμενον, ἡμιθανῆ τὸν Ἀγρίμην, μὲ τὴν κεφαλὴν αἱματωμένην, καὶ τότε ἡ γραῖα ἤρχισε νὰ ἐννοῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φέρτε νερό! εἶπεν ὁ Κωστής· βοήθειαν εἰς τὴν Ματούλα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ νέα ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος, ἀδρανής, τόσον ἀδυνατισμένη ἀπὸ τὴν τρομερὰν πάλην, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ. Ἡ γραῖα ἐρρίφθη περιαλγὴς ἐπὶ τῆς ἀγαπητῆς παιδίσκης, ἐψηλάφει τὸν σφυγμόν της καὶ τὴν καρδίαν της. Τὰ παιδία ἔτρεξαν ἔντρομα νὰ φέρωσιν ὕδωρ, καὶ ὁ Κωστής, ἔβγαλε δύο πάλλευκα μυροβόλα μανδήλια, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους μὲ ἄνθη συνειλημμένα, καὶ ἐζήτει νὰ δέσῃ τὰς πληγάς της. Ἡ Φωτεινὴ τὸν ἄφηνε νὰ κάμῃ. Ἡ νεᾶνις εἶχε δύο βαθείας ἀμυχὰς εἰς τὸν λαιμόν, καὶ ἄλλην εἰς τὸν βραχίονα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑποκάμισόν της τὸ ὁλοβρόχινον ἐφαίνετο πρὸς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν καθῃμαγμένον καὶ ἡ γραῖα ψηλαφήσασα ἀνεκάλυψε καὶ τρίτην ἀμυχὴν ὑπὸ τὸν ἀριστερὸν κόλπον. Ὁ νέος ἀπεδύθη τὸ ἐλαφρὸν ἱμάτιόν του, ἔσχισεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὸ λευκότατον καθάριον ὑποκάμισόν του καὶ κόψας δύο πλατείας ταινίας τὰς ἔδωκεν εἰς τὴν γραῖαν νὰ δέσῃ τὴν πληγήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ παιδία ἦλθον φέροντα ὕδωρ· ἡ Ματὴ συνῆλθεν ὀλίγον κατ᾽ ὀλίγον· ἦτο μόνον πολὺ ἀδύνατος καὶ ἔστρεψε βλέμμα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Κωστήν. Ἡ Φωτεινὴ ἐκ φιλανθρωπίας ἔπλυνε καὶ τὴν πληγὴν τοῦ Ἀγρίμη καὶ ἔδεσε τὴν κεφαλήν του μὲ ἓν παλαιόπανον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κωστὴς ἐσκέπτετο τί ὤφειλε νὰ κάμῃ ὡς πρὸς τὸν Ἀγρίμην. Ἀνάγκη ἦτο νὰ λάβῃ εἴδησιν ὁ ἀγροφύλαξ, ὅστις δὲν θὰ εὑρίσκετο πολὺ μακράν, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς προσαγωγῆς του εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν, ἥτις ἦτο ἁρμοδία νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς νοσηλείαν ἢ εἰς φυλακήν. Ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἴδιος νὰ εὕρῃ τὸν ἀγροφύλακα καὶ δώσῃ τὴν εἴδησιν. Ἀλλὰ πῶς ν᾽ ἀφήσῃ μόνας τὰς δύο γυναῖκας καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὸν Ἀγρίμην, ὅστις ἅμα θὰ συνήρχετο ἐκ τῆς σκοτοδίνης ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀκόμη ἐπικίνδυνος; Ἦτο λοιπὸν ἕτοιμος νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Φωτεινὴν νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι ἐκ τοῦ οἰκίσκου, νὰ κλειδώσωσι μέσα τὸν Ἀγρίμην, νὰ ἐξασφαλισθῶσι, καὶ τότε ὁ Κωστὴς νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ἀγροφύλακος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ μόλις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ βλέπει τὸν Ἀγρίμην ὅτι ἐκινήθη σιγὰ-σιγά, ἀνεκάθισεν ἐπὶ τῆς ψάθης, εἶτα ἐσηκώθη, ἐβάδισε χωλαίνων πρὸς τὴν θύραν, ἐξῆλθε, καὶ διηυθύνθη πρὸς τὴν θύραν τοῦ περιβόλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Κωστὴς ἐκ περιεργείας τὸν ἠκολούθησε, καὶ τὸν εἶδεν ὠθοῦντα τὸν σύρτην καὶ ἀνοίγοντα τὴν θύραν. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐστράφη, ἠπείλησε διὰ τῆς πυγμῆς τὸν Κωστήν, καὶ τοῦ ἔκραξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔννοια σ᾽, δὲ ᾽θῇς καμμιὰ φοὰ καλύβ᾽! Ἰγὼ σ᾽ δείξου!…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ καπετὰν Λιμπέρης ἔμαθε τὸ συμβεβηκὸς κ᾽ ἐπειδὴ ἡ Ματούλα ὡμολόγησεν ὅτι, ἄνευ τῆς βοηθείας τοῦ Κωστῆ, θὰ ἐγίνετο θῦμα τοῦ ἀγροίκου βιαστοῦ, τὴν ἠρώτησε ἂν τὸν ἤθελε διὰ σύζυγον. Ἡ κόρη ἀφελῶς ἀπήντησεν ὅτι, ἀφοῦ ἐξάπαντος ἔμελλε νὰ ὑπανδρευθῇ, «καλύτερ᾽ αὐτός, παρὰ ἄλλος».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἐτελεῖτο ὁ γάμος τοῦ περιπαθῶς ἐρῶντος Κωστῆ μετὰ τῆς περικαλλοῦς κ᾽ εὐαισθήτου Ματούλας. Καὶ ἡ ἀγαστὴ καὶ θεσπεσία παρθενικὴ καλλονή, τὸ κορύφωμα τοῦ ἔαρος, ἐπέπρωτο νὰ παραδώσῃ τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον θέρος-ἔρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1891)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1053793058045037445/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_8575.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1053793058045037445'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1053793058045037445'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_8575.html' title='ΘΕΡΟΣ -ΕΡΩΣ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-3110280922328993357</id><published>2011-11-15T22:32:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T22:32:08.334-08:00</updated><title type='text'>ΜΙΑ ΨΥΧΗ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΜΙΑ ΨΥΧΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τὴν ἀποφάσισ᾽ ὁ γιατρός», μοῦ εἶπε μετὰ σκληρᾶς ἀναλγησίας, θλιβερωτέρας παντὸς ψυχικοῦ σπαραγμοῦ, ὁ δεκαεξαέτης ἔφηβος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο περὶ τὰ μέσα τοῦ μηνὸς Μαΐου τοῦ ἔτους 188… Ὁ ἥλιος ἔκαιεν ἤδη ὑπερβολικὰ καὶ τὴν τετάρτην μετὰ μεσημβρίαν ἐξῆλθον νὰ ζητήσω ὀλίγην δρόσον ὑπὸ τὴν γιγαντιαίαν λεύκην, τὴν σκιάζουσαν μέρος τῆς στενῆς πλατείας. Ἐκεῖθεν εἶχα ἰδεῖ διαβαίνοντα τὸν Μῆτσον καὶ τὸν ἐφώναξα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅταν ἦλθεν ἐγγύτερον πρὸς ἐμέ, δι᾽ ἀφώνου βλέμματος τὸν ἠρώτησα τί νεώτερα περὶ τῆς ἀσθενοῦς. Καὶ μοῦ ἔδωκε τὴν ἀνωτέρω παρατεθεῖσαν ἀπάντησιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐγὼ δ᾽ ἐπανέλαβον ὑποψιθυρίζων πρὸς ἐμαυτόν, ὡς νὰ ἦσαν ἀκατάληπτοι δι᾽ ἐμὲ αἱ λέξεις ἐκεῖναι: «Τὴν ἀποφάσισ᾽ ὁ γιατρός!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ μετὰ μίαν στιγμὴν ἀπήντησα, ποιήσας ἀκουσίως δεκαπεντασύλλαβον:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τοῦ ἔχω χάρη τοῦ γιατροῦ, παιδί μου, νὰ γιατρεύῃ…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἤρχισα ν᾽ ἀνακυκλῶ ἐν τῷ νῷ ἀπαισίας σκέψεις περὶ τῶν ἰατρῶν καὶ τῆς ἰατρικῆς. Ἀκουσίως δὲ ἐνθυμούμην τὴν χυδαίαν ἀκυρολεξίαν γυναίων τινῶν τοῦ ἀθηναϊκοῦ ὄχλου: «Ἡ δεῖνα κυρία, ἡ κουμπάρα, εἶναι ἄρρωστη μὲ δυὸ γιατρούς, μὲ τρεῖς γιατρούς», τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς νὰ ἔλεγαν: «Τὸν δεῖνα, ὁποὺ ἀπέθανεν, τὸν ἔθαψαν μὲ πέντε παπάδες, μὲ δυὸ δεσποτάδες».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶτα πάλιν οἱ λογισμοί μου ἐπανήρχοντο εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτήν, τὴν πάμπτωχον, τὴν ὀρφανήν, μὲ τοὺς δύο υἱοὺς τοὺς προσομοίους μὲ τοὺς υἱοὺς πολλῶν ἄλλων οἴκων τῆς μεσαίας τάξεως ἐν Ἀθήναις· οὔτε γράμματα δυνηθέντας νὰ μάθουν ἀρκετά, οὔτε πρὸς χειρωναξίαν ἱκανούς, οὔτε πρὸς ἐμπορίαν ἐπιτηδείους· καὶ ᾤκτειρα, ᾤκτειρα τὴν πτωχὴν χήραν μητέρα, τὴν νέαν ἀκόμη, ἥτις ἕως τώρα ὡς μόνην παρηγορίαν εἶχεν αὐτὸ τὸ ἄμοιρον κοράσιον, αὐτὴν τὴν δεκατετραετῆ παιδίσκην. Ἦτο ὡραῖον, ἔξυπνον, μὲ λεπτοτάτους χαρακτῆρας, μὲ τὴν μακρὰν κόμην καστανήν, μὲ τὴν ποδιὰν πάλλευκον, μὲ τὸ ἀνάστημα ἀνεπτυγμένον ἤδη. Ἦτο φιλομαθὴς καὶ φιλεργὸς παιδίσκη, κ᾽ ἐπρώτευεν εἰς τὰ χειροτεχνήματα, εἰς ὅλην τὴν «Ἑταιρείαν», ὅπου ἐφοίτα. Ἦτο φαιδρὰ καὶ καλόγνωμη καὶ πάντοτε ἐμειδία καὶ ποτὲ δὲν παρήκουσεν εἰς τὸ θέλημα τῆς μητρός της ἢ τῆς μάμμης της· καὶ τώρα… τὴν ἀποφάσισ᾽ ὁ γιατρός!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκ τῆς πρωίμου νεανικῆς ἀπαθείας, μὲ τὴν ὁποίαν μοῦ τὸ ἀνήγγελλεν ὁ Μῆτσος, ἠδύνατό τις νὰ συμπεράνῃ περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς φιλοστοργίας ἣν ἔτρεφε πρὸς τὴν ἀδελφήν του… ἢ μᾶλλον πρὸς τὴν μητέρα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἄλλοτε ἔλεγον: Τὴν ἐσημάδεψ᾽ ὁ Χάρος· τώρα λέγουν: Τὴν ἀποφάσισ᾽ ὁ γιατρός!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο περὶ τὰ τέλη Μαΐου. Τὴν ἕκτην ὥραν τῆς ἑσπέρας ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Κοιμητήριον, τὸ Α´ τῆς πόλεως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὀλίγοι ἦσαν προπομποί. Ὁ πρὸς μητρὸς θεῖος τῆς κόρης, ὁ μόνος ἀληθὴς προστάτης τῆς οἰκογενείας, ἠγεῖτο τῆς πομπῆς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πένθιμος ἦτο ὁ στέφανος τῶν λευκανθέμων, στέφανος γάμου καὶ θανάτου· βαυκαλητικὴ ἦτο ἡ ψαλμῳδία τοῦ ἱερέως· λικνιστικὴ καὶ τοῦ φερέτρου ἡ κυματοειδὴς κίνησις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιμήσου, λευκὸν πλάσμα! Τίς δύναται νὰ σ᾽ ἐξυπνίσῃ ἀπὸ τὸν ὕπνον σου αὐτόν; Ἐπίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μήτηρ δὲν συνώδευεν, εἶχε μείνει οἴκοι, κατὰ τὴν νεωτέραν συνήθειαν. Συνώδευον μόνον ὁ Τάσος καὶ ὁ Μῆτσος, οἱ δύο ἀδελφοί. Ἠκολούθει ἐφ᾽ ἁμάξης καὶ ἡ γραῖα, ὑψηλή, ὑπερεβδομηκοντοῦτις, ἠκολούθει καὶ ὁ ὀγδοηκοντούτης πάππος τῆς μικρᾶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρὰ τὸν τάφον ὁ θεῖος ἔκλαυσε καὶ ἔβαλε σπαρακτικὰς κραυγὰς μετὰ λυγμῶν. Ἡ γραῖα ἐσπόγγιζε καὶ αὐτὴ τοὺς στειρευμένους ὀφθαλμούς της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐφώναξε τὴν ἐγγόνην της νὰ ἐγερθῇ ἀπὸ τὸν τάφον, νὰ μεγαλώσῃ. Αὐτὴ ἤλπιζε ν᾽ ἀξιωθῇ νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ. Εἶχεν ὄρεξιν, μὲ ὅλα τὰ γηρατεῖα, νὰ χορεύσῃ εἰς τὸν γάμον της. «Καὶ τώρα τί εἶν᾽ αὐτὰ ποὺ μοῦ ἔκαμες;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ποιὸς θὰ τῆς ἐμβελονιάσῃ τώρα τὴν κλωστή της; Ποιὸς θὰ τῆς ἀνάψῃ φωτιά; «Καὶ ποιὰ θὰ χτενίζῃ, ποιᾶς τὰ μαλλιὰ θὰ πλέκῃ κάθε πρωὶ ἡ μητερούλα σου; Αὐτὰ καρτεροῦσα ἐγώ, Ἀγγελικούλα μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τί νὰ τὸ κάμῃ αὐτὴ τώρα τὸ καλαθάκι τῆς νεκρᾶς, τὸ μικρό; Καὶ ποιὰ θὰ ἐξυπνᾷ τώρα πρωὶ-πρωί, τὰ χαράματα; Ποιὰ θὰ τῆς ψήνῃ τὸν καφέ; Καὶ ποιὰ θὰ βάζῃ ἕνα αὐγὸ καὶ δυὸ κουλούρια μὲς στὸ καλαθάκι γιὰ νὰ πηγαίνῃ στὸ σχολεῖο; «Καὶ πῶς θὰ περνῶ ἐγὼ τώρα τὸν καιρό μου; Ποιὸς θὰ μοῦ κρατῇ συντροφιά, τῆς γερόντισσας; Καὶ ὅσα χρόνια ἔχω νὰ ζήσω, πῶς θὰ τὰ περάσω; Ἄχ! Ἀγγελικούλα μου! αὐτὰ ἤλπιζα ἐγώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δὲν ἔπαιρνε ἐμένα ν᾽ ἀφήσῃ σένα!» ἐμορμύρισε καὶ ὁ γέρος, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει προχθὲς ἀπὸ τὸ ὀφθαλμιατρεῖον. Εἶχεν ὑποστῆ ἐγχείρησιν εἰς τὸν ὀφθαλμόν, διὰ ν᾽ ἀνακτήσῃ τὸ φῶς του καὶ βλέπῃ καλὰ νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον διὰ τὸν ἄλλον κόσμον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τὴν κατεβίβασαν εἰς τὸν τάφον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατὰ τὴν σπαρακτικὴν ἐκείνην στιγμήν, ἱστάμενος ἐξ ἀνατολῶν, ἔβλεπα ἀντικρὺ τὴν κεφαλήν της. Τὴν μακροτάτην καστανὴν κόμην της τὴν εἶχον κόψει. Τὸ πρόσωπόν της πελιδνόν, ἰόχρουν, μὲ δύο κύκλους γύρω μέλανας. Τὸ βλέφαρον τοῦ δεξιοῦ ὀφθαλμοῦ της δὲν ἦτο καλὰ προσηρμοσμένον· εἶδα τὸ λευκὸν τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀλαμπές, στυγνόν, ἀπαίσιον. Τὸ στόμα της ἀνοικτόν. Εἰς τὴν κίνησιν τῆς ὑψώσεως τῆς σοροῦ πρῶτον, εἶτα τῆς καταβιβάσεως αὐτῆς, μοῦ ἐφάνη τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παρθενικὸν στόμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς νηπιακῆς ἡλικίας της μοῦ ἦτο γνωστόν, μοῦ ἐφάνη ὅτι ἄφηνεν ἄρρητον στεναγμόν, καὶ ἡ θέσις τῆς κεφαλῆς ἦτο ὡς ὀνειρευομένου ἐν ἐκστάσει. Ὁποία ριγηλή, μυστηριώδης, ἄφατος ἐντύπωσις! Πτωχὴ Ἀγγελικούλα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ τετράγωνος θαλαμίσκος εἶχε τὰ παράθυρα ἀνοικτά! Εἶχον ἀφαιρέσει τὰ παραπετάσματα, ἄφησαν μόνα τὰ ἔπιπλα, μίαν τράπεζαν, τρία καθίσματα, μικρὸν ἀνάκλιντρον, καὶ τὴν κλίνην· τὴν κλίνην ἐφ᾽ ἧς εἶχεν ἐκπνεύσει ἡ Ἀγγελικούλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετεκόμισαν ἐκεῖθεν τὴν στρωμνὴν καὶ τὰ σκεπάσματα. Τὰς σανίδας τὰς ἐσκέπασαν δι᾽ ἁπλῆς λευκῆς σινδόνος. Πρὸς τὸν βόρειον τοῖχον, εἰς ἣν θέσιν ἦτο τὸ προσκέφαλον, ἡ κυρία Εὐφροσύνη, ἡ μήτηρ τῆς Ἀγγελικούλας, ἔθεσε μέγα ποτήριον μὲ ὕδωρ καὶ ἔλαιον καὶ ἤναψε τὴν θρυαλλίδα. Ἦτο τοῦτο ἡ κανδήλα, ἡ προσφερομένη εἰς τὴν μνήμην τῆς νεκρᾶς, καὶ σχετιζομένη ἄλλως μὲ τὴν κοινὴν δοξασίαν, καθ᾽ ἣν ἡ φυγοῦσα ψυχή, τρυφερὰ νοσταλγός, ἀρέσκεται νὰ φοιτᾷ εἰς τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ἔφυγε. Τότε, ἐὰν διψάσῃ, θὰ εὕρῃ νὰ πίῃ. Τεσσαράκοντα ἡμέρας διαρκεῖ ἡ περιπλάνησις αὕτη τῆς ψυχῆς, ὁδηγουμένης ὑπὸ τοῦ φύλακος ἀγγέλου· τεσσαράκοντα ἡμέρας ἔμελλε νὰ καίῃ ἐκεῖ ἀκοίμητος καὶ ἡ ἐπιμνημόσυνος κανδήλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἄγγελος, ὡς λέγουν, τῆς ὑστάτης&lt;br /&gt;
πορείας ξεναγός, ἐπαναφέρει&lt;br /&gt;
τὴν φεύγουσαν ψυχὴν εἰς τὰ γνωστά της&lt;br /&gt;
καὶ εἰς τὰ προσφιλῆ τῆς μνήμης μέρη…&lt;br /&gt;
Ἀπηύδησα νὰ κυλινδῶ μοιραίως&lt;br /&gt;
τοῦ βίου μου τὸ ἄχθος πρὸς τὸ μνῆμα,&lt;br /&gt;
κατάδικος, ὡς ἡ ψυχὴ φονέως&lt;br /&gt;
ἡ σύρουσ᾽ ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ τὸ θῦμα.&lt;br /&gt;
Ποία σκληρὰ τὴν θύραν μου χεὶρ κρούει;&lt;br /&gt;
Ὀστῶν ὡς θραυομένων εἶν᾽ ὁ κρότος·&lt;br /&gt;
τοιοῦτον κρότον πῶς τὸ οὖς ἀκούει;&lt;br /&gt;
Τοιοῦτον πῶς τὸ ὄμμα πλήττει σκότος;&lt;br /&gt;
Τὰ ἔτη μου ἀπώλεσα εἰς μάτην·&lt;br /&gt;
παρεῖδον τὴν στιγμήν μου τὴν ὑστάτην·&lt;br /&gt;
εἰς μάτην τὰς φαιδράς, τὰς γλυκυτέρας&lt;br /&gt;
ἠρίθμησα τοῦ βίου μου ἡμέρας…&lt;br /&gt;
«Καὶ ἂν μαζί σου ὑπερβῶ τὰ νέφη,&lt;br /&gt;
κ᾽ εἰς τοῦ Θεοῦ ἡ χείρ σου ἂν μὲ φέρῃ,&lt;br /&gt;
τὸ πνεῦμά μου ὀπίσω ἐπιστρέφει&lt;br /&gt;
καὶ θεατὴς τῆς γῆς νὰ μείνῃ χαίρει.&lt;br /&gt;
Ὡς ξένος ἐν τῷ μέσῳ γῆς ἐρήμου&lt;br /&gt;
ζητεῖ τὸν πρὸ πολλοῦ ταφέντα οἶκον,&lt;br /&gt;
τῆς προσφιλοῦς ζητεῖ καὶ ἡ ψυχή μου&lt;br /&gt;
ἁλύσεώς της τὸν κοπέντα κρίκον.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ μήτηρ δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ βλέπουσα τὴν κανδήλαν ταύτην, ἥτις συχνά, μὲ ὅλην τὴν συχνὴν προσθήκην ἐλαίου, ἔφθινε καὶ ἔτρεμεν ἑτοίμη νὰ σβήσῃ, καὶ ἄφηνε τὸν ἦχον ἐκεῖνον τὸν ἀπερίγραπτον, τὸν ὅμοιον μὲ στοναχὴν ψυχῆς βασανιζομένης, ἀναμιμνήσκουσα τὸν γλυκὺν καὶ θρησκευτικὸν στίχον τοῦ Λαμαρτίνου:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Comme la lampe d᾽or pendue à Son autel,&lt;br /&gt;
Je chanterai pour Lui jusqu᾽à ce qu᾽Il me brise*&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν τρίτην ἑσπέραν μετὰ τὴν ταφὴν τῆς μικρᾶς ἡ μήτηρ, πρὶν ἢ κατακλιθῇ, ἀφῆκε τὴν συνοδίαν της ἐν τῇ μικρᾷ αἰθούσῃ τοῦ οἰκήματος καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ἔκαιε καλῶς ἡ κανδήλα, καὶ διὰ νὰ ἐγχύσῃ ἔλαιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὴν μικρὰν αἴθουσαν τῆς ἐκράτουν συντροφίαν ἡ ἀδελφή της ἡ ἄγαμος, ἡ ἐνῆλιξ δεσποινὶς Μαρίνα, καὶ ἡ γηραιὰ μήτηρ των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα, ἥτις ἔσωζε πολλοὺς τῶν ὀδόντων της, ἀφοῦ ἔφαγε τηγανητὸν ὀψάριον καὶ αὐγόν (συνήθεια εἶναι νὰ μὴ κρεοφαγῶσιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μετὰ τὸν θάνατον μέλους τῆς οἰκογενείας, εἰς τοὺς τηροῦντας τὰ παλαιὰ ἔθιμα ἑλληνικοὺς οἴκους), ὕστερον ἤρχισε νὰ μασᾷ ὀλίγα ἀμύγδαλα· κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν οἶνος, ἐσώζετο ὅμως ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς παρηγοριᾶς (τῆς τοῦ νεκρωσίμου δείπνου μετὰ τὴν κηδείαν), ἐσώζετο, λέγομεν, ὀλίγη μαστίχα, ἡ γραῖα ἐζήτησε νὰ τῆς δώσουν νὰ πίῃ διὰ νὰ ξεπλύνῃ τὰ δόντια της. Καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν τῆς κόρης της, τῆς Μαρίνης, εἰπούσης ὅτι δὲν πίνουν μαστίχαν μετὰ τὸ δεῖπνον, ἡ γραῖα ἀπήντησεν, ὅτι εἰς τὴν Ρωσίαν, ὅπου εἶναι καλοὶ χριστιανοί, ἔχει ἀκουστά της ὅτι ἄλλο ἀπὸ ρακὴν δὲν πίνουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσεφέρθη ἡ μικρὰ φιάλη, καὶ ἡ γραῖα, σιγὰ-σιγά, ἐρρόφησε τρία μικρὰ ποτήρια. Ἔλεγεν ὅτι τῆς ἐπόνει ἡ ψυχή της, καὶ τῆς ἔκαμνε καλόν… Ὁ Τάσος ὁ πρωτότοκος τῶν υἱῶν τῆς κυρίας Εὐφροσύνης ἔλειπεν, εἶχεν ἐξέλθει μετὰ τὸ δεῖπνον, καὶ δὲν ἐπέστρεψεν ἀκόμη. Ὁ ἄλλος, ὁ Μῆτσος, εἶχε κατακοιμηθῆ. Καὶ αὐτὸς εἶχε ζητήσει νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλ᾽ ἡ μήτηρ τὸν παρεκάλεσε νὰ μείνῃ, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὰς τρεῖς γυναῖκας μόνας των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μῆτσος τῆς ἔκαμε τὴν χάριν, ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον κατεκλίθη. Εἶπεν ὅτι «νυστάζει, ἅμα κάθεται στὸ σπίτι». Εἴπομεν ὅτι ἡ Εὐφροσύνη εἰσῆλθεν εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον. Εἰσῆλθε μόνη της. Αἱ φωναὶ τῆς γραίας, ἥτις ἐλογομάχει ἐκείνην τὴν στιγμὴν μὲ τὴν νεωτέραν κόρην της, ἦσαν ὡς συνοδία πρὸς αὐτήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπλησίασεν εἰς τὴν κλίνην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖ βλέπει ὅτι περὶ τὴν ἀναμμένην κανδήλαν μία ψυχὴ ―πεταλούδα― ἐτριγύριζε περὶ τὸ φεγγοβολοῦν ποτήριον. Ἦτο ὡραία, μικρά, χρυσόπτερος…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἄ! νά πάλι ἡ πεταλούδα, ἐψιθύρισεν ἡ χαροκαμένη μήτηρ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ αὐτή. Ἦτο τρίτη ἑσπέρα ἀφ᾽ ἧς ἔβλεπε τὴν πεταλούδαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν εἶχεν ἰδεῖ τὴν πρώτην νύκτα, περὶ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν εἶχον ἀπέλθει οἱ συγγενεῖς της, ἀφοῦ ἐτελέσθη ἡ παρηγοριά, καὶ αὐτὴ μείνασα μόνη μὲ τοὺς δύο υἱούς της, οἵτινες ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξεδύοντο διὰ νὰ κατακλιθῶσιν, εἰσῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον, διὰ νὰ ἐγχύσῃ ἔλαιον εἰς τὴν νεκρικὴν κανδήλαν. Τότε εἶδε τὴν πεταλούδαν νὰ πετᾷ γύρω-τριγύρω εἰς τὴν ἀναμμένην κανδήλαν, χωρὶς νὰ πλησιάζῃ πολὺ εἰς τὴν φλόγα. Τὴν ἔβλεπεν ἐπὶ ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας περίπου, καὶ εἶτα αἴφνης ἔγινεν ἄφαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Εὐφροσύνη ἐκοίταξεν ἀτενῶς τὴν πεταλούδαν, χωρὶς ν᾽ ἀποσπᾷ τὸ βλέμμα της καὶ ἀπὸ τὴν φλόγα. Βεβαίως ἡ πεταλούδα δὲν ἐκάη. Ἂν ἐκαίετο, θὰ τὸ ἔβλεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὅμως ἔγινεν ἄφαντος. Τί εἶχε γίνει;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ τεθλιμμένη μήτηρ ἐπερίμενεν ἐπὶ ἓν τέταρτον ὀρθία ἐκεῖ, ἑωσότου ὁ πρωτότοκος υἱός της, ὑποπτεύσας ὅτι ἡ μήτηρ του ἀργοποροῦσα ἐκεῖ θὰ ἔκλαιε (καὶ ἦτο φόβος μὴ βάλῃ τὰς φωνὰς καὶ τοῦ χαλάσῃ τὴν ἡσυχίαν), ἦλθεν ἕως τὴν θύραν μὲ τὸ νυκτικὸν ὑποκάμισον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὰ τί κάνεις ἐκεῖ; τῆς λέγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τίποτε, παιδί μου, τώρα ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ μήτηρ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐξῆλθε κλείουσα τὴν θύραν καὶ ὑποψιθυρίζουσα πρὸς ἑαυτήν: «Ἄχ! ψυχὴ παραπονεμένη!» Ἐνόει βεβαίως ὅτι ἡ πεταλούδα ἐκείνη ἦτο ἡ ψυχὴ τῆς κόρης της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν δευτέραν ἑσπέραν, ὅταν οἱ συγγενεῖς της ἀπῆλθον, εἰσῆλθε καὶ πάλιν εἰς τὸν θάλαμον τὸν νεκρικόν. Καὶ πάλιν εἶδε τὴν πεταλούδαν. Ἀλλὰ μόλις τὴν εἶδε, καὶ ἐν ἀκαρεῖ ἔγινεν ἄφαντος. Ἐπερίμενεν ἐπὶ πολύ! Δὲν ἐφάνη πλέον. «Ἄχ! ψυχή μου! ἄχ! πουλί μου! μοῦ ἐκάκιωσες, εἶπε μετὰ δακρύων ἡ βαρυαλγοῦσα μήτηρ· μὲ βλέπεις καὶ φεύγεις, μοῦ ἀγρίεψες, παιδί μου! Ἄχ! νά ᾽ναι ὄμορφα τὰ ὄνειρά σου ἐκεῖ ποὺ κοιμᾶσαι, Ἀγγελικούλα μου, μάτια μου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν τρίτην νύκτα, ἐνῷ ἡ γραῖα ἔπινε τὴν μαστίχαν καὶ ἐφιλονίκει μὲ τὴν νεωτέραν κόρην της (εἶχον μείνει περιμένουσαι τὴν ἐπάνοδον τοῦ Τάσου, διὰ νὰ τὰς συνοδεύσῃ ἕως τὴν οἰκίαν των· ὁ υἱὸς τῆς γραίας, ὁ θεῖος ὁ ἄγων τὸ πένθος κατὰ τὴν κηδείαν, δὲν εἶχεν ἔλθει, πιστεύων ὅτι ὁ Τάσος θὰ ὡδήγει ἐνωρὶς οἴκαδε τὴν μάμμην καὶ τὴν θείαν του· καὶ ἦτο ἤδη μεσονύκτιον), ἡ Εὐφροσύνη λοιπὸν εἰσελθοῦσα, εἶδε καὶ πάλιν τὴν πεταλούδαν. Τὴν εἶδεν ἐπὶ τρία λεπτὰ καὶ πλέον τὴν φορὰν ταύτην. Αἴφνης ἡ πεταλούδα, ἐνῷ ἡ μήτηρ εἶχε κύψει εἰς τὴν κανδήλαν διὰ νὰ ἐγχύσῃ ἔλαιον, ἐπλησίασε παραδόξως εἰς τὸ στόμα τῆς περιαλγοῦς μητρός, εἶτα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἰς τὰ ὦτά της. Εἶτα ἔφερε τρεῖς γύρους περὶ τὸν λαιμόν της. Ἡ μήτηρ ἔτεινε τὰ χείλη, ζητοῦσα ἐν τῇ παραφροσύνῃ της νὰ τὴν φιλήσῃ, ἀλλ᾽ ἡ πεταλούδα ἀπεμακρύνθη ἔμφοβος…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλα αὐτὰ τὰ διηγεῖτο ὕστερον εἰς πολλὰς γυναῖκας παρουσίᾳ καί τινων ἀνδρῶν ἡ κυρία Εὐφροσύνη. Ἡμεῖς γράφομεν ὅ,τι ἠκούσαμεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὴ φεύγῃς, μὴ φεύγῃς, ψυχή μου! ἐψιθύρισεν ἔκφρων ἡ μήτηρ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πεταλούδα, ἥτις εἶχε πετάξει μίαν ὀργυιὰν ἐπάνω πρὸς τὴν ὀροφήν, κατέβη (ἀπίστευτον πρᾶγμα!) εἰς τὴν κανδήλαν, καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ ἐλαίου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Εὐφροσύνη δὲν ἠδυνήθη νὰ κρατηθῇ· ὁρμεμφύτως ἤθελε μάρτυρας, διὰ νὰ πιστεύσῃ ὅ,τι ἔβλεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μαρίνα! ἐφώναξε· Μαρίνα! ἔλα ᾽δῶ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μαρίνα ἦλθε τρέχουσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί θέλεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ἡ πεταλούδα εἶχε γίνει ἄφαντος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί εἶναι; ἐπανέλαβεν ἡ νέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τίποτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς τίποτε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Εὐφροσύνη ἔβλεπεν ἀλλόφρων τοὺς τοίχους καὶ τὴν ὀροφήν, ζητοῦσα ν᾽ ἀνακαλύψῃ κάπου τὴν πεταλούδαν, τὴν μικρὰν ψυχήν. Ἀλλ᾽ οὐδαμοῦ ἐφαίνετο αὕτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιατί μ᾽ ἐφώναξες; ἐπέμενεν πάλιν ἡ Μαρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κύριε ἐλέησον! εἶπεν ἡ Εὐφροσύνη ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Τώρα ἦτον ἐδῶ, τώρα ἔφυγε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποιὸς ἔφυγε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κανένας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὴν ἐτρελάθης, ἀδελφή μου; Σὲ καλό σου, εἶπεν ἔμφοβος ἡ Μαρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Εὐφροσύνη ἀφῆκε στεναγμόν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ πρὸς ἑαυτὴν ὑπεψιθύρισε: «Γιατί μοῦ φεύγεις, ψυχή μου; Γιατί μοῦ ἀγρίεψες; Δὲν μὲ ἀγαπᾷς; Ἄχ! τί τρελὴ ποὺ εἶμαι! Μοῦ ἔφυγες, γιὰ πάντα».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί μουρμουρίζεις μέσα σου; ἠρώτησεν ἡ Μαρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τίποτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Χριστὲ καὶ Παναγία! ἔκραξε ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ ἡ Μαρίνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐκοίταξε περιδεὴς τὴν ἀδελφήν της, ὑποπτεύουσα ὅτι αὕτη πράγματι θὰ ἔπαθε τὰς φρένας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἐτρελάθηκα, ἀδελφή, ὄχι, ἀπήντησε τώρα μόλις εἰς τὴν προτέραν ἀναφώνησιν τῆς ἀδελφῆς της ἡ Εὐφροσύνη. Ἡσύχασε, δὲν εἶναι τίποτε. Μὴν εἰπῇς τίποτε τῆς γριᾶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὰ τί σοῦ συνέβη;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σοῦ τὸ λέγω ἄλλη φορά! Πᾶμε τώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἐξῆλθον ἀμφότεραι ἐκ τοῦ νεκρωσίμου θαλάμου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Εὐφροσύνη δὲν ἐπανεῖδε πλέον τὴν μικρὰν χρυσόπτερον πεταλούδαν, ἂν καὶ ἐπὶ πολύ, κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν, ἤρχοντο ἡ μήτηρ της καὶ ἡ ἀδελφή της νὰ τῆς κάμουν συντροφίαν, καὶ αὐτὴ δὲν ἔπαυσε νὰ εἰσέρχεται περὶ τὸ μεσονύκτιον εἰς τὸν νεκρικὸν θάλαμον, διὰ νὰ προσθέτῃ ἔλαιον εἰς τὴν ἐπιμνημόσυνον κανδήλαν. Ἀλλ᾽ ἡ Μαρίνα ἔκτοτε ἐπέμενε νὰ τὴν συνοδεύῃ πᾶσαν νύκτα εἰς τὴν τοιαύτην ἐπίσκεψιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔμενεν εἰς τὴν μικρὰν αἴθουσαν μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἦτο πολὺ πικραμένη, ἔλεγε, καὶ τῆς ἐπόνει ἡ καρδούλα της. Καὶ ὅσον τῆς ἐπόνει, τόσον ηὔξανε τὴν δόσιν τῆς μαστίχης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ἡ ὡραία χρυσόπτερος πεταλούδα δὲν ἐφάνη πλέον· καὶ εἶχεν ἀποπτῆ εἰς τὴν αἰωνιότητα ἡ μικρὰ ἀθῴα ψυχή ― Ψυχὴ χωρὶς Ἔρωτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1891)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/3110280922328993357/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_2420.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/3110280922328993357'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/3110280922328993357'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_2420.html' title='ΜΙΑ ΨΥΧΗ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-4133955086163300540</id><published>2011-11-15T22:31:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T22:31:11.226-08:00</updated><title type='text'>ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ&lt;br /&gt;
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὴν ὡραίαν τοποθεσίαν, τὴν προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις σου, δὲν ἦτο Φεβρουάριος ὁ μὴν καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον ἴτσια* νὰ μυρώνωσι τὴν ἀτμοσφαῖραν μὲ τὰς μεθυστικὰς εὐωδίας των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καὶ ἡ Πολύμνια ἐκεῖ, ἄλλο ἔμψυχον ἴον, ἡ μεθύσκουσα ποτὲ τὴν παιδικὴν φαντασίαν σου μὲ μόνον τῆς λευκῆς λινομετάξου ἐσθῆτός της τὸν θροῦν. Δὲν ἐσώζετο πλέον οὔτε ὁ σικυὼν τοῦ ἀγαθοῦ Παρρήση, ὁ περιβάλλων ποτὲ μὲ χλοερὸν πλαίσιον τὴν γαληνιῶσαν λίμνην, τὴν ἀντανακλῶσαν εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, οὔτε κἂν ἡ καλύβα τοῦ Λούκα τοῦ Θανασούλα, ἡ βρεχομένη ἀπὸ τὸ κῦμα παρὰ τὸ στόμιον τῆς λίμνης, ὅπου οὐδεὶς ἁλιεὺς ἐτόλμα ἐντὸς βολῆς νὰ πλησιάσῃ, διότι καὶ κοιμωμένου τοῦ Λούκα, ἡ καραβίνα ἠγρύπνει παρὰ τὸ πλευρόν του, καὶ ἤκουες τότε ἔξαφνα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ξηρὸν κρότον οὐδὲν καλὸν ὑποσχόμενον εἰς τὸν τολμητίαν ὅστις θὰ ἐδοκίμαζε νὰ πλησιάσῃ ποτέ. Ἂν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ τὰ λεγόμενα, ἡ καραβίνα αὕτη ἦτο τὸ ἀληθὲς ξυπνητήρι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς λίμνης, εἰδοποιοῦσα αὐτὸν μυστηριωδῶς διὰ κτύπου εἰς τὸν δεξιόν του ὦμον περὶ τῆς λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινὸς ἐκ τοῦ λιμένος διὰ νυκτός. Διότι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου ἔλεγαν ὅτι ὅλα τὰ κεφαλόπουλα καὶ τὰ καβούρια, ὅσα ἐπλησίαζαν εἰς τὴν λίμνην, ἦσαν τῆς λίμνης, ἐνῷ ὅσα ἐτόλμων νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς, δὲν ἦσαν τοῦ λιμένος. Ἐφηρμόζετο δ᾿ ἐνταῦθα κατὰ πλάτος τὸ ἀξίωμα τὰ ἐμὰ ἐμά, καὶ τὰ σὰ ἐμά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία. Ἄλλοι ἐπίστευσαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἄλλοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὴν σύμπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ὁρατὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ναΐσκος εὐπρεπὴς ὁπωσοῦν ἐκτίσθη. Εἰς τὸν ναΐσκον ἐκεῖνον, ὅταν ἦτο ἀκόμη παλαιὸς καὶ στενὸς καὶ μικρούτσικος, ἐκλείεσο τὸ πάλαι, ὅταν ἤθελες νὰ ἐπικαλεσθῇς τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας σου. Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ σὲ ὀνομάσῃ βέβηλον, καθόσον δὲν ἐζήτεις ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἐγκόσμιον εὐτυχίαν, ἀλλὰ παρηγορίαν διὰ τὰς θλίψεις σου. Καὶ σὺ ἔπλεες τότε εἰς ψευδῆ ἀσφάλειαν, πεποιθὼς ὅτι κανεὶς ἄλλος δὲν σὲ ἔβλεπεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον· ἀλλ᾿ ὁ νέος ἐκεῖνος ὅστις ἐφύλαγε τότε τὰ πρόβατα τοῦ μπαρμπα-Γιωργοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ἂν καὶ δὲν ἦτο προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῶν ὀπτασιῶν ὡς ὁ ἀφέντης του, ὅταν σ᾿ ἔβλεπεν ἀντικρὺ ἀπὸ τὸν λόφον, κ᾿ ἔκλειες τὴν θύραν ἅμα ἔμβαινες εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του, πατῶν εἰς τὴν γῆν τόσον μαλακὰ ὡς νὰ ἦτο ἐλαφρὸς ἀτμὸς διολισθαίνων ἐπὶ τῆς χλόης, καὶ συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, ἐπλησίαζε σιγὰ-σιγὰ εἰς τὴν μικράν, μισοασβεστωμένην καὶ λαδωμένην ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν εὐλάβειαν τῶν προσκυνητριῶν, ὑαλόφρακτον θυρίδα τοῦ ναΐσκου, κ᾿ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃς, τὰς μετανοίας καὶ τὰς προσευχάς σου, καὶ ἤκουε, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούῃς, τοὺς ψιθυρισμούς σου καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Ὤ! πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐχωρίζετο ἡ λίμνη ἀπὸ τῆς θαλάσσης διὰ πλατείας λωρίδος γῆς ἀμμώδους καὶ κισηρώδους, τῆς ὁποίας μέρος ἦτο τὸ ναυπηγεῖον τῆς πόλεως καὶ μέρος ἦτο ὁ σικυὼν τοῦ Παρρήση. Κατὰ τὴν δυτικὴν ὅμως γωνίαν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὅπου ἤρχιζε ν᾿ ἁπλοῦται τὸ μῆκος τοῦ λιμένος, ἡ λωρὶς αὕτη ἔβαινε στενουμένη ἕως τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη τὸν ἀνεμόμυλον, ὅστις μὲ τὴν ἀενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερῆ πτέρυγά του μὲ τὰ τριγωνικὰ ἱστία, ἐφαίνετο ὡς νὰ προεκάλει τὰ ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένα πλοῖα, λέγων πρὸς αὐτά: «Νά, ἐγὼ ἀρμενίζω καὶ στὴ στεριά!» Πόσας καὶ πόσας φορὰς ἠναγκάσθης νὰ θαλασσώσῃς*, ἀφαιρῶν κάλτσες καὶ πέδιλα, ἀνασηκώνων ἕως τὸ γόνυ τὴν περισκελίδα, ἐπιμένων πεισμόνως νὰ διαβῇς τὸ ποτάμιον, ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα καὶ ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον! Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν; Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ. Καὶ πότε πάλιν ἐπροτίμας νὰ λάβῃς τὴν βορειοτέραν ὁδόν, τὴν περιφερῆ, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης, διατρέχων ὅλον τὸ Κ᾿βούλι μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του. Ἐκεῖ ἐπάτεις ἐπὶ παχείας χλόης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρες πάντοτε ἂν ὑπῆρχε στερεὰ γῆ. Καὶ ἐχώνεσο ἕως τοὺς ἀστραγάλους εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην. Καὶ ὅταν ἔφθανες τέλος, μὲ τὰ ὑποδήματα βαλτωμένα καὶ τὰ περιπόδια ὑγρά, εἰς τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καὶ τὸν ἐχαιρέτας, ἐκεῖ ποὺ ἐσκάλιζε τὰ κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κ᾿ ἐκεῖνος σοῦ ἀπήντα μειλιχίως, «Καλῶς τὸ παιδί μου!», τότε ἠγάπας νὰ φαντάζεσαι σεαυτὸν ὡς μπαρμπα-Κωνσταντήν, καὶ τὴν Πολύμνιαν ὡς θεια-Σινιώραν, καὶ τοὺς δύο κατὰ σαράντα ἔτη νεωτέρους, καὶ ἀνεμέτρεις ὁποία θὰ ἦτον εὐτυχία διὰ σέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζήσῃς μὲ τὴν ἀγαπητήν σου εἰς τὸν πάλλευκον ἐκεῖνον οἰκίσκον (τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπερβάλλουσα λευκότης ὠφείλετο εἰς τὰ ἀκατάπαυστα ἀσβεστώματα τῆς θεια-Σινιώρας), καὶ ὁποία θὰ ἦτο ἐντρύφησις αἰσθήματος καὶ ρωμαντισμοῦ, ἐὰν διήγετε τὰς ἡμέρας μετὰ τῆς ἀγαπητῆς ἐν μέσῳ τοῦ εὐώδους καὶ χλοεροῦ ἐκείνου κήπου μὲ τὰς ροιάς, μὲ τὰς ροδωνιάς, μὲ τὰς ἀμυγδαλέας καὶ πασχαλέας, μὲ ὅλα τὰ ἐκλεκτότερα φυτὰ καὶ ἄνθη (τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς τοὺς ἐνδελεχεῖς κόπους τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ), παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπήρχεν εἷς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω. Καὶ ὅσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα. Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ὕψωναν τοὺς ἀσθενεῖς καυλούς των δύο ὀργυιὰς ὑπὲρ τὸ κῦμα, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι ἀπέζων ἐκ τοῦ ἐλέους τῆς λίμνης καὶ ἐκ τοῦ λίπους τοῦ βάλτου, κλίνοντα τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν᾿ ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν. Καὶ ἀντικρὺ ὑψοῦτο ὁ λιμὴν μὲ τὰς χλοερὰς ὄχθας του ὁλόγυρα, τὰς ἐξαπλούσας εἰς τὸν ἥλιον τὰς πρασινιζούσας κλιτῦς των, ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν. Δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, τὰ ἱστία μὲ τὰ ἐξάρτιά των. Καὶ εἰς τὸ βάθος ἐφαίνοντο πρὸς βορρᾶν τεμνόμεναι αἱ δύο τῶν λόφων σειραί, αἱ περιβάλλουσαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν μακρὸν ἀλλ᾿ εὐσύνοπτον εἰς τὸ βλέμμα κάμπον, ἡ μία ἡ ἀνατολική, ὑψηλή, ἐγγυτέρα εἰς τὸν θεατήν, ἐπιστεφομένη ἀπὸ τὸ καλύβι τοῦ μπαρμπα-Γιωργιοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ὅπου ὄχι ἅπαξ ἑώρτασες τὴν Πρωτομαγιάν, παιδίον, μὲ γάλα καὶ μὲ ὀβελίαν ἀμνὸν καὶ μὲ στεφάνους καὶ μὲ λούλουδα, ὅταν ἔζη ὁ πρὸς μητρὸς πάππος σου, ὁ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρος, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Καρονιάρης, ὅστις ἠγάπα νὰ ἑορτάζῃ μεγαλοπρεπῶς τὴν Πρωτομαγιάν, χορηγὸς αὐτὸς ὄχι μόνον δι᾿ ὅλους τοὺς υἱούς, τὰς θυγατέρας καὶ τὰ ἐγγόνια του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀναδεξίμια του καὶ τοὺς κουμπάρους του καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισσῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταέτης ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους, ἐκεῖ ὅπου ἐλεύκαιναν τὰς ὀθόνας, καὶ ὅτι κρύπτεσαι μαζί των εἰς τὰ ἄντρα, τὰ πατούμενα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, ἀφριζούσης ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, ὀνειροπολῶν τὴν εὐτυχίαν εἰς τοὺς λευκοὺς καὶ γλαφυροὺς κόλπους, μὲ τὰς ὁλοβροχίνους* καὶ βυσσινόχρους τραχηλιάς, καὶ εἰς τὰς κυανόφλεβας καὶ τορνευτὰς ὠλένας μὲ τὰς μακρὰς καὶ κεντητὰς χειρῖδάς των. Πρώιμα ὄνειρα νεότητος ἀνυπομόνου, ὡς ἡ ἀμυγδαλῆ ἡ ἀνθοῦσα τὸν Ἰανουάριον!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ ἄλλη, ἡ δυτικὴ λοφιά, ἦτο ἡ Πλατάνα, ἀπωτέρα εἰς τὸν θεατήν, ὑπτία, ἀνακεκλιμένη, βαθμηδὸν ἀνέρπουσα πρὸς τὰς ὑψηλοτέρας κορυφάς, ἧς τὴν ὑπώρειαν περικαλλῶς κοσμεῖ ὁ Πύργος τοῦ Μετοχίου, μὲ τὸν ὡραῖον ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπες ἀντικρύ σου ὡς τελείαν εἰκόνα ἀριστοτέχνου ἀληθῶς, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης ἀπὸ τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀπέναντι, ἐντεῦθεν τῆς λίμνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλη ἡ μακρὰ καὶ πλατεῖα ἀμμουδιὰ ἡ ἁπλουμένη μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος, δὲν εἶχεν οὐδὲ ἕνα κόκκον ἄμμου ἀμιγῆ ἀπὸ πριονίδια, οὐδὲ ἕνα χάλικα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση ἀγριοξύλων μετεμορφώθησαν ἐνταῦθα, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἰς σκάφας μὲ κατάρτια ὑψηλά, μὲ μυριάδας ὀργυιῶν σχοινίων καὶ πανίων, καὶ πόσαι τοιαῦται σκάφαι θὰ ἐκοιμῶντο τώρα τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰ βάθη τῆς Μεσογείου ἢ τοῦ Εὐξείνου! Δύο τοιοῦτοι σκελετοὶ ἐφαίνοντο σήμερον κείμενοι ἐπὶ τὴν μίαν πλευράν, εἰς τὰ ρηχά, ἀντικρὺ τοῦ ναυπηγείου, μὲ τὰς σκωληκοβρώτους καὶ μαυρισμένας σανίδας των, μὲ τὰ σκουριασμένα καρφία των, καὶ τὰ διέχοντα στραβόξυλα* γυμνὰ μαδερίων, δι᾿ ὧν διέρρεεν ἐλευθέρως ἡ θάλασσα, ἐφαίνοντο θλιβερῶς μειδιῶντα, μὲ ὀδόντας ἄνευ χειλέων, ὡς νὰ ᾤκτειρον βλέποντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν τόσην μανιώδη μέριμναν καὶ μεταλλευτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Πόσαι χεῖρες ἀνθρώπων πυρετωδῶς ἐργασθεῖσαι ἄλλοτε ἐδῶ δὲν ἔκειντο ξηραὶ εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, πόσαι κεφαλαί, τόσον ἔχουσαι ἐγκέφαλον, ὅσος θὰ ἤρκει, καθ᾿ ἃ ἔλεγε γηραιὸς ναυτικός, «διὰ νὰ παλαμίσῃ* τις ἕνα καράβι ὁλόκληρο», δὲν ἔθρεψαν ἀδηφάγα κήτη εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου! Καὶ ὅμως ὁ γέρων ἐκεῖνος θαλασσινός, μὲ τὴν πικρὰν εἰρωνείαν, εἶχε χάσει ἀρτίως τὸ πλοῖον καὶ τοὺς δύο υἱούς του ἀπὸ τρικυμίαν παρὰ τὸν Μαλέαν, καὶ τώρα, μὲ τὰ γεράματά του, καὶ μὲ τὸν τρίτον του υἱόν, ἐπαιδεύετο νὰ ναυπηγήσῃ ἄλλο πλοῖον μεγαλύτερον, ἔρημος τῶν κυριωτέρων βοηθῶν του! Οὕτως ἡ ἀνάγκη τοῦ βίου καὶ ἡ συνήθεια δεσπόζουσι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων! Δι᾿ ἐκεῖνον τὸ νέον τοῦτο πλοῖον ἴσως νὰ ἦτο, ἂν ὄχι ἱκανοποίησις, τοὐλάχιστον παρηγορία διὰ τὸ γῆρας! Καὶ οὕτω θὰ ἐξηκολούθει νὰ διάγῃ τὰς τελευταίας ἡμέρας του, ὁ γηραιὸς θαλάσσιος λύκος, ἑωσότου θὰ ἤρχετο ἴσως ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα, τὸ μέγιστον τοῦτο θηρίον τὸ ὁποῖον ἐπιμόνως προεκάλει, θὰ τὸν ἀνέρριπτεν ἐξεγειρομένη ἀπὸ τῶν κόλπων της ἕως τὸ στερέωμα, ὡς λέγει ὁ Βάυρων, καὶ θὰ τὸν ἔπεμπεν ὀλολύζοντα «εἰς τοὺς θεούς του», ἀπορρίπτουσα αὐτὸν ὀπίσω εἰς τὴν γῆν. «Ἐκεῖ ἂς κεῖται!» There let him lay!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἐξηκολούθουν διαρκῶς νὰ ναυπηγῶσι πλοῖα, καὶ ἡ τέχνη ἐτελειοποιεῖτο καὶ τὸ ἐμπόριον ηὔξανε. Πᾶς ὅστις ἤθελε νὰ ναυπηγήσῃ εἶχε πρόθυμον σύμβουλον τὸν καπετὰν Δημήτρη τὸν Κασσανδριανό, μὲ τὴν μακράν του τσιμπούκαν, μὲ τὸ ἠλέκτρινον στόμιον, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει πολλὰ εἰς τὴν ζωήν του, ὁ μακαρίτης. Τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατός του τὰς ἐδαπάνα παριστάμενος θεατὴς τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἐρχόμενος κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν μὲ τὴν τσιμπούκαν του, μὲ τὴν μακρὰν καπνοσακκούλαν του κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ τσοχίνου ἐπανωβράκου, διὰ νὰ καμαρώσῃ τοὺς κόπους καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἄλλων, καὶ παρηγορηθῇ διότι, πεισθεὶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν υἱῶν του, ἰσχυριζομένων ὅτι ἦτο παρὰ πολὺ γέρων, εἶχε παραχωρήσει αὐτοῖς τὴν πλοιαρχίαν. «Σὰ θὰ κάμετε τὸ σταυρό σας νὰ κόψετε τὸν κερεστέ*, παιδιά, νὰ κοιτάξετε καλὰ πόσω ἡμερῶ θὰ εἶναι τὸ φεγγάρι… Κι ὅντας θὰ σκαρώσετε, μὲ τὸ καλό, νὰ ξετάζετε ποῦ εἶναι ὁ ἀστέρας*… Βάρδα μπένε*, νὰ μὴ σκαρώσετε μουδὲ νὰ τὸ ρίξετε στὸ γιαλὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι λιοτρόπι*…» Καὶ ἔδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους ὁδηγίας εἰς τὸν πλοίαρχον, ὡς καὶ εἰς τὸν πρωτομάστορην, περὶ πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ναυπήγησιν ὡς καὶ τὴν εὐόδωσιν καὶ προκοπὴν τοῦ πλοίου. Ὅστις δὲν τὸν ἤκουε, τόσον χειρότερα δι᾿ αὐτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι ἐδοκίμασαν νὰ τὸν παρακούσουν, καὶ ὑπέφεραν σκληρῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐνθυμεῖσαι, ὑπῆρχαν τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον ἀλλήλων ναυπηγούμενα, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος ἄνθρωπος! Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὰ τρία, τρέχων ἀπὸ σκάφης εἰς σκάφην, μ᾿ ἕνα πῆχυν εἰς τὴν χεῖρα, μὲ μίαν στάθμην καὶ μ᾿ ἓν σκέπαρνον ἀπὸ τοῦ αὐχένος κρεμάμενον μὲ τὴν λαβὴν ἐπὶ τοῦ στέρνου. Καὶ ὁποία στρατιὰ ἀνθρώπων ἐτέλει ὑπὸ τὰς διαταγάς του! Ὁ πλοίαρχος, οἱ βοηθοί του, οἱ πριονισταί, οἱ πελεκηταί, οἱ μαραγκοὶ καὶ οἱ καλαφάται! Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ Γύφτοι, οἵτινες εἶχον ἱδρύσει προχείρως ἀνὰ μίαν καλύβην ὄπισθεν ἑνὸς ἑκάστου τῶν σκαφῶν. Καὶ μὲ τὴν κάμινον πλήρη ἀνθράκων, μὲ τοὺς φυσητῆρας, μὲ τοὺς ἄκμονας, μὲ τοὺς ραιστῆρας καὶ τὰς βαρείας σφύρας των, ἔκοπταν, ἔκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες*. Ὁποῖος φοβερὸς θόρυβος! Οἱ κτύποι τοῦ ραιστῆρος ἔπνιγον τὸν ἔρρυθμον τριγμὸν τοῦ πρίονος, ὁ κρότος τοῦ σκεπάρνου ἐκάλυπτε τὸν δοῦπον τῆς ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ἧς ἐκτύπα τὸ στυππεῖον ὁ καλαφάτης, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους κρότους ἐδέσποζεν ὁ βαρὺς ροῖβδος τοῦ πελωρίου ραιστῆρος, δι᾿ οὗ ἐνέπηγον τὰ χονδρὰ καρφιὰ καὶ τοὺς ξυλίνους ἥλους, τὲς καβίλιες, εἰς τὰς στρογγύλας πλευρὰς τοῦ κολοσσαίου σκάφους. Καὶ ὑψηλός, μεγαλόκορμος ἀνήρ, μὲ ὀρθὰς τὰς πλάτας, μὲ τὸ κόκκινον πλατὺ ζωνάρι συνέχον τὴν μακρὰν σέλλαν* τοῦ βρακίου ὑπὸ τοὺς βουβῶνάς του, εἶχεν ἀναβῆ, ὁ δαιμόνιος, ὑψηλὰ ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, καὶ ὁ ἴσκιος του μακρός, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, ἐμεγεθύνετο τεραστίως, τῶν μὲν σκελῶν πιπτόντων ἐντεῦθεν τῆς λίμνης ἐπὶ τῶν φυτῶν τοῦ σικυῶνος, τοῦ δὲ κορμοῦ ἀορίστως κυμαινομένου ἐπὶ τοῦ ὕδατος, καὶ τῆς κεφαλῆς ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπῶς πέραν τῆς λίμνης, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ βουνοῦ. Οὗτος ἦτο ὁ πουργοτζής*, ἔργον ἔχων τὸ ν᾿ ἀνοίγῃ τρύπες. Ὑπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ἀνάμεσα εἰς δύο βουβά*, μεγάλα ξύλα, ὑπὸ τὴν πρύμνην, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ τριβέλια διαφόρων μεγεθῶν, ἕως τρεῖς δωδεκάδας, ὧν τὸ μὲν μικρότερον θὰ ἦτο ἕως δύο σπιθαμῶν, τὸ δὲ μέγιστον, βαρύ, ὀγκῶδες, ἦτο σχεδὸν ἴσον μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατόχου του. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐχειρίζετο ἀκριβῶς ἓν τῶν μεγίστων τρυπανίων, καὶ ἔκυπτεν, ὁ θαυμάσιος, ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, αἰωρούμενος ὡς σχοινοβάτης, καὶ ἤνοιγε βαθεῖαν κάθετον ὀπὴν εἰς μίαν τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους. Ὢ τῆς ἀκαταληψίας!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος ἐκρύβη ἤδη εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψηλοῦ πετρώδους βουνοῦ, καὶ ὁ ἴσκιος τοῦ πουργοτζῆ διεγράφη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος καὶ ἀπὸ τὸν ἄμμον τῆς παραλίας. Οἱ μαστόροι, καθὼς καὶ οἱ πολλοὶ ἐπισκέπται, οἱ περιπατηταὶ τῆς ἑσπέρας, οἵτινες ἤρχοντο νὰ συγκοπιάζωσι καὶ αὐτοὶ μὲ τὸ βλέμμα εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων, κ᾿ ἐνίοτε νὰ τοὺς χασομερῶσι μὲ τὰς ἀκαίρους ἐρωτήσεις των, διασκελίσαντες τὰ παντοῦ ἐσκορπισμένα ἀνὰ τὸ ναυπηγεῖον βουβά, δοκοὺς καὶ στραβόξυλα, συνήχθησαν ὅλοι ἐν συγκεχυμένῳ βόμβῳ, περὶ τὴν μικρὰν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ἥτις ἦτο πλήρης τάκων καὶ τεμαχίων ξύλου καὶ σπυρίδων μὲ ἐργαλεῖα καί τινων ἐνδυμάτων καὶ κλινοσκεπασμάτων, διὰ νὰ πίωσιν ὅλοι τὸ τσίπουρο, ἀπὸ μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, μὲ τὸ αὐτὸ ποτήριον ὅλοι. Μόνος ὁ πελώριος καραβόσκυλος, ὁ προσδεδεμένος μὲ στερεὰν ἅλυσιν ἔξω τῆς καλύβης, ὄπισθεν τῆς πρύμνης τοῦ μεγάλου σκάφους, ἐξέπεμπεν ἀπειλητικὸν ὑπόκωφον γρυλισμόν, ὡς νὰ διέκρινεν αὐτὸς μόνος τὸν βόμβον τῶν κηφήνων ἀπὸ τοῦ βόμβου τῶν μελισσῶν, κ᾿ ἐφαίνετο, ἂν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν, ἕτοιμος νὰ ἐφορμήσῃ. Ἀλλ᾿ ὁ πλοίαρχος, ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ὅστις ἐφαίνετο κάπως μορφωμένος, μὲ τοὺς μακροὺς ἀγκιστροειδεῖς ξανθοὺς μύστακάς του, τὸ ἡλιοκαὲς πρόσωπον καὶ τὸ μικρὸν ἀνάστημα, διὰ μονοσυλλάβων ἀνέκοπτε τὴν ὁρμήν του. «Πίσω, Τσοῦρμο! κάτω, Τσοῦρμο!» Ὁ Τσοῦρμος ὑπήκουεν, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας, κ᾿ ἐξέφραζε τὴν λύπην του διὰ παρατεταμένων γαυγισμῶν. Ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ τὸ ποτήριον τῆς ρακῆς, καὶ οἱ ναυπηγοὶ ὅλοι καὶ οἱ περιπατηταὶ ἔλεγαν τὰς συνήθεις εὐχάς: «Καλορρίζικο! μάλαμα τὸ καρφί τ᾿, καπετάνιο! Καλὸ πλέψιμο!» Τὴν τελευταίαν λέξιν οἱ πλεῖστοι ἐπρόφεραν, κατὰ παραφθοράν, πλέξιμο. Καὶ εἷς περίεργος ἄνθρωπος μὲ χονδρὸν ἄσχημον πρόσωπον, μὲ παχύτατον μύστακα ἐπικαθήμενον ὡς στοιβιὰ ἐπὶ τῶν μήλων τῶν παρειῶν του, ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, ἡμιναύτης καὶ ἡμιεργάτης καὶ ἡμιεκφορτωτής (οὗτος ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὁ ἴδιος ὅστις πηδαλιουχῶν ποτὲ ἐν μακρῷ ταξιδίῳ, κατὰ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἐπὶ μεγάλου πλοίου, τὴν νύκτα, ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου, περιπατοῦντος κατὰ μῆκος τοῦ καταστρώματος ἀπὸ τὴν πρύμνην ἕως τὴν πρῷραν: «Τί ἔχεις, βρὲ Ἀλέξανδρε, κι ἀναστενάζεις;» κ᾿ ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πῶς θὰ τὰ πληρώσουμε, τόσα ἑκατομμύρια ποὺ χρωστάει τὸ Ἔθνος!»)· οὗτος λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὀλίγον πέραν τοῦ δέοντος ἀφελής, προσληφθεὶς ἀπὸ τῆς προτεραίας διὰ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ναυπήγησιν τοῦ σκάφους, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά του διὰ νὰ πίῃ καὶ νὰ χαιρετίσῃ, ἐπρόφερεν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀδεξιότητος ὡς ἑξῆς τὴν ἀνωτέρω σημειωθεῖσαν λέξιν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καλὸ μπλέξιμο, καπετάνιο!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ ἄλλοι ἐκάγχασαν· ὁ ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ὁ Τσοῦρμος ἠγέρθη ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ ἀφῆκε φοβερὰν ὑλακήν! Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πλοιάρχου, ὁ Δημήτρης ὁ Τσιμπίδας, ἤγειρε τὴν χεῖρα ν᾿ ἁρπάσῃ ἀπὸ τὸν σβέρκον τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον καὶ νὰ τοῦ καταφέρῃ ὀλίγους κονδύλους. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης τὸν ἐμπόδισεν, ἂν καὶ τοῦ ἐκόστισε πολύ. Διότι ὅλοι οἱ ναυτικοί, καὶ οἱ πλέον μορφωμένοι σχετικῶς, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένοι δεισιδαιμονιῶν καὶ προλήψεων. Πῶς νὰ μὴν εἶναί τις δεισιδαίμων ὅταν «πολεμῇ μὲ τὸ μεγαλύτερον θηρίον», ὅταν παλαίῃ μὲ τὸ ἄγνωστον, καὶ δὲν ἠξεύρῃ ἂν αὔριον θὰ ἐπιπλέῃ ἢ θὰ ποντισθῇ, ἂν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἢ εἰς τὸν πυθμένα; Ὁ πλοίαρχος ἠρκέσθη μόνον νὰ εἴπῃ ὀργίλως:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δάκω τὴ γλῶσσα σ᾿, βρὲ στραβο-Χάραυλε… νὰ μὴν ἁρπάξω τὴ σαλαμάστρα*, τώρα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ μετὰ δυσκολίας πολλῆς ἐμπόδισε τὸν ἀδελφόν του νὰ μὴ τὸν αἰκίσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῶν θάμνων τοῦ φράκτου, ἐν μέσῳ τῶν χωραφίων, 〈τῶν〉 ἀμπέλων καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ, ὅπου ὄχι σπανίως ἡ μὲν θάλασσα ἐπάτει καὶ ἀφωμοίου τὸ ἥμισυ κήπου ἢ ἀγροῦ μὲ συκᾶς, μηλέας καὶ ἀπιδέας, οἱ δὲ διαβάται ἔκαμναν δρόμον τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ αὐτοῦ κήπου ἢ ἀγροῦ (καὶ οἱ εὐτυχεῖς ἰδιοκτῆται εἰς ποῖον νὰ προσκλαυθῶσιν;) ἤκουες πολλάκις τὴν ἑσπέραν περὶ τὸ λυκόφως, ἐνῷ οἱ ναυπηγοὶ φορτωμένοι τὰ ζεμπίλια μὲ τὰ σιδερικά των ἐπέστρεφαν εἰς τὴν πολίχνην, ἤκουες, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν μαραγκῶν, μετρούντων τὰς ἡμέρας ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ πρώτη Κυριακή, κατόπιν τῆς ὁποίας εἵποντο κατὰ σειρὰν τρεῖς ἢ τέσσαρες ἑορταί (τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων, τῶν Δώδεκα, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τῆς Ἁγίας Ἐσθῆτος), καὶ ἀναλογιζομένων μετὰ προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος ὅτι θὰ ἔπλεον ὅσον οὔπω ἀντικρύ, εἰς τὴν ἀνατολικὴν νῆσον, τὴν κρατοῦσαν δέσμια πανταχόσε τῆς γῆς ὅλα τὰ τέκνα της μὲ ἀόρατον συμπαθὲς νῆμα πόθου καὶ νοσταλγίας, θὰ ἔπλεον ὅλοι στοιβαζόμενοι εἰς δύο μεγάλας ὁλκάδας, ἔργα τῶν χειρῶν των, ὅπως ἐπὶ τετραήμερον ἑορτάσωσιν· ἤκουες, λέγω, διάλογον οἷος ὁ ἑξῆς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά, κοντεύουμε τώρα, Νταντή…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀργοῦμε ἀκόμα, Μπεφάνη…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί λές, βρὲ Νταντή;… Δευτέρα πέρασε, Τρίτ᾿ Τετράδ᾿ μιά, Πέφτ᾿ Παρασκευὴ δυό, Σαββάτο, πρῶτα ὁ Θεός, εἴμαστε πέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ οὕτως ὁδὸς μακρὰ βραχεῖα γίγνεται, ὄχι κατὰ τὸν Σοφοκλέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ δὲν ἦτο πάντοτε ἑσπέρα ὅταν ἔβαινες πρὸς τὴν ἀμμώδη ἐκείνην παραλίαν μὲ τ᾿ ἀβαθῆ ὕδατα, καὶ δὲν ἔβλεπες πάντοτε ὁμάδας ἀνθρώπων ἐπιστρεφόντων ἐκ τοῦ ναυπηγείου, οὐδὲ πτωχῶν γυναικῶν φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν ὤμων των. Ἦτο πρωία, καὶ δὲν εἶχε παρέλθει ὁ χειμών, καὶ δὲν εἶχαν σκαρώσει ἀκόμη τὰ μεγάλα σκάφη. Εἰς τὸ ναυπηγεῖον μία μόνον βρατσέρα καὶ δύο βάρκαι μικραὶ ὑπῆρχαν σκαρωμέναι. Δὲν εἰργάζοντο ἐκεῖ εἰμὴ ὁ μαστρο-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Βαγγελάκης, μὲ τὴν κοκκίνην σκούφιαν του, ἥτις δὲν ἦτο οὔτε φέσι οὔτε κοῦκος οὔτε καπέλο, ἀλλὰ μετεῖχεν ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ τοὺς πισσωμένους ἀμπάδες του καὶ μὲ τὴν πολύχρουν ἀπὸ τὰ ἐμβαλώματα καμιζόλαν* του, καὶ ὁ Γιάννης τῆς Παναγιοῦς, μὲ τὸ ὑψηλὸν καὶ ὀρθὸν φέσι του, μὲ τὴν μακρὰν καὶ πολύπτυχον βράκαν του, μὲ τὴν ἄσπρην φανέλαν καὶ μὲ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν του. Ὁ ἥλιος μόλις εἶχεν ἀνατείλει, διαλύων τοὺς ἀνερχομένους ἀπὸ τὴν θάλασσαν πρὸς τὴν πρασινίζουσαν ἀκτὴν λευκοὺς ἀτμούς, τὰ ὕδατα ἦσαν ρηχὰ ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ ἄνεμον ὅστις ἐφύσα. Ἐφαίνετο τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Βορρᾶς εὑρέθη εἰς διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακὰ τὴν θάλασσαν. Καὶ ἡ ψυχρὰ ριπὴ δὲν ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν μικρὸν κτηματίαν τὸν ἐπιβαίνοντα τοῦ ὄνου καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὸν ἀγρόν του, οὐδὲ εἰς τὸν ζευγηλάτην, τὸν διὰ τῆς φωνῆς ἀποτείνοντα τὰ κελεύσματα εἰς τοὺς βοῦς του:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὤ! Μελίσσ᾿, ὄξου Μαυρομμάτ᾿! καὶ διὰ τοῦ βλέμματος θωπεύοντα τὴν μεγάλην χύτραν μὲ τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια, καὶ μὲ ἄφθονον κοκκίνην πιπεριάν, τὴν ὁποίαν, μὲ τὸ ἐξησκημένον βλέμμα του, εἶχεν ἀνακαλύψει ἤδη ἐρχομένην ὄπισθεν τῶν θάμνων, ὁλονὲν καὶ πλησιάζουσαν σκεπασμένην καλὰ διὰ νὰ μὴν κρυώσῃ τὸ φαγητόν, ἐπιστέφουσαν τὸν μέγαν κόφινον, ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς φιλοτίμου οἰκοκυρᾶς, σχεδὸν ἀρμενίζουσαν ὡς βάρκαν, χωρὶς νὰ φαίνωνται οὔτε αἱ χεῖρες αἱ ὑποβαστάζουσαι οὔτε οἱ πόδες οἱ βηματίζοντες. Ὀλίγαι στιγμαὶ θὰ παρήρχοντο ἀκόμῃ, καὶ ὁ μὲν Μελίσσης καὶ ὁ Μαυρομμάτης, ἀπολυόμενοι πρὸς ὥραν τοῦ ζυγοῦ, θὰ ἔβοσκον μακαρίως παρὰ τὰς χονδρὰς καὶ ὀζώδεις ρίζας τῶν ἐλαιῶν, ὁ δὲ ζευγηλάτης καὶ ὁ βοηθός του, θὰ παρεκάθιζον ἐπιφθόνως ὑπὸ τὸ εὐλογημένον φύλλωμα, καὶ θὰ ἐπειρῶντο ἐγγύτερον τῆς χύτρας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης! Εὐτυχῶς εἶχες πλησίον σου τὸν φίλον σου, τὸν Χριστοδουλήν, ὅστις, ὁμῆλιξ μὲ σέ, ἦτο εὐτυχέστερος κατὰ τοῦτο, ὅτι ἦτο πάντοτε ξυπόλυτος, καὶ οὐδ᾿ ἐφόρει ποτὲ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Ἔτρεχε δι᾿ ὅλης τῆς ἡμέρας ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, ἔβγαζε γρινιάτσες*, πορφύρες καὶ πεταλίδες διὰ δύο, καβούρια διὰ τρεῖς, ὀκταπόδια διὰ τέσσαρες. Καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔκαμνε δολώματα, διὰ νὰ ψαρεύῃ μὲ τὴν καλαμιὰν ἀπὸ τὸ δειλινὸν ἕως τὸ βράδυ, μέρος δὲ ἐμοιράζετο φιλαδέλφως μὲ σέ. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὀλίγον πρὶν φθάσητε εἰς τὸν μύλον τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη, ὅστις ἵσταται ὡς φρουρὸς παρὰ τὸ δυτικὸν στόμιον τῆς λίμνης, ἐκεῖ ὅπου ἦτο οὐδέτερον ἔδαφος μεταξὺ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς, ὁ φίλος σου ὁ Χριστοδουλής, ἐπειδὴ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὰ ὕδατα ἐβαθύνοντο ὀλίγον τι ἀποτόμως, δὲν εὑρίσκετο πολὺ μακρὰν εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἅμα εἶδεν ὅτι ἡ Πολύμνια πλησιάσασα ἤρχισε νὰ σοῦ ὁμιλῇ, ἔσπευσε νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀκούσῃ τί σοῦ ἔλεγε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρῶτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθός της! Πόσον ἁβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπεσία φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον, ὡς νὰ ἐβιάσθη νὰ καλλωπισθῇ διὰ νὰ ἐξέλθῃ καὶ ἀπολαύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν καὶ τὸν τερπνὸν τῆς ἀμμουδιᾶς περίπατον, ἀερίζετο ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα ὡς πτεροφόρος ὀιστός, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν. Ἐνθυμεῖσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις, ἠρωτεύθης ἤδη; Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν! Ἡ Πολύμνια σ᾿ ἐκάλει ὀνομαστί! Ὁποία παιδικὴ μέθη, εὐκόλως παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς δόσεως ρευστοῦ! Ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἐσήκωνες περισσότερον. Καὶ ὅμως, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον. Ὁ ἀδελφός της, δωδεκαέτης, ἐκεῖνος ἤξευρε τ᾿ ὄνομά σου καὶ εἶπε τίς εἶσαι εἰς τὴν Πολύμνιαν. Καὶ αὕτη δὲν ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐσαγίτευε τὴν καρδίαν σου, ἂν σοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον, ἀφοῦ μάλιστα ἤθελε νὰ σοῦ ζητήσῃ ἐκδούλευσιν. Ἐν τούτοις ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας ἐν σπουδῇ τὴν περισκελίδα του, ὡς διὰ νὰ μοιρασθῇ τὸ βάρος τῆς εὐτυχίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μελῳδικὴ φωνὴ τῆς Πολυμνίας εἶπε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ξέρεις, ποῦ εἶναι ἴτσια; Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σὺ ἔμενες κεχηνώς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε φθάσει ἤδη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μπράβο! μπράβο!… κυρία Πολύμνια! Ἐγὼ τὰ ξέρω ποῦ εἶναι τὰ ἴτσια… τώρα νὰ πᾶμε νὰ κόψουμε…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ, ἐπανέλαβε καὶ πρὸς τοὺς δύο ἡ Πολύμνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξεν ἐλαφρόπους, μὲ τὸ ἓν μπουδονάρι* του ἀνασηκωμένον ἀκόμη ἕως τὸ γόνυ, μὲ τὸ ἄλλο καταβιβασμένον εἰς τὸν ἀστράγαλον, ξυπόλυτος, μὲ τὰ πόδια παπουδιασμένα*, μαῦρα, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅλμην τοῦ κύματος. Ἔτρεξες καὶ σὺ κατόπιν του ὀκνός, ἀσθμαίνων, ἀλλ᾿ ἕως νὰ φθάσῃς εἰς τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, πατῶν ἐπὶ τοῦ ὀλισθηροῦ βάλτου, γλιστρῶν, ἀνάμεσα εἰς τὲς ἁρμυρῆθρες καὶ εἰς τὲς βουρλιές, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε κόψει ἤδη ὁλόκληρον δεσμίδα ἐκ τῶν πρωίμων εὐωδῶν καὶ μεθυστικῶν ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Πολύμνια, τρέχων ἀπὸ συστάδα χόρτου εἰς συστάδα, αἵτινες ἐσκίαζον φιλαδέλφως τὰ πτωχὰ ὡραῖα ἄνθη, τὰ τόσον τρυφερὰ καὶ ἀσθενῆ, μὲ τὰ λευκὰ πέταλα καὶ τὸν ὠχρὸν ὕπερον, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς νὰ παραπονοῦνται διατί νὰ φύωνται εἰς τὸ χῶμα καὶ νὰ εἶναι τόσον χαμαιπετῆ· ὁ Χριστοδουλὴς τὰ ἔκοπτεν ἀσπλάγχνως, ἀνὰ δύο καὶ τρία, μεμειγμένα μὲ χόρτα, καὶ τὰ ἐστοίβαζεν ἐπὶ τῆς ὠλένης τῆς χειρός του, μεταβαίνων ἀπὸ βουρλιὰν εἰς βουρλιάν, βλέπων τὰ βοῦρλα καὶ ἀναστενάζων, διατί νὰ μὴν ἔχῃ ἁλιεύσει μὲ τὰς χεῖράς του τόσες πέρκες, καὶ τριγλία, ὅσα βοῦρλα ἔβλεπε, καὶ διατί νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ὅπως ὁρμαθιάσῃ ἐκεῖνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα, κ᾿ ἐπέστρεφε τρέχων πρὸς τὸν ἀνεμόμυλον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο περιμένουσα μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της ἡ Πολύμνια. Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα, ἀλλὰ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς σὲ ἦτο, ὡς εἰκός, χλιαρώτερον ἀπὸ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς τὸν φίλον σου. Καὶ οὐχ ἧττον ἔμεινες εὐχαριστημένος, ὀλιγαρκὴς καὶ κυριευόμενος ὑπὸ αὐταρέσκου νάρκης, ὁμωνύμου μὲ τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μὲν ἀπὸ σέ, ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν φίλον σου ἡ Πολύμνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔκτοτε ὁ Χριστοδουλὴς ἠραίωσε κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ὁριστικῶς ἔπαυσε, τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδιδε τέως ἀπὸ τὰ κογχύλια, ἀπὸ τὰ καβούρια καὶ ἀπὸ τοὺς γωβιούς, σὺ δὲ ἤργησες πολὺ νὰ μάθῃς ὅτι τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Νῖκον, τὸν ἀδελφὸν τῆς Πολυμνίας. Εἰς μάτην τὸν συνώδευες, ὡς πάντοτε, βαδίζων ἐπὶ τῆς ἄμμου, θαλασσώνοντα ἕως τὸν μηρόν, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἐφώναζες:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κ᾿στοδουλή, βρέ! δὲν ἔβγαλες ἀκόμη κανένα χταπόδι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖνος τὰ χταπόδια καὶ τὰ καβουράκια τὰ ἔβαζεν εἰς τὸν φουσκωμένον καὶ βρεγμένον κόλπον τοῦ ὑποκαμίσου του, ἔχων τρόπον νὰ τὰ ψοφᾷ μὲ δαγκωματιὲς καὶ μὲ ἀκρωτηριασμούς, καὶ σοῦ ἔδειχνε μόνον τὲς γρινιάτσες, λέγων ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ μεσημέρι, νὰ ψαρέψῃ μὲ τὴν καλαμιά. Καὶ ὅταν, περὶ τὴν δείλην, τὸν παρεμόνευες, παρὰ τὴν ἀγοράν, ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, κ᾿ ἔβλεπες ἰδίοις ὄμμασι νὰ σπαρταρίζῃ κανεὶς γωβιὸς εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀγκίστρου του, καὶ τότε σ᾿ ἐγέλα λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὸν γωβιὸν δόλωμα διὰ νὰ βγάλῃ μεγάλα ψάρια. Οὕτω χάνεται ἡ φιλία!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πολλαὶ πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν τῆς πρωίας ἐκείνης τοῦ φθίνοντος Φεβρουαρίου. Ἐπέρασεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, ἦλθε καὶ τὸ Πάσχα, παρῆλθε καὶ ὁ Ἀπρίλιος, καὶ ἡ Πολύμνια δὲν ἐξῆλθε πλέον εἰς περίπατον πρὸς τὴν παραθαλασσίαν τοῦ ναυπηγείου. Εἰς μάτην ἔτρεχες τακτικὰ κάθε πρωίαν κ᾿ ἑσπέραν εἰς τὴν ἀμμουδιὰν ἐκείνην. Ἡ Πολύμνια καθὼς ἀργὰ ἔμαθες εἶχεν ἀρρωστήσει ἀρχομένου τοῦ ἔαρος, κατὰ τὴν συμβουλὴν δὲ τῶν ἰατρῶν εἶχε κάμει, περὶ τὸν Μάιον, ταξίδιον μετὰ τῆς θείας της, τῆς συνταξιούχου, χήρας ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. στόλου, διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα. Τρία μεγάλα σκάφη εἶχαν σκαρωθῆ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου, καὶ σὺ δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, σταματῶν ἐπὶ ὥρας πολλάκις παρὰ τὸν ἀνεμόμυλον, καθεζόμενος ἐπὶ τῶν κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης γολέτας, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια, ὅταν σοῦ ἐζήτησε νὰ δρέψῃς πρὸς χάριν της ἴτσια· ἀλλ᾿ ἡ Πολύμνια ἦτο μακρὰν ἀποῦσα. Μόνον περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ὅτε τὸ τρίτον καὶ ὀγκωδέστατον τῶν ναυπηγηθέντων πλοίων εἶχε τελειώσει ἤδη, ἐπῆγες καὶ σὺ μετὰ πολλοῦ πλήθους εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅπως ἴδῃς τὴν καθέλκυσιν τοῦ μεγάλου σκάφους. Τὸ θέαμα ἦτο ἐπιβλητικόν, ὅπως λέγουσι σήμερον. Ὅλη ἡ πολίχνη εἶχεν ἐρημωθῆ σχεδόν, καὶ κόσμος πολυάριθμος ἐπλήρου τὴν μεγάλην μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος λωρίδα. Ἐκεῖθεν τοῦ σκάφους, ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη δύο κοντάρια ὑψηλά, καὶ ἵσταντο οἱ τραχεῖς, οἱ σκληραγωγημένοι ναῦται καὶ χειρώνακτες, συμπληροῦντες τὸ παλάμισμα* τῆς καρίνας, ἀποκαρφώνοντες τὰ βάζια* ἢ ὑποσκάπτοντες εἰς τὴν βάσιν, ὅπως εἶναι ἕτοιμα πρὸς πτῶσιν τὰ κοντοστύλια*. Ἐντεῦθεν τοῦ σκάφους, ὅπου βαθμηδὸν ἠλαττοῦτο ἡ σκιά, ἵσταντο, πλὴν τῶν συνεργατῶν τῆς καθελκύσεως, καὶ οἱ θεαταί, καὶ οὐκ ὀλίγαι γυναῖκες, ἐλθοῦσαι πρὸς τέρψιν. Ὁποῖος τότε παλμὸς διέσεισε τὰ στήθη σου, ὅταν, μεταξὺ αὐτῶν, ἀνεγνώρισες, ὑπὸ κοκκίνην ὀμβρέλαν, τὴν περικαλλῆ μορφὴν τῆς Πολυμνίας! Εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ταξίδιον χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ Χριστοδουλής, ὅστις ἐπῆγε μὲ τὴν βάρκα εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, τὴν εἶχεν ἰδεῖ, ἀλλὰ δὲν σοῦ τὸ εἶπε. Καὶ ὅμως, ᾐσθάνθης εἰς τὰ ἐνδόμυχά σου κρυφὸν καὶ ἀνεξομολόγητον εὐτυχίας αἴσθημα, ὅταν τὴν ἐπανεῖδες!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις τὸ παλάμισμα εἶχε συμπληρωθῆ, τὰ βάζια ἦσαν ὅλα καρφωμένα, ἡ σκάρα μὲ τὰ βουβὰ λίπος ἀλειμμένα, ἦτο στρωμένη πρὸ πολλοῦ. Ὁ πρωτομάστορης μὲ τὸν βαριὸν ἔκαμε τοὺς νενομισμένους τρεῖς σταυροὺς εἰς τὸ πηδάλιον, καὶ ἔδωκε τὸν πρῶτον κτύπον τῆς ὠθήσεως εἰς τὸ πελώριον σκάφος. Συγχρόνως ἔπεσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ κοντοστύλια ὅλα. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ὡς νέα ἀκόμη, διὰ τὴν περίστασιν, πλήρη τὴν νυμφικὴν στολήν της, μὲ τὸ λευκὸν ἀναφὲς καὶ αἰθερόπλαστον ἀλέμι*, τὴν χρυσοκέντητον σκούφιαν, εἰκονίζουσαν γάστραν μὲ ἄνθη καὶ μὲ κλῶνας, τὸ βελούδινον βαβουκλὶ* μὲ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα* ἀνασηκωμένα, τὴν βυσσινόχρουν ὁλομέταξον καὶ χρυσοκέντητον τραχηλιάν, τὴν ζώνην μὲ τ᾿ ἀργυρᾶ καὶ μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια*, τὸ φουστάνι τὸ χαρένιο* μὲ τὸ ὁλόχρυσον ποδογύρι* τρεῖς σπιθαμὲς πλατύ, κρατοῦσα μέγαν ἐπάργυρον δίσκον διὰ τῆς ἀριστερᾶς, περιῆλθεν ὁλόγυρα τὸ πλοῖον καὶ ἔρρανε διὰ τῆς δεξιᾶς, μὲ κοφέτα καὶ μὲ ὀρύζιον, τὴν πρῷραν, τὴν πρύμνην, τὴν τρόπιν καὶ τὰς πλευρὰς τοῦ σκάφους. Οἱ ναῦται, οἱ ναυπηγοὶ καὶ πολλοὶ τῶν θεατῶν, ὡς σταφυλαὶ εἰς κλῆμα, ὡς μολυβῆθραι ἐπὶ σαγήνης ἁλιευτικῆς, ἐπιάσθησαν ἀπὸ τὸ παλάγκο*, καὶ ἤρχισαν νὰ σύρωσι τὸν χονδρὸν κάλων νεύοντες ὅλοι πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ρυθμῷ τὸ κέλευσμα: «Ἔ! γιάσαλέσα! Ἔ! γιούργια!» Ἐν τούτοις, εἴτε διότι τὸ ἔδαφος, ἐφ᾿ οὗ εἶχε σκαρωθῆ τὸ πλοῖον, δὲν ἦτο ἀρκετὰ κατωφερές, εἴτε διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν κινητηρίων μέσων, τὸ σκάφος, ἐστέναζεν, ἐστέναζε, καὶ δὲν ἐκινεῖτο. Παρῆλθον ὀλίγα λεπτά, ἡ δύναμις ἐδιπλασιάσθη· ὁ μέγας ὄγκος ἐκινήθη ὀλίγον ἕως δύο σπιθαμές, τὸ παλάγκον ἐκόπη ἀπὸ τὴν βίαν τοῦ ἑλκυσμοῦ, ἡ γούμενα* μὲ τοὺς δύο μακαράδες* ἔμεινεν ἄπρακτος περὶ τὴν πρύμνην, οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνθρώπων δυσμόθεν τοῦ σκάφους ἔπεσαν εἰς τὴν ἄμμον πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης καὶ οἱ ἄλλοι ἡμίσεις ἔμειναν μὲ τὸ παλάγκον εἰς τὰς χεῖρας πρὸς τὸ μέρος τῆς λίμνης, καγχασμοὶ καὶ γογγυσμοὶ τῶν πεσόντων, ὧν τινες ἐμωλωπίσθησαν ἐλαφρῶς εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα ἢ τὴν πλευράν, ὁ πλοίαρχος κάθιδρως, ἡλιοκαής, ἀξιολύπητος, ἐστενοχωρεῖτο φοβερά, καὶ ὁ καπετὰν Δημήτρης ὁ Κασσανδριανός, ὅστις μὲ τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, μὲ τὸ τσόχινον πανωβράκι του, μὲ τὰ ὑψηλὰ μέχρι τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, τὰ ὁποῖα ἠγάπα νὰ φορῇ χειμῶνα καὶ θέρος, εἶχεν ἔλθει νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ σκάφους, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἀπὸ πρωίας νὰ δίδῃ ὁδηγίας καὶ συμβουλάς, ἰδὼν τὸ ἀτύχημα ἐστέναξε καὶ βραδύγλωσσος ἐπεφώνησε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν ἁμματίσει τὸ παλάγκο, καὶ πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ καὶ τὸ παλάγκο ἐκόπη εἰς ἄλλο μέρος, ὄχι ἐκεῖ ὅπου τὸ εἶχαν ἀρτίως ἁμματίσει. Ἔφεραν νέον παλάγκο, ἐνῷ ὁ πλοίαρχος, μὴ εὐκαιρῶν νὰ σπογγίσῃ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν ἀκούσιον ἐκείνην ἀρὰν «Καλὸ μπλέξιμο!» καὶ βεβαίως ἂν εἶχεν ἐμπρός του, αὐτὴν τὴν φοράν, τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον, κακὸ μπλέξιμο θὰ εἶχε μαζί του. Ὁ δὲ καπετὰν Δημήτρης μὲ τὸ τσιμπούκι του, ἱστάμενος παρὰ τὴν καλύβην τοῦ γύφτου, κάτωθεν τῆς πρύμνης, ἐπανελάμβανε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ δύο ἱερεῖς, πρῴην ναυτικοί, οἵτινες εἶχαν ἀναρρίψει τὰ ἐπιτραχήλια ἐπὶ τὸν δεξιὸν ὦμον, καὶ εἶχαν ἀναβῆ ἐλαφροὶ εἰς τὸ κατάστρωμα, τελειώσαντες τὸν ἁγιασμόν, ἐπλησίασαν εἰς τὴν κωπαστὴν κ᾿ ἔβλεπαν τὰ συμβαίνοντα, διότι, καταρριφθείσης ἤδη καὶ τῆς προχείρου κλίμακος, ἔμελλον νὰ μείνωσι ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ δὲν θὰ κατέβαιναν πρὶν πέσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ δυνηθῶσι νὰ κατέλθωσι, μὲ τὰς ἱερὰς εἰκόνας, εἰς τὴν βάρκαν. Πλῆθος δὲ ἀπὸ ἀθερίνες ―παιδία ὀκταετῆ καὶ δεκαετῆ― ἔτρεχαν ἐμπρὸς ὀπίσω ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, βοηθοῦντα διὰ τοῦ μέσου τούτου εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ πλοίου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος, μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας, καὶ τῇ ἐφαρμογῇ πολλῶν θεραπευτικῶν μέσων, τὸ μέγα πλοῖον, ἀργὰ ἀργά, ὡς καμαρωμένη νύμφη, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν. Μέγας τότε ὁ ἀλαλαγμός, γυναικῶν σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ἀνδρῶν τρεχόντων ὀπίσω τῆς πρύμνης ὡς νὰ ἤθελον διὰ τοῦ δρόμου τούτου νὰ ἐκπτοήσωσι καὶ νὰ πειθαναγκάσωσι τὸ πλοῖον νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὁ μέγας καραβόσκυλος, ὁ Τσοῦρμος, τρέχων καὶ αὐτὸς ὅσον τοῦ ἐπέτρεπεν ἡ ἄκρα ἔντασις τῆς ἁλύσεώς του, ἐγαύγιζε μανιωδῶς προπέμπων τὸ πλοῖον ἐφ᾿ οὗ ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἔμελλε νὰ μεταφερθῇ. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἔτρεχαν πρὸς τὴν θάλασσαν κατόπιν τοῦ ὀλισθαίνοντος καὶ καταφερομένου διὰ τῆς ἐσχάρας σκάφους, εἷς μόνος ἐστράφη αἴφνης, κρατῶν τὸν βαριόν του, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀντίθετον διεύθυνσιν, πρὸς τὴν ξηράν, ὡς διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς ἀποθήκην καὶ διὰ τὸν ὕπνον τοῦ νυκτερινοῦ φύλακος. Ὁ τρέχων οὕτως ἦτο αὐτὸς ὁ πρωτομάστορης, καὶ ἔτρεχεν οὐχὶ δι᾿ ἄλλον λόγον, ἢ διὰ νὰ μὴ συμμερισθῇ τὸ λουτρὸν τοῦ πλοιάρχου, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐζήτουν κατ᾿ ἔθος νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ εἰς αὐτόν. Ἠκούσθη δὲ τότε αἴφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα ὅλου τοῦ παμμιγοῦς θορύβου:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸν καπετάνιο στὸ γιαλό!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ φωνὴ αὕτη ἐξῆλθεν ἐκ πολλῶν στομάτων συγχρόνως. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ἐνδίδων εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ πλήθους, ἀπορρίψας τὰ ἐλαφρὰ ὑποδήματά του, ἔτρεξεν ἐπὶ τῆς σκάρας, πατῶν ἐπὶ τῶν ὀνύχων, ὄπισθεν τῆς πρύμνης, καὶ τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν ἡ πρύμνη ἀπηλλάσσετο τέλος τῆς ἐσχάρας καὶ τὸ σκάφος, φέρον ὑπερήφανον τὴν κυανόλευκον ἐπὶ κονταρίου μετ᾿ ἐρυθροῦ σταυροῦ, ἐβαπτίζετο τὸ πρῶτον εἰς τὸ κῦμα, ἐρρίφθη μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του κατὰ κεφαλῆς εἰς τὴν θάλασσαν, βυθισθεὶς πρῶτον, εἶτα εὐθὺς ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἀφοῦ ἐκολύμβησε δύο ἢ τρεῖς γύρες, ἐπέστρεψεν εἰς τὰ ρηχά, ἐπάτησεν εἰς τὴν ἄμμον, ἀπέβη εἰς τὴν ξηράν, καὶ ὑπὸ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τοῦ πλήθους ἔτρεξεν εἰς τὴν καλύβην ὅπου εἰς τὴν στιγμὴν ἤλλαξε τὰ βρεγμένα ἀμπαδίτικα κ᾿ ἐφόρεσε τὰ κυριακάτικα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς ὅλα ταῦτα ἦσο παρών, φίλε, καὶ ὅλα σχεδὸν δὲν τὰ ἔβλεπες. Ἡ καρδία σου, ἡ φαντασία σου, οἱ ὀφθαλμοί σου ἦσαν προσκεκολλημένα εἰς ἐκείνην ἥτις ἐφόρει τότε λινομέταξον θερινὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐσκιάζετο ἀπὸ τὸ κόκκινον παρασόλι. Μόνον οἱ ἀλαλαγμοὶ τοῦ πλήθους σὲ ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς βυθίας θεωρίας σου, ὅταν τὸ πλοῖον εἶχε πέσει εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὁ πλοίαρχος ἔγινεν ὑποβρύχιος κατόπιν αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ἅπαξ ἐξυπνήσας, εἶδες, φεῦ! καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τῶν παρεστώτων δὲν παρετήρησαν. Κατόπιν τοῦ πλοιάρχου, τρέξας, μετ᾿ ἀλλοκότου ἐνθουσιασμοῦ, ρήξας κραυγὴν ἡδονῆς καὶ θριάμβου, ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταέτης. Ἦτο ὁ Κ᾿στοδουλής, ὁ παιδικὸς φίλος σου. Πόθεν ἆρα ὡρμήθη νὰ τὸ κάμῃ; Ἴσως διότι ἤλπιζε διὰ τῆς ἐθελοθυσίας ταύτης, τῆς προσφερομένης εἰς τὴν φειδωλὴν Μοῖραν, ν᾿ ἀξιωθῇ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς πλοίαρχος μίαν ἡμέραν; Ἴσως καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ τὸν ἰδῇ ἡ Πολύμνια; Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ Χριστοδουλὴς εἶχεν ἔλθει ὀλίγον ἀργὰ εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅταν εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἡ σανὶς ἡ χρησιμεύουσα ὡς κλῖμαξ καὶ αἱ ἀντηρίδες εἶχαν ἤδη ὑποσκαφῆ. ᾘσθάνετο δὲ ἀκατανίκητον ἐπιθυμίαν ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ καράβι. Τί νὰ κάμῃ; Δὶς καὶ τρὶς ἐδοκίμασε νὰ προσκολληθῇ πότε εἰς ἓν πότε εἰς ἄλλο κοντοστύλι, ἂς ἦτο καὶ ἡ βάσις των ἐπισφαλής, καὶ ν᾿ ἀναρριχηθῇ τολμηρῶς ἕως τὴν κωπαστὴν τοῦ καραβιοῦ. Δὶς καὶ τρὶς τὸν εἶδον, πότε ὁ πρωτομάστορης, πότε εἷς τῶν μαραγκῶν, καὶ μετ᾿ αὐστηρότητος τὸν ἐμπόδισαν. Τότε τί νὰ κάμῃ καὶ αὐτός; Ἀφοῦ δὲν ἠξιώθη ν᾿ ἀναβῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ πλοῖον, ἐπαρηγορήθη ριφθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀκολουθήσας τὸ σκάφος εἰς τὸν δρόμον του. Ἐν τούτοις σὺ ᾐσθάνθης πικρὸν νυγμὸν ζηλοτυπίας. Ἡ καρδία σου ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ παιδαριῶδες τοῦτο κατόρθωμα. Πτωχὸς Χριστοδουλής! Τί τοῦ εἶχεν ἔλθει; Καὶ οὔτε ἐξῆλθεν εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ, ὅπου ἄλλως δὲν θὰ εὕρισκεν ἐνδύματα, ἀλλ᾿ ἠκολούθησε κολυμβῶν τὸ ἀπομακρυνθὲν πλοῖον, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα φουσκωμένα ὡς πανία βάρκας, ὑπεράνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, εἶτα δὲ ἀνελθὼν εἰς λέμβον, ἐζήτησε διὰ νευμάτων ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τοῦ πλοίου θριαμβευτικῶς ἀλαλάζοντας παῖδας νὰ τοῦ ρίψωσιν ἐνδύματα· μικρὸς μοῦτσος, εὐσπλαγχνισθείς, τοῦ ἔρριψεν ὑποκάμισον καὶ περισκελίδα ἰδικά του, καὶ ὁ Χριστοδουλής, ἀφοῦ ἤλλαξε, προσεκολλήθη εἰς μίαν τῶν πλευρῶν, καὶ πιασθεὶς ἀπὸ σχοινίου, ἀνῆλθε θριαμβεύων εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ ἀνερμάτιστον σκάφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ πλῆθος εἰς τὸ ναυπηγεῖον συνωθεῖτο τώρα περὶ τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ὅπου ἡ μεγαλοπρεπῶς στολισμένη καπετάνισσα μετὰ προθυμίας καὶ ἁβρότητος προσέφερεν εἰς ὅλους γλυκύσματα καὶ ποτά. Ἀλλὰ σὺ ᾐσθάνεσο τόσην πικρίαν εἰς τὸν οὐρανίσκον ὡς νὰ εἶχεν ἀναβῆ ἡ χολή σου ὅλη κ᾿ ἐχύθη προώρως εἰς τὸ στόμα σου. Καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν πόλιν ἠκολούθησες μακρόθεν τὴν Πολύμνιαν, τὴν ὁποίαν εἶχες ἰδεῖ μειδιῶσαν πρὸς τὴν τρέλαν τοῦ παιδικοῦ σου φίλου, καὶ τὴν εἶχες ἀκούσει ψιθυρίζουσαν: «Τί παράξενο παιδί, αὐτὸς ὁ Χριστοδουλής!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη φορὰ καθ᾿ ἣν ὁ Χριστοδουλὴς ἐρρίφθη εἰς τὸ ὕδωρ μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Πολυμνίας ἢ καὶ χάριν αὐτῆς. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, μίαν Κυριακὴν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου, ὁ Παρρήσης ὁ καλλιεργητὴς τοῦ σικυῶνος, καλόκαρδος, ἄφροντις, μελαψός, μὲ μακρὰν τὴν φούντα τοῦ φεσιοῦ κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ ὁ Λούκας ὁ ἐκμισθωτὴς τῆς λίμνης, ὑψηλόκορμος, μὲ μακρὰ σκέλη, μὲ λινόχρουν τὸν μακρὸν πέραν τῶν ὤτων μύστακα, μὲ ἀστακοῦ βρασμένου τὸν χρῶτα τοῦ προσώπου, εἶχαν καθίσει καθὼς πολὺ συχνὰ τὸ ἐσυνήθιζαν «νὰ τὸ κλάψουν» ὀλίγον, παρὰ τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, ὑπὸ τὴν δροσερὰν ἀναδενδράδα, ἔξωθεν τῆς καλύβης των. Ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν, καὶ ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἤδη εἶχον δώσει καὶ λάβει ἐναλλὰξ πολλοὺς ἀδελφικοὺς ἀσπασμοὺς εἰς τὰ χείλη τῆς φλάσκας, ἥτις ἦτο τετραόκαδος καὶ εἶχε κομισθῆ ἀρτίως ἐκ τῆς πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ὁ πιστὸς φίλος των, ὁ Ἀργύρης, ὁ συνιδιοκτήτης τοῦ ἀνεμομύλου, τοὺς εἶχεν ἐπισκεφθῆ πρὸ μικροῦ μὲ τὰ ἀστεῖά του, καὶ εἰς τὸν μὲν Λούκαν εἶχε προσφέρει τσιγάρον μετὰ πυρίτιδος, ὅπερ ἀνάψας ἐκεῖνος ἔκαυσεν ὀλίγον διὰ τῆς ἐκρήξεως τὸν πυρρὸν μύστακά του, καὶ ἀτάραχος εἶπε: «Ζαρὰρ γιόκ!»*, εἰς τὸν Παρρήσην δὲ εἶχεν ἐπιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αὐτὸν «νὰ παίξῃ κανένα χαβά», ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν ἠγωνίζετο πνευστιῶν ὁ Παρρήσης, ἡ γκάιδα οὐδένα ἐξέβαλλε φθόγγον. Τέλος, ὁ Ἀργύρης, εἶπε: «δὲ φελᾶτε τίποτε, κ᾿ οἱ δυό σας, κρῖμα σ᾿ ἐσᾶς, κρῖμας!» Καὶ προσποιηθεὶς δυσαρέσκειαν ἀπῆλθεν. Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μόνοι ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐκκενῶσι σιγὰ σιγὰ καὶ μεθοδικῶς τὴν φλάσκαν. Εἶχαν ψήσει εἰς ἀνθρακιὰν ἡμίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα, καὶ οὐκ ὀλίγα καβούρια, καὶ τὸ μοσχᾶτον κατέβαινε μιὰ χαρὰ κάτω. Εἶχαν ἐνθυμηθῆ παλαιὰς ἱστορίας, διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλους τὰ παθήματά των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τελειωμόν. Ὁ Παρρήσης μάλιστα, ἐξαρθεὶς ἀπὸ τῆς πεζότητος, ἐτραγούδει κατὰ προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οἷον τὸν στίχον:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔλεγαν δὲ πρὸς ἀλλήλους: «Θυμᾶσαι, καρδάσ᾿*, τοῦτο; Θυμᾶσαι, γιολδάσ᾿*, αὐτό;» Ὅταν εἶναί τις μὲ τὸν ἄριστον φίλον του εἰς ὡραίαν ἐξοχήν, συμπαραστατούσης καὶ φλάσκας μὲ μοσχᾶτον, λησμονεῖ τὰ πάντα, καὶ οἱ δύο ἄνδρες οὐδ᾿ ὑπώπτευαν ὅτι τοὺς ἔβλεπέ τις, ὅπερ ἄλλως τοὺς ἦτο ἀδιάφορον. Ἀλλ᾿ ὄπισθεν τῶν καλαμώνων, ἐπὶ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης, ἥμισυ μίλιον μακράν, ἦτο χωμένος ἀπὸ δύο ὡρῶν, ἀφανής, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ὁ Χριστοδουλής. Τί ἐζήτει ἐκεῖ; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ᾿ ἀπεμακρύνοντο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς ὄχθης ὁ Παρρήσης καὶ ὁ Λούκας, διὰ νὰ χωθῇ γοργὰ εἰς τὴν λίμνην, καὶ κλέψῃ, ὁ πονηρός, κανένα ἔγχελυν ἢ κεφαλόπουλά τινα καὶ ὀλίγα καβούρια. Ἀλλὰ μάτην ἐπερίμενε, καὶ ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει, ἀναγνωρίσας μακρόθεν τὴν τσότραν καὶ ἐλπίζων ὅτι οἱ δύο φίλοι, ἐν τῇ εὐθυμίᾳ των, δὲν θὰ τὸν ἔβλεπον, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα καὶ ἀπέναντι αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπροσδόκητον συμβὰν εἵλκυσε τὴν προσοχήν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἤγγιζεν ὁ ἣλιος εἰς τὴν δύσιν, ὅταν εἰς τὴν καλύβην, ἔξωθεν τῆς ὁποίας ἐκάθηντο οἱ δύο συμπόται, ἐπλησίασε γυνή τις συνοδευομένη ὑπὸ μειρακίου. Ἐφόρει λευκὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐκράτει κόκκινον παρασόλι, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς μὲ ὅλην τὴν ἀπόστασιν, τὴν ἀνεγνώρισεν εὐθύς. Ἦτο ἡ Πολύμνια μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Νίκου. Οἱ δύο ἄνδρες ἐσηκώθησαν εὐθύς, κ᾿ ἐκ τῶν νευμάτων καὶ ὑποκλίσεών των, ἐνόησεν ὁ Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εἰς τὲς καλαμιές, ὅτι τὴν ἐπεριποιοῦντο καὶ ἦσαν πρόθυμοι εἰς τοὺς ὁρισμούς της. Ὀλίγαι παρῆλθον στιγμαί, καὶ βλέπει τὴν Πολύμνιαν νὰ πηδήσῃ καὶ νὰ ἐπιβῇ εἰς τὴν μικρὰν φελούκαν, εἶδος σκάφης μ᾿ ἐπίπεδον τὸ κύτος, χωρὶς καρίναν, ἥτις ἦτο δεδεμένη εἰς τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, οὐ μακρὰν τῆς καλύβης, καὶ ἧς ἐπιβαίνων ὁ Λούκας ἐθήρευεν ἀνὰ τὴν λίμνην τοὺς ἐγχέλεις 〈καὶ〉 τὰ κεφαλόπουλα. Κατόπιν τῆς νεάνιδος, ὁ μικρὸς ἀδελφός της, λύσας τὴν μπαρούμα, ἐπέβη, καὶ λαβὼν τὸ κοντάριον, ἤρχισε ν᾿ ἀβαράρῃ* εἰς τὸν βυθὸν τῆς ἀβαθοῦς λίμνης. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐσυμπέρανεν ὀρθῶς ὅτι τῆς Πολυμνίας θὰ τῆς εἶχεν ἔλθει ἡ φαντασία νὰ κάμῃ μίαν φορὰν μὲ τὴν φελούκαν περίπατον ἐπὶ τῆς λίμνης, καὶ ὁ Λούκας, εὐδιάθετος εὑρεθείς, τῆς ἔδωκε τὴν ἄδειαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μικρὰ σκάφη ἀπεμακρύνθη πρὸς τὸ κέντρον τῆς λίμνης, οἱ δύο ἄνδρες καθίσαντες ἐκ νέου, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀποτελειώσουν τὴν φλάσκαν, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς κρυμμένος εἰς τοὺς καλαμῶνας, ἔβλεπε θαυμάζων, ὅπως θὰ ἐθαύμαζες σύ, τὸ χαριέστατον σύμπλεγμα τῆς νεάνιδος καὶ τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ της, ἐξακολουθοῦντος, μὲ ὅλην του τὴν δύναμιν, διὰ τοῦ κονταρίου ν᾿ ἀντωθῇ τὸν πυθμένα. Ἡ Πολύμνια ἐφαίνετο ἀκτινοβολοῦσα ἐκ χαρᾶς. Ὁ περίπατος οὗτος τὴν ηὔφραινε, τὴν κατεγοήτευεν, ὡς τὰ ἀθύρματα τὰς τριετεῖς κορασίδας, ἐνῷ ὁ ἀδελφός της ἐφαίνετο αἰσθανόμενος ἴσην χαρὰν μὲ τὰ ἑπταετῆ παιδία, τὰ ὁποῖα φεύγοντα τὸ σχολεῖον, μὲ τὸν φύλακα* ἀνηρτημένον ὑπὸ τὴν μασχάλην, εὑρίσκουσιν ἄφατον ἡδονὴν νὰ τρέχουν εἰς τὲς ἀκρογιαλιὲς καὶ εἰς τοὺς βάλτους, καὶ νὰ καραβίζουν* μὲ σμικρότατα κομψὰ καραβάκια, τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐλησμόνησε τὰ χέλια, τὰ καβουράκια καὶ τὰ κεφαλόπουλα, τὰ ὁποῖα διενοεῖτο νὰ κλέψῃ, καὶ δὲν ἐχόρταινε νὰ βλέπῃ τὴν παιδικὴν ἐκείνην ἐπὶ τῆς λίμνης περιπλάνησιν. Ἀλλὰ δὲν τοῦ διέφυγε καὶ ἡ ἀτζαμωσύνη τοῦ Νίκου, ὅστις δὲν ἤξευρε ν᾿ ἀβαράρῃ κανονικὰ καθὼς ἔπρεπε, καὶ χωμένος μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας ὁ παιδικὸς φίλος σου ἐστέναζε κ᾿ ἔλεγεν: «Ἄ! νὰ ἤμουν ἐγώ!…»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκεῖ, εἰς μίαν στιγμήν, καθὼς ἀβαράριζεν ἀδεξίως ὁ Νῖκος, ἡ φελούκα περιεπλάκη εἰς συστάδα λιμναίων χόρτων, ὑψηλῶν, σχεδὸν ἕως τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ὁ Νῖκος ἔκαμνεν, ἔκαμνε ν᾿ ἀβαράρῃ, καὶ ὅσον ἀβαράριζε, τόσον χειρότερα περιεπλέκετο ἡ φελούκα, καὶ τὸ κοντάριον δὲν εὕρισκε πλέον πυθμένα, καὶ τέλος τὸ κοντάριον περιεπλάκη καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πολύκλαδα, ἁδρά, μέλανα ἐκεῖνα χόρτα, καὶ ὁ Νῖκος εἰς μάτην ἐπάσχιζε ν᾿ ἀπαλλάξῃ ἐκεῖθεν τὸ κοντάριον, καὶ ὅσον ἐτράβα ὁ Νῖκος, τόσον τὸ κοντάρι ἔφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἑωσοῦ ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς δακτύλους, καὶ τὸ μισὸν ἦτο ἐμπλεγμένον κάτω, τὸ μισὸν ἔπλεεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἡ Πολύμνια ἐγερθεῖσα μὲ προφύλαξιν ἔκυψε διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ ἐπῆγε τὸ κοντάριον, ἀπὸ τὴν αὐτὴν πλευρὰν τῆς φελούκας, πρὸς ἣν ἵστατο καὶ ὁ Νῖκος, ἀλλὰ τότε ἡ φελούκα ἔγειρε μονόπλευρα, καὶ παρ᾿ ὀλίγον ἀνετρέπετο. Ἐννοήσασα τὸν κίνδυνον ἡ Πολύμνια, καὶ μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ κάμῃ ἀκούσιον λουτρὸν μέσα εἰς τὰ λιμναῖα χόρτα, ἀνεκάθισε ταχεῖα παρὰ τὴν πρύμνην, καὶ πάλιν ὑπεγερθεῖσα ὕψωσε τὸ λευκὸν μανδήλιόν της πρὸς τοὺς δύο συμπότας τῆς μικρᾶς καλύβης καὶ συγχρόνως ἤρχισε νὰ φωνάζῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔ! μπαρμπα-Λούκα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ ἕως νὰ πάρῃ εἴδησιν ὁ Λούκας καὶ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν (ὅπερ ἄλλως θὰ ἦτο δύσκολον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος ἦτο πανταχοῦ σχεδὸν βαλτῶδες καὶ πᾶς ὁ ἐπιβαίνων εἰς τὸ ὕδωρ θὰ ἐχώνετο μέχρι τοῦ γόνατος εἰς ἰλύν· τὸ ἀβαθὲς δὲ τοῦ ὕδατος δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβήσῃ μέγα σῶμα, οἷον τὸ ἰδικόν του), θὰ ἐνύκτωνε χωρὶς νὰ κατορθωθῇ τίποτε. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστοδουλὴς εὐτυχῶς, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ἦτο πολὺ σιμότερα εἰς τὴν φελούκαν, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο χωμένος, μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πάντοτε ὅλην τὴν ἐνδυμασίαν του, ἐκπηδήσας ἀπὸ τὸν καλαμῶνα, ἀπροσδοκήτως, θαυμασίως, ὡς τελευταῖον ἀπομεινάριον ἀρχαίας θεότητος, λιμναίας καὶ ὑδροβίου, ἄγνωστον καὶ νοθογενές, λησμονημένον ἀπὸ δεκαεννέα αἰώνων, διαιτώμενον ἐκεῖ εἰς τοὺς καλαμῶνας, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐρρίφθη κολυμβῶν εἰς τὴν λίμνην. Καὶ μὲ δέκα εἰρεσίας τῶν χειρῶν, μὲ ἄλλα τόσα λακτίσματα τῶν ποδῶν, μὲ τὴν κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εἰς τοὺς βάλτους, ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ ἡ βάρκα, ἀνεπήδησε στιβαρῶς ἐπὶ τὴν δεξιὰν πλευράν, ἔδραξε τὴν πρῷραν τῆς σκάφης, καὶ μὲ ἀπίστευτον διὰ τὴν ἡλικίαν του ρώμην, τὴν ἀνεσήκωσε καὶ τὴν ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοῦ ἐμποδίου τῶν ὑψηλῶν χόρτων. Εἶτα ἐξέμπλεξε καὶ τὸ κοντάρι ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Νῖκον:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά, πῶς ν᾿ ἀβαράρῃς!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τοῦ ἔδειξεν ἐμπράκτως τὸν τρόπον, ρίψας αὐτῷ τὸ κοντάριον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶτα ὤθησε τὴν φελούκαν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ἀπομακρύνας αὐτὴν τῶν λιμναίων χόρτων, ὡς καὶ τῶν ρηχῶν, ἐνῷ ἡ Πολύμνια τὸν ἐκοίταζε μειδιῶσα καὶ ἄκουσα τὸν ἐθαύμαζεν, ὑποψιθυρίζουσα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί παράξενο παιδί!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τοὺς κατευώδωσε πρὸς τὸ μέρος τῆς καλύβης, ὅπου οἱ δύο συμπόται εἶχαν σηκωθῆ ἔκπληκτοι, μὴ ἐννοοῦντες τί συνέβαινε, καὶ ὁ Λούκας φανταζόμενος τὴν λίμνην ὡς θάλασσαν, ἔλεγε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κανένα δελφίνι θὰ ἔπεσε κοντὰ στὴ βάρκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Φθάνει νὰ μὴν εἶναι κανένα σκυλόψαρο, καὶ σοῦ ἀφανίσῃ τὰ κεφαλόπ᾿λα, καρδάσ᾿, εἶπεν ὁ Παρρήσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Χριστοδουλὴς ἐπέστρεψεν εἰς τὸν καλαμῶνά του, ὅπου, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, αἰωνία ἡ μνήμη του, ὁ Μιτζέλος, ἀπὸ τοῦ λευκοῦ του οἰκίσκου, τοῦ γειτονεύοντος μὲ τὸν καλαμῶνα, εἶχεν ἰδεῖ τὸ συμβεβηκός, καὶ καλέσας τὸν νέον, ὅστις γυμνωθεὶς προσεπάθει νὰ στεγνώσῃ τὰ ἐνδύματά του ἐπὶ βράχου καίοντος ἀκόμη ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἄρτι δύσαντος ἡλίου, τοῦ ἔδωκεν αὐτὸς ἐνδύματα νὰ φορέσῃ. Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον μὲ τὰς ὀλίγας ἀμνάδας του, τοῦ ἔδωκε «μίαν εὐχὴ» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι θὰ ἔχῃ «μεγάλον μισθόν», χωρὶς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι αὐτὸς ἦτο νοθογενὲς ἀποτόκιον λησμονημένης θεότητος. Καὶ ὁ Λούκας, μαθὼν ἐκ στόματος τῆς Πολυμνίας τὸ μικρὸν συμβεβηκός, κρατῶν εἰς χεῖρας τὴν φλάσκαν, μὲ τὰς ἀπομεινάσας ὀλίγας σταγόνας μοσχάτου, ἔκραζεν ἀπὸ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὴν ὑγειά σ᾿, Κ᾿στοδουλή!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρὸς τί νὰ χάνῃ τις τὴν φιλίαν τῶν φίλων του; Μὴ τυχὸν ἡ Πολύμνια ἦτο διὰ σὲ ἢ δι᾿ ἐκεῖνον; Παιδίον! Αὐτὴ ἦτο μεγαλυτέρα τὴν ἡλικίαν καὶ τῶν δύο σας. Ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ γίνῃ ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τοὐλάχιστον καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τώρα ἡ Πολύμνια ἀπέθανεν ἢ ὑπανδρεύθη; Ἀγνοῶ, ἴσως καὶ σὺ ἐπίσης. Καὶ ὁ Χριστοδουλής; Ἔγινεν ναυτικὸς περίφημος, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἤκουσές τι περὶ αὐτοῦ. Ἴσως νὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθὼς τόσοι ἄλλοι. Καὶ σύ; Φιλοσοφεῖς, ὡς ἐγώ, καὶ οὐδὲν πράττεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1892)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/4133955086163300540/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_6598.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/4133955086163300540'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/4133955086163300540'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_6598.html' title='ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-3335457706398248390</id><published>2011-11-15T22:30:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T22:30:16.628-08:00</updated><title type='text'>ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχε κινήσει ἀποβραδύς, ἡμίσειαν ὥραν πρὶν κρυφθῇ εἰς τὸ βουνὸν ὁ ἥλιος, νὰ ὑπάγῃ πίσω μακρὰν εἰς τ᾽ Ἀρβανίτη, σ᾽ Μανώλη τ᾽ σουφριά*… ὄχι, στὸν Ἀραδιά, στῆς Κεχριᾶς τὸ ρέμα, ὁ Ἀγάλλος Μανουὴλ Ἀγάλλου. Δὲν ἦτο καὶ πολὺ σιμά… ὄχι, δὲν ἦτο καὶ πολὺ μακριὰ ὁ νερόμυλος, ὀλιγώτερον ἀπὸ δύο ὧρες μὲ τὰ πόδια. Ἀλλ᾽ εἰς τὸν δρόμον εἶχεν ἀργοπορήσει, ποιὸς ξεύρει διατί. Ἴσως ἐνθυμεῖτο τὴν πρὸ ὀλίγων χρόνων τερπνὴν καὶ εὐάρεστον καὶ ζηλεμένην θέσιν του, ὅταν ἦτο γαμβρὸς ὡραῖος καὶ περιζήτητος, μὲ μακριὰ φούντα, μὲ γλυκὰ μάτια, μὲ φέσι ψηλό, μεγάλο καὶ κατακόκκινο, ποὺ νὰ τὸ φορῇ στραβὰ ὣς τὸ αὐτί. Καὶ τὴν παρέβαλλε μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασίν του, νὰ κάθεται γυναίκα χάσασα ὅλην τὴν δρόσον καὶ τὴν ποίησίν της νὰ σὲ καρτερῇ εἰς τὸν νερόμυλον μὲ δύο παιδιά, ὁποὺ τὸ ἕνα νὰ διηγῆται παραμύθια στὸ ἄλλο. Βεβαίως ἡ δευτέρα θέσις τὸν συνεκίνει κάπως, ἀλλ᾽ ἡ πρώτη τοῦ ἐφαίνετο πλέον ἐπιθυμητή, καὶ εὐχαρίστως θὰ ἐδέχετο νὰ ξαναρχίσῃ πάλιν. Βάλε μὲ τὸ νοῦ σου, ὀκτὼ χρόνια νὰ εἶσαι ἀρραβωνιασμένος, μὲ δυὸ ἀρραβωνιαστικές, πότε μὲ τὴν μίαν, πότε μὲ τὴν ἄλλην, κάποτε συγχρόνως καὶ μὲ τὰς δύο. Ἂν ἐκαλοπέρασε ποτὲ γαμβρὸς εἰς τὸν κόσμον, ἐκαλοπέρασε κι αὐτός. Καὶ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, ἂς εἶναι ἅγια τὰ κόκκαλά της ἐκεῖ ποὺ εἶναι, ἦτον πολὺ εὐχαριστημένη. Ἤρχετο τοῦ Χριστοῦ, χριστόψωμα ἡ μία ἀρραβωνιαστική, χριστόψωμα ἡ ἄλλη. Λοκμάδες ἡ πρώτη, τηγανίτες ἡ δεύτερη. Εἰς ὀκτὼ ἡμέρας πάλιν, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, βασιλόπιττα ἡ μία, βασιλόπιττα ἡ ἄλλη. Ἤρχετο πάλιν ἡ Λαμπρή, χαμαλιὰ* ἐκείνη, μπακλαβὰ αὐτή. Ἤρχετο τοῦ Αγίου Ἀγαθονίκου, μπακλαβὰ ἡ Σμαράγδω, μπακλαβὰ ἡ Ἀφέντρα. Καὶ δός του ἡ Μπονώραινα ἡ ἐπιτηδεία τεχνῖτις χαμαλιά, καὶ δός του μπακλαβάδες. Καὶ τὴν κάθε φορὰν ηὔξανε τὸ μέγεθος τῶν χαμαλιῶν, καὶ τὸ πάχος τοῦ μπακλαβᾶ ἐδιπλασιάζετο. Ἀλλ᾽ ἡ πρώτη δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ βγάλῃ πέρα μὲ τὴν δεύτερη. Ἦτο, ἡ ἀτυχής, πεντάρφανη· ποῖος νὰ τὴν προστατεύσῃ, ποῖος νὰ τῆς εἰπῇ καλὸν εἰς τὰ συμπεθερικά της; Ἡ ἄλλη εἶχε καὶ παραεῖχε γονεῖς, ὥστε τῆς ἐπερίσσευαν, καὶ οἱ ἀδελφοί της, μὲ τὴν μπρατσέρα, τῆς ἐκουβαλοῦσαν καλούδια. Καὶ τῆς ἔκαμναν προικιὰ καὶ πανωπροίκια. Διὰ τοῦτο καὶ ἐνίκησεν αὐτή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἅμα ἐνύκτωσεν, ἡ Ἀφέντρα ἤναψε τὸν λύχνον, ἔκλεισε τὴν πόρτα της καὶ πλύνασα τὰ ἀγρολάχανα, τὰ ἔβαλεν εἰς τὸ μικρὸν χάλκωμα, ἔχυσε νερὸν ἐντός, ἔρριψε ξηρὰ ξύλα εἰς τὴν ἑστίαν, καὶ ἀνεβίβασε τὸ χάλκωμα εἰς τὴν πυροστιάν· εἶτα ἤρχισε νὰ φυσᾷ τὸ πῦρ. Τὰ δύο της παιδία, καθήμενα ἐπὶ τῆς ψάθης, ἔπαιζαν, ἡ Λενιὼ μὲ τὴν κούκλα της, ὁ Μανώλης μὲ τὸ καραβάκι του. Ἡ πρώτη, πενταέτις, ἐδοκίμαζε νὰ εἰπῇ ἕνα παραμύθι εἰς τὸν δεύτερον, τετραέτη, ὅστις ἔχασκε νὰ τὴν ἀκούῃ. Ἤρχιζε δὲ πάντοτε ἀπὸ στίχους:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἄντζα* μάννα,&lt;br /&gt;
βάτος μαμμή,&lt;br /&gt;
ἀιτὸς μ᾽ ἐπῆρε…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σχεδὸν δὲν ἤξευρε νὰ εἰπῇ ἄλλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ καὶ τόσα ἤρκουν διὰ τὸν Μανώλην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Λενιὼ παρεκάλει τὴν μητέρα της νὰ εἴπῃ τὰ λοιπά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς τὸ λένε, μάννα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ Ἀφέντρα ἔλεγε τὴν συνέχειαν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀιτὸς μ᾽ ἐπῆρε,&lt;br /&gt;
στὸ δέντρο μ᾽ ἀνέβασε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὕστερα; ὕστερα; ἠρώτα τὸ Λενιώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὕτελα; ἐπανελάμβανε καὶ ὁ Μανώλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ Ἀφέντρα διηγεῖτο μὲ ὀλίγας λέξεις, πῶς ἡ ἐκ τοῦ γαστροκνημίου ἀνδρὸς τῇ βοηθείᾳ βάτου μαιευτῆρος γεννηθεῖσα ἠγαπήθη ὑπὸ τοῦ βασιλέως καὶ εἶτα, τῇ διαβολῇ τῆς πενθερᾶς της, ἐγκατελείφθη ὑπ᾽ αὐτοῦ, καταδικασθεῖσα νὰ βόσκῃ χῆνας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στὸ δέντρο μ᾽ ἀνέβασε·&lt;br /&gt;
γριὰ μ᾽ εξεπλάνεσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ Ἀφέντρα κύπτουσα ἐφύσα τὸ πῦρ, διακοπτομένη μόνον διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὰ τέκνα της:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τώρα θὰ ᾽ρθῇ ὁ πατέρας σας… ὅπου εἶναι, ἔφτασε. Νὰ κάμετε φρόνιμα… Θὰ σᾶς φέρῃ καλούδια… Στραγάλια καὶ μύγδαλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ταάλια κὶ μύλαλα! ἐπανελάμβανεν ὁ Μανώλης μὲ τὸ στόμα ἀνοικτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις παρήρχετο ἡ ὥρα καὶ ὁ Ἀγάλλος δὲν ἐφαίνετο. Ἡ Ἀφέντρα δὲν ἀνησύχει, ἤξευρεν ὅτι ὁ σύζυγός της ἦτον «ἀργοστόλιστος»*. Ὡμοίαζε μὲ τὴν νύμφην, ποὺ ἀργεῖ νὰ στολισθῇ, καὶ ὡς ἡ νύμφη ἐπερπατοῦσε καμαρωμένα. Ἄ! νύμφη! Ὑπῆρξε καὶ αὐτὴ νύμφη… Τὸ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Καὶ πῶς νὰ τὸ ξεχάσῃ; Ὀκτὼ χρόνια, ἡ πενθερά της, «τοὺς εἶχε ψήσει τὸ ψάρι στὰ χείλη», αὐτῆς καὶ τῶν οἰκείων της. Ὁ Ἀγάλλος ἦτον περιμάχητος γαμβρός. Ὀκτὼ χρόνια, δεκαὲξ μπακλαβάδες, εἰκοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω ἀπὸ σαράντα κόττες καὶ πίττες. Καὶ ποιὸς τὰ λυπᾶται αὐτά; Μόνον, ἑκατὸ φορὲς πείσματα, κακιώματα. Πότε μὲ τὴν μίαν ἀρραβωνιαστικὴν τὰ ἐχαλνοῦσε, πότε μὲ τὴν ἄλλην. Κατ᾽ ἀρχὰς εἶχε δώσει σημάδια* εἰς τὴν ἄλλην. Ὕστερον τὰ ἐχάλασε, κ᾽ «ἔδεσε πανδρειὲς»* μ᾽ αὐτήν. Κατόπιν τὰ σκαρώνει πάλιν μὲ τὴν ἄλλην, καὶ γυρίζει πίσω τὴν ἀρραβῶνα εἰς αὐτήν. Ἀκολούθως πετᾷ τὰ σημάδια τῆς Σμαράγδως καὶ τὰ σάζει πάλιν μὲ τὴν Ἀφέντραν. Καὶ ἦτον εὔμορφος γαμβρός, νὰ ἔχῃ ζωή, καὶ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ οἱ δυό. Ἀπὸ τὴν ἄλλην ἦτον βεβαίως πλέον εὔμορφος ἐφρόνει ἡ Ἀφέντρα, ἄσπρος, γαλανός, κοκκινορροϊδίτης. Πλέον εὔμορφος ἦτο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν Ἀφέντραν, ἥτις ἦτο ἰσχνή, χλωμὴ καὶ ἀδύνατος. Τέλος, ἀφοῦ ἔκαμε τελευταίαν βόλταν πρὸς τὴν Σμαράγδω, καὶ ὅλην τὴν ἑβδομάδα δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ στὰ μάτια, ἀνελπίστως τὴν Κυριακὴν τὸ μεσημέρι, οἱ δύο ἀδελφοί, οἵτινες εἶχαν φθάσει τὸ Σάββατον μὲ τὴν βρατσέρα, τὸν καταφέρνουν, βγάζουν τὶς ἄδειες, καὶ τὸν στεφανώνουν τὴν Κυριακὴν τὸ βράδυ μὲ τὴν Ἀφέντραν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις ἔλαβαν καιρὸν οἱ γενιές* της νὰ στολίσουν τὴν νύμφην. Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Εἶχε κεντήσει ἡ ἴδια τὸν ἥλιον καὶ τὸ φεγγάρι εἰς τὰ μανίκια τοῦ μεταξωτοῦ ἄλικου ὑποκαμίσου της. Εἰς τὴν σκούφιαν της πάλιν εἶχε κεντήσει μεγάλην γάστραν μὲ λουλούδια καὶ μὲ κλαδιά. Καὶ εἰς τὴν τραχηλιάν της εἶχε κεντήσει διάφορες κλάρες. Εἶχε καὶ ὡραῖα προμάνικα* ἀνασηκωμένα ἐκ βαρυτίμου ρωσικοῦ χρυσοϋφάντου. Καὶ τὸ ποδογύρι* ὁλόχρυσον τρεῖς σπιθαμὲς πλατύ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πενθερά της, μόλις εἶχε πεισθῆ τὴν τελευταίαν ὥραν νὰ δώσῃ τὴν εὐχήν της, σκληρυνομένη ἕως τότε, λέγουσα ὅτι ἐπόνεσε τὴν ἄλλην, ὅτι τὴν λυπεῖται ὡς ὀρφανήν. Τέλος ἐφόρεσε τὰ καλά της καὶ ἦλθε, φέρουσα τὴν μαύρην μανδήλαν τῆς χηρείας της, ἐπιφυλαχθεῖσα νὰ φορέσῃ χρωματιστὴν «πολίτικην», τὴν στιγμὴν μόνον ποὺ ἤθελεν ἀσπασθῆ τὰ στεφάνια. Ἦλθε καὶ ἡ ἀνδραδέλφη της κ᾽ ἐστάθη ὑψηλή, σιμὰ εἰς τὴν τέμπλαν*, ἄλλη τέμπλα ἔμψυχος αὐτή, πλατεῖα, ἀκίνητος, στολισμένη ὡς νύμφη. Διότι ἡ τέμπλα δὲν εἶναι νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν, ὅπου θὰ τελεσθῇ ὁ γάμος. Στρώματα, καὶ παπλώματα καὶ κιλίμια, ἐπιμελῶς διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται εὐτάκτως καὶ κοσμίως κατὰ τοῦ τοίχου, παρὰ τὴν μίαν γωνίαν τοῦ θαλάμου, καλύπτονται μὲ μεταξωτὴν σινδόνα, καὶ ἐπιστέφονται μὲ δύο προσκεφαλάδες* μὲ μεταξωτὰ περιβλήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τέμπλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ἔφθασε μὲ τὰ βιολιὰ ὁ κουμπάρος, ἦλθαν καὶ οἱ καλεσμένοι, ὕστερον οἱ παπάδες, καὶ ἤρχισεν ἡ τελετή. Ἀντηλλάγησαν οἱ δακτύλιοι, εἶτα τὰ στέφανα, ἀνεγνώσθησαν αἱ ὡραῖαι εὐχαί, ἐψάλη τὸ Ἡσαΐα χόρευε, ἔφεραν γῦρον τρεῖς φορές, ἔρραναν τοὺς νεονύμφους μὲ ὀρύζιον καὶ μὲ κοφέτα, καὶ τέλος ὁ Παπανικόλας μὲ τὴν σκληρὰν καὶ ὀστεώδη χεῖρά του, λαβὼν ἐκ τοῦ βραχίονος ὀκταετὲς παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχε μάννα καὶ πατέρα, τὸ ὤθησεν ἐν τῷ μέσῳ τῶν νεονύμφων, κ᾽ ἐχώρισε διὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ παιδίου τὰς συνδεδεμένας χεῖράς των, ἐπευχηθεὶς μεγαλοφώνως: «Ὅλο κεφαλάδες*».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀκολούθως ὁ γαμβρός, λαβὼν τὸν μέγαν δίσκον, ἐκέρασεν ὁ ἴδιος τοὺς ἱερεῖς, τὸν κουμπάρον καὶ τοὺς καλεσμένους, ἐνῷ ἡ νύμφη ἱσταμένη ὀρθή, μεταξὺ τῆς τέμπλας καὶ τῆς ἀνδραδέλφης της, ἐκαμάρωνε, κ᾽ ἐχρειάζετο νὰ τῆς σείουν τὴν κεφαλὴν ὄπισθεν ἠρέμα αἱ παράνυμφοι, στολισμέναι ὅλαι παριστάμεναι, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ διὰ κατανεύσεως εἰς τὰς ἀφθόνους εὐχὰς τῶν καλεσμένων: «Στερεωμένοι, καλορρίζικοι! μὲ γυιούς!» ἐνῷ μόλις ἐκινοῦντο τὰ χείλη της, χωρὶς ν᾽ ἀκούηται ἡ φωνή της, λεγούσης εὐχαριστῶ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ μπαρμπα-Γκιουλής, ὁ κατ᾽ ἀποκοπὴν μάγειρος ὅλων τῶν γάμων, εἶχεν ἀνάψει κάτω, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ οἰκίσκου, δύο μεγάλας πυράς, καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς ἀνεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας ἐντός του ὀκτάμηνον πρόβατον καὶ ἤρχισε νὰ τὸ τσιγαρίζῃ διὰ νὰ κάμῃ τὸ σύνηθες εἰς τοὺς γάμους περσικὸν πιλάφι, ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἄλλης, εὐθὺς ὡς ἔγινεν ἀνθρακιά, ἔτεινε παραλλήλους δύο σούβλας μὲ δύο ἄλλα σφαχτά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κύπτων ἐπὶ τῶν δύο πυρῶν, μὲ τὴν μίαν χεῖρα ἐγύριζε τὴν σούβλαν, μὲ τὴν ἄλλην ἐχειρίζετο τὴν τεραστίαν κουτάλαν, δι᾽ ἧς ἀνεκάτωνε κ᾽ ἐτσιγάριζε τὸ κρέας μὲ τὰ κρόμμυα. Ἦλθε καὶ ὁ γερο-Σιγουράντσας αὐτόκλητος βοηθός, διὰ νὰ γυρίζῃ τὴν ἄλλην σούβλαν. Μόλις ἤρχισε νὰ ροδοκοκκινίζῃ τὸ ψητόν, μόλις ἤρχισε νὰ μυρίζῃ προκλητικῶς τὸ τσιγαριστόν, καὶ ὁ Γκιουλής, ἀνασπάσας τὴν μάχαιραν ἀπὸ τὸ πλατὺ κίτρινον ζωνάρι του, ἤρχισε νὰ κόπτῃ γενναίους μεζέδες ἀπὸ τὰ δύο ψητά, καὶ διὰ τῆς κουτάλας ἔβγαζε μεγάλα κομμάτια ἀπὸ τὸ τσιγαριστόν. Κατεβρόχθιζεν αὐτὸς τρία, διὰ προφταστήρα*, ὡς ἔλεγεν, ἔδιδε καὶ εἰς τὸν γερο-Σιγουράντσα ἕν, διὰ ψυχόπιασμα* καὶ συγχρόνως ἰδὼν δύο ἢ τρεῖς ἄλλους προθύμους «μουστερῆδες», ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους οἱ παλαιοὶ ἐκάλουν μνάμονας, καὶ οἵτινες φαίνονται ὡς νὰ κρατοῦν κατάστιχον ἀκριβὲς μὲ πιστὰς χρονολογίας δι᾽ ὅλας τὰς γεννήσεις, τοὺς γάμους καὶ μάλιστα τὰ ἑορταζόμενα εἰς τὰς μνήμας τῶν Ἁγίων ὀνόματα, ἤρχισε νὰ τοὺς ἀποδιώκῃ μὲ ὀνειδισμοὺς καὶ ἀπειλάς, ὅμοιος μὲ τὴν γάτταν τοῦ σπιτιοῦ, τὴν ἀνευρίσκουσαν ὅλην τὴν φύσιν τῆς τίγριδος καὶ ἀνορθοῦσαν τὰς τρίχας καὶ γρύζουσαν ὑπούλως καὶ ἐξαπίνης σχίζουσαν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὸν ἀπονήρευτον καὶ ὑπὸ τοῦ ἐμφύτου μόνον ἐλαυνόμενον ἐπιδρομέα σκύλον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἷς τῶν καλεσμένων ἀκούσας ἀπ᾽ ἐπάνω τὴν τραχεῖαν φωνὴν τοῦ Γκιουλῆ, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τοὺς ὀχληροὺς ἀπαιτητάς (τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχεν ἀποπέμψει πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὴν οἰκίαν, ἀφοῦ τοὺς ἐφίλευσε δὶς καὶ τρὶς μπακλαβάδες καὶ μαστίχες καὶ ρώμια), ἐπρόβαλεν ἀπὸ τὸ παράθυρον, καὶ βλέπει τὸν Γκιουλήν, ὅστις ἦτο κεκηρυγμένος ἐχθρὸς τοῦ μπακλαβᾶ καὶ ὅλων τῶν γλυκυσμάτων, ἐγχειροῦντα γενναίως μὲ τὴν πλατεῖαν μάχαιράν του ἐπὶ τῶν νεφραμιῶν τοῦ ροδοκοκκινίζοντος ψητοῦ. Τότε ὁ ἐκ τῶν καλεσμένων, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἐμέμφθη, ἀλλ᾽ αἰσθανθεὶς καὶ αὐτὸς τὴν ὄρεξίν του νὰ τὸν κεντᾷ, ἔλαβε λάθρᾳ μίαν ἀπὸ τὰς πολλὰς φλάσκας, τὰς ὁποίας εἶχον εἰσφέρει πλήρεις οἴνου οἱ καλεσμένοι, καὶ κατελθὼν ἠρέμα εἰς τὴν αὐλήν, τὴν ἐπρόσφερεν εἰς τὸν Γκιουλήν, ὅστις ἐρρόφησεν ὄχι μετρίαν δόσιν, καὶ κόψας εὐγνωμόνως μέγαν μεζὲν τὸν ἀντεπρόσφερεν εἰς τὸν διακριτικὸν ἄνθρωπον. Μετὰ δύο δὲ ἢ τρεῖς ἀμοιβαίας φιλοφρονήσεις, ἡ φλάσκα ἐμέσασεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾽ ἔμελλον ὁπωσδήποτε νὰ ψηθῶσι τέλος τὰ δύο σφαχτά, ὤφειλε καὶ τὸ πιλάφι νὰ γίνῃ ἐπὶ τέλους. Τότε ὁ Γκιουλὴς κατεβίβασεν ἀπὸ τὸ πῦρ τὸ πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε καὶ τὰς δύο σούβλας. Καὶ ἀφοῦ ἀνεκάτωσεν, ἀνεκάτωσε τὸ ὀρύζιον κ᾽ ἔφαγε δύο ἢ τρεῖς κουταλιὲς διὰ νὰ τὸ δοκιμάσῃ, ἤρχισε νὰ κενώνῃ εἰς πλατέα βαθουλὰ πινάκια τὸ πιλάφι, νὰ κόπτῃ δὲ εἰς μεγάλα τεμάχια τὰ δύο ψητά, ἐξακολουθῶν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ διπλοδοκιμάζῃ τὴν γεῦσίν των. Ἀλλ᾽ ἦτο καιρὸς νὰ μεταφερθῶσι τέλος ἐπάνω εἰς τὴν οἰκίαν τὰ πλήρη πινάκια, καὶ οἱ καλεσμένοι ἐστρώθησαν εἰς μακροτάτην σειρὰν κατὰ μῆκος καὶ πλάτος τοῦ μεγάλου θαλάμου, καὶ ἔφαγον καὶ εὐφράνθησαν εἰς τιμὴν τῶν νεονύμφων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε αἱ διάφοροι φλάσκαι καὶ φιάλαι ἤρχισαν νὰ κυκλοφορῶσι κατὰ πολλὰς διευθύνσεις ἀνὰ τὰς τάξεις τῶν συμποσιαστῶν. Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὴς ὁ Ξέσουρος, θεῖος τῆς νύμφης, κρατῶν διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἀκουμβημένην ἐπὶ τοῦ γόνατός του μεγάλην χιλιάρικην, καὶ διὰ τῆς δεξιᾶς μικρὸν πενηντάρικον ποτήριον, ἐκέρνα τοὺς καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως ἓν ποτήριον εἰς τὸν πρῶτον γείτονά του πρὸς τὰ δεξιά, εἶτα πίνων μετριοφρόνως καὶ αὐτὸς ἕν, εἶτα κερνῶν ἓν τὸν πρῶτον γείτονά του πρὸς τὰ ἀριστερά, ὑποφέρων καὶ αὐτὸς ἕν, διὰ νὰ διπλοχαιρετίσῃ· εἶτα μεταβιβάζων ἓν ποτήριον εἰς τὸν δεύτερον πρὸς τὰ δεξιὰ γείτονά του, ροφῶν καὶ αὐτὸς ἓν διὰ ν᾽ ἀποδώσῃ τὸν χαιρετισμόν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Μεγίστη δὲ ὑπῆρξεν ἡ εὐθυμία, καὶ τὸ πάτωμα ἐκινδύνευσε νὰ πέσῃ ἀπὸ τὸν χορόν. Ἡ χαρὰ ἐκείνη διήρκεσεν ἐπὶ ἑβδομάδα. Τὸν γάμον αὐτόν, ἔλεγεν ἡ Ἀφέντρα, θὰ τὸν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη διὰ πολὺν καιρὸν ὅλον τὸ χωρίον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἤδη εἶχε γίνει σκότος, καὶ ὁ λύχνος νυστασμένα ἔφεγγε τὸν πενιχρὸν θάλαμον τὸν χωρισμένον μέσα εἰς αὐτὸ τὸ κτίριον τοῦ μύλου, καὶ ἡ ἑστία ἔκαιε παρηγόρως εἰς τὴν γωνίαν, καὶ τὰ λάχανα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀφέντρα εἶχε κόψει δροσερὰ μοναχή της, μετὰ κόπου ἐκλέξασα αὐτὰ ἀνάμεσα εἰς τὴν χιονισμένην κλιτὺν τοῦ ρεύματος, μεταξὺ βράχων καὶ θάμνων, περικυκλούντων ὁλόγυρα τὸν πενιχρὸν νερόμυλον, ὑπὸ τὰς γηραιὰς πλατάνους, τὰ λάχανα εἶχαν βράσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Ἀγάλλος ἐν τούτοις δὲν ἤρχετο καὶ ἡ Λενιὼ ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ διηγῆται πρὸς τὸν ἀδελφόν της τὸ παραμύθι. Εἶχεν ἤδη δεκάκις ἐπαναλάβῃ τοὺς πρώτους στίχους τοῦ τραγουδιοῦ, τοὺς συνοψίζοντας εἰς τὸ στόμα τῆς ὡραίας τοῦ παραμυθιοῦ τὴν παράδοξον ἱστορίαν της καὶ ἀκόμη δὲν τοὺς εἶχε μάθει. Εὑρίσκετο δὲ τώρα εἰς τοὺς τελευταίους στίχους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γριὰ μ᾽ ἐξεπλάνεσε,&lt;br /&gt;
σ᾽ βασιλιᾶ τὰ χέρια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾽ ἐπεκαλεῖτο εἰς βοήθειαν τὴν μητέρα της, ἥτις συνεπλήρου τὸ τραγούδι ὡς ἑξῆς:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
σ᾽ βασιλιᾶ τὰ χέρια·&lt;br /&gt;
βασιλιὰς μὲ τ᾽ μάννα τ᾽,&lt;br /&gt;
κ᾽ ἐγὼ φλάω τὰ χηνάρια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἡ Λενιώ, πρὶν τοὺς μάθῃ αὐτή, ἐφιλοτιμεῖτο νὰ διδάξῃ εἰς τὸν Μανώλην τοὺς στίχους, ὅστις τραυλίζων ἐπανελάμβανε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλιὰ μ᾽ ἐξεπλάνεσε&lt;br /&gt;
σ᾽ βασιλιᾶ τὰ χέλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αἴφνης ἠκούσθη κρότος. Ἔκρουον ἔξωθεν τὴν θύραν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε βάλει τὸν σύρτην ἔσωθεν ἡ Ἀφέντρα, καθὼς συνήθιζε ὅταν ἦτο εἰς τὸν νερόμυλον μόνη μὲ τὰ παιδιά της. Ἡ Ἀφέντρα μὲ κίνημα χαρᾶς ἐσηκώθη, ἔλαβε τὸν λύχνον, κατέβη τὰς τέσσαρας βαθμίδας τῆς ξυλίνης κλίμακος, δι᾽ ἧς ἀνήρχετό τις ἀπὸ τὸ ἔδαφος τοῦ μύλου εἰς τὸν θάλαμον, κ᾽ ἐπῆγε ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν ἐξωτερικὴν θύραν. Τὰ παιδία σκιρτῶντα ἔτρεξαν κατόπιν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρὶν ἀνοίξῃ ἀκόμη τὴν θύραν ἡ Ἀφέντρα ἠκούσθη ἔξωθεν γυναικεία φωνὴ ἀπορηματική:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί κλειστήκατε, θὰ πῶ*, μέσα; Ἀκόμη δὲν ἐνύκτωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἦτο ὁ Ἀγάλλος. Ἡ Ἀφέντρα ἐγνώρισε τὴν φωνήν. Ἦτο ἡ μήτηρ της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γραῖα εἰσῆλθε κρατοῦσα καλάθιον ὑπὸ τὸν ἀγκῶνα, κ᾽ ἔχουσα τὴν μαύρην φουστάναν* της περασμένην ὑποκάτω εἰς τὸ χερούλι τοῦ καλαθιοῦ, φοροῦσα μόνον ἐπάνω της τὸ κοντόν, παλαιὸν ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εἰς τοὺς δακτύλους καὶ τὰς πτέρνας, καὶ ξυπόλυτη. Τὰ παιδία ὥρμησαν ἀμέσως εἰς τὸ καλάθιον, κ᾽ ἔψαξαν νὰ εὕρουν τί ἐκρύπτετο ἐντὸς αὐτοῦ ὑπὸ τὴν διπλωμένην φουστάναν, ἐλπίζοντα ὅτι θὰ τοὺς εἶχε φέρει ἡ μάμμη κάτι τι διὰ νὰ τὰ φιλεύσῃ ἀπὸ τὸ χωρίον, ἀλλὰ δὲν ηὗραν εἰμὴ μόνα τὰ παλαιὰ τσόκαρα τῆς γραίας, τὰ ὁποῖα αὕτη ἔθετε πάντοτε ἐντὸς τοῦ καλαθίου, προτιμῶσα νὰ βαδίζῃ ξυπόλυτη, διὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερα τὰ πόδια της καὶ χάριν οἰκονομίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα ἰδοῦσα τὴν μητέρα της ἐλθοῦσαν ἀντὶ τοῦ συζύγου, ὑπέθεσεν ὅτι ὁ τελευταῖος θὰ εἶχε μείνει εἰς τὴν πολίχνην νὰ διανυκτερεύσῃ, ὅπως ἐνίοτε ἔκαμνε, καὶ δὲν ἐπαραξενεύθη πολύ. Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνέβησαν εἰς τὸν θάλαμον, ἡ γρια-Συνοδιὰ ἰδοῦσα ὅτι ἔλειπεν ὁ Ἀγάλλος ἠρώτησε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποῦ εἶναι ὁ ἄντρας σου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκοίταξεν ἐν ἀπορίᾳ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν τὸν ἄφηκες στὸ χωριό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὄχι· ἔφυγε μιὰ ὥρα μπροστύτερ᾽ ἀπὸ μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιὰ δῶ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιὰ δῶ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ πῶς δὲν ἦρθε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς δὲν ἦρθε, μαθές;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί γίνηκε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί γίνηκε, σ᾽ ἀρωτῶ κ᾽ ἐγώ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐναγώνιος ἀνησυχία ἐκυρίευσε τὰς δύο γυναῖκας. Ἡ Ἀφέντρα συνῆψε τὰς χεῖρας ἐν ἀπογνώσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί νὰ ἔπαθε τάχα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποῦ εἶναί τος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιατί δὲν ἤρθατε μαζί, ἀφοῦ ἤσουν γιὰ νὰ ᾽ρθῇς καὶ σύ; ἤρχισε νὰ παραπονῆται ἡ Ἀφέντρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἤμουν σίγουρη. Ἐγὼ εἶχα δουλειές. Ἢ ἔρχομαι ἢ δὲν ἔρχομαι, τοῦ εἶπα. Πάγαινε σύ, τοῦ εἶπα, νὰ μὴ νυχτώσῃς, κ᾽ ἐγώ, ὅπως διῶ. Ἐγὼ εἶμαι μαθημένη νὰ περπατῶ τὴν νύχτα στὰ ρέματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι, ὅλοι τους ἦσαν συνηθισμένοι εἰς νυκτερινὰς ὁδοιπορίας ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας. Οἱ δύο συμπεθέρες, ἡ θεια-Συνοδιά, καὶ ἡ μάννα τοῦ Ἀγάλλου, ἡ μακαρίτισσα, εἶχαν δύο νερομύλους εἰς τῆς Κεχρεᾶς τὸ ρέμα. Ὁ μύλος ὁ πατρικὸς τοῦ Ἀγάλλου εἶχε χαλάσει πρὸ πολλοῦ καὶ ἦτον ἔρημος τώρα. Ἀλλ᾽ ὁ μύλος τῆς Συνοδιᾶς, χηρευσάσης τελευταῖον ἀπὸ τοῦ ἀνδρός της, ἦτο ἐν ἀκμῇ εἰσέτι. Ὁ Ἀγάλλος, ἐπειδὴ ἦτο συνηθισμένος νὰ ἔχῃ μύλον, ἀπῄτησε τὸν μύλον ὡς προῖκα, καὶ ἡ θεια-Συνοδιὰ ἠναγκάσθη νὰ τὸν δώσῃ. Καὶ αἱ δύο οἰκογένειαι, ἀπὸ γονέων καὶ προγόνων, εἶχον ἀνατραφῆ ἐν μέρει εἰς τὴν πολίχνην ὅπου εἶχον οἰκίσκους, ἐν μέρει εἰς τῆς Κεχρεᾶς τὸ ρέμα, ὅπου εἶχον τοὺς μύλους των. Γυναῖκες καὶ ἄνδρες, παῖδες καὶ κοράσια, δὲν ἐφοβοῦντο νὰ περιπατῶσι τὴν νύκτα εἰς τὸ δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τοὺς ἔλεγαν ὀλίγον «ἐλαφροΐσκιωτους», ἀλλ᾽ αὐτοὶ δὲν ἐφοβοῦντο τὰ στοιχειά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ ἴδιοι διηγοῦντο πολλάκις ὅτι ἔβλεπον ἐξωτικὰ πράγματα, ἀλλ᾽ ὡμίλουν μὲ φιλόφρονα γλῶσσαν περὶ τῶν φαντασμάτων. Δὲν τοὺς κατέτρεχαν, δὲν τοὺς ἔκαμναν κακόν. Εἶχαν φιλικὰς σχέσεις μαζί των. Ὁ Ἀγάλλος διηγεῖτο πολλάκις ὅτι εἶχεν ἰδεῖ νεράιδες μὲ τὰ μάτια του, ὅτι τοῦ εἶχαν ὁμιλήσει, ἀλλ᾽ αὐτὸς ἐφυλάχθη καλῶς νὰ τοὺς δώσῃ ἀπάντησιν, γνωρίζων ὅτι εἶχαν τὴν δύναμιν «νὰ τοῦ πάρουν τὴν μιλιά του». Μίαν φορὰν πάλιν παρουσιασθεῖσα πρὸς αὐτὸν ὅταν ἦτο παιδί, εἰς τὸν μύλον τοῦ πατρός του, ἡ Μοῖρά του, τοῦ εἶχε δώσει μὲ τὴν χεῖρά της ἓν φλωρίον. Τὸ ἐβεβαίου, καὶ εἶχεν ἀκόμη τὸ φλωρί, καὶ τὸ ἐδείκνυε. Μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἦτο ἀπατεών, ὅτι δὲν ἐπίστευεν ὁ ἴδιος ὅ,τι ἔλεγε. Τοὐναντίον. Τὸ ἐπίστευε μὲ τὰ σωστά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐμπρὸς ὅμως εἰς τὴν θεια-Συνοδιὰ κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ παραβγῇ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐξωτικὰ πράγματα. Αὐτὴ εἶχεν ἐκ γενετῆς φιλικωτάτας σχέσεις μὲ τὶς νεράιδες. Ἐγνώριζε τὰ στοιχειά, τοὺς ἀράπηδες μὲ τὴν τσιμπούκα, τὶς Λάμιες καὶ τοὺς σκαλικαντζάρους, ὁποὺ ἔρχονται τώρα τὰ Χριστούγεννα. Τὸ στοιχειὸ τοῦ σπιτιοῦ ποτὲ δὲν κάμνει κακόν. Ἐπιφαίνεται πότε ὡς ἥμερον ἀρνάκι, πότε ὡς κλῶσσα μὲ τὰ πουλιά. Οἱ νεράιδες ἀγαποῦν νὰ βγαίνουν τὴν ἡμέραν εἰς τὸν ἥλιον, ὅταν εἶναι ζέστη, καταμεσήμερον, καὶ νὰ χορεύουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Νὰ μὴ γελασθῇς καὶ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου, νὰ τὰς ὁμιλήσῃς, γιατὶ θὰ σοῦ πάρουν τὴ φωνὴ νὰ μείνῃς βουβός. Ὁ ἀράπης μὲ τὴν τσιμπούκα του, ἡ καδίνα* μὲ τὸν φερετζέ της, βγαίνουν τὴν νύκτα εἰς τὰ ρέματα καὶ κάθονται κοντὰ εἰς τὲς βρύσες. Οἱ σκαλικάντζαροι ἀγαποῦν νὰ σκιάζουν τὸν κόσμον, νὰ κρύπτωνται εἰς τὰς καπνοδόχους καὶ νὰ παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι ἀκίνδυνοι. Μόνον ὁ βρυκόλακας εἶναι κακὸ πρᾶγμα, Θεὸς νὰ φυλάῃ. Ἀλλὰ μόνον τὴ γενιά του κυνηγᾷ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ θεια-Συνοδιὰ ἦτο βεβαία ὅτι ὁ γαμβρός της δὲν θὰ ἔπαθε τίποτε ἀπὸ τοὺς σκαλικαντζάρους, οἱ ὁποῖοι, μόλις θὰ ἦσαν εἰς τὸν δρόμον τώρα νὰ ἔρχωνται, διότι ἐξημέρωνε Χριστούγεννα. Ἄλλως ὁ Ἀγάλλος ἦτο σαββατογεννημένος, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἔχοντες τὸ πλεονέκτημα τοῦτο δὲν ὑπόκεινται εἰς ἐξωτικὰς ἐπηρείας. Ἀλλ᾽ ἐν τούτοις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ διατὶ ὁ γαμβρός της ἐβράδυνε τόσον, ἀφοῦ εἶχεν ἐκκινήσει ἀπὸ τὸ χωρίον μίαν ὥραν πρὸ αὐτῆς, ἀφοῦ αὐτὴ εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸν ἴδιον δρόμον τὸν συνήθη, δι᾽ οὗ πάντοτε ἤρχοντο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀπὸ κεῖ ποὺ ἀραδίζομε* πάντα παιδάκι μου, ἔλεγεν εἰς τὴν κόρην της, τί θελὰ-πάθῃ; Τ᾽ ἦταν αὐτό;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὴν ἦτον πιωμένος κ᾽ ἔπεσε πουθενὰ μὲ τὰ χιόνια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἐφαίνετο νά ᾽ναι πολὺ πιωμένος, παιδί μου· καὶ ποῦ βρεθήκανε τὰ χιόνια; Ὁ δρόμος ἀνοιχτὸς ὅλος πέρα-πέρα… Ὀλίγο πατημένο χιόνι δῶ κ᾽ ἐκεῖ… Καμπόσο χιόνι ἔχει μοναχὰ στὰ ψηλώματα. Καὶ ποῦ τὰ εἴδετε σεῖς τὰ χιόνια; Νὰ βλέπατε στὸν καιρὸ τοῦ παπποῦ μου, ποὺ ἤμουνα μικρὸ κορίτσι, δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι… Μᾶς σφράγιζε μπροστὰ τὴν πόρτα, ἴσα μὲ τὸ ἀνώφλιο, δυὸ ὀργυιές. Ὅσο νὰ ξεχιονίσουμε τὴν πόρτα ποὺ παιδευόμαστε δυὸ ὧρες μὲ τὶς τσάπες καὶ μὲ τὰ φτυάρια, ἡ σκεπὴ ποὺ ἦταν καταφορτωμένη ἀπ᾽ τὰ χιόνια ἔπεφτε, κράκ! καὶ μᾶς πλάκωνε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ δυὸ παιδιά, τὰ ὁποῖα εἶχαν χάσει τὴν εὐθυμίαν των, καὶ ἦσαν ἕτοιμα νὰ κλαύσωσιν, ὕψωσαν ἀκουσίως τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὴν ὀροφήν, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει διηγουμένη καὶ ἅμα χειρονομοῦσα ἡ γραῖα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μάννα! τί λέει ἡ μαννού; ἔκραξε βαλοῦσα τὰ κλάματα ἡ Λενιώ. Τὸν πατέρα τὸν ἐπλάκωσε τὸ χιόνι… κ᾽ ἐμᾶς θὰ πέσῃ ἡ σκεπὴ νὰ μᾶς πλακώσῃ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σιώπα! σιώπα! μὴν κλαῖς παιδί μου, ἔκραξεν ἡ Ἀφέντρα, ἔτσι τὸ εἶπε ἡ μαννού… μὴ φοβᾶσαι… κι ὁ πατέρας τώρα θὰ ᾽ρθῇ νὰ σοῦ φέρῃ καὶ κοφέτα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Σιώπα, Λενιώ μου! εἶπε καὶ ἡ γραῖα. Ἐγὼ ἦρθα ξαργοῦ* γιὰ νὰ σὲ σηκώσω ταχιὰ τὸ πουρνό, νὰ σὲ πάω στὸν Ἁι-Λιά, νὰ σὲ μεταλάβω, κορίτσι μου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κ᾽ ἐμένα, κ᾽ ἐμένα! ἔκραξεν ὁ Μανώλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κ᾽ ἐσένα, μικρέ μου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ ἔχῃ λειτουργιὰ αὔριο στὸν Ἁι-Λιά; ἠρώτησε λησμονήσασα πρὸς στιγμὴν τὴν ἀνησυχίαν της ἡ Ἀφέντρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ ἔχῃ… φτάνει πλιά, νισάφι, τόσον καιρὸ ποὺ μένετε ἀλιβάνιστοι… Ἑτοιμάσου, κυρά μου, νὰ στολιστῇς ταχὺ-ταχὺ νὰ πᾶμε… Ὁ ἄνδρας σου θὰ ἔστρεψε τὸ δρόμο κ᾽ ἐπῆγε σὲ κανένα καλύβι νὰ βρῇ κανένα φίλο του… ἴσως πῆγε νὰ ψωνίσῃ τίποτε ξερὴ μυζήθρα καὶ πρωτογαλιὰ φρέσκη γιὰ αὔριο… Ἡσυχάσατε… Κι ὅπου εἶναι, θὰ φτάσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῷ ὄντι ἡ γραῖα, ἀντὶ νὰ μείνῃ εἰς τὸ χωρίον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, μαθοῦσα ὅτι ὁ παπα-Κωνσταντὴς ὁ Μπρικόλας ἔμελλε ν᾽ ἀνέλθῃ τὸ πρωί, κατὰ πρόσκλησιν ποιμένων καὶ γεωργῶν τινων, εἰς τὸ βουνὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἠλία, ἐπροτίμησε νὰ ὑπάγῃ εἰς τῆς Κεχρεᾶς τὸ ρέμα, νὰ πειθαναγκάσῃ τὴν κόρην της καὶ τὰ ἐγγονάκια της νὰ σηκωθῶσι τὸ πρωὶ ν᾽ ἀνέλθωσι εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου, ἐπὶ ὀροπεδίου γείτονος τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ, μίαν ὥραν ἀπὸ τὸ χωρίον καὶ μίαν ὥραν ἀπὸ τὴν Κεχρεάν, διὰ νὰ λειτουργηθοῦν καὶ μεταλάβουν, διὰ νὰ τοὺς ἀνθρωπέψῃ ὀλίγον, ἔλεγε, καθόσον ἔμενον ἐπὶ μῆνας ἀλειτούργητοι κάτω εἰς τὸ βαθὺ τὸ ρέμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὸν ναΐσκον τῆς Κεχρεᾶς, παλαιὸν διαλυμένον μονύδριον, προσηρτημένον ὡς μετόχιον εἰς τὸ κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, σπανίως ἤρχετο ἱερεὺς νὰ λειτουργήσῃ, καὶ ἂν ἤρχετο, οἱ ἐντὸς τοῦ ρεύματος διαιτώμενοι καὶ ὡς ποταμαῖα καβούρια στραβοπατοῦντες, ὁ Ἀγάλλος, ἡ Ἀφέντρα καὶ τὰ δύο τέκνα των, δυσκόλως θὰ ἔπαιρναν εἴδησιν ν᾽ ἀνέλθωσι διὰ ν᾽ ἀκούσωσι τὴν λειτουργίαν. Ἀφότου ὁ Ἀγάλλος εἶχε πωλήσει τὴν πατρικὴν ἐν τῇ πολίχνῃ οἰκίαν του, καὶ κατῴκει ἔκτοτε διαρκῶς εἰς τὸν νερόμυλον, ἅπαξ μόνον τοῦ ἔτους ἐλειτουργοῦντο, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν 23 Αὐγούστου, ὅτε ὁ ναΐσκος τῆς Κεχρεᾶς ἑώρταζε τὰ ἐννιάημερα, ἤτοι τὴν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ γρια-Συνοδιὰ ἔβαλε τέλος τὴν χεῖρα εἰς τοὺς κόλπους της κ᾽ ἐξήγαγεν αὐτὴν πλήρη ἀμυγδάλων καὶ λεπτοκαρύων, τὰ ὁποῖα ἐμοίρασεν εἰς τὰ δύο παιδία. Ἐξεδίπλωσε καὶ τὴν μαύρην καινουργῆ φουστάναν της, κ᾽ ἐντὸς αὐτῆς εὑρέθη παραδόξως προσόψιον φέρον τυλιγμένον μικρὸν εὐῶδες χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἐπρόσφερεν εἰς τὴν κόρην της εἰποῦσα: «Καλὴ χρονιά!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα ἐκένωσεν εἰς ἓν πινάκιον μέρος τῶν λαχάνων, κ᾽ ἔβαλε τὰ δύο παιδία νὰ φάγωσι, βεβαία οὖσα ὅτι, ἅμα ἔτρωγον θὰ ἐκοιμῶντο ἀμέσως, καὶ «διὰ νὰ λείψῃ ὁ μπελάς τους καὶ διὰ νὰ ξυπνήσουν πρωί».&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Μανώλης, πρῶτος, ἀφοῦ ἔφαγε πρότερον τὰ ἀμύγδαλα, τὰ ὁποῖα τοῦ εἶχε δώσει ἡ μάμμη του, καὶ ὕστερον ἐμάσησε καὶ δύο περονιὲς χόρτα, ἔκλεισε τὰ ὄμματα καὶ ἀπεκοιμήθη καθήμενος. Ἡ μήτηρ του τὸν κατέκλινε δίπλα εἰς τὴν παραστιάν, ἐπὶ μαλλίνου κιλιμίου, τὸν ἐσκέπασε μὲ μίαν ἄκραν τῆς βελέντζας, ἐσταύρωσε τρὶς τὸ προσκέφαλόν του καὶ τὸν ἄφησε νὰ κοιμηθῇ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Λενιὼ δὲν ἤθελε νὰ πλαγιάσῃ λέγουσα ὅτι ἤθελε νὰ περιμείνῃ τὸν πατέρα της, ὅστις εἶχε τάξει νὰ τῆς φέρῃ ἕνα ὄμορφο στολίδι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἀλλ᾽ ἡ γραία Συνοδιὰ τὴν ἔλαβεν εἰς τὰ γόνατά της, τὴν ἐσκέπασε μὲ τὸ παλιὸ φουστάνι της καὶ τὴν ἐζέστανε, καὶ τὴν ἐχάδευσε τόσον, ὥστε τὴν ἔκαμε νὰ νυστάξῃ. Ἐντὸς ὀλίγου ἀπεκοιμήθη, καὶ ἡ μήτηρ της, λαβοῦσα αὐτὴν ἀπὸ τὰ γόνατα τῆς γραίας, λικνίζουσα ἅμα αὐτὴν διὰ τῶν χειρῶν καὶ διά τινος μονοσυλλάβου «κοὶ-κοὶ» τὴν ἐπλάγιασε δίπλα εἰς τὸν Μανώλην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὣς τόσον ὁ Ἀγάλλος δὲν ἐφάνη, καὶ αἱ δύο γυναῖκες, τῶν ὁποίων ἡ ἀνησυχία ηὔξησε, καθόσον προυχώρει ἡ νύξ, ἀπαλλαγεῖσαι ἤδη τῆς ἐνοχλήσεως τῶν δύο παιδίων, ἔστησαν συμβούλιον περὶ τοῦ πρακτέου. Ἡ γραῖα εἶπεν ὅτι ἄν, Θεὸς νὰ φυλάῃ, ὁ γαμβρός της εἶχε πέσει πουθενὰ εἰς τὸν δρόμον, αὐτὴ θὰ τὸν ἔβλεπε, διότι εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸν ἴδιον, τὸν συνήθη δρόμον. Μόνον ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν Κεχρεάν, ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὀλίγον ἀργά, δὲν εἶχε περάσει πλησίον ἀπὸ τὸ μοναστηράκι τῆς Παναγίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιατί; ἠρώτησεν ἡ κόρη της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῆγα χαμ᾽λά, ἀπ᾽ τὸν ἐλιώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βορειότερον ὀλίγον τοῦ μονυδρίου τῆς Παναγίας τῆς Κεχρεᾶς, εὑρίσκετο εἷς ἐλαιών της. Αὐτή, πρὶν φθάσῃ εἰς τὴν Παναγίαν, εἶχε στρέψει κ᾽ ἐπῆγε νὰ ἰδῇ τὸν ἐλαιῶνα, ἂν καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη. Ἐφοβεῖτο μήπως ἡ πρὸ πέντε ἡμερῶν πεσοῦσα χιὼν εἶχε σπάσει τίποτε κλωνάρια ἀπὸ τὰ ἐλαιόδενδρα, κ᾽ ἐπῆγεν ὣς ἐκεῖ διὰ νὰ ἴδῃ καὶ βεβαιωθῇ, ἂς ἦτο καὶ νύξ. Φθάσασα ἐκεῖ, ἐβεβαιώθη ὅτι δὲν εἶχε γίνει ζημία τις ἀπὸ τὴν χιόνα, καὶ μείνασα εὐχαριστημένη, ἐγύρισεν εἰς τὸν δρόμον της χαμηλότερα διὰ τοῦ ρεύματος, κ᾽ ἔφθασεν εἰς τὸν μύλον, χωρὶς νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν Παναγία τὴν Κεχρεά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τότε, νὰ πηγαίναμε ὣς ἐκεῖ νὰ βλέπαμε, εἶπε δειλῶς ἡ Ἀφέντρα, ἥτις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὡς φαίνεται, ἔσπευδε ν᾽ ἀποκοιμίσῃ τὰ δύο παιδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν εἶναι φρόνιμο νὰ ᾽ρθῇς ἐσύ, εἶπεν ἡ Συνοδιά. Σὰ ξυπνήσουν τὰ παιδιά, καὶ ἰδοῦν πὼς εἶναι μοναχά τους, θὰ χτυπηθοῦν, θὰ ζουρλαθοῦν ἀπ᾽ τὸ φόβο τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς νὰ κάμουμε; εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νὰ πάω ἐγὼ μοναχή μου, νὰ ἰδῶ, μὴν ἔπεσε πουθενά… Μπορεῖ νὰ μπῆκε μὲς στὴν Παναγιὰ νὰ κάμῃ τὸ σταυρό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς νὰ πᾷς μοναχή σου, πάλι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Θὰ πάρω καὶ τὸ λαδικὸ ν᾽ ἀνάψω τὰ καντήλια τῆς Παναγίας… Κεράκια ἔφερα ἀπ᾽ τὸ χωριό… Μὴ φοβᾶσαι!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ τί νὰ ἔγινε, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος! Θὰ τρελαθῶ! θὰ ψηλώσῃ ὁ νοῦς* μου, ἔκραξεν ἡ Ἀφέντρα, τείνουσα νὰ ἐξάψῃ ἀκόμη, ὡς κάμνουν αἱ γυναῖκες, δι᾽ αὐθαιρέτου ἀλλ᾽ ἀσυνειδήτου ἐνεργείας, τὰ ἐξημμένα νεῦρά της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη φωνὴ ὀξεῖα τραγουδιστοῦ ᾄδοντος:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τζίμ, τζίμ, τζίμ, τζίμ, παγώνα μου!&lt;br /&gt;
Ἔλα κοντὰ στὸ γόνα μου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἄ! νά ὁ Παγώνας εἶναι, εἶπεν ἡ γρια-Συνοδιά. Στάσου νὰ τὸν φωνάξουμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ χωρὶς νὰ περιμένῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς θυγατρός της, ἡ θεια-Συνοδιὰ κατέβη εἰς τὸ ἰσόγειον, ἤνοιξε τὴν ἐξώθυραν τοῦ μύλου, καὶ ἤρχισε νὰ κράζῃ δυνατά:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Παγώνα! ἔ! Παγώνα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ τραγουδιστὴς διήρχετο ἐπὶ ὄνου καθήμενος, ἀπέναντι τοῦ μύλου, ἐπὶ τῆς ἑτέρας κατωφερείας τοῦ ρεύματος, κατερχόμενος μονοπάτι φέρον ἀπὸ τοῦ δάσους Ἀραδιᾶ εἰς τὸν αἰγιαλὸν τῆς Κεχρεᾶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἐφαίνετο εἰς τὸ σκότος ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα. Ἀλλ᾽ ἠκούετο τὸ βῆμα τοῦ ὄνου, ἡ βέργα ἡ πλήττουσα τὰ νῶτα αὐτοῦ καὶ τὸ κέλευσμα τοῦ ἀναβάτου «Ἄ! ντέ, ντέ! ὄξου!» τὸ ὁποῖον οὗτος ἀπηύθυνε πρὸς τὸ ὑποζύγιον ὁσάκις διέκοπτε τὸ προσφιλὲς ᾆσμα εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε καὶ τὸ παρατσούκλι, δι᾽ οὗ τὸν εἶχε καλέσει ἡ θεια-Συνοδιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο παραγυιὸς γεωργοκτηματίου τινὸς κατοικοῦντος εἰς τὴν πόλιν, κ᾽ ἔβοσκε τὰ βόδια τοῦ κυρίου του κάτω εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην, ὅπου οὗτος εἶχεν ἐκτεταμένους ἀγροὺς μὲ μικρὰν ἔπαυλιν. Εἶχεν ἀργοπορήσει, φαίνεται, διά τινα ἀφορμὴν εἰς τὴν πόλιν, κ᾽ ἐπέστρεφεν ἀργὰ εἰς τὴν ἔπαυλιν, ὅπως ὄχι σπανίως τοῦ συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Παγώνα! ἔ! Παγώνα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί θέλεις, θεια-Συνοδιά; ἀπήντησεν ὁ νεαρὸς ἀγρότης γνωρίσας τὴν φωνήν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔρχεσαι τὰ-ἴσα ἀπ᾽ τὸ χωριό, ἢ ὄχι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἔρχουμαι ἀπ᾽ τὸ χωριό, ἀπ᾽ τὸν Ἁι-Γιαννάκη, ἀπ᾽ τοῦ Συνοδάρη, ἀπ᾽ τὴ Βρωμόβρυση, ἀπ᾽ τὰ Φιλιππέικα, ἀπ᾽ τῆς Μαμοῦς τὸ ρέμα, ἀπ᾽ τὲς Βίγλες, ἀπ᾽ τοῦ Σταμέλου, ἀπ᾽ τὸ Πετράλωνο…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅλα αὐτὰ τὰ μέρη τὰ ἔχεις γυρίσει, Παγώνα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὅλα, κι ἄλλα ἀκόμα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὴν εἶδες πουθενὰ τὸ γαμπρό μου τὸν Ἀγάλλο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ γαμπρό σου τὸν Ἀγάλλο;… Πῶς! δὲν ἦρθε;… Θὰ ηὗρε πουθενὰ τὴ Μοῖρά του πάλε… Ἴσως νὰ τὸν ὠνείρεψε νὰ πάῃ πουθενὰ νὰ βρῇ τίποτε γρόσια, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάῃ νύχτα, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἰδῇ κανείς… Ἢ τίποτε στοιχειὰ θὰ ηὗρε στὸ δρόμο κ᾽ ἔπιασε κουβέντα μαζί τους κ᾽ ἐξέχασε…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἄφ᾽σε τώρα τὰ χωρατά, γιατὶ μᾶς ἔπιασε μεγάλος φόβος, καημένε… Μὴν τό ᾽χῃς μικρὸ πρᾶμα… Ποιὸς ξέρει ἂν ἔπαθε καὶ τίποτα… Μοῦ κάνεις τὴ χάρη, Παγώνα μου, νὰ πᾶμε μαζὶ ὣς ἀπάνου, στὴν Παναϊά, νὰ ἰδοῦμε, μὴν εἶναι πουθενά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πᾶμε, τί θὰ χάσουμε; εἶπε πρόθυμος ὁ νέος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ διευθύνας τὸ ὑποζύγιόν του πρὸς τὴν κοίτην τοῦ ρεύματος, ἔφθασεν εἰς μέρος ὅπου ἤξευρεν ὅτι τὸ ρεῦμα ἐστένευε μέχρι δύο σπιθαμῶν πλάτους, ἐβίασε τὸν ὄνον του, ὅστις ἐκοντοστάθη καὶ δὲν ἤθελε νὰ πατήσῃ εἰς τὸ νερόν, νὰ ὑπερβῇ τὸ ρεῦμα, κ᾽ ἔφθασεν ἔμπροσθεν τοῦ μύλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα, πεισθεῖσα νὰ μείνῃ αὐτὴ μετὰ τῶν τέκνων της εἰς τὸν μύλον, ἤναψε μικρὸν φανάριον, καὶ ἔβαλεν εἰς καλάθιον τὸ ληκύθιον τοῦ ἐλαίου καὶ τρία κηρία. Ἡ θεια-Συνοδιὰ ἐφόρεσε τὴν φορὰν ταύτην τὴν μαύρην φουστάναν της, ἔβαλε καὶ τὰ τσόκαρα εἰς τοὺς πόδας, καὶ λαβοῦσα τὸ καλάθιον καὶ τὸ φανάρι ἠκολούθησε τὸν Παγώναν, ὅστις ἐπέζευσεν, ἔδεσε τὸν ὄνον του εἰς τὴν ρίζαν δένδρου κ᾽ ἐξεκίνησε πεζός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Παγώνας προεπορεύετο σιωπῶν, διότι ἰδὼν τὴν ἀγωνίαν τῆς ἀνησυχούσης περὶ τῆς τύχης τοῦ συζύγου γυναικός, εἶχεν αἰσθανθῆ στενοχωρίαν τινὰ ὁμοίαν μὲ σέβας, καὶ εἶχε παύσει αὐθορμήτως τὸ εὔθυμον ᾆσμά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ θεια-Συνοδιὰ τὸν ἠκολούθει ἀργοπατοῦσα ἐπὶ τοῦ ὑγροῦ στενοῦ δρομίσκου, ὅπου πρὸ μικροῦ εἶχε πατηθῆ καὶ σκληρυνθῆ ἡ χιών, κατελθοῦσα εἰς λεπτὸν στρῶμα καὶ μέχρι τοῦ χθαμαλοῦ κοιλώματος, τοῦ δυσμικοῦ καὶ γείτονος τῆς θαλάσσης. Ἐκοίταζε δι᾽ αὐθορμήτου κινήματος δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μέσα εἰς τὰ κλαδιὰ τὰ διαχαράσσοντα κατὰ μῆκος ἐν πρασίνῳ δροσερῷ πλαισίῳ τὸν ἀνωφερῆ δρομίσκον, μετ᾽ ἐμφύτου τρόμου, φοβουμένη μὴ ἴδῃ ἔξαφνα ἐξηπλωμένον ἀνάμεσα εἰς ἕνα σχοῖνον καὶ μίαν κομαριὰν τὸ σῶμα τοῦ γαμβροῦ της. Διότι ἀνησύχει πολύ, καὶ δὲν ἤξευρε τί εἶχε γίνει, ὁ προκομμένος. Ἐνίοτε ἀπὸ ὑψηλόν τινα θάμνον κατέπιπτε μετὰ τριγμοῦ καὶ κρότου, ἀποσπωμένη ἀπὸ τὰ κλαδιά, τολύπη τις χιόνος, θωπεύουσα δροσιστικῶς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰ μέτωπα τῶν δύο νυκτοβατῶν. Ἀριστερόθεν κατήρχετο διὰ μέσου τῶν κλάδων καὶ τῶν θάμνων, τελευταία τις ἀσθενὴς ριπὴ τοῦ Βορρᾶ, ἐπισκεπτομένη εἰς τὰ χθαμαλώτερα ἐκεῖνα μέρη τὴν παρθενικὴν ἀδελφήν της, τὴν χιόνα, σκληρύνουσα αὐτὴν ἐπὶ τῶν κλώνων τῶν δένδρων, περὶ οὓς εἶχε περιχυθῆ, καταστρώσασα μεγαλοπρεπῶς τοὺς πολυκλάδους καὶ ἀπειροποικίλους σχηματισμούς των. Οὐχὶ ἄνευ λόγου ὠνομάσθη Πρωτεὺς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τῆς ἀρχαίας μυθολογίας. Ἀλληγορικῶς ἠθέλησε νὰ δείξῃ ὁ πλαστικὸς νοῦς τοῦ ἐκλεκτοτάτου πάντων τῶν λαῶν ὅτι ἓν πρωτογενὲς φύτρον ἐμφυσηθὲν ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ εἰς τὴν πλάσιν δι᾽ ἀπείρων συνδυασμῶν διαιωνιζόμενον ἔμελλε νὰ παράγῃ τόσον ἄπειρον ποικιλίαν τύπων καὶ μορφῶν κατὰ ἄτομα, ὥστε οὔτε φύλλον νὰ μὴν ὁμοιάζῃ ἀπαραλλάκτως μὲ φύλλον, κατὰ τὴν ἀληθεστάτην παροιμίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεξιόθεν, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν τοῦ ρεύματος, ἤρχιζε τὸ δάσος τοῦ Ἀραδιᾶ, ἐκ χιλιετῶν δρυῶν, νὰ σχηματίζεται, καὶ ν᾽ ἀνέρπῃ ὁλονὲν ἀνὰ τὸ βουνόν, τὸ κορυφούμενον ὑψηλὰ ἄνω, εἰς τὸν Ἅγιον Κωνσταντῖνον, καὶ τὸ βουνὸν ἦτο ὀρθόν, ἀπότομον, κ᾽ ἐφαίνετο ὡς πελώριος τοῖχος καλυπτόμενος ὑπὸ κισσοῦ. Καὶ ἡ χιὼν ἔστιλβε τῇδε κἀκεῖσε ἀνάμεσα εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ σκοτεινοῦ δρυμῶνος, λευκὸν μυστήριον, σιωπηλόν, ἐν τῇ γλώσσῃ τῶν ἄστρων ἀνταποκρινόμενον, ἐπάνω μὲ τὴν Πούλιαν, μὲ τὸν πολικὸν ἀστέρα, μὲ τὴν Ἄρκτον καὶ μὲ τὸν Γαλαξίαν. Καὶ διὰ τῆς ριπῆς τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσα εἰς τὰ φύλλα τῶν παναρχαίων δένδρων, ὁ δρυμός, μεγαλοπρεπής, στοιχειωμένος, ἀσινής, ἀνάλωτος ἀπὸ ἐμπρησμόν, ὡς λέγουσι, βλάπτων τὸν ὑλοτόμον ὅστις θὰ ἐτόλμα νὰ ὑψώσῃ ἐναντίον του πέλεκυν ἀσεβῆ, διηγεῖτο εἰς γλῶσσαν ἀκατάληπτον εἰς πάντας πόσους καιροὺς καὶ χρόνους εἶχε ζήσει, καὶ πόσας γενεὰς ἀνθρώπων εἶχεν ἰδεῖ διαδεχομένας ἀλλήλας χωρὶς οἱ μεταγενέστεροι νὰ διδάσκωνται ἐκ τῆς πείρας τῶν προγενεστέρων καὶ γίνωνται λογικώτεροι. Καὶ ἡ φρὶξ τοῦ δρυμοῦ, ριγηλή, παγερά, θρηνώδης, θροοῦσα διὰ δένδρων καὶ κρημνῶν, ἔφθανεν ἀντικρὺ εἰς τὴν ἄλλην ἡμερωτέραν πλευράν, καὶ μετέδιδε τὸ ρῖγός της εἰς τοὺς ὤμους καὶ τὴν ράχιν τῶν δύο νυκτερινῶν ὁδοιπόρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχαν φθάσει ἤδη εἰς τὸ πρῶτον ὕψωμα, ὁπόθεν ἤρχιζαν νὰ ἐκτείνωνται ἀριστερά των ἐλαιῶνες. Αἴφνης ὁ Παγώνας, ἴσως διότι ᾐσθάνετο κρύος καὶ ἤθελε νὰ ζεσταθῇ, ἴσως καὶ διὰ νὰ παρηγορήσῃ κάπως τὴν θεια-Συνοδιά, τὴν ὁποίαν ἔβλεπε λυπημένην καὶ ἀνησυχοῦσαν διὰ τὸν γαμβρόν της, ἤρχισε πάλιν νὰ τραγουδῇ τὸ προσφιλὲς ᾆσμα του:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τζίμ, τζίμ, τζίμ, τζίμ, παγώνα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔλα κοντὰ στὸ γόνα μου…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ θεια-Συνοδιά, ἥτις ἔμεινεν ἐπί τινας στιγμὰς κοιτάζουσα πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος, τὸν διέκοψεν ἀποτόμως:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Γιά ἰδές, τοῦ λέγει, τ᾽ εἶν᾽ ἐκεῖ;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τοῦ ἔδειχνε τὸν θόλον τοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας τῆς Κεχρεᾶς, ὅστις ὑπερεῖχε τῶν τοίχων τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ μονυδρίου, καὶ εἶχεν ἀρχίσει νὰ φαίνεται ἤδη ὄπισθεν τῶν δένδρων, τῇ βοηθείᾳ λάμψεώς τινος ἐπιφανείσης αἴφνης. Ὄπισθεν τοῦ δυτικοῦ τοίχου τοῦ μονυδρίου, ὅστις ἦτο χθαμαλώτερος, ἁπλοῦς καὶ ἄνευ κελλίων, σπινθῆρές τινες ἀνήρχοντο εἰς τὸν οὐρανὸν φωτίζοντες τὸν θόλον καὶ τὸ δυτικὸν τῆς ὀροφῆς τοῦ ναΐσκου, ὡς νὰ ἦτο πυρά τις ἀναμμένη ἐντὸς τοῦ περιβόλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ θεια-Συνοδιὰ ἔκαμε τὸν σταυρόν της κ᾽ ἐστέναξε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Παναΐτσα μου!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί νὰ εἶναι τάχα; εἶπεν ὁ Παγώνας, ἀναγκασθεὶς νὰ διακόψῃ καὶ δευτέραν φορὰν τὸ ᾆσμά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἀπέρασες ἀπὸ τὴν Παναϊά, πρωτύτερα, ποὺ ἠρχόσουν κάτω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὄχι!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Οὔτ᾽ ἐγώ. Πᾶμε νὰ ἰδοῦμε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πᾶμε!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα ἐπερίμενεν εἰς τὸν νερόμυλον, ζαρωμένη παρὰ τὴν ἑστίαν πλησίον τῶν παιδίων της κοιμωμένων. Δὲν ἠκούοντο πλέον οὔτε παραμύθια, οὔτε τραγούδια εἰς τὸν σιωπηλὸν μύλον, δὲν ἦτο ἡ παρουσία τῆς μητρός της, ἥτις τὴν παρηγόρει διὰ τοῦ εὐθύμου καὶ θαλεροῦ γήρατός της, καὶ αὐταὶ αἱ ἀναμνήσεις τοῦ γάμου της, ἀνακληθεῖσαι πρὸς στιγμήν, ἔφυγον, μὴ θέλουσαι νὰ ἐπιφοιτῶσιν εἰς τεθλιμμένον πνεῦμα καὶ εἰς μελαγχολικὸν οἰκίσκον. Μόνος ἦχος ἠκούετο καὶ μόνη συντροφία της ἦτο ἡ ἀναπνοὴ τῶν κοιμωμένων παιδίων καὶ ὁ ροῖβδος τοῦ πυρὸς ὃν ἀνέδιδον κάποτε οἱ καίοντες δαυλοί, καὶ τὸ ὄμμα της ἔμενε προσηλωμένον ἀκουσίως εἰς τὸ κανδήλιον, τὸ καῖον ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα, τὸ Τριμόρφι, ἣν εἶχε λάβει προῖκα, φέρουσαν ἐν τῷ μέσῳ τὸν Χριστόν, ὄρθιον, ὁλόσωμον, εὐλογοῦντα διὰ τῆς δεξιᾶς καὶ τόμον ἐν τῇ ἀριστερᾷ κατέχοντα, μετὰ τοῦ πρᾴου βλέμματος, τῆς ὡραίας κάλλει μορφῆς, τοῦ σχιστοῦ ξανθοῦ γενείου, μὲ τὸ ἱμάτιον κυανοῦν καὶ ἐρυθρὸν τὸν ἄρραφον χιτῶνα· δεξιόθεν τοῦ Χριστοῦ τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἀριστερόθεν τὸν τίμιον Πρόδρομον, ἀμφοτέρους πλαγιόθεν, κύπτοντας μ᾽ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας παραπλεύρως τοῦ Κυρίου. Καὶ δίπλα εἰς τὸ Τριμόρφι ἐκρέμαντο ἀπὸ καρφίον συνημμένα, εἰς τεμάχιον λευκοῦ πέπλου τυλιγμένα, τὰ δύο στέφανα, τὰ στέφανα τοῦ γάμου. Ἄ! ἤρχοντο, ναί, ἀκόμη αἱ ἀναμνήσεις τοῦ γάμου, ἀλλ᾽ ἤρχοντο ἀπαίσιοι καὶ κατ᾽ ἄλλην ὄψιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διότι ἡ μήτηρ της ὄχι ὀλίγας φορὰς τῆς εἶχεν εἴπει ἔκτοτε, ὅτι ἐφοβεῖτο πολὺ τὰ μάγια τὰ ὁποῖα ἦτο πιθανὸν νὰ τῆς κάμῃ ἡ ἄλλη, ἡ ἀντίζηλος, ἡ παραγκωνισθεῖσα κόρη καὶ ἀδικηθεῖσα ὀρφανή. Τὰ στοιχειὰ δὲν τὰ ἐφοβεῖτο τόσον, καὶ ἂς τὴν ἔλεγαν ἐλαφροΐσκιωτην, ἢ μᾶλλον δι᾽ αὐτὸ τὴν ὠνόμαζαν οὕτω, διότι, ὅσα καὶ ἂν ἔβλεπε, δὲν εἶχε φόβον. Ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὰ μάγια ὅμως, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Κατ᾽ ἀρχὰς ἐφοβεῖτο, μὴ ἡ ἄλλη «τῆς ρίξῃ τὰ κορίτσια»*, σκοπὸς ὅστις κατορθοῦται διά τινων ἐπῳδῶν μελετωμένων ὅταν ἀναγινώσκωνται αἱ εὐχαὶ τοῦ ἀρραβῶνος, ἀμέσως πρὸ τῆς κυρίως τελετῆς τοῦ γάμου. Ὁ φόβος της ἐπετάθη κατ᾽ ἀρχάς, ὅταν ἡ θυγάτηρ της ἔτεκε θῆλυ εἰς τὴν πρώτην γένναν της, ἀλλ᾽ ἐμετριάσθη ὅταν ἔκαμεν ἄρρεν εἰς τὴν δευτέραν. «Τὰ μάγια δὲν ἔπιασαν», εἶπεν. Ἀκολούθως βλέπουσα ὅτι ὁ γαμβρός της, «ὁ προκομμένος», δὲν ἐπήγαινε καλὰ εἰς τὰς ὑποθέσεις του, ὅτι εἶχεν ἀναγκασθῆ νὰ πωλήσῃ τὴν πατρικὴν οἰκίαν καὶ νὰ γίνῃ ἀγρομερινός, ἀπεφάνθη, «Δὲ θὰ κάμῃς προκοπή, θυγατέρα». Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα αὐτό, νὰ πάρῃς τὴν τύχη τῆς ὀρφανῆς, γιὰ νὰ παντρευθῇς τουλόγου σου. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμουμε πάλι; Πῶς νὰ ζήσῃ κανείς; Ζωὴ εἶναι αὐτό, πόλεμος εἶναι. Τὸ νὰ φθάσῃ τις εἰς τὴν τελειότητα, νὰ προτιμᾷ ἄλλον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του… εἶναι ὡς νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ ζήσῃ εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Εἶναι ὡς νὰ πάῃ νὰ πνιγῇ μοναχός του. Ψηλώνει ὁ νοῦς* τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὸ συλλογίζεται. Τοῦ ἔρχεται νὰ πάρῃ τὰ ὄρη - τὰ βουνά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλὰ μὴ αὐτὸ ἦτο τάχα τὸ μεγαλύτερον κακόν, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης συμβαῖνον κάποτε, ἐπέφερεν ἀδιάλλακτον ἔχθραν μεταξὺ δύο οἰκογενειῶν; Ὑπῆρχον καὶ ἄλλα χειρότερα. Μικρὸν χωρίον, μεγάλη κακία. Τὸ μῖσος ἐμαίνετο, καὶ μαινόμενον ἐβασίλευεν, ἐν μέσῳ οἰκογενειῶν καὶ ἀτόμων. Ἐκυκλοφόρει εἰς ὅλας τὰς ἀρτηρίας, εἰς ὅλας τὰς φλέβας τῆς μικρᾶς κοινωνίας. Ὁ ἅγιος νόμος τοῦ Χριστοῦ κατεπατεῖτο, ἀπεδίδετο πάντοτε κακὸν ἀντὶ κακοῦ, πολλάκις κακὸν ἀντὶ ἀγαθοῦ, οὐδέποτε ἀγαθὸν ἀντὶ κακοῦ. Ἀνυπέρβλητος φραγμὸς ἐχώριζε τὰ δύο κόμματα, τὰς δύο φατρίας. Ἔλεγες ὅτι συνέζων διὰ νὰ μισῶνται, ὅτι ἡ τύχη τοὺς ἔβαλε συγκατοίκους τῆς αὐτῆς πόλεως διὰ νὰ τρώγωνται. Ὁ ἑκάστοτε ἰσχυρὸς τῆς ἡμέρας, δήμαρχος ἢ βουλευτὴς ἢ ὅπως ἐκαλεῖτο, ἐφήρμοζε κατὰ πλάτος τὸ δημῶδες ἀξίωμα: «Τό ᾽να παιδί, καλὸ παιδί· τ᾽ ἄλλο δὲν εἶχε μάννα». Ἦτο προστάτης τῆς οἰκογενείας, τῶν οἰκείων, τῶν φίλων, τοῦ κόμματος, ὄχι προστάτης τῆς πόλεως. Κατόπιν τῆς κυρίας ταύτης διαιρέσεως, ἤρχοντο ἄλλαι μυρίαι ὑποδιαιρέσεις. Ἡ μία συνοικία ἐκήρυττε πόλεμον κατὰ τῆς ἄλλης συνοικίας. Πᾶσα οἰκογένεια πόλεμον κατὰ τῆς ἄλλης οἰκογενείας. Πᾶν ἄτομον πόλεμον κατὰ τοῦ ἄλλου ἀτόμου. Ὁ γείτων δὲν ἔλεγε μίαν καλημέραν, ποὺ εἶναι τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν γείτονα. Ἕκαστος ἔχαιρε νὰ βλέπῃ τὸν ἄλλον δυστυχοῦντα. Προκειμένου περὶ κληρονομίας τινός, οἱ συγγενεῖς κληρονόμοι ἐτρώγοντο τίς ν᾽ ἁρπάσῃ τὰ πλείονα. Θὰ ἠφανίζοντο μᾶλλον εἰς τὰ δικαστήρια, θὰ ἐπωλοῦντο σκλάβοι εἰς τὴν Βαρβαρίαν, παρὰ νὰ ἴδωσι τὸν συγγενῆ νὰ ἔχῃ περισσότερα ἀπ᾽ αὐτούς. Δι᾽ ἓν στρέμμα ἀγροῦ ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φαγωθῶσι μεταξύ των, ν᾽ ἀφανισθῶσιν εἰς «προσωρινὰ μέτρα», εἰς «διεξαγωγάς», εἰς «ἐφέσεις» καὶ κόντρα-ἐφέσεις. Ἐὰν κακότυχόν τι ἐλαιόδενδρον συνέβαινε νὰ κλίνῃ ὀλίγον τὸν ἕνα κλῶνα πρὸς τὸν παρακείμενον ἀγρόν, ὁ γείτων διὰ νυκτὸς ἔτρεχε μὲ τὴν τσάπαν του νὰ περισκάψῃ τὸ σύνορον, νὰ μεταθέσῃ τὴν «ἀποσκαφήν»*. Τὴν ἐπαύριον τὸ ἐλαιόδενδρον ἔκπληκτον ἐξημερώνετο εἰς τὸν ἐλαιῶνα τοῦ γείτονος. Εἶχεν ἀλλάξῃ κύριον τὴν νύκτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μάχαι ὁλόκληροι συνεκροτοῦντο δι᾽ ἓν θήλιασμα* ἐλαιῶνος, διὰ τρία κλήματα ἀμπέλου, δι᾽ ἥμισυ «πινάκι»* σιτοφόρου ἀγροῦ. Καὶ αἱ ἐλαῖαι ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν εἶχαν παύσει νὰ καρποφορῶσιν, ὡς νὰ ἀπηξίουν νὰ λιπάνωσι διὰ τοῦ καρποῦ των τὰς κεφαλὰς τῶν ἁμαρτωλῶν· καὶ τὰ κλήματα προώρως ὠχραινόμενα δὲν παρεῖχον ὡρίμους τοὺς οἰνωποὺς βότρυς, ἀρνούμενα νὰ εὐφράνωσι διὰ τοῦ ἀμβροσίου χυμοῦ των τὰς καρδίας ἀναξίων ἀνθρώπων· καὶ ὁ ξανθὸς στάχυς τῆς γῆς ἔκυπτε προώρως τὴν μαραινομένην κεφαλὴν πρὸς τὴν μητέρα του, ζητῶν νὰ ἐπιστρέψῃ ταχέως εἰς τὰ στέρνα αὐτῆς, μὴ θέλων νὰ θρέψῃ κοιλίας ἀσεβῶν ἀνθρώπων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τοιούτους πολέμους διεξῆγον πρὸς ἀλλήλους οἱ ἄνδρες, καὶ τοιαῦτα λάφυρα ἀπεκόμιζον. Ἀλλὰ μὴ αἱ γυναῖκες ἦσαν ὀλιγώτερον μάχιμοι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ μήτηρ δὲν ἤθελε τὸ καλὸν τῆς κόρης, ἡ πενθερὰ ἐμίσει ὁλοψύχως τὴν νύμφην. Ἡ νύμφη δὲν ἔλεγε καλημέραν εἰς τὴν ἀνδραδέλφην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δι᾽ ἕνα ἀπρόσεκτον λόγον, διὰ μίαν ἐλαφρὰν κακολογίαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πρόθυμοι ὀχετοί, ὅπως μεταβιβάζωσι μεγαλοποιημένην συνήθως εἰς τὸ ἐνδιαφερόμενον πρόσωπον, ἦσαν ἱκαναὶ νὰ μὴν ὁμιληθοῦν ἰσοβίως. «Οὔτε τὰ κόκκαλά μας νὰ μὴ σμίξουν», ἦτο ἡ πολεμικὴ κραυγὴ εἰς τὰς τάξεις τῶν γυναικῶν. Ἡ θεια-Συνοδιὰ εἶχεν ἰδεῖ μίαν νύκτα τρομακτικὸν ὄνειρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο σωστὴ ὀπτασία, ἂν δὲν τὸ εἶχεν ἀπὸ πρὶν εἰς τὸν νοῦν της. Ἀπεκοιμήθη μίαν ἑσπέραν ἐλαφρά, ὑποψιθυρίζουσα καθ᾽ ἑαυτὴν τὴν λέξιν ταύτην, τὴν ὁποίαν τῆς εἶχεν ἐκσφενδονίσει τὴν ἰδίαν ἡμέραν μία συγγενὴς ἐχθρά της, «Οὔτε τὰ κόκκαλά μας νὰ μὴ σμίξουν!» Ἀπεκοιμήθη καὶ ἐνθυμεῖτο τὸ κοιμητήρι, τὸ ὀστεοφυλάκιον τοῦ παλαιοῦ νεκροταφείου τῆς μικρᾶς πόλεως, πλησίον τοῦ ὁποίου συχνὰ ἐπερνοῦσεν, ἐπιστρέφουσα τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸν ἀγρόν της, καὶ ὅπου ἔβλεπε τὰ λευκὰ ἢ κιτρινωπὰ κόκκαλα τῶν νεκρῶν ὅλα φύρδην μίγδην, ὅλα ὁμοῦ κείμενα, χωρὶς νὰ δύναται ὀφθαλμὸς νὰ διακρίνῃ τίνα ἦσαν τὰ ὀστᾶ τῶν ὑπαρξάντων πάλαι ποτὲ φίλων καὶ τίνα τὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἐκεῖ ἐνῷ «ἐλαγοκοιμᾶτο» μόλις, τῆς ἐφάνη ὅτι διήρχετο ἔξωθεν τοῦ κοιμητηρίου, καὶ ἀκούει φοβερὸν κρότον συρράξεως σκληρῶν σωμάτων. Ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ βλέπει τὰ κόκκαλα τῶν νεκρῶν ὀρθά, σηκωμένα ἐπάνω, κινούμενα, τὰ βλέπει νὰ συνταράσσωνται καὶ νὰ κτυπῶνται ἀμοιβαίως. Ἡ ὠλένη ἐκτύπα τὴν ὠλένην, ὁ βραχίων τὸν βραχίονα, ἡ περόνη τὴν περόνην, ἡ πλευρὰ τὴν πλευράν, ὁ σπόνδυλος τὸν σπόνδυλον. Δύο κρανία γυμνά, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐκεῖ ὡς παραπεταμένα, ἴσως διότι δὲν ἠξιώθησαν ἐντίμου ἀνακομιδῆς καὶ τριτοετοῦς μνημοσύνου, κατασυνετρίβησαν ἀπὸ τὴν χάλαζαν τῶν πληγῶν, ὅσας ὑπέστησαν ἀπὸ τὰς ἐξαγριωθείσας κνήμας. Ἡ θεια-Συνοδιά, βλέπουσα τὸ παράδοξον θέαμα, ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν της κ᾽ ἐψιθύριζε: Κύριε ἐλέησον! Καὶ πῶς νὰ μὴ παραξενευθῇ, ἂς ἦτο καὶ καθ᾽ ὕπνον; Φαντασθῆτε νὰ βλέπῃ τις τὰ κόκκαλα τῶν νεκρῶν εἰς τὸ κοιμητήρι νὰ ζωντανεύουν, νὰ ὀρθοῦνται, νὰ κτυπῶνται μεταξύ των καὶ νὰ κάμνωσι τοιοῦτον φοβερὸν θόρυβον!1 Τέλος, ἐνῷ ἔμενεν ἔντρομος βλέπουσα καὶ διαποροῦσα τί τάχα ἤθελεν ἀπογίνει, ἀκούει δυνατὸν ροῖβδον καὶ πάταγον ἔτι μεγαλύτερον, καὶ βλέπει τὸν ἕνα τοῖχον τοῦ κοιμητηρίου, τὸν βορεινόν, ὅστις ἦτο ὑψηλότερος τῶν ἄλλων, νὰ καταρρεύσῃ ἔξαφνα διὰ μιᾶς πρὸς τὰ ἔσω, νὰ πλακώσῃ ὅλα τὰ κόκκαλα καὶ νὰ τὰ κάμῃ σύντριμμα. Ἡ θεια-Συνοδιὰ ἐσκέφθη χαιρεκάκως, «Καλὰ νὰ τὰ κάμῃ!» κ᾽ ἐξύπνησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἤθελε νὰ εἴπῃ τὸ ὅραμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μόνον εἶδεν, εἰς τὸν πνευματικόν, καὶ δὲν εὐκαίρησε τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων νὰ ὑπάγῃ. Ἤλπιζεν ὅτι θὰ εἶχε καιρὸν τὸ πρωί, εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, ὅπου ἐμελέτα νὰ μεταβῇ, ὅπως ἐξομολογηθῇ κ᾽ ἐλαφρύνῃ τὴν συνείδησίν της. Ἀλλ᾽ ἐλθοῦσα εἰς τὸν μύλον βλέπει ὅτι ὁ γαμβρός της ἦτο ἀπών, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ πόθεν ἡ παράδοξος ἀργοπορία του. Τώρα εἶχεν ἀφήσει τὴν κόρην της περιμένουσαν μετὰ τῶν κοιμωμένων τεκνίων εἰς τὸν μύλον, καὶ αὐτὴ μετὰ τοῦ Παγώνα, τὸν ὁποῖον εὐμενὴς πρόνοια εἶχε στείλει βοηθόν, «ἀρμένιζε» διὰ νυκτός, καίτοι κατὰ ξηράν, ἄνω τοῦ ρεύματος, πρὸς τὴν Παναγίαν. Καὶ ἡ Ἀφέντρα, κ᾽ ἐκείνη, ἐμβλέπουσα ἐν τῇ μοναξίᾳ μέσα της, καθημένη ἀπέναντι εἰς τὸ ὡραῖον εἰκόνισμα, τὸ Τριμόρφι, ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀνακουφίσῃ τὴν συνείδησίν της. Πρὸ τοῦ γάμου εἶχε τείνει τὸ οὖς εἰς ἀνοήτους εἰσηγήσεις γυναίων τινῶν περὶ μαγείας καὶ περὶ ποτίσματος γαμβροῦ, καὶ διὰ μίαν στιγμὴν εἶχεν ἐλπίσει διὰ φαρμάκων καὶ φίλτρων ν᾽ ἀποστρέψῃ τὴν καρδίαν τοῦ μνηστῆρός της ἀπὸ τῆς ὀρφανῆς, τῆς ἀντιζήλου, καὶ νὰ τὴν ἑλκύσῃ πρὸς τὸ μέρος της. Καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν, ἑκατοντάκις εἶχεν ἀποφασίσει καὶ οὐδὲ ἅπαξ ἔσχε τὴν γενναιότητα νὰ ἐξομολογηθῇ τὴν ἁμαρτίαν ταύτην.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο ἤδη μεσονύκτιον, νὺξ βαθεῖα, καὶ ἡ Ἀφέντρα ἀπὸ τὴν βαθεῖαν ἐκείνην σιγήν, ἀπὸ τοὺς ἀμυδροὺς ἐκείνους κρότους, τοὺς τόσον λεπτούς, ὥστε ἀδυνατεῖ τις νὰ ἐννοήσῃ ἂν εἶναι τῆς ἀκοῆς ἢ τῆς φαντασίας, ἀπὸ τὸ ἀόριστον ἐκεῖνο καὶ μυστηριῶδες καὶ ἀνεξήγητον θέλγητρον, χωρὶς ἐπὶ στιγμὴν νὰ νυστάξῃ, ᾐσθάνετο ὅτι εἶναι παράωρα. Νὺξ μακρὰ τοῦ Δεκεμβρίου, χρόνος ἡ νύχτα. Αἴφνης ἀκούει τὸ πρῶτον λάλημα τοῦ ἀλέκτορος. Ὁ πετεινός, ὅστις μὲ ἑπτὰ ὄρνιθας ἐκοιτάζετο εἰς μικρὸν διάφραγμα ὄπισθεν τῆς μυλόπετρας καὶ τῆς χοάνης τοῦ ἀλεύρου, ὡς πασὰς εἰς τὸ χαρέμι του, εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν ὥραν καὶ ἐξέβαλλε τὴν συνήθη κραυγήν του. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις εἶχεν ἀρχίσει ν᾽ ἀποναρκοῦται ἤδη, χωρὶς νὰ κατακλιθῇ, ἀποτόμως ἐξύπνησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Λαλεῖ τ᾽ ὀρνίθι, ἐψιθύρισε· πέρασαν τὰ μεσάνυχτα… Κ᾽ ἡ μάννα μου, τί νὰ ἔγινε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδὲν καλὸν ἐσήμαινεν ἡ ἀργοπορία αὕτη τῆς μητρός της. Καὶ ὅμως παραδόξως ἡ ἐλπὶς τὴν ἐθέρμαινε, καὶ ἦτο βεβαία ὅτι οὐδὲν κακὸν εἶχε συμβῆ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἠγέρθη καὶ συνεδαύλισε τὸ πῦρ. Ἔλαβε τὸν λύχνον, κατέβη εἰς τὸ ἰσόγειον, καὶ ἐπῆρε ξηρὰ ξύλα, κ᾽ ἐπανελθοῦσα τὰ ἔρριψεν εἰς τὴν ἑστίαν. Εἶτα ἔκαμε τρὶς τὸν σταυρόν της πρὸ τῆς ἁγίας εἰκόνος καὶ εἶπε τὸ Πάτερ ἡμῶν καὶ τὸ Πιστεύω, τὰς μόνας προσευχὰς τὰς ὁποίας ἤξευρε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη βῆμα ἀνδρικὸν ἔξω. Ἔκρουσαν τὴν θύραν της. Ἦτο ἡ φωνὴ τοῦ Παγώνα. Ἐσηκώθη ν᾽ ἀνοίξῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατερχόμενος ὁ Ἀγάλλος σιγὰ-σιγά, ἀργοστόλιστος ὡς νύφη, τὴν κλιτὺν τοῦ βουνοῦ, πρὶν φθάσῃ εἰς τὴν Κεχρεάν, ἐνῷ εἶχε νυκτώσει ἤδη, δὲν ἐχόρταινε νὰ ἐνθυμῆται τὰ καλὰ ἐκεῖνα χρόνια, ὅταν ἦτον ἀκριβὸς γαμβρός, ζηλεμένος καὶ πολυγυρεμένος, καὶ εἶχε καλοπεράσει ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη μὲ δύο ἀρραβωνιαστικές, πότε γελῶν τὴν μίαν πότε τὴν ἄλλην. Ἀλλ᾽ ὅταν ἔφθασεν ἔμπροσθεν τοῦ παλαιοῦ μονυδρίου τῆς Παναγίας τῆς Κεχρεᾶς, κ᾽ ἐστράφη ἀριστερὰ νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν του πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ τῆς ἀνοικτῆς θύρας τοῦ περιβόλου, βλέπει μέγα φῶς ἐντὸς τοῦ ναοῦ. Κάποια εὐσεβὴς γυνὴ θὰ ἐνθυμήθη ἴσως ν᾽ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας, ἐπὶ τῆ παραμονῇ τοῦ ἀχράντου Τοκετοῦ Της, καὶ θὰ τὸ εἶχε παρακάμει εἰς τὸ λάδι καὶ τὰ φιτίλια, ὥστε νὰ μεταβάλῃ τὰς κανδήλας εἰς πυροφάνια. Ἀλλὰ συγχρόνως ἀκούει φωνὴ καὶ ψίθυρον ἔσωθεν τοῦ ναοῦ, ὡς ἀναγνώσεις ἢ σιγανὰς ψαλμῳδίας μοναχῶν προσευχομένων. Ποῖος νὰ ἦτο; Τὸ μονύδριον ἦτο διαλελυμένον ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Ἀντιβασιλείας, ὁ ναΐσκος ἔμενεν ἔρημος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Ἀγάλλος δυνατὸν νὰ ἦτο ἐλαφροΐσκιωτος, ἀλλ᾽ ἦτο καὶ σαββατογεννημένος καὶ δὲν ἐφοβεῖτο. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τοῦ μονυδρίου, εἰσῆλθεν εἰς τὸν περίβολον, διέβη τὴν αὐλήν, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν. Τὰ κανδήλια ἦσαν ἀναμμένα ἔμπροσθεν τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου, ἀλλὰ μὲ κανονικὰ φῶτα καὶ ὄχι ὡς πυροφάνια. Ἀλλ᾽ ὑπῆρχον καὶ δύο μεγάλαι λαμπάδες καίουσαι εἰς τὰ μανουάλια, καὶ πέντε ἢ ἓξ κηρία. Ἐντεῦθεν τὸ πολὺ φῶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεξιὰ εἰς τὴν ἀχιβάδα, μοναχός τις, μεσῆλιξ φορῶν ἐπανωκαλύμμαυχον ἔψαλλε τὸ Κύριε ἐκέκραξα. Ἐξημέρωνε Δευτέρα καὶ δὲν εἶχε ψαλῆ ὁ ἑσπερινὸς τὸ πρωὶ οὐδ᾽ εἶχε τελεσθῆ τὴν παραμονὴν ἡ λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἀριστερὰ ἕτερος μοναχὸς ἀντεφώνει εἰς τὸν πρῶτον. Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι μοναχοὶ ἢ δόκιμοι, μὲ ράσα, ἀλλὰ χωρὶς ἐπανωκαλύμμαυχα, ἵσταντο εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τοῦ ναοῦ ἐντὸς τῶν στασιδίων. Ἔσωθεν τοῦ ἱεροῦ βήματος σεβάσμιος πρεσβύτης ἱερομόναχος, ὑψηλός, ὀστεώδης, πολιός, βαθυπώγων, μὲ ὠχρούς, λιποσάρκους καὶ οἱονεὶ διαφανεῖς τοὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, ἐξῆλθεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην μὲ ἐπιτραχήλιον, φελόνιον καὶ κρατῶν τὸ θυμιατόν. Τίνες ἦσαν ὅλοι αὐτοί; Ὁ Ἀγάλλος πρώτην φορὰν τοὺς ἔβλεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ σεβάσμιος πρεσβύτης ἐθυμίασε τὰς εἰκόνας πρῶτον, εἶτα τὸν δεξιὸν ψάλτην, εἶτα τὸν ἀριστερόν, ἀκολούθως τοὺς τρεῖς μοναχοὺς ἢ δοκίμους καὶ τελευταῖον τὸν Ἀγάλλον. Ὁ Ἀγάλλος ὑπέκλινε πρὸς τὸ θυμίαμα, εἶδε τοὺς ἀλλοκότους ἰσχνοὺς καὶ διαυγεῖς χαρακτῆρας τοῦ σεβασμίου πρεσβύτου, κ᾽ ἐπίστευσε πλέον ὅτι ἐπῆγε ζωντανὸς εἰς τὸν Παράδεισον. Ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ὅραμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὐδεὶς τῶν πέντε μοναχῶν ἔστρεψε βλέμμα πρὸς τὸν νεωστὶ ἐλθόντα. Μόνον ὁ τελευταῖος, ὁ νεώτερος τῶν ρασοφόρων, ὅστις δὲν ἐφόρει καλυμμαύχιον, ἀλλ᾽ ἐκράτει ὑπὸ τὴν μασχάλην διπλωμένην τὴν μαύρην σκούφιαν του, ἔστρεψε πρὸς τὸν Ἀγάλλον ὄχι τὸν ὀφθαλμόν, ἀλλὰ τὸν κρόταφον καὶ τὴν οὔλην στοιβὴν τῆς κόμης του καὶ τὸ ἄκρον τοῦ κανθοῦ, καὶ τότε ὁ Ἀγάλλος ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ προσέλθῃ πλησίον του καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποιοὶ εἶστε τουλόγου σας;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ δόκιμος ἀπήντησε διὰ νεύματος ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς ἐξηγήσεων τώρα, ἀλλ᾽ ὁ γεραρὸς πρεσβύτης, ὅστις εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, καὶ ἐφαίνετο ἔχων τὸ προορατικὸν χάρισμα, ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸν δόκιμον καὶ τοῦ ἐπέτρεψε διὰ νεύματος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὸν ἀδελφόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ὁ Ἀγάλλος ηὐχαρίστησε τὴν περιέργειάν του, ἦτο ἀποφασισμένος ν᾽ ἀπέλθῃ, νὰ καταβῇ εἰς τὸν μύλον, ὅπως παραλάβῃ καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα του, καὶ ὑπάγωσιν ὅλοι ὁμοῦ εἰς τὴν Παναγίαν, διότι οἱ παράδοξοι μοναχοὶ ἔμελλον νὰ ψάλωσι παννύχιον ἀγρυπνίαν, καὶ τελέσωσι λειτουργίαν πρὸς τὰ χαράγματα. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ἦτο ἕτοιμος ν᾽ ἀπέλθῃ, πάλιν ἔλεγε μέσα του: «Ἂς καθίσω ἀκόμα λίγο», καὶ πάλιν «ἀκόμα λίγο», καὶ εἶχε γίνει μεσονύκτιον ἤδη χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ τὸν κόπον. Διότι τὸ τρυφερὸν καὶ σεμνὸν τῆς ψαλμῳδίας μεγάλως τὸν ἔτερπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλος, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, ὅτε εἶχεν ἀρχίσει νὰ γίνεται ἀνάγνωσις τοῦ πανηγυρικοῦ τῆς ἡμέρας, ἐνῷ ὁ Ἀγάλλος εἶχε κινηθῆ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ναοῦ διὰ νὰ πυρωθῇ ὀλίγον εἰς τὸ ἔξωθεν ἀναμμένον πῦρ, κ᾽ ἐσυλλογίζετο τὴν ἀνησυχίαν τῆς γυναικός του, διότι ἦτο βέβαιος ὅτι ἡ πενθερά του θὰ ἔφθασεν ἀπὸ τὴν χώραν καὶ ἐπληροφόρησε τὴν Ἀφέντραν περὶ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἐκ τῆς πολίχνης, βλέπει ἔξαφνα τὴν πενθεράν του καὶ τὸν Παγώναν καὶ παρουσιάζονται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ Ἀγάλλος δὲν ἄφησε τὸν ἐλαφρὸν ἴσκιον νὰ ἐνεργήσῃ διὰ τὴν γραῖαν Συνοδιάν. Τὴν ἐκάλεσεν ἔξω τοῦ ναοῦ καὶ τῆς εἶπε ποῖοί τινες ἦσαν οἱ μοναχοὶ ἐκεῖνοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπεφασίσθη νὰ ὑπάγῃ ὁ Παγώνας, ὅστις ἄλλως εἶχεν ἀφήσει τὸν ὄνον του δεμένον ἔξωθεν τοῦ μύλου, νὰ δώσῃ ἁπλῆν εἴδησιν εἰς τὴν Ἀφέντραν, καὶ τῆς εἴπῃ ὅτι μετὰ δύο ὥρας ἀκόμη θὰ κατήρχοντο ὁ σύζυγός της καὶ ἡ μήτηρ της διὰ νὰ ἐξυπνίσωσι τὰ δύο τέκνα, καὶ ὁδηγήσωσι ταῦτα καὶ τὴν μητέρα των εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ λειτουργηθοῦν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα ἐσηκώθη καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μοναχός σου ἦλθες; Ποῦ εἶναι ἡ μάννα μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὴν Παναγιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὴν Παναγιά; Κι ὁ Ἀγαλλάκης;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κι ὁ Ἀγαλλάκης μαζί. Κάνουν ἀγρυπνιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀγρυπνιά;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά, ὁλονυχτιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποιὸς τὴν κάνει;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κάτι νεοφερμένοι καλογέροι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καλογέροι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά, ἀνθρῶποι μὲ ράσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι ἦρθαν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὄχι, εἶναι ἄλλοι. Ἦρθαν τώρα γρήγορα. Κάθονται στὸν Ἁι-Θανάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὸν Ἁι-Θανάση;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ναί. Πλιότερα δὲν ξέρω. Εἶπαν νὰ κοιμηθῆτε, καὶ τώρα-τώρα θὰ ᾽ρθῇ ὁ Ἀγάλλος μαζὶ μὲ τὴ θεια-Συνοδιὰ νὰ σᾶς ξυπνήσουν, νὰ σηκώσουν καὶ τὰ παιδιά, νὰ πᾶτε νὰ μεταλάβετε. Καλὴ νύχτα, κι αὔριο μὲ ὑγεία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις ἡ Ἀφέντρα ἐπρόφθασε νὰ κλέψῃ ἕνα ὕπνον, καὶ ἐκρούσθη ἡ θύρα τοῦ νερομύλου. Ἦτο ὁ Ἀγάλλος καὶ ἡ θεια-Συνοδιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Ἀφέντρα ἐξύπνισε τὰ παιδιά, τὰ ἔνιψε, τὰ ἐνέδυσε, τὰ ἐκτένισεν, ἐστολίσθη καὶ αὐτὴ μὲ ὅ,τι πρόχειρον εἶχεν εἰς τὸν μύλον, καὶ λαβόντες τὸ φανάριον ἐξεκίνησαν καὶ οἱ πέντε διὰ τὴν Παναγίαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ ἓξ μοναχοὶ ἦσαν νεοφερμένοι πράγματι. Ἤρχοντο ἐκ μιᾶς τῶν Κυκλάδων, ὅπου εἶχον διατρίψει ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀσκητεύοντες. Ἔφθασαν πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων δὲν τοὺς εἶχαν γνωρίσει ἀκόμη. Ὁ Ἀγάλλος πρώτην φορὰν τοὺς ἔβλεπε, καὶ διὰ τοῦτο τοῦ ἐφάνησαν ὡς παράδοξος ὀπτασία. Ἅμα φθάσαντες εἶχον ἀρχίσει νὰ κτίζωσι κελλίον τι πρὸς διαμονήν των, στεγαζόμενοι προσωρινῶς εἰς χωρικόν τι καλύβιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ναὸς εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἶχον κατέλθει νὰ ἑορτάσωσι τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν Κεχρεάν, μιᾶς ὥρας δρόμον ἀπέχουσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ μὲν τοὺς ἔλεγον αἱρετικούς, οἱ δὲ τοὺς ἐσέβοντο ὡς πολὺ ἐναρέτους. Ἡ κοινὴ φήμη ἔλεγεν ὅτι ἠσπάζοντο ἐν μέρει τὰς δοξασίας θρησκευτικοῦ τινος διδασκάλου, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀποκηρύξει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Τὸ ἀληθὲς ἦτο ὅτι ὁ ἐν λόγῳ διδάσκαλος, αὐτὸς μᾶλλον εἶχεν ἀκολουθήσει τινὰ τῶν παλαιῶν ἐθίμων μοναστικῆς τινος κοινότητος, λίαν ἀρχαιοπρεποῦς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον οἱ ἀσκηταὶ οὗτοι. Οὕτω συνέπεσαν ἐν μέρει εἰς τὰς δοξασίας. Πολλοὶ ὅμως ἐφρόνουν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ πολὺ τοῦ λαοῦ διψᾷ θρησκευτικῆς διδασκαλίας, οἱ δὲ ἁρμόδιοι καὶ ὑπεύθυνοι οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνουσι πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης, διὰ τῶν ἁγνῶν καὶ ὀρθοδόξων, οὐχὶ διὰ ξενοπρεπῶν καὶ κακοζήλων πηγῶν, ἑπόμενον ἦτο πολλοὶ εὐσεβεῖς καὶ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι νὰ πλανηθῶσι, καλῇ τῇ πίστει, ἀκούοντες τὸν χριστιανικὸν λόγον, ἔστω καὶ νοθευμένον, παντοῦ ὅπου οὗτος ἠχεῖ, διότι ὅταν αἱ βρύσεις καὶ κρῆναι θολωθῶσιν, οἱ δὲ ὑδρονομεῖς ἀποκρύπτωσι τὰ διαυγῆ νάματα, ἄνθρωποι καὶ κτήνη, διψῶντες μέχρι θανάτου, θὰ προτιμήσουν νὰ πίωσιν ἐκ τοῦ θολοῦ ρεύματος, ἀσθενῆ εὑρίσκοντες ἐλπίδα σωτηρίας ἐν τούτῳ, μᾶλλον ἢ ν᾽ ἀποθάνωσι τῆς δίψης· Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε· ὡς ἐπλήθυνας τὸ ἔλεός σου, ὁ Θεός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ θεια-Συνοδιὰ ἐξωμολογήθη εἰς τὸν πατέρα Ἰεζεκιὴλ (οὕτως ἐκαλεῖτο ὁ προϊστάμενος τῆς ἀδελφότητος ἱερομόναχος), καὶ οὗτος τὴν ὡδήγησεν ὅτι, ἐὰν ἡ ὀρφανὴ κόρη, ἡ παραγκωνισθεῖσα διὰ τοῦ γάμου τῆς θυγατρός της, ἔμεινεν ἔκτοτε ἄγαμος, ὀφείλει, ὅπως τύχῃ συγχωρήσεως, νὰ συντελέσῃ, αὐτὴ τὸ κατὰ δύναμιν πρὸς ἀποκατάστασίν της· ἐὰν ὅμως ἐκείνη ὑπανδρεύθη ἢ ἀπέθανεν ἔκτοτε, τότε ἀνάγκη νὰ κάμῃ ἄλλας ἐλεημοσύνας, ὡς καὶ ἓν σαρανταλείτουργον εἰς τὸν ναὸν τῆς ἐνορίας της, κατὰ προτίμησιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπειδὴ ἡ Συνοδιὰ ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ κόρη ἦτο ἄγαμος ἀκόμη, ὁ πρῶτος κανὼν τῆς ἐπεβάλλετο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὴν Ἀφέντραν, ἥτις ἔσχε τέλος τὸ θάρρος νὰ ἐξομολογηθῇ τὸ ἁμάρτημα τῆς μαγείας, ἔδωκε κανόνα μακρὰν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς Μεταλήψεως καὶ προσθέτους νηστείας καὶ προσευχάς. Τὴν ἐσυμβούλευσε ν᾽ ἀνάψῃ καὶ μεγάλην λαμπάδα εἰς τὴν ἁγίαν Ἀναστασίαν τὴν Φαρμακολύτριαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὰ δύο παιδία μετέλαβον τῆς ἱερᾶς Κοινωνίας, καὶ ἡ οἰκογένεια ὅλη ἐπέστρεψεν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου εἰς τὸν μύλον της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1892)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/3335457706398248390/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_639.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/3335457706398248390'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/3335457706398248390'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_639.html' title='ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1827831320151509974</id><published>2011-11-15T22:29:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T22:29:20.166-08:00</updated><title type='text'>ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ&lt;br /&gt;
ΔΙΗΓΗΜΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πελώριον κῦμα, λυσσωδέστερον τῶν ἄλλων, ἐκορυφώθη οὐ μακρὰν τῆς ἀκτῆς, μανιῶδες παφλάζον, μετὰ ροίβδου φοβεροῦ ρηγνύμενον κατὰ τοῦ βράχου, ἀφῆσαν ὀπίσω τοὺς ἀσθενεστέρους του συντρόφους, ἀναλαβὸν δὲ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα, ὡς νὰ ἔτρεφεν ἀτομικὸν πάθος κατὰ τοῦ ἐλαφροῦ σκάφους, ἐλεεινοῦ φελλοῦ, περιφέροντος ἐν ἑαυτῷ, πρὸς τῇ συμφυεῖ ἐλαφρότητι τοῦ ξύλου, καὶ τὴν τρικέφαλον ἀνθρωπίνην κουφότητα τῶν ναυβατῶν. Σφοδρότατος Εὖρος εἶχεν ἀρχίσει νὰ φυσᾷ ἀπὸ τῆς δείλης, συρίζων λυσσωδῶς εἰς θαλάσσας καὶ ἠπείρους, συσφίγγων καὶ περιελίσσων ἐγγύθεν τὰ κύματα, ἐμβάλλων δίνας καὶ στροβιλισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος, πεδίον ἄπειρον ἀσπόνδου πολέμου, ὅπου δυσδιάκριτον ἦτο τό τε ὁρμητήριον καὶ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ὁρίζων εἶχε συσκοτασθῆ ἤδη πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ οὐρανὸς μολύβδινος, στυγνὸς καὶ ἀφεγγής, ἐκρέματο ὕπερθεν ἀγρίως μαινομένου πελάγους, ἄφωνος ἐπὶ βρέμοντος, ἀκίνητος ἐπὶ συνταραττομένου, ὡς θόλος σκοτεινοῦ τζαμίου ἐπὶ δαπέδου ὀρχουμένων δερβισῶν. Εἶτα κατῆλθε κατὰ μικρὸν ἡ νύξ, συγχέουσα καὶ συγκαλύπτουσα διὰ τῆς ἀμέτρου μαυρίλας της τὴν ἀταξίαν τῆς πλάσεως, κρύπτουσα ἐπάνω τοὺς ἀστέρας καὶ κάτω τὰς ἠπείρους καὶ τὰς θαλάσσας. Τρία ἄστρα ἔτρεμον ἄνω πρὸς βορρᾶν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε ἐπιφαινόμενα, ἕτοιμα νὰ πέσωσιν εἰς τὸ ἀτέρμον κράτος τοῦ Ποσειδῶνος νὰ ταφῶσι, καὶ ἄλλα δύο ἔφαινον πρὸς μεσημβρίαν, ἑτοιμόσβεστα, ὡς λύχνοι πενιχρᾶς καλύβης χωρικοῦ ἐν ἐνιαυτῷ ἀφορίας. Καὶ τὰ κύματα φρίσσοντα, ὀρχούμενα, λυσσῶντα, ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Καὶ ἓν κῦμα πελώριον, φουσκωμένον, ἑωσφορικόν, πλαταγίζον, ὀγκούμενον, ὡς νὰ εἶχεν εἰσέλθει κ᾿ ἐκρύπτετο ἔσω αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον τοῦ μίσους, φαντάζον οἱονεὶ ὑγρὸν κῆτος, προτεῖνον ἀφροὺς ἀντὶ ὀδόντων λευκῶν, συνέλαβεν ὡς διὰ πελωρίας ἁρπάγης, ἀπὸ τὴν πρύμνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῷραν, ἀπὸ τὴν τρόπιν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, τὸ μικρὸν σκάφος, καὶ φέρον τὸ ἔρριψεν ἐπὶ τοῦ βράχου, ὅπου μετὰ φοβεροῦ ροίβδου καὶ πολυκτύπου πλαταγισμοῦ ὁ ἀσθενὴς φλοιὸς κατασυνετρίβη, διὰ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τεμάχια εἰς τὰ πολλὰ μικρὰ κύματα, εἰς ἃ διελύθη ἐν ἀκαρεῖ τὸ ἕν, τὸ μέγα, τὰ ὁποῖα μετὰ φλοίσβου θωπευτικοῦ ἐδέχθησαν τὴν βοράν των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἦτο ὅλως ἀπόκρημνος ἡ ἀκτή. Ἡ παραλία τοιαύτη οἵαν ἠδύνατό τις κατὰ τὴν ἐρεβώδη, τὴν ἄναστρον καὶ ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα νὰ τὴν διακρίνῃ, θὰ ἦτο γλυκεῖα καὶ φιλομειδὴς ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλίου, πρὶν πνεύσῃ ὁ Εὖρος, ὁ ἐμφυσήσας τὴν μανίαν του εἰς τὰ κύματα. Εἷς μόνος ὑψηλὸς βράχος ὑπῆρχε, διατείνων εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ρίζας, ὅπου ἀμέσως ἐβαθύνετο τὸ ὕδωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη ὅτι τὸ κῦμα, ἢ ὁ κρυπτόμενος ἐν αὐτῷ δαίμων, εἶχεν ἐκλέξει τὸν βράχον ἐκεῖνον, μεμονωμένον μεταξὺ δύο ἀμμωδῶν αἰγιαλῶν, ἐπίτηδες, διὰ νὰ συντρίψῃ κατὰ τῶν νώτων αὐτοῦ τὸ ἐλαφρὸν σκάφος. Ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζῃ, κατὰ θείαν παραχώρησιν, τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν, καίτοι μαινόμενον καὶ λυσσῶν, μετὰ φόβου καὶ ἀκουσίου εὐλαβείας ἐγχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ᾿ ὅταν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ τινὲς τῶν φίλων του, πολλάκις αὐτοὶ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πρὸ μικροῦ κατεβασάνιζε κ᾿ ἐτυράννει ἄλλους πάλιν φίλους του ἢ καὶ ἐχθρούς του, μετ᾿ ἀγρίας χαιρεκακίας ἐκτελεῖ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ καὶ φονεύῃ τοὺς ἰδίους καλοθελητάς του. Οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ μικροῦ τσερνικίου* τρεῖς ἄνδρες δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε ἅγιοι οὔτε φύσει κακοῦργοι. Ἦσαν ἁμαρτωλοί, ὑποπεσόντες κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα, ἴσως καὶ εἰς ὀλίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικρᾶς δόσεως ναυταπάτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τούτοις ὁ διάβολος δὲν εἶχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, ὅπως βλάψῃ καὶ εἰς τὰ σώματα τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ἅμα τῇ προσαράξει, εἶχε κτυπήσει τὸν ἀγκῶνα καὶ τὴν πλευρὰν τὴν δεξιὰν εἰς τὸν βράχον, μεθ᾿ ὃ αἰσθανθεὶς μέγαν πόνον ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ συνελθὼν ταχέως, ἀνέθορε κολυμβῶν εἰς τὸ κῦμα, ὅπερ ἐφαίνετο ἔκπληκτον ἐκ τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε, καὶ καταπραϋνθέν, ἐφλοίσβιζεν ἡμερώτερον περὶ τὰ συντρίμματα, ὡς θηρίον λεῖχον τὰ αἵματα τοῦ ἰδίου σπαράγματός του. Οἱ δύο ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχαν πνιγῆ, ἀλλ᾿ ἐπέπλεον μὲ μακροὺς βραχίονας ἐπὶ τοῦ κύματος, τὸν ἥρπασαν καὶ φέροντες τὸν ἀπεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἥτις ἐλεύκαζεν εἰς τὸ σκότος, οὐ μακρὰν τοῦ ἀπαισίου βράχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς θινὸς τῆς θαλάσσης ἀρχόμενον, ἐπὶ πλατείας λωρίδος γῆς, ἐξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, ἐπιστέφον τὴν ἀγκάλην ἐκείνην τῆς ἐρήμου παραλίας. Ἔνθεν καὶ ἔνθεν δύο μαῦραι ἀκταὶ χθαμαλαὶ διεκρίνοντο, κολοβαὶ εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός, χάνουσαι καὶ τὸ μικρόν των ὕψος. Κατέμπροσθεν ὁ μέγας πόντος ἡπλοῦτο, ὅστις ἐφαίνετο διὰ μιᾶς κατευνασθεὶς καὶ ἐπανερχόμενος μεθ᾿ ὑποκώφου βοῆς εἰς γαλήνην, κ᾿ ἐνέπνεε τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τῆς μελαγχολικῆς αὐτοπαρηγορίας, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰ ἀνήσυχα γύναια τῶν παραθαλασσίων κωμῶν, ἐνῷ μίαν ὥραν πρὶν ἔτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων, ζώνουσαι ἑπτάκις τοὺς ναΐσκους διὰ τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηροῦ, καὶ σημαίνουσαι αὐτοβούλως τοὺς κώδωνας, διὰ νὰ ἐξυπνίσωσι τὸν ἐνωρὶς κατακλιθέντα ἐφημέριον ὅπως ψάλῃ παράκλησιν, ἀναφωνοῦσαι ἅμα: «Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο! Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο!», μίαν ὥραν ὕστερον, ὅταν πραϋνθῇ, λέγω, ὁ ἄνεμος καὶ κοπάσῃ ἡ τρικυμία, τὰς κάμνει νὰ ὑποψιθυρίζωσι παραμυθούμεναι ἀλλήλας ἑλληνοπλαστικῶς καὶ χριστιανοειδωλολατρικῶς: «Ὅποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!» Οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀπεναρκώθησαν ἐπὶ τῆς ἄμμου ἀναβάντες ἕως ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔφθανε τὸ ἐφορμῶν καὶ ὑποχωροῦν κῦμα νὰ βρέχῃ τοὺς πόδας των, διάβροχοι, ριγοῦντες καὶ τρέμοντες, αἰσθανόμενοι μεγάλην νύσταν. Ὁ γεροντότερος τῶν τριῶν, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ κυβερνήτης τοῦ συντριβέντος πλοίου, ὡμίλει περὶ ἀναζητήσεως καλύβης τινὸς χωρικοῦ ὅπως εὕρωσι πῦρ καὶ στέγην κ᾿ ἐπαρηγόρει τὸν υἱόν του λέγων, «ἂς εἶναι ὑγεία, καὶ θὰ κάμουν ἄλλο τσερνίκι μεγαλύτερο». Ἀλλ᾿ ὁ υἱός του δὲν ἐφαίνετο λυπούμενος τόσον διὰ τὸ τσερνίκι, ὅσον δι᾿ ἕνα ὡραῖον φλόκον* ἐκ λευκοῦ πανίου, καινουργῆ, τὸν ὁποῖον οὐ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας εἶχε ράψει, κ᾿ ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ βουτήσῃ ὀπίσω πάλιν εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀνεύρῃ τὸν φλόκον. Ἐπίσης ἀνεστέναζε καὶ διὰ τὴν μικρὰν φελούκαν, τὴν ὁποίαν εἶχε χρωματίσει πρὸ ἡμερῶν ὁ ἴδιος λίαν κομψῶς κ᾿ ἐπιμελῶς, μαύρην καὶ λευκήν, ὁ δὲ σκληρὸς αἰφνιδίως πνεύσας ἄνεμος τοὺς τὴν εἶχεν ἁρπάσει, πρὶν προφθάσωσι νὰ τὴν ἀναβιβάσωσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου, καθ᾿ ἣν στιγμὴν τοὺς «ἐξούριασεν»* ἀπὸ τὴν Κυρα-Παναγιά. Διότι εἶχαν προσορμισθῆ παρά τινα ἀλίμενον παραλίαν ἐρημονήσου, διὰ νὰ φορτώσουν τυριά, ἀλλ᾿ ἡ σοροκάδα* μὲ μισὸν φορτίον τοὺς παρέσυρεν ἔξαφνα, κόψασα τὴν ἅλυσιν τῆς ἀγκύρας, ἀφαρπάσασα καὶ τὴν μικρὰν βαρκούλαν. Ὁ δὲ τρίτος, ὅστις ἦτο ὁ πραγματευτής, αὐτὸς ἐκεῖνος ὅστις εἶχε κτυπήσει βραχίονα καὶ πλευρὰν κατὰ τοῦ βράχου, δὲν ᾐσθάνετο τόσον πόνον ἐκ τῆς πληγῆς του, ἀλλ᾿ ἔκλαιεν ἐνθυμούμενος τὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα τῶν δερματοτυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε φορτωμένα ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ τοὺς ἐξώρκιζε προτρέπων αὐτοὺς νὰ μείνωσιν ὣς τὸ πρωί, ὅπως ἴδωσιν ἂν δὲν ἦτο τρόπος ν᾿ ἀνακαλύψωσιν εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης τινὰ ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματίων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐκόστιζαν πλέον τῶν δισχιλίων δραχμῶν, ὡς ἔλεγεν. Ἀλλ᾿ ὁ νεαρὸς ναύτης τὸν ἐπετίμα λέγων ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὰ καλά του νὰ ἐπιμένῃ, μετὰ τόσην καταστροφήν (ἀφοῦ τὸ τσερνίκι, τὸ κάτω-κάτω, ἤξιζε κάτι περισσότερον ἀπὸ τὰ δερματοτύρια, κ᾿ ἔπειτα, ἂν δὲν τοῦ ἔδιδαν χεῖρα βοηθείας οἱ δύο των, δύσκολα θὰ ἐγλύτωνε τὴν ζωήν του ἀνάμεσα εἰς τὰ συντρίμματα τοῦ πλοίου καὶ εἰς τὸν βράχον), ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι τὰ τυριὰ εἰς τὸ βάθος τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα, ἁλμυρὰ ἤδη ἀπὸ πρίν, θὰ κατήντησαν νὰ μὴν ἐμβαίνουν εἰς στόμα μετὰ τὸ θαλασσοπότισμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὕτως ὁ νεώτερος παρῄτησε τὴν ἰδέαν τοῦ ν᾿ ἀναζητήσῃ τὸν φλόκον, ὁ δὲ γέρων ἐπανέλαβεν ἐντονώτερον ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ κοιτάξωσιν ἂν θὰ εὕρωσι κάπου ἀνθρωπίνην ψυχὴν νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἢ τοὐλάχιστον μέρος «ν᾿ ἀπαγκειάσουν». Ἠγέρθησαν, οἱ δύο ὁδηγοῦντες, ὁ τρίτος ἀναγκαστικῶς ἀκολουθῶν, καὶ μετὰ κοπιώδη ἔρευναν, ἀφοῦ ἐβεβαιώθησαν ὅτι αἱ δύο ἀκταὶ ἦσαν δύσβατοι καὶ κρημνώδεις, εὗρον, εἰς τὸ ὅριον τῆς ἄμμου, ρίζας τινὰς δένδρων πατημένας, οἱονεὶ φλέβας τῆς γῆς ἐξεχούσας, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ δάσους, ὅπου ἐφαίνετο μικρὰ ἀλωή, καὶ ἤρχιζε νὰ χαράσσηται μονοπάτι. Ὁ νεώτερος, πρῶτος βαδίζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸ μονοπάτι αὐτό, ἐπιστρεφόμενος κατὰ πλευρὸν καὶ τείνων τὴν χεῖρα εἰς τὸν γέροντα, ὅστις ἐκράτει ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος τὸν σύντροφόν του, καί, μόλις διακρίνοντες τὰ ἀντικείμενα, πότε προσκόπτοντες ἐπὶ ξηρῶν στελεχῶν ἢ λίθων, ἐπροχώρησαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἐντὸς τοῦ δάσους. Ἐβάδιζον μὲ τὴν ἀσθενῆ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπῆρχε σιμὰ κάπου, ἂν ὄχι καλύβη χωρικοῦ, τοὐλάχιστον μανδρίον ποιμένος, καὶ ὅτι θὰ εὕρισκον ψυχὴν συμπονοῦσαν εἰς τὴν δυστυχίαν των. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὁ νεώτερος ἔκραζε μὲ τὴν τραχεῖαν φωνήν του, ἥτις ἦτο ἱκανὴ ν᾿ ἀπομακρύνῃ ἀντὶ νὰ προσεγγίσῃ οἱανδήποτέ βοήθειαν: «Ἔ! δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐδῶ;» Ἦσαν δὲ οἰκτροί, ἐκρύωναν, ἔπασχον φρικωδῶς, μὲ τὰ στραγγισμένα ἀλλὰ μὴ στεγνωμένα ἐνδύματά των, καὶ τὸ στενόν, ἀόριστον, ζοφερὸν ἐκ τοῦ διπλοῦ σκότους τῆς νυκτὸς καὶ τοῦ δάσους μονοπάτι δὲν ἦτο δρόμος πρόσφορος ὅπως προσπαθήσωσι διὰ τῆς ταχυπορίας νὰ θερμανθῶσι καὶ ζωογονηθῶσιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτά, διασχίζοντες κατὰ πλάτος τὸ σύνδενδρον μέρος, ἔφθασαν ὄχι μακρὰν τῆς ἐσχατιᾶς τοῦ δασυλλίου, ὅπου τὰ δένδρα ἤρχιζον κατὰ μικρὸν ν᾿ ἀραιώνωνται. Ἐκεῖ τότε εἶδον ἀσθενὲς φῶς, τρέμον ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ λόφου, καταντικρύ των, πρὸς τὸ βορειοδυτικόν. Ὁ γέρων εἶπε «Δόξα σοι ὁ Θεός!», ὁ ἔμπορος ἐνθυμήθη τὰ δερματοτύρια κ᾿ ἐστέναξε, καὶ ὁ νέος ἐμάσα τὰς λέξεις του καὶ κατέπινε τοὺς γογγυσμούς του, ἐνθυμούμενος τὸν λευκὸν ἐκεῖνον φλόκον τὸν ἐκ καινουργοῦς ἀμερικανικοῦ πανίου, τὸν ὁποῖον εἶχε ράψει ὁ ἴδιος μὲ τὰς χεῖράς του πρὸ πέντε ἡμερῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ φῶς, σημειοῦν καλύβην χωρικοῦ ἐκεῖ κατοικοῦντος, ἐφαίνετο ὄχι πολὺ ἀπέχον, ὡς ἥμισυ μίλιον. Ἀνάγκη ἦτο νὰ βαδίσωσιν, ὅπως φθάσωσι ναυαγοὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐκεῖνον ἀσθενῆ φάρον. Βαθὺ ἦτο τὸ σκότος. Κατενώπιόν των ἐξηπλοῦτο μεγάλη ὁμαλὴ πεδιάς, ἥτις ἐφαίνετο μαύρη, μονότονος, ἄδενδρος, εἰς τὸ σκότος. Θὰ τὴν ἐνόμιζέ τις ὡς ἀμμώδη ἔκτασιν δεκαπλασίαν τῆς ἄμμου ἐκείνης ἣν εἶχον ἐγκαταλίπει πρὸ ἡμισείας ὥρας, παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἂν δὲν ἦτο ἀμαυρά, ἀλαμπὴς καὶ ἄστιλπνος. Ἐφαίνετο μᾶλλον ὡς μαυρισμένη ἐκ προσφάτου ἐμπρησμοῦ πεδιάς, πεδιὰς ἀμμώδης, ὅπου ἐκάησαν τὰ χόρτα κ᾿ ἐμαύρισεν ἡ κόνις, χωρὶς νὰ μείνῃ στάκτη ἐκ καέντων δένδρων, ἢ ὅτι ραγδαῖος ὑετὸς εἶχε μαυρίσει τὴν τέφραν καὶ εἶχεν ἀφομοιώσει τὸ χῶμα μὲ τὰ ἴχνη τοῦ ἐμπρησμοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ γέρων, ὅστις, ἂν καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, ἐπόνει περισσότερον διὰ τὸ τσερνίκι του ἢ ὅσον ὁ ἔμπορος διὰ τὰ τυριά του, ἴσως κ᾿ ἔπασχεν ἐκ παλαιῶν ρευματισμῶν τοὺς πόδας, εἶχε βαρύνει εἰς τὸν δρόμον κ᾿ ἐπρόσκοπτε συχνὰ κατὰ τῶν ἐμποδίων τῆς ὁδοῦ. Τούτου ἕνεκα ὁ υἱός του ἠναγκάσθη ν᾿ ἀφήσῃ τὴν πρώτην τάξιν εἰς τὸ βάδισμα, ἐλθὼν δεύτερος, καὶ κρατῶν ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος προπορευόμενον τὸν πατέρα του, διὰ νὰ ὁδηγῇ καὶ ὑποστηρίζῃ τὸ βῆμα αὐτοῦ, διὰ δὲ τῆς εὐωνύμου κρατῶν τὴν δεξιὰν τοῦ ἀκολουθοῦντος ἐμπόρου. Ὁ γέρων, καθὼς ἐβάδιζε πρῶτος, ἀδυνατῶν νὰ διακρίνῃ τὰ ἀντικείμενα, προέβη, πρὶν προλάβῃ καὶ ὁ υἱός του νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς μαυρισμένης ἐκτάσεως, πρὶν ἀκριβώσῃ καλῶς τί πρᾶγμα ἦτο. Παρέσυρε καὶ τὸν νέον, ἀναγκασθέντα νὰ προβῇ δύο βήματα ὅπως τὸν συγκρατήσῃ, οὗτος δὲ συμπαρέσυρε καὶ τὸν πραματευτὴν εἰς τὸ ἐπισφαλὲς βῆμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τριπλοῦν μπλούμ! ἠκούσθη ἔξαφνα. Εἶχαν πατήσει καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ὕδωρ. Ἐφαίνετο τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὅτι τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον τοὺς εἵλκυε, τοὺς ἐκυνήγει κατὰ πόδα, τοὺς διεξεδίκει ὡς ἰδικούς του. Ἔπεσαν καὶ οἱ τρεῖς ἕως τὸ γόνυ εἰς τὴν ἰλύν, ἕως τὸν βουβῶνα εἰς τὸ ὕδωρ. Ὁ γέρων κατηνέχθη πρηνής, ὁ νέος ἐγονάτισε πλησίον του, προσπαθῶν νὰ τὸν κρατήσῃ ἐκ τῆς ὀσφύος, ὁ ἔμπορος ἔπεσε κατὰ πλευράν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτο λίμνη ἐκτεινομένη πλατεῖα ἐκεῖθεν τοῦ δάσους, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἠγνόουν οἱ ναυαγοί. Εἶχεν ἱκανὸν μέγεθος, καὶ εἰς τὸν βοῦρκόν της ἔβοσκον ὄχι ὀλίγοι ἐγχέλυες κ᾿ ἐφώλευον λοξοπατοῦντα καβούρια. Ἀμέτρητον δὲ ἦτο τὸ πλῆθος τῶν ἀχιβάδων, τῶν ὁποίων τὰ κελύφη, κενὰ καὶ ἀπόζοντα κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπετέλουν τῆδε κἀκεῖσε τὸ ἀνώτερον τοῦ πυθμένος στρῶμα, ὑποκάτωθεν τοῦ ὁποίου ἀβολιδοσκόπητον ὑπέκειτο τὸ βάθος τῆς ἰλύος, ἐφ᾿ ἧς ἐκόλλησαν πεσόντες οἱ τρεῖς ναυαγοί, ὁ πρῶτος ἐπίστομα κύπτων εἰς τὸν πυθμένα, ὁ δεύτερος γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ τενάγους, ὁ τρίτος πλαγίως εἰς τὸ πλευρόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἄλλο πέσιμο αὐτὸ πάλι· ἐψιθύρισεν ὁ γέρων, ἀφοῦ ὁ υἱός του, μασῶν τὰς βλασφημίας καὶ ἀράς του, τὸν ἀνήγειρε μετὰ πολλοῦ κόπου εἰς τοὺς πόδας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Αὐτὴ τὴ φορὰ ἐχτύπησα μαλακὰ τοὐλάχιστον, εἶπεν ὁ πραγματευτής, αἰνιττόμενος τὸ ἐπὶ τοῦ βράχου κτύπημά του, τὸν ἐκ τοῦ ὁποίου πόνον τὸν εἶχε κάμει νὰ λησμονήσῃ ἕως τώρα ἡ ἐνθύμησις τῶν δερματοτυρίων του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― «Ὁ βρεμένος τὴ βροχὴ δὲν τὴ φοβᾶται». Μὴ χειρότερα, δόξα σοι ὁ Θεός! ἐπανέλαβε μετ᾿ ἐγκαρτερήσεως ὁ γέρων ναυτικός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἐνῷ μετὰ κόπου ἐξεκόλλων ἀπὸ τὴν ἰλὺν κ᾿ ἐστράγγιζαν τὰ ἐνδύματά των, ξηρὸς κρότος σκανδάλης ὑψουμένης ἠκούσθη ἐκεῖ πλησίον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐστράφη καὶ διακρίνει ἀριστερόθεν ἀμυδρῶς ὄπισθεν τῶν δένδρων, διαγραφομένην χθαμαλὴν καλύβην, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχαν παρατηρήσει τέως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν παρατηρήσωσι, διότι ἐκ τοῦ μονοπατίου, δι᾿ οὗ εἶχαν ἔλθει, ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος κρυπτομένη, δὲν ἦτο ὁρατή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ καλύβη ἔκειτο παρ᾿ αὐτὴν τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, βρεχομένη σχεδὸν ὑπὸ τοῦ ὕδατος. Ἔμπροσθεν τῆς καλύβης, ὁ νέος διέκρινε τὴν στιγμὴν ἐκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, ἀμαυράν, κύπτουσαν πρὸς τὸ ὕδωρ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νεαρὸς ναύτης δὲν ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο φάντασμα οὐδὲ κἂν βόσκημα. Ἐκ τῆς ὑπόπτου δὲ ἡσυχίας, τὴν ὁποίαν ἐτήρει ἡ σκιὰ μετὰ τὸν ἀκουσθέντα μικρὸν κρότον, ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἦτο ἀγρίμιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νέος ἐνόησεν ἀμέσως κ᾿ ἔσπευσε νὰ φωνάξῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὴν τραβᾷς! εἴμαστε φίλοι!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ σκιὰ ἔκαμε κίνημα, ὡς νὰ ἀπέσυρε κάτι, καὶ εἶτα τραχεῖα φωνὴ ἠκούσθη:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ποιοὶ εἶστε; τί θέλετε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πέσαμε ὄξου, ἀπήντησεν ὁ υἱὸς τοῦ κυβερνήτου. Εἴμαστε θαλασσοπνιγμένοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετ᾿ ὀλίγας στιγμὰς ἡ φωνὴ εἶπεν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀπὸ δῶ ἐλᾶτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἄνθρωπος ἤναψε φανάριον, κ᾿ ἔδειξε τὸν δρόμον εἰς τοὺς τρεῖς ναυαγούς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Κ᾿ ἐγὼ θάρρεψα πὼς θέλετε νὰ μοῦ κλέψετε τὰ χέλια, εἶπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πέσαμε μὲς στὸ νερό, γιατὶ δὲ βλέπαμε, εἶπεν ὁ νέος ναυτικός. Δὲν καταλάβαμε πὼς ἤτανε λίμνη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὑποκάτω εἰς τρία ἀδελφωμένα δένδρα ἦτο ἡ ἐπὶ πασσάλων θεμελιωμένη καὶ μὲ φυλλάδας πλατάνων ἐστεγασμένη καλύβη τοῦ χωρικοῦ, ὅστις ἦτο ὁ βοηθὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐκμισθωτοῦ τῆς λίμνης. Ὁ κύριος ἔλειπε, τοὺς εἶπεν. Εἶχεν ἀναχωρήσει ἀποβραδύς, ἀφοῦ ἤναψε τὸ κανδήλι τοῦ οἰκίσκου, ἀντικρύ, ὅπου ἔλαμπεν ὁ φεγγίτης, καὶ δὲν τοῦ εἶχεν ἀφήσει τὸ κλειδίον. Ὥστε, δυστυχῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς περιποιηθῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀφεντικοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἐπιστάτης ἦτο νέος χωρικὸς λίαν βραχύσωμος, πρῴην βοσκός, κομπορρήμων καὶ φλύαρος. Δὲν εἶχεν ἀρκετὰ ἐνδύματα ὅπως δανείσῃ εἰς τοὺς τρεῖς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἔδωκε εἰς τὸν ἕνα φανέλαν, εἰς τὸν ἄλλον ὑποκάμισον καὶ εἰς τὸν τρίτον μίαν κάπαν. Εἰς τὸ προαύλιον τῆς καλύβης του, ἐπὶ τοῦ σαρωμένου καὶ στιλπνοῦ ἐδάφους, ἤναψε φωτιὰν καὶ οἱ τρεῖς ἄνθρωποι καθίσαντες τριγύρω ἐπροσπάθουν νὰ στεγνώσουν τὰ βρεγμένα ροῦχά των.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐν τῷ μεταξὺ διηγήθησαν εἰς τὸν χωρικὸν πῶς εἶχον ναυαγήσει. Ἐκεῖνος ἤκουσε τὴν διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις ἐκφέρων ἢ ὅσην ἀκρόασιν ἔδιδεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅταν τέλος ἤκουσε πῶς, μετὰ τὸν διὰ τοῦ δάσους τυφλὸν καὶ σκοτεινὸν δρόμον των, ἔπεσαν εἰς τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης, ἔμφοβος ἀνέκραξεν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ἐπέσατε μέσα στὴ λίμνη; Θαμάζουμαι πῶς δὲ σᾶς ἐκατάπιε τὸ μάτι τῆς λίμνης!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οἱ τρεῖς ἄνδρες μὲ ὅλην τὴν δεινοπάθειαν καὶ συμφοράν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστῆ, εὗρον ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ ἐκπλαγῶσι, κ᾿ ἐστάθησαν κοιτάζοντες τὸν ἀγρότην μὲ ἀπλήστου περιεργείας ἔκφρασιν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης! ἀνέκραξεν ὁ πραματευτής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης, βέβαια, ἐπανέλαβεν ὁ ἀγρότης· εἶναι μὲς στὴ λίμνη βαθιά… κι ἅμα πέσῃ κανεὶς μέσα, ἢ ἄνθρωπος εἶναι ἢ πρᾶμα, δὲν ἔχει νὰ γλυτώσῃ… Τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸν τραβᾶ, τὸν ρουφάει, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης βγαίνει τὰ-ἴσα στὸν ἀφαλὸ τῆς θάλασσας. Πολλὲς φορὲς οἱ παλαιοί, οἱ παπποῦδές μας, εἴδανε μὲ τὰ μάτια τους ποὺ ἕνα πρᾶμα, ποὺ τὸ ἐρρούφηξε τὸ μάτι τῆς λίμνης, ἔξαφνα βρισκότανε στὴ θάλασσα, μέσα βαθιά, ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιὰ πέρα. Εἴδατε τὰ δυὸ νησιὰ ποὺ εἶν᾿ ἐκεῖ ἀντίκρυ, ὣς τρία μίλια ἀνοιχτὰ στὸ πέλαγο;… Ἐκεῖ ἀνάμεσα εἶναι ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας. Ἐμένα τοῦ παραπαπποῦ μου, τοῦ σχωρεμένου, τοῦ εἶχε πέσει μιὰ φορὰ ἕνα κατσίκι, ἐκεῖ ποὺ πῆγε ν᾿ ἁρμυρίσῃ* κι ἐπνίγηκε μὲς στὴ λίμνη… Ἐζήτησε νὰ βρῇ τὸ ψοφίμι, μὴ φᾶνε τὰ ψάρια καὶ θεριέψουν, καὶ δὲν τὸ ηὗρε, οὔτε στὸν ἀφρὸ οὔτε στὸν πάτο. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ ηὗραν ψαράδες ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά, ἐκεῖ πέρα… Τὸ εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ εἶχε ξεράσει, πέρα κεῖ, ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Τ᾿ ἀλλουνοῦ παραπαπποῦ μου πάλι, τοῦ παπποῦ τῆς μάννας μου, τοῦ εἶχε φύγει μιὰ μέρα ἡ μαγκούρα του, κεῖ ποὺ πῆγε νὰ νιφτῇ, καὶ καθὼς ἦτον ξερὴ κ᾿ ἐλαφριά, τὴν ἐπῆρε τὸ κῦμα καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὴν φτάσῃ, γιατὶ, ὣς ποὺ νὰ βγάλῃ τὰ τσαρουχάκια του νὰ πατήσῃ μὲς στὸ νερό, ἡ μαγκούρα ἐπῆγε μακριά, κι ὁ παραπαππούς μου, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, θὰ βουλιοῦσε νὰ πάῃ παραμέσα στὸ βοῦρκο. Ἐγὼ νὰ ἤμουν θὰ ἔπεφτα κολύμπι νὰ πάω νὰ πιάσω τὴ μαγκούρα, γιατὶ δὲ μοῦ βγαίνει κανένας στὸ κολύμπι. Ἐκείνου τοῦ καιροῦ οἱ ἀνθρῶποι, οἱ πρωτινοί, δὲν ἤξεραν, γλέπεις, κολύμπι, τοὺς ἔπιανε φόβος νὰ ἐμβοῦν στὴ θάλασσα. Καὶ νὰ μοῦ ἔμελλε ἡ μοῖρά μου νὰ πάθω τὸ τί πάθατε, θὰ ἐγλύτωνα κολύμπι, ὄχι σὰν ἐλόγου σας ποὺ πέσατε ὄξου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Μὰ κ᾿ ἐμεῖς γλυτώσαμε μὲ τὸ κολύμπι, εἶπε γελῶν ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ναί, γλυτώσατε, δὲ λέω, ἐπανέλαβεν ἀπτόητος ὁ χωρικός, μὰ νὰ ἤμουν ἐγώ… μὲ τὸ κολύμπι… θὰ γλύτωνα καὶ τὸ καΐκι… Ἂς εἶναι, τί σᾶς ἔλεγα; Ἄ! ναὶ γιὰ τὸν παραπαππού μου ποὺ ἔχασε τὴ μαγκούρα του. Τὴν Κυριακή, σὰν ἐπῆγε στὸ χωριὸ νὰ ψωνίσῃ, βλέπει ἕνα γέρο βαρκάρη κ᾿ ἐκρατοῦσε μιὰ μαγκούρα. Ὁ παραπαππούς μου τὴν εἶχε σημαδεμένη καὶ τὴν ἐγνώρισε. Ἦτον ἡ δική του. Τὸν ἐρωτᾷ ποῦ τὴν ηὗρε. Ὁ βαρκάρης τοῦ ἀποκρίνεται πὼς τὴν ηὗρε ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά. Τότε ὁ παππούς μου δὲν τοῦ εἶπε τίποτε, μὰ ἐκατάλαβε πὼς τὴν εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης καὶ τὴν εἶχε ξεράσει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Ὁ νουννὸς τοῦ παπποῦ μου πάλι, ὁ γερο-Κωνσταντὴς ὁ Κούμαρης, ηὗρε μιὰ μέρα ἕνα στραβόξυλο παλιό, μαῦρο, θαλασσοποτισμένο, μὲ τὲς τρύπες τῶν καρφιῶν γεμᾶτες σκουριά, ποὺ τὸ εἶχε βγάλει ἡ λίμνη στὰ ρηχά, βουλιαμένο ὅσο ποὺ τὸ σκέπαζε τὸ κῦμα. Ποῦ θελὰ-βρεθῇ τὸ στραβόξυλο στὴ λίμνη μέσα; Καΐκι, σὰν καληώρα τὸ δικό σας, γιὰ νὰ πέσῃ ὄξου, θά ᾽πεφτε στὴ θάλασσα, ὄχι στὴ λίμνη. Κατὰ πῶς φαίνεται, τὸ εἶχε ρουφήξει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας καὶ τὸ εἶχε στείλει στὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸ ξέρασε… Ἀλήθεια, ἐπέφερεν ὁ χωρικός, αἰσθανθεὶς τὴν ἀνάγκην νὰ πάρῃ τὸν ἀνασασμόν του, ποῦ κοντὰ ἐπέσατε ὄξου, τουλόγου σας;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ γέρων ἀπήντησε δεικνύων διὰ τῆς χειρός:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Στὸν κάβο, ἐδῶ κάτου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἀγρότης ἐστάθη, ὡς νὰ ἐζήτει λόγους διὰ νὰ πεισθῇ αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους· εἶτα ἐπανέλαβε μὲ ἀμυδρὰν ἀστραπὴν ἐπιθυμίας εἰς τὸ ὄμμα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ εἴχατε τίποτε φόρτωμα μὲς στὸ καΐκι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ ἔμπορος, τοῦ ὁποίου τὴν πληγὴν ἤνοιγεν ἡ ἐρώτησις, ἔσπευσε μετὰ βαθέος στεναγμοῦ ν᾿ ἀπαντήσῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρὶ εἶχα φορτωμένα ἐγώ, κ᾿ ἐβούλιαξαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί! ἐπανέλαβε μὲ τόνον βασίμου ὑποψίας ὁ ποιμήν, σίγουρα θὰ τὰ κατάπιε ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲν ἠμπορεῖ τὸ ἐλάχιστο νὰ τὰ ξεράσῃ πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης; ἠρώτησεν ἀκουσίως μειδιῶν, ἑρμηνεύων τὴν ἐλπίδα τοῦ ἐμπόρου ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δὲ γίνεται, εἶπεν ὁ χωρικός· τόσα κομμάτια δὲν μπορεῖ νὰ στείλῃ ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας στὸ μάτι τῆς λίμνης· νὰ ἦτον νὰ τὰ κατάπινε ἀπὸ ἕνα ἕνα τὸ μάτι, μποροῦσε νὰ τὰ βγάλῃ πίσω ὁ ἀφαλός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ πραματευτὴς ἐφαίνετο ἐπιθυμῶν νὰ ἐρωτήσῃ τι καὶ διστάζων. Τέλος ἀποφασίσας, ἐστράφη πρὸς τὸν χωρικὸν καὶ τὸν ἠρώτησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ ξέρεις τουλόγου σου εἰς ποιὸ μέρος τῆς λίμνης βρίσκεται αὐτὸ τὸ μάτι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Πῶς δὲν τὸ ξέρω! ἀπήντησεν ἐν πεποιθήσει ὁ ἀγρότης· τὸ ξέρω βέβαια· μὰ δὲν εἶναι νὰ ζυγώσῃ ἄνθρωπος ἐκεῖ κοντά· θὰ τὸν ρουφήξῃ χωρὶς ἄλλο τὸ μάτι· κι ἀπὸ μακριὰ ἀκόμα, ἠμπορεῖ νὰ τὸν τραβήξῃ, ἂν δὲ φυλαχτῇ. Ἐμεῖς τὸ ξέρουμε, κι ὅταν ψάχνουμε γιὰ χέλια μὲς στὸ βοῦρκο, φυλαγόμαστε, καὶ δὲ σιμώνουμε καθόλου σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ πραματευτὴς ἐταπείνωσεν ἄπελπις τὴν κεφαλήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ νεαρὸς ναυτικὸς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ μέρος ὅπου εἶχαν ναυαγήσει ἀπεῖχε μίλια ἀπὸ «τὰ δυὸ νησιά», ὅπου ὁ ἐπιστάτης ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκετο «ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας». Ὁ χωρικὸς ἀπήντησε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ναί, εἶναι μακριὰ… δὲν ἔχει νὰ κάμῃ… ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας τραβάει κι ἀπὸ μακριὰ τὰ πράματα ἅμα πέσῃ ὄξου κανένα καΐκι φορτωμένο…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἐπαύριον, ὅταν ὡδήγησε τοὺς τρεῖς ναυαγοὺς εἰς τὴν πολίχνην, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης, ἀφοῦ ἔπιε τρεῖς μαστίχας, διηγεῖτο εἰς ἓν καπηλεῖον εἰς ἐπήκοον πολλῶν:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Τί θάμασμα ποὺ ἔγινε πίσω, στὴν Καναπίτσα!… Δεκαοχτὼ τουλουμοτύρια, τὸ φόρτωμα ἑνὸς καϊκιοῦ ποὺ ἔπεσε ψὲς ὄξου, τὰ ἐρρούφηξεν ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας, καὶ τὰ ξέρασε πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης… Θὰ φᾶμε χέλια παχιὰ φέτος, παιδιά… Ἀπὸ βδομάδα, σὰν ἀφήσῃ τ᾿ ἀφεντικό, θ᾿ ἀρχίσω νὰ τὰ ψαρεύω… Ἔπεσαν στὰ τυριά, φάγανε κι ἂ-δὲ φάγανε… τοῦ διαόλου τὰ χέλια, βρέ! Ὡς καὶ τὰ δερμάτια τὰ μισοφάγανε… τὰ κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκινο… Οὔτε ἕνα τουλούμι δὲ μπόρεσα νὰ γλυτώσω… Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δεκαοχτὼ τουλούμια! ἐπανέλαβε μετὰ θαυμασμοῦ εἷς τῶν ἀκροατῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Δεκαοχτὼ τουλούμια, σωστά! Τὰ ξέρασε τὸ μάτι τῆς λίμνης… Τὰ ξεφαντώσανε τὰ χέλια καὶ τὰ κεφαλόπουλα!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κάπηλος, ὡς νὰ ἦτο συνεννοημένος μαζί του, ἐξήγαγε ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, καὶ τὸ ἐπέδειξεν εἰς πίστωσιν πρὸς τοὺς παρεστῶτας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Νά! ὅποιος δὲν πιστεύει, εἶπε· μονάχα αὐτὸ τὸ κομμάτι ἀπὸ ἕνα τουλούμι μπόρεσε νὰ γλυτώσῃ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἀλήθεια, ἐπεβεβαίωσε, λαβὼν τὸ τεμάχιον τοῦ ἀσκοῦ εἰς τὴν χεῖρα, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης· μὲ τὸ μαχαῖρι χρειάστηκε νὰ κόψω τὸ κεφάλι ἑνὸς χελιοῦ, διὰ νὰ τὸ γλυτώσω ἀπ᾿ τὰ δόντια του· νά ἀκόμη οἱ δοντιές του!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾿ ἐπεδείκνυε τὰ ἴχνη τῶν ὀδόντων τῶν ποντικῶν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
―Ὥστε, καλὰ εἶναι νὰ κάμουμε τώρα ἕνα δρόμο ὣς ἐκεῖ, ἢ γιὰ τυρὶ ἢ γιὰ χέλι; ἠπείλησεν εἷς τῶν παρεστώτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Ἂ βάρδα μπένε*! θὰ χάσετε τὸν κόπο σας. Εἶναι σήμερα τ᾿ ἀφεντικὸ ἐκεῖ… εἶπεν ὁ ἐπιστάτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
― Καὶ τ᾿ ἀφεντικὸ δὲ χωρατεύει, ὑπεστήριξεν ὁ κάπηλος… Δὲν τό ᾽χει γιὰ τίποτε νὰ σᾶς τουφεκίσῃ μὲ σκάγια, καὶ νὰ πῇ ὕστερα πὼς σᾶς πῆρε γι᾿ ἀγριόπαπιες, κ᾿ ἔκαμε γιαγνίς*.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* * *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εὐδία ἦτο ἡ φθινοπωρινὴ ἡμέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπὸ τῆς πρωίας ὁ πραματευτὴς ἔτρεχε νὰ εὕρῃ πορθμέα, ὅστις νὰ εἶναι καὶ ὀλίγον βουτηχτής, διὰ νὰ τὸν συμφωνήσῃ ν᾿ ἀναλάβῃ τὴν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν δερματοτυρίων ἔρευναν. Ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη, τοῦ ἐζήτει τὰ μισὰ δερματοτύρια διὰ τὸν κόπον του, ὁ δεύτερος τοῦ ἐζήτησε μετρητὰ τριακοσίας δραχμάς, καὶ ὁ τρίτος τοῦ ἐζήτει ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματοτυρίων τὰ ἑπτά, καὶ ἀκολούθως κατέβη ἕως τὰ πέντε. Τέλος ἐσυμφώνησε μ᾿ ἕνα τέταρτον πορθμέα διὰ τρία δερματοτύρια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεκίνησεν οὗτος νὰ ὑπάγῃ, ἦτο ἤδη δειλινόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν πρωίαν ὁ πρῶτος πορθμεύς, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποταθῆ, ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης, ἀφοῦ δὲν ἐσυμφώνησε μὲ τὸν πραματευτήν, ἀπεφάσισε ν᾿ ἀνασύρῃ τὰ δερματοτύρια διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν του. Ὅθεν, λαβὼν τὸν γάντζον του, ἔπλευσεν εἰς τὴν Καναπίτσαν καὶ ψάχνων σιγὰ-σιγὰ ἀνεῦρε καὶ ἡλίευσεν ἐκ τῶν δεκαοκτὼ τὰ δεκατρία δερματοτύρια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ μπαρμπα-Γιάννης εὐχαριστημένος ὅτι δὲν ἔχασε τὴν ἡμέραν του ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπομακρυνθῇ δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ νὰ μεταφέρῃ ἀσφαλῶς οἴκαδε τὰ δεκατρία δερματοτύρια. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν φθάνει μὲ τὴν βάρκαν του ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης ὁ Χρυσοχέρης, καὶ τοῦ ζητεῖ μερίδιον ἀπὸ τὴν λείαν. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ τοῦ δώσῃ ἀπὸ τὰ δεκατρία δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρὶν ἀπομακρυνθῇ ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης, φθάνει ὁ γερο-Μανώλης ὁ Ἅπαντος, καὶ ζητεῖ καὶ οὗτος τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὰ ἐννέα δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις ἀπῆλθεν οὗτος, καὶ παρουσιάζεται ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς ὁ Καλαφάτης, δανεισθεὶς ξένην βάρκαν, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ οὗτος νὰ ζητήσῃ τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης συγκατένευε νὰ τοῦ δώσῃ ἐκ τῶν πέντε, ὁποὺ τοῦ ἔμειναν, τὰ δύο, διὰ νὰ κρατήσῃ καὶ αὐτὸς τρία τοὐλάχιστον διὰ τὸν κόπον του. Ἀλλ᾿ ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς δὲν ἑταιριάζετο, φωνάζων καὶ λέγων ὅτι ἀδικεῖ, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωκεν ἀνὰ τέσσαρα, καὶ ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν καταγγείλῃ. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἐβιάσθη νὰ τοῦ δώσῃ τὰ τέσσαρα, κρατήσας αὐτὸς ἓν διὰ τὸν ἑαυτόν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅταν περὶ ὀψίαν δείλην ἔφθασε τέλος μὲ τὴν βάρκαν του ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, ὁ πορθμεὺς τὸν ὁποῖον εἶχε συμφωνήσει ὁ πραματευτής, οἱ τέσσαρες λεμβοῦχοι εἶχαν γίνει πρὸ πολλοῦ ἄφαντοι. Ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, μὲ τὸν γάντζον, μὲ τὴν πράγκαν* καὶ μὲ τὸ καμάκι, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀνεσκάλευσε τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης, κατώρθωσε καὶ ἀνεῦρε τρία ἐκ τῶν βυθισθέντων δερματοτυρίων, ὅσα ἀκριβῶς τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὴν συμφωνηθεῖσαν ἀμοιβήν του. Τὰ λοιπά, τὰ εἶχε παρασύρει ἴσως ἡ θάλασσα, καὶ δὲν εὑρέθησαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τοῦτο εὐλόγως συνέτεινε νὰ πιστευθῇ παρὰ πολλοῖς ἡ φήμη, τὴν ὁποίαν εἶχε διαδώσει ἀπὸ πρωίας ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης ― ὅτι τὰ δεκαοκτὼ δερματοτύρια τὰ εἶχε καταπίει ὁ ἀφαλὸς τῆς θαλάσσης, ὅτι τὰ εἶχε ξεράσει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ ὅτι οἱ ἐγχέλεις τὰ κατέφαγαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(1893)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1827831320151509974/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_4211.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1827831320151509974'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1827831320151509974'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_4211.html' title='ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-2294122223515071081</id><published>2011-11-15T22:23:00.003-08:00</published><updated>2011-11-15T22:23:01.659-08:00</updated><title type='text'>ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ</title><content type='html'>Ἤμην πτωχὸν βοσκόπουλον εἰς τὰ ὄρη. Δεκαοκτὼ ἐτῶν, καὶ δὲν ἤξευρα ἀκόμη ἄλφα. Χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρω, ἤμην εὐτυχής. Τὴν τελευταίαν φορὰν ὁποὺ ἐγεύθην τὴν εὐτυχίαν ἦτον τὸ θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187... Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, κ᾿ ἔβλεπα τὸ πρωίμως στρυφνόν, ἡλιοκαὲς πρόσωπόν μου νὰ γυαλίζεται εἰς τὰ ρυάκια καὶ τὰς βρύσεις, κ᾿ ἐγύμναζα τὸ εὐλύγιστον, ὑψηλὸν ἀνάστημά μου ἀνὰ τοὺς βράχους καὶ τὰ βουνά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸν χειμῶνα ποὺ ἤρχισ᾿ εὐθὺς κατόπιν μ᾿ ἐπῆρε πλησίον του ὁ γηραιὸς πάτερ Σισώης, ἢ Σισώνης, καθὼς τὸν ὠνόμαζον οἱ χωρικοί μας, καὶ μ᾿ ἔμαθε γράμματα. Ἦτον πρώην διδάσκαλος, καὶ μέχρι τέλους τὸν προσηγόρευον ὅλοι εἰς τὴν κλητικὴν «δάσκαλε». Εἰς τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτον μοναχὸς καὶ διάκονος. Εἶτα ἠγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθὼς ἔλεγαν, τὴν ἔκλεψεν, ἀπὸ ἕνα χαρέμι τῆς Σμύρνης, τὴν ἐβάπτισε καὶ τὴν ἐνυμφεύθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εὐθὺς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἐπὶ Καποδίστρια κυβερνήτου, ἐδίδασκεν εἰς διάφορα σχολεῖα ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶχεν οὐ μικρὰν φήμην, ὑπὸ τὸ ὄνομα «ὁ Σωτηράκης ὁ δάσκαλος». Ἀργότερα, ἀφοῦ ἐξησφάλισε τὴν οἰκογένειάν του, ἐνθυμήθη τὴν παλαιὰν ὑποχρέωσίν του, ἐφόρεσε καὶ πάλιν τὰ ράσα, ὡς ἁπλοῦς μοναχὸς τὴν φορὰν ταύτην, κωλυόμενος νὰ ἱερατεύῃ κ᾿ ἐγκατεβίωσεν ἐν μετανοίᾳ, εἰς τὸ Κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐκεῖ ἔκλαυσε τὸ ἁμάρτημά του, τὸ ἔχον γενναίαν ἀγαθοεργίαν ὡς ἐξόχως ἐλαφρυντικὴν περίστασιν, καὶ λέγουν ὅτι ἐσώθη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφοῦ ἔμαθα τὰ πρῶτα γράμματα πλησίον τοῦ γηραιοῦ Σισώη, ἐστάλην ὡς ὑπότροφος τῆς Μονῆς εἰς τινα κατ᾿ ἐπαρχίαν ἱερατικὴν σχολήν, ὅπου κατετάχθην ἀμέσως εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν, εἶτα εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ριζάρειον. Τέλος, ἀρχίσας τὰς σπουδὰς μου σχεδὸν εἰκοσαετής, ἐξῆλθα τριακοντούτης ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον· ἐξῆλθα δικηγόρος μὲ δίπλωμα προλύτου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μεγάλην προκοπήν, ἐννοεῖται, δὲν ἔκαμα. Σήμερον ἐξακολουθῶ νὰ ἐργάζωμαι ὡς βοηθὸς ἀκόμη εἰς τὸ γραφεῖον ἐπιφανοῦς τινὸς δικηγόρου καὶ πολιτευτοῦ ἐν Ἀθήναις, τὸν ὁποῖον μισῶ, ἀγνοῶ ἐκ ποίας σκοτεινῆς ἀφορμῆς, ἀλλὰ πιθανῶς ἐπειδὴ τὸν ἔχω ὡς προστάτην καὶ εὐεργέτην. Καὶ εἶμαι περιωρισμένος καὶ ἀνεπιτήδειος, οὐδὲ δύναμαι νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχω πλησίον τοῦ δικηγόρου μου, θέσιν οἰονεὶ αὐλικοῦ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθὼς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μὲ πολὺ σχοινίον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ αὐθέντου του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γαυγίζῃ οὔτε νὰ δαγκάσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα καὶ τὸ τόξον τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ κοντὸν σχοινίον, παρομοίως κ᾿ ἐγὼ δὲν δύναμαι οὔτε νὰ εἴπω, οὔτε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον πὰρ ὅσον μου ἐπιτρέπει ἡ στενὴ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ τελευταία χρονιὰ ποὺ ἤμην ἀκόμη φυσικὸς ἄνθρωπος ἦτον τὸ θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187... Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ᾿ ἔβοσκα τὰς αἶγας τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τὰ ὄρη τὰ παραθαλάσσια, τ᾿ ἀνερχόμενα ἀποτόμως διὰ κρημνώδους ἀκτῆς, ὕπερθεν τοῦ κράτους τοῦ Βορρᾶ καὶ τοῦ πελάγους. Ὅλον τὸ κατάμερον ἐκεῖνο, τὸ καλούμενον Ξάρμενο, ἀπὸ τὰ πλοῖα τὰ ὁποῖα κατέπλεον ξάρμενα ἢ ξυλάρμενα, ἐξωθούμενα ἀπὸ τὰς τρικυμίας, ἦτον ἰδικόν μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πετρώδης, ἀπότομος ἀκτή μου, ἡ Πλατάνα, ὁ Μέγας Γιαλός, τὸ Κλῆμα, ἔβλεπε πρὸς τὸν Καικίαν, καὶ ἦτον ἀναπεπταμένη πρὸς τὸν Βορρᾶν. Ἐφαινόμην κ᾿ ἐγὼ ὡς νὰ εἶχα μεγάλην συγγένειαν μὲ τοὺς δυὸ τούτους ἀνέμους, οἱ ὁποῖοι ἀνέμιζαν τὰ μαλλιά μου, καὶ τὰ ἔκαμναν νὰ εἶναι σγουρὰ ὅπως οἱ θάμνοι κ᾿ αἱ ἀγριελαίαι, τὰς ὁποίας ἐκύρτωναν μὲ τὸ ἀκούραστον φύσημά των, μὲ τὸ αἰώνιον τῆς πνοῆς των φραγγέλιον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὅλα ἐκεῖνα ἦσαν ἰδικά μου. Οἱ λόγοι, αἱ φάραγγες, αἱ κοιλάδες, ὅλος ὁ αἰγιαλός, καὶ τὰ βουνά. Τὸ χωράφι ἦτον τοῦ γεωργοῦ μόνον εἰς τὰς ἡμέρας ποὺ ἤρχετο νὰ ὀργώσῃ ἢ νὰ σπείρῃ, κ᾿ ἔκαμνε τρὶς τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, κ᾿ ἔλεγεν: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σπέρνω αὐτὸ τὸ χωράφι, γιὰ νὰ φᾶνε ὅλ᾿ οἱ ξένοι κ᾿ οἱ διαβάτες, καὶ τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ, καὶ νὰ πάρω κ ἐγὼ τὸν κόπο μου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐγώ, χωρὶς ποτὲ νὰ ὀργώσω ἢ νὰ σπείρω, τὸ ἐθέριζα ἐν μέρει. Ἐμιμούμην τοὺς πεινασμένους μαθητὰς τοῦ Σωτῆρος, κ᾿ ἔβαλλα εἰς ἐφαρμογὴν τὰς διατάξεις τοῦ Δευτερονομίου χωρὶς νὰ τὰς γνωρίζω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τῆς πτωχῆς χήρας ἦτον ἡ ἄμπελος μόνον εἰς τὰς ὥρας ποὺ ἤρχετο ἡ ἴδια διὰ νὰ θειαφίσῃ, ν᾿ ἀργολογήσῃ, νὰ γέμισῃ ἕνα καλάθι σταφύλια, ἢ νὰ τρύγησῃ ἂν ἔμενε τίποτε διὰ τρύγημα. Ὅλον τὸν ἄλλον καιρὸν ἦτον κτῆμα ἰδικόν μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόνους ἀντιζήλους εἰς τὴν νομὴν καὶ τὴν κάρπωσιν ταύτην εἶχα τοὺς μισθωτούς της δημαρχίας, τοὺς ἀγροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ἐφύλαγαν τὰ περιβόλια τοῦ κόσμου, ἐννοοῦσαν νὰ ἐκλέγουν αὐτοὶ τὰς καλυτέρας ὀπώρας. Αὐτοὶ πράγματι δὲν μοῦ ἤθελαν τὸ καλόν μου. Ἦσαν τρομεροὶ ἀνταγωνισταὶ δι᾿ ἐμέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ κυρίως κατάμερόν μου ἦτον ὑψηλότερα, ἔξω τῆς ἀκτῖνος τῶν ἐλαιώνων καὶ ἀμπέλων, ἐγὼ ὅμως συχνὰ ἐπατοῦσα τὰ σύνορα. Ἐκεῖ παραπαίω, ἀνάμεσα εἰς δυὸ φάραγγας καὶ τρεῖς κορυφᾶς, πλήρεις ἀγρίων θάμνων, χόρτου καὶ χαμοκλάδων, ἔβοσκα τὰ γίδια τοῦ Μοναστηρίου. Ἤμην «παραγυιός», ἀντὶ μισθοῦ πέντε δραχμῶν τὸν μῆνα, τὰς ὁποίας ἀκολούθως μου ηὔξησαν εἰς ἕξ. Σιμὰ εἰς τὸν μισθὸν τοῦτον, τὸ Μοναστήρι μου ἔδιδε καὶ φασκιὲς διὰ τσαρούχια, καὶ ἄφθονα μαῦρα ψωμία ἢ πίττες, καθὼς τὰ ὠνόμαζαν οἱ καλόγηροι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόνον διαρκὴ γείτονα, ὅταν κατηρχόμην κάτω, εἰς τὴν ἄκρην τῆς περιοχῆς μου, εἶχα τὸν κὺρ Μόσχον, ἕνα μικρὸν ἄρχοντα λίαν ἰδιότροπον. Ὁ κὺρ Μόσχος ἐκατοίκει εἰς τὴν ἐξοχήν, εἰς ἕνα ὡραῖον μικρὸν πύργον μαζὶ μὲ τὴν ἀνεψιάν του τὴν Μοσχούλαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν υἱοθετήσει, ἐπειδὴ ἦτον χηρευμένος καὶ ἄτεκνος. Τὴν εἶχε προσλάβει πλησίον του, μονογενῆ, ὀρφανὴν ἐκ κοιλίας μητρός, καὶ τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο θυγάτηρ του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κὺρ Μόσχος εἶχεν ἀποκτήσει περιουσίαν εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ ταξίδια. Ἔχων ἐκτεταμένον κτῆμα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἔπεισε μερικοὺς πτωχοὺς γείτονας νὰ τοῦ πωλήσουν τοὺς ἀγρούς των, ἠγόρασεν οὕτως ὀκτὼ ἢ δέκα συνεχόμενα χωράφια, τὰ περιετείχισεν ὅλα ὁμοῦ, καὶ ἀπετέλεσεν ἓν μέγα διὰ τὸν τόπον μας κτῆμα, μὲ πολλῶν ἑκατοντάδων στρεμμάτων ἔκτασιν. Ὁ περίβολος διὰ νὰ κτισθῇ ἐστοίχισε πολλά, ἴσως περισσότερα ἢ ὅσα ἤξιζε τὸ κτῆμα· ἀλλὰ δὲν τὸν ἔμελλε δι᾿ αὐτὰ τὸν κὺρ Μόσχον θέλοντα νὰ ἔχῃ χωριστὸν οἰονεὶ βασίλειον δι᾿ ἐαυτὸν καὶ διὰ τὴν ἀνεψιάν του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔκτισεν εἰς τὴν ἄκρην πυργοειδῆ ὑψηλὸν οἰκίσκον, μὲ δυὸ πατώματα, ἐκαθάρισε καὶ περιεμάζευσε τοὺς ἐσκορπισμένους κρουνοὺς τοῦ νεροῦ, ἤνοιξε καὶ πηγάδι πρὸς κατασκευὴν μαγγάνου διὰ τὸ πότισμα. Διήρεσε τὸ κτῆμα εἰς τέσσαρα μέρη· εἰς ἄμπελον, ἐλαιῶνα, ἀγροκήπιον μὲ πλῆθος ὀπωροφόρων δένδρων καὶ κήπους μὲ αἱμασιᾶς ἢ μποστάνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐγκατεστάθη ἐκεῖ, κ᾿ ἔζη διαρκῶς εἰς τὴν ἐξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εἰς τὴν πολίχνην. Τὸ κτῆμα ἦτον παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης, κ᾿ ἐνῷ, ὁ ἐπάνω τοῖχος ἔφθανεν ὡς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ βουνοῦ, ὁ κάτω τοῖχος, μὲ σφοδρὸν βορρᾶν πνέοντα, σχεδὸν ἐβρέχετο ἀπὸ τὸ κῦμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὁ κὺρ Μόσχος εἶχεν ὡς συντροφιὰν τὸ τσιμποῦκι του, τὸ κομβολόγι του, τὸ σκαλιστήρι του καὶ τὴν ἀνεψιάν του τὴν Μοσχούλαν. Ἡ παιδίσκη θὰ ἦτον ὡς δυὸ ἔτη νεωτέρα ἐμοῦ. Μικρὴ ἐπήδα ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἔτρεχεν ἀπὸ κολπίσκον εἰς κολπίσκον, κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔβγαζε κοχύλια κ᾿ ἐκυνηγοῦσε τὰ καβούρια. Ἦτον θερμόαιμος καὶ ἀνήσυχος ὡς πτηνὸν τοῦ αἰγιαλοῦ. Ἦτον ὡραία μελαχροινή, κ᾿ ἐνθύμιζε τὴν νύμφην τοῦ Ἄσματος τὴν ἡλιοκαυμένην, τὴν ὁποίαν οἱ υἱοὶ τῆς μητρός της εἶχαν βάλει νὰ φυλάῃ τ᾿ ἀμπέλια· «Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή· ὀφθαλμοί σου περιστεραί...*****. Ὁ λαιμός της, καθὼς ἔφεγγε καὶ ὑπέφωσκεν ὑπὸ τὴν τραχηλιάν της, ἦτον ἀπείρως λευκότερος ἀπὸ τὸν χρώτα τοῦ προσώπου της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτον ὠχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα καὶ μοῦ ἐφαίνετο νὰ ὁμοιάζῃ μὲ τὴν μικρὴν στέρφαν αἶγα, τὴν μικρόσωμον καὶ λεπτοφυῆ, μὲ κατάστιλπνον τρίχωμα, τὴν ὁποία ἐγὼ εἶχα ὀνομάσει Μοσχούλαν. Τὸ παράθυρον τοῦ πύργου τὸ δυτικὸν ἠνοίγετο πρὸς τὸν λόγγον, ὁ ὁποῖος ἤρχιζε νὰ βαθύνεται πέραν τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ, ὁποὺ ἦσαν χαμόκλαδα, εὐώδεις θάμνοι, καὶ ἀργιλλώδης γῆ τραχειά. Ἐκεῖ ἤρχιζεν ἡ περιοχή μου. Ἕως ἐκεῖ κατηρχόμην συχνά, κ᾿ ἔβοσκα τὰς αἶγας τῶν καλογήρων, τῶν πνευματικῶν πατέρων μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μίαν ἡμέραν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐνῷ ἐμέτρουν καθὼς ἐσυνήθιζα τὰς αἶγας μου (ἦσαν ὅλαι πενηνταὲξ κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον· ἄλλοτε ἀνεβοκατέβαινεν ὁ ἀριθμός των μεταξὺ ἑξήντα καὶ σαρανταπέντε), ἡ Μοσχούλα, ἡ εὐνοούμενή μου κατσίκα, εἶχε μείνει ὀπίσω, καὶ δὲν εὑρέθη εἰς τὸ μέτρημα. Τὰς εὕρισκα ὅλας 55. Ἐὰν ἔλειπεν ἄλλη κατσίκα, δὲν θὰ παρετήρουν ἀμέσως τὴν ταυτότητα, ἀλλὰ μόνον τὴν μονάδα ποὺ ἔλειπεν· ἀλλ᾿ ἡ ἀπουσία τῆς Μοσχούλας ἦτον ἐπαισθητή. Ἐτρόμαξα. Τάχα ὁ ἀετὸς μοῦ τὴν ἐπῆρε;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ κάπως χαμηλότερα, οἱ ἀετοὶ δὲν κατεδέχοντο νὰ μᾶς ἐπισκέπτωνται συχνά. Τὸ μέγα ὁρμητήριόν των ἦτον ὑψηλὰ πρὸς δυσμᾶς, εἰς τὸ κατάλευκον πετρῶδες βουνόν, τὸ καλούμενον Ἀετοφωλιὰ φερωνύμως. Ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐφαίνετο ὅλως παράδοξον ἢ ἀνήκουστον πρᾶγμα, ὁ ἀετὸς νὰ κατῆλθεν ἐκτάκτως, τρωθεῖς ἀπὸ τὰ κάλλη τῆς Μοσχούλας, τῆς μικρᾶς κατσίκας μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐφώναζα ὡς τρελός:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Μοσχούλα!... ποῦ εἰν᾿ ἡ Μοσχούλα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὔτε εἶχα παρατηρήσει τὴν παρουσία τῆς Μοσχούλας, τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ κὺρ Μόσχου, ἐκεῖ σιμά. Αὐτὴ ἔτυχε νὰ ἔχῃ ἀνοικτὸν τὸ παράθυρον. Ὁ τοῖχος τοῦ περιβολιοῦ τοῦ κτήματος, καὶ ἡ οἰκία ἡ ἀκουμβώσα ἐπάνω εἰς αὐτόν, ἀπεῖχον περὶ τὰ πεντακόσια βήματα ἀπὸ τὴν θέσιν ὁποὺ εὑρισκόμην ἐγὼ μὲ τὰς αἶγας μου. Καθὼς ἤκουσε τὰς φωνᾶς μου, ἡ παιδίσκη ἀνωρθώθη, προέκυψεν εἰς τὸν παράθυρον καὶ ἔκραξε:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Τί ἔχεις καὶ φωνάζεις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐγὼ δὲν ἤξευρα τί νὰ εἴπω· ἐν τοσούτῳ ἀπήντησα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Φωνάζω ἐγὼ τὴν κατσίκα μου, τὴ Μοσχούλα!... Μὲ σένα δὲν ἔχω νὰ κάμω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθὼς ἤκουσε τὴν φωνήν μου, ἔκλεισε τὸ παράθυρον κ᾿ ἔγινεν ἄφαντη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μίαν ἄλλην ἡμέραν μὲ εἶδε πάλιν ἀπὸ τὸ παράθυρόν της εἰς ἐκείνην τὴν ἰδίαν θέσιν. Ἤμην πλαγιασμένος εἰς ἕνα ἴσκιον, ἄφηνα τὰς αἶγας μου νὰ βοσκοῦν, κ᾿ ἐσφύριζα ἕνα ἦχον, ἓν ᾆσμα τοῦ βουνοῦ αἰπολικόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἠξεύρω πῶς τῆς ᾖλθε νὰ μοῦ φωνάξῃ:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Ἔτσι ὅλο τραγουδεῖς!;.. Δὲ σ᾿ ἄκουσα ποτέ μου νὰ παίζῃς τὸ σουραῦλι!... Βοσκὸς καὶ νὰ μὴν ἔχῃ σουραῦλι, σὰν παράξενο μοῦ φαίνεται!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχα ἐγὼ σουραῦλι (ἤτοι φλογέραν), ἀλλὰ δὲν εἶχα ἀρκετὸν θράσος ὥστε νὰ παίζω ἐν γνώσει ὅτι θὰ μὲ ἤκουεν αὐτή... Τὴν φορὰν ταύτην ἐφιλοτιμήθην νὰ παίξω πρὸς χάριν της, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς τῆς ἐφάνη ἡ τέχνη μου ἡ αὐλητική. Μόνον ἤξευρω ὅτι μου ἔστειλε δι᾿ ἀμοιβὴν ὀλίγα ξηρὰ σῦκα, κ᾿ ἕνα τάσι γεμάτο πετμέζι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μίαν ἑσπέραν, καθὼς εἶχα κατεβάσει τὰ γίδια μου κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς τοὺς βράχους, ὅπου ἐσχημάτιζε χιλίους γλαφυροὺς κολπίσκους καὶ ἀγκαλίτσες τὸ κῦμα, ὅπου ἀλλοῦ ἐκυρτώνοντο οἱ βράχοι εἰς προβλῆτας καὶ ἀλλοῦ ἐκοιλαίνοντο εἰς σπήλαια· καὶ ἀνάμεσα εἰς τοὺς τόσους ἑλιγμοὺς καὶ δαιδάλους τοῦ νεροῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεχώρει μορμυρίζον, χορεῦον μὲ ἄτακτους φλοίσβους καὶ ἀφρούς, ὅμοιον μὲ τὸ βρέφος τὸ ψελλίζον, ποὺ ἀναπηδᾷ εἰς τὸ λίκνόν του καὶ λαχταρεῖ νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ χορεύσῃ εἰς τὴν χεῖρα τῆς μητρὸς ποὺ τὸ ἔψαυσε - καθὼς εἶχα κατεβάσει, λέγω, τὰ γίδια μου διὰ ν᾿ «ἀρμυρίσουν» εἰς τὴν θάλασσαν, ὅπως συχνὰ ἐσυνήθιζα, εἶδα τὴν ἀκρογιαλιὰν ποὺ ἦτον μεγάλη χαρὰ καὶ μαγεία, καὶ τὴν «ἐλιμπίστηκα», κ᾿ ἐλαχτάρησα νὰ πέσω νὰ κολυμβήσω. Ἦτον τὸν Αὔγουστον μήνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀνέβασα τὸ κοπάδι μου ὀλίγον παραπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, ἀνάμεσα εἰς δυὸ κρημνοὺς καὶ εἰς ἕνα μονοπάτι τὸ ὁποῖον ἐχαράσσετο ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν. Δι᾿ αὐτοῦ εἶχα κατέλθει, καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔμελλα πάλιν νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸ βουνόν, τὴν νύκτα εἰς τὴν στάνην μου. Ἄφησα ἐκεῖ τὰ γίδια μου διὰ νὰ βοσκήσουν εἰς τὰ κρίταμα καὶ τὰς ἁρμυρήθρας, ἂν καὶ δὲν ἐπεινοῦσαν πλέον. Τὰ ἐσφύριξα σιγὰ διὰ νὰ καθίσουν νὰ ἡσυχάσουν καὶ νὰ μὲ περιμένουν. Μὲ ἄκουσαν κ᾿ ἐκάθισαν ἥσυχα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐξ αὐτῶν τράγοι ἦσαν κωδωνοφόροι καὶ σὰ ἤκουον μακρόθεν τοὺς κωδωνισμούς των, ἂν τυχὸν ἐδείκνυον συμπτώματα ἀνησυχίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐγύρισα ὀπίσω, κατέβην πάλιν τὸν κρημνόν, κ᾿ ἔφθασα κάτω εἰς τὴν θάλασσαν. Τὴν ὥραν ἐκείνην εἶχε βασιλέψει ὁ ἥλιος, καὶ τὸ φεγγάρι σχεδὸν ὁλόγεμον ἤρχισε νὰ λάμπῃ χαμηλά, ὡς δυὸ καλαμιὲς ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς ἀντικρινῆς νήσου. Ὁ βράχος ὁ δικός μου ἔτεινε πρὸς βορρᾶν, καὶ πέραν ἀπὸ τὸν ἄλλον κάβον πρὸς δυσμᾶς, ἀριστερά μου, ἔβλεπα μίαν πτυχὴν ἀπὸ τὴν πορφύραν τοῦ ἥλιου, ποὺ εἶχε βασιλέψει ἐκείνην τὴν στιγμήν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτον ἡ οὐρὰ τῆς λαμπρᾶς ἁλουργίδος ποὺ σύρεται ὀπίσω, ἢ ἦτον ὁ τάπης, ποὺ τοῦ ἔστρωνε, καθὼς λέγουν, ἡ μάννα του, διὰ νὰ καθίσῃ νὰ δειπνήσῃ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεξιὰ ἀπὸ τὸν μέγαν κυρτὸν βράχον μου, ἐσχηματίζετο μικρὸν ἄντρον θαλάσσιον, στρωμένον μὲ ἄσπρα κρυσταλλοειδῆ κοχύλια καὶ λαμπρὰ ποικιλόχρωμα χαλίκια, ποὺ ἐφαίνετο πῶς τὸ εἶχον εὐτρεπίσει καὶ στολίσει αἱ νύμφαι τῶν θαλασσῶν. Ἀπὸ τὸ ἄντρον ἐκεῖνο ἤρχιζεν ἕνα μονοπάτι, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέβαινε τις πλαγίως τὴν ἀπότομον ἀκρογιαλιάν, κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν κάτω πόρταν τοῦ τοιχογυρίσματος τοῦ κὺρ Μόσχου, τοῦ ὁποίου ὁ ἕνας τοῖχος ἔζωνεν εἰς μῆκος ἑκατοντάδων μέτρων ὅλον τὸν αἰγιαλόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπέταξα ἀμέσως τὸ ὑποκάμισόν μου, τὴν περισκελίδα μου, κ᾿ ἔπεσα εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐπλύθην, ἐλούσθην, ἐκολύμβησα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἠσθανόμην γλύκαν, μαγείαν ἄφατον, ἐφανταζόμην τὸν ἐαυτόν μου ὡς νὰ ἤμην ἕν με τὸ κῦμα, ὡς νὰ μετεῖχαν τῆς φύσεως αὐτοῦ, τῆς ὑγρᾶς καὶ ἁλμυρᾶς καὶ δροσώδους. Δὲν θὰ μοῦ ἔκανε ποτὲ καρδιὰ νὰ ἔβγω ἀπὸ τὴν θάλασσαν, δὲν θὰ ἐχόρταινα ποτὲ τὸ κολύμβημα, ἂν δὲν εἶχα τὴν ἔννοιαν τοῦ κοπαδιοῦ μου. Ὅσην ὑπακοὴν καὶ ἂν εἶχαν πρὸς ἐμὲ τὰ ἐρίφια, καὶ ἂν ἤκουον τὴν φωνήν μου διὰ νὰ καθίσουν ἥσυχα, ἐρίφια ἦσαν, δυσάγωγα καὶ ἄπιστα ὅσον καὶ τὰ μικρὰ παιδιά. Ἐφοβούμην μήπως τινὰ ἀποσκιρτήσουν καὶ μοῦ φύγουν, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ τρέχω νὰ τὰ ζητῶ τὴν νύκτα εἰς τοὺς λόγγους καὶ τὰ βουνὰ ὁδηγούμενος μόνον ἀπὸ τὸν ἦχον τῶν κωδωνίσκων τῶν τραγῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Μοσχούλαν, διὰ νὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ μοῦ φύγη πάλιν, καθώς μου εἶχε φύγει τὴν ἄλλην φορὰν, ὁπότε ὁ ἄγνωστος κλέπτης (ὢ νὰ τὸν ἔπιανα) τῆς εἶχε κλέψει, ὁ ἀνόητος, τὸν ἐπίχρυσον κωδωνίσκον μὲ τὸ κόκκινον περιδέραιον ἀπὸ τὸν λαιμόν, ἐφρόντισα νὰ τὴν δέσω μ᾿ ἕνα σχοινάκι εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς θάμνου ὀλίγον παραπάνω ἀπὸ τὸν βράχον, εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὁποίου εἶχα ἀφήσει τὰ ροῦχα μου πρὶν ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπήδησα ταχέως ἔξω, ἐφόρεσα τὸ ὑποκάμισόν μου, τὴν περισκελίδα μου, ἔκαμα ἕνα βῆμα διὰ νὰ ἀνάβω. Ἄνω τῆς κορυφῆς τοῦ βράχου, τοῦ ὁποίου ἡ βάσις ἐβρέχετο ἀπὸ τὴν θάλασσαν, θὰ ἔλυα τὴν Μοσχούλαν, τὴν μικρὴν αἶγα μου, καὶ μὲ διακόσια ἢ περισσότερα βήματα θὰ ἐπέστρεφα πλησίον εἰς τὸ κοπάδι μου. Ὁ μικρὸς ἐκεῖνος ἀνήφορος, ὁ ὀλισθηρὸς κρημνὸς ἦτο δι᾿ ἐμὲ ἄθυρμα, ὅσον ἕνα σκαλοπάτι μαρμάρινης σκάλας, τὸ ὁποῖον φιλοτιμοῦνται νὰ πηδήσουν ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω ἀμιλλώμενα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐνῷ ἔκαμα τὸ πρώτον βῆμα, ἀκούω σφοδρὸν πλατάγισμα εἰς τὴν θάλασσαν, ὡς σώματος πίπτοντος εἰς τὸ κῦμα. Ὁ κρότος ἤρχετο δεξιόθεν, ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἄντρου τοῦ κογχυλοστρώτου καὶ νυμφοστολίστου, ὅπου ἤξευρα, ὅτι ἐνίοτε κατήρχετο ἡ Μοσχούλα, ἡ ἀνεψιὰ τοῦ κὺρ Μόσχου, κ᾿ ἐλούετο εἰς τὴν θάλασσαν. Δὲν θὰ ἐρριψοκινδύνευᾳ νὰ ἔλθω τόσον σιμὰ εἰς τὰ σύνορά της, ἐγὼ ὁ σατυρίσκος τοῦ βουνοῦ, νὰ λουσθῶ, ἐὰν ἤξευρα ὅτι ἐσυνήθιζε νὰ λούεται καὶ τὴν νύκτα μὲ τὸ φῶς τῆς σελήνης. Ἐγνώριζα ὅτι τὸ πρωί, ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἥλιου, συνήθως ἐλούετο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔκαμα δυό-τρία βήματα χωρὶς τὸν ἐλάχιστον θόρυβον, ἀνερριχήθην εἰς τὰ ἄνω, ἔκυψα μὲ ἄκραν προφύλαξιν πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἄντρου, καλυπτόμενος ὄπισθεν ἑνὸς σχοίνου καὶ σκεπόμενος ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, καὶ εἶδα πράγματι ὅτι ἡ Μοσχούλα εἶχε πέσει ἀρτίως εἰς τὸ κῦμα γυμνή, κ᾿ ἐλούετο...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὴν ἀνεγνώρισα πάραυτα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης τὸ μελιχρόν, τὸ περιαργυροῦν ὅλην τὴν ἄπειρον ὀθόνην τοῦ γαληνιῶντος πελάγους, καὶ κάμνον νὰ χορεύουν φωσφορίζοντα τὰ κύματα. Εἶχε βυθισθῆ ἅπαξ καθὼς ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν, εἶχε βρέξει τὴν κόμην της, ἀπὸ τοὺς βοστρύχους τῆς ὁποίας ὡς ποταμὸς ἀπὸ μαργαρίτας ἔρρεε τὸ νερόν, καὶ εἶχεν ἀναδύσει· ἔβλεπε κατὰ τύχην πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἤμην ἐγώ, κ᾿ ἐκινεῖτο ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ προσπαίζουσα καὶ πλέουσα. Ἤξευρε καλῶς νὰ κολυμβᾷ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διὰ νὰ φύγω ἔπρεπεν ἐξ ἅπαντος νὰ πατήσω ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὀρθὸς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, εἶτα νὰ κύψω ὄπισθεν θάμνων, νὰ λύσω τὴν αἶγα μου, καὶ νὰ γίνω ἄφαντος κρατῶν τὴν πνοήν μου, χωρὶς τὸν ἐλάχιστον κρότον ἢ θροῦν. Ἀλλ᾿ ἡ στιγμὴ καθ᾿ ἣν θὰ διηρχόμην διὰ τῆς κορυφῆς τοῦ βράχου ἤρκει διὰ νὰ μὲ ἴδῃ ἡ Μοσχούλα. Ἦτον ἀδύνατον, καθὼς ἐκείνη ἔβλεπε πρὸς τὸ μέρος μου, νὰ φύγω ἀόρατος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ ἀνάστημά μου θὰ διεγράφετο διὰ μίαν στιγμὴν ὑψηλὸν καὶ δεχόμενον δαψιλῶς τὸ φῶς τῆς σελήνης, ἐπάνω τοῦ βράχου. Ἐκεῖ ἡ κόρη θὰ μὲ ἔβλεπε, καθὼς ἦταν ἐστραμμένη πρὸς τὰ ἐδῶ. Ὤ! πῶς θὰ ἐξαφνίζετο. θὰ ἐτρόμαζεν εὐλόγως, θὰ ἐφώναζεν, εἶτα θὰ μὲ κατηγόρει διὰ σκοποὺς ἀθεμίτους, καὶ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸν μικρὸν βοσκόν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ πρώτη ἰδέα μου ἦτον νὰ βήξω, νὰ τῆς δώσω ἀμέσως εἴδησιν, καὶ νὰ κράξω: «- Βρέθηκα ἐδῶ, χωρὶς νὰ ξέρω... Μὴν τρομάζῃς!... φεύγω ἀμέσως, κοπέλα μου!»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλήν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ὑπῆρξα σκαιὸς καὶ ἄτολμος. Κανεὶς δὲν μὲ εἶχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εἰς τὰ βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου κ᾿ ἐπερίμενα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αὐτή δὲν θ᾿ ἀργήση, ἔλεγα μέσα μου· τώρα θὰ κολυμπήση, θὰ ντυθῆ καὶ θὰ φύγη... θὰ τραβήξη αὐτὴ τὸ μονοπάτι της, κ ἐγὼ τὸν κρημνό μου!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾿ ἐνθυμήθην τότε τὸν Σισώην, καὶ τὸν πνευματικὸν τοῦ μοναστηρίου, τὸν παπα-Γρηγόριον, οἵτινες πολλάκις μὲ εἶχον συμβουλεύσει νὰ φεύγω, πάντοτε, τὸν γυναικεῖον πειρασμόν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐκ τῆς ἰδέας του νὰ περιμένω δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο μέσον ἢ προσφυγή, εἰμὴ ν᾿ ἀποφασίσω νὰ ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὰ ροῦχα, ὅπως ἤμην, νὰ κολυμβήσω εἰς τὰ βαθέα, ἄπατα νερά, ὅλον τὸ πρὸς δυσμᾶς διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς ἀκτῆς ὅπου εὑρισκόμην, ἐντεῦθεν τοῦ μέρους ὅπου ἐλούετο ἡ νεάνις, μέχρι τοῦ κυρίως ὅρμου καὶ τῆς ἄμμου, ἐπειδὴ εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστημα, ὡς ἡμίσεος μιλίου, ἡ ἀκρογιαλιὰ ἦτον ἄβατος, ἀπάτητος, ὅλη βράχος καὶ κρημνός. Μόνον εἰς τὸ μέρος ὅπου ἤμην ἐσχηματίζετο τὸ λίκνον ἐκεῖνο τοῦ θαλασσίου νεροῦ, μεταξὺ σπηλαίων καὶ βράχων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θ᾿ ἄφηνα τὴν Μοσχούλαν μου, τὴν αἶγα, εἰς τὴν τύχην της, δεμένη ἐκεῖ ἐπάνω, ἄνωθεν τοῦ βράχου, καὶ ἅμα ἔφθανα εἰς τὴν ἄμμον μὲ διάβροχα τὰ ροῦχα μου (διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ πλεύσω μὲ τὰ ροῦχα), στάζων ἅλμην καὶ ἀφρόν, θὰ ἐβάδιζα δισχίλια βήματα διὰ νὰ ἐπιστρέψω ἀπὸ ἄλλο μονοπάτι πάλιν πλησίον τοῦ κοπαδιοῦ μου, θὰ κατέβαινα τὸν κρημνὸν παρακάτω διὰ νὰ λύσω τὴν Μοσχούλαν τὴν αἶγα μου, ὁπότε ἡ ἀνεψιὰ τοῦ κὺρ Μόσχου θὰ εἶχε φύγει χωρὶς ν᾿ ἀφήσῃ βεβαίως κανὲν ἴχνος εἰς τὸν αἰγιαλόν. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἂν τὸ ἐξετέλουν, θὰ ἦτο μέγας κόπος, ἀληθὴς ἆθλος, θὰ ἐχρειάζετο δὲ καὶ μίαν ὥραν καὶ πλέον. Οὐδὲ θὰ ἤμην πλέον βέβαιος περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ κοπαδιοῦ μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις, εἰμὴ νὰ περιμένω. Θὰ ἐκράτουν τὴν ἀναπνοήν μου. Ἡ κόρη ἐκείνη δὲν θὰ ὑπώπτευε τὴν παρουσίαν μου. Ἄλλως ἤμην ἐν συνειδήσει ἀθῷος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐντοσούτω ὅσον ἀθῷος καὶ ἂν ἤμην, ἡ περιέργεια δὲν μοῦ ἔλειπε. Καὶ ἀνερριχήθην πάλιν σιγὰ-σιγὰ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, καλυπτόμενος ὄπισθεν τῶν θάμνων ἔκυψα νὰ ἴδω τὴν κολυμβώσαν νεανίδα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὡς πέντε ὀργυιᾶς ἀπὸ τὸ ἄντρον, καὶ ἔπλεε, κ᾿ ἔβλεπε τώρα πρὸς ἀνατολᾶς, στρέφουσα τὰ νῶτα πρὸς τὸ μέρος μου. Ἔβλεπα τὴν ἀμαυρὰν καὶ ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τὸν τράχηλόν της τὸν εὔγραμμον, τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τοὺς βραχίονας τοὺς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρὰ καὶ ὀνειρώδη εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης. Διέβλεπα τὴν ὀσφύν της τὴν εὐλύγιστον, τὰ ἰσχία της, τὰς κνήμας, τοὺς πόδας της, μεταξὺ σκιᾶς καὶ φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τὸ κῦμα. Ἐμάντευα τὸ στέρνον της, τοὺς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους ὅλας τῆς αὔρας τὰς ριπᾶς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ θεῖον ἄρωμα. Ἦτο πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα· ἦτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οὔτε μου ᾖλθε τότε ἡ ἰδέα ὅτι, ἂν ἐπάτουν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, ὄρθιος ἢ κυρτός, μὲ σκοπὸν νὰ φύγω, ἦτον σχεδὸν βέβαιον, ὅτι ἡ νέα δὲν θὰ μ ἔβλεπε, καὶ θὰ ἠμποροῦσᾳ ν᾿ ἀποχωρήσω ἐν τάξει. Ἐκείνη ἔβλεπε πρὸς ἀνατολᾶς, ἐγὼ εὑρισκόμην πρὸς δυσμᾶς ὄπισθέν της. Οὔτε ἡ σκιά μου δὲν θὰ τὴν ἐτάραττεν. Αὕτη, ἐπειδὴ ἡ σελήνη ἦτον εἰς τ᾿ ἀνατολικά, θὰ ἔπιπτε πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, ὄπισθεν τοῦ βράχου μου, κ᾿ ἐντεῦθεν τοῦ ἄντρου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶχα μείνει χάσκων, ἐν ἐκστάσει, καὶ δὲν ἐσκεπτόμην πλέον τὰ ἐπίγεια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἂν μοῦ ἦλθον πονηροί, καὶ συνάμα παιδικοὶ ἀνόητοι λογισμοί, ἐν εἴδει εὐχῶν κατάραι. «Να ἐκινδύνευεν ἔξαφνα! νὰ ἔβαζε μιὰ φωνή! νὰ ἔβλεπε κανένα ροφὸν εἰς τὸν πυθμένα, τὸν ὁποῖον νὰ ἐκλάβῃ διὰ θηρίον, διὰ σκυλόψαρον, καὶ νὰ ἐφώναζεν βοήθειαν!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἐχόρταινα νὰ βλέπω τὸ ὄνειρον, τὸ πλέον εἰς τὸ κῦμα. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀλλοκότως, μοῦ ἐπανῆλθε πάλιν ἡ πρώτη ἰδέα... Νὰ ριφθῶ εἰς τὰ κύματα, πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος, εἰς τὰ ὄπισθεν, νὰ κολυμβήσω ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστημα ἕως τὴν ἄμμον, καὶ νὰ φύγω, νὰ φύγω τὸν πειρασμόν!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ πάλιν δὲν ἐχόρταινα νὰ βλέπω τὸ ὄνειρον... Αἴφνης εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πραγματικοῦ κόσμου μ᾿ ἐπανέφερεν ἡ φωνὴ τῆς κατσίκας μου. Ἡ μικρὴ Μοσχούλα ἤρχισεν αἴφνης νὰ βελάζῃ!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὤ, αὐτὸ δὲν τὸ εἶχα προβλέψει. Ἠμποροῦσα νὰ σιωπῶ ἐγώ, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτον εὔκολον νὰ ἐπιβάλω σιωπὴν εἰς τὴν αἶγα μου. Δὲν ἤξευρα καλὰ ἂν ὑπῆρχον πρόχειροι φιμώσεις διὰ τὰ θρέμματα, ἐπειδὴ δὲν εἶχα μάθει ἀκόμη νὰ κλέπτω ζωντανὰ πράγματα, καθὼς ὁ ἄγνωστος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος τῆς εἶχε κλέψει τὸν κωδωνίσκον· ἀλλὰ δὲν τῆς εἶχε κόψει καὶ τὴν γλῶσσαν διὰ νὰ μὴ βελάζῃ. ***** Μὲ ράμνον πολύκλαδον εἰς τὸ στόμα, ἢ μὲ σπαρτίον περὶ τὸ ρύγχος, ἢ ὅπως ἄλλως· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἤξευρα ποὺ νὰ τὸ συλλογισθῶ!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἔτρεξα τότε παράφορος νὰ σφίγξω τὸ ρύγχος της μὲ τὴν παλάμην, νὰ μὴ βελάζῃ... Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐλησμόνησα τὴν κόρην τὴν κολυμβώσαν χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς κόρης. Δὲν ἐσκέφθην ἂν ἦτον φόβος νὰ μὲ ἴδῃ, καὶ ἡμιωρθώθην κυρτὸς πάντοτε, κ ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ βράχου, διὰ νὰ προλάβω καὶ φθάσω πλησίον τῆς κατσίκας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγχρόνως μ᾿ ἐκυρίευσε καὶ φόβος ἀπὸ τὴν φιλοστοργίαν τὴν ὁποίαν ἔτρεφα πρὸς τὴν πτωχὴν αἶγα μου. Τὸ σχοινίον μὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχα δέσει εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θάμνου ἦτον πολὺ κοντόν. Τάχα μὴν «ἐσχοινιάσθη», μὴν ἐμπερδεύθη καὶ περιεπλάκη ὁ τράχηλός της, μὴν ἦτον κίνδυνος νὰ πνίγῃ τὸ ταλαίπωρον ζῷον;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ κόρη ἡ λουσμένη εἰς τὴν θάλασσαν ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς γίδας μου. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν εἶχε ἀκούσει, τί τὸ παράδοξον; Ποίος φόβος ἦτον; Τὸ ν᾿ ἀκούῃ τις φωνὴν ζώου ἐκεῖ ποὺ κολυμβᾶ, ἀφοῦ δὲν ἀπέχει εἰμὴ ὀλίγας ὀργυιᾶς ἀπὸ τὴν ξηράν, δὲν εἶναι τίποτε ἔκτακτον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ ὅμως, ἡ στιγμὴ ἐκείνη, ποὺ εἶχα πατήσει εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου, ἤρκεσεν. Ἡ νεαρὰ κόρη, εἴτε ἤκουσεν εἴτε ὄχι τὴν φωνὴν τῆς κατσίκας - μᾶλλον φαίνεται ὅτι τὴν ἤκουσε, διότι ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ μέρος τῆς ξηρᾶς...***** εἶδε τὸν μαῦρον ἴσκιον μου, τὸν διακαμόν μου, ἐπάνω εἰς τὸν βράχον, ἀνάμεσα εἰς τοὺς θάμνους, καὶ ἀφῆκε μισοπνιγμένην κραυγὴν φόβου...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τότε μὲ κατέλαβε τρόμος, συγκίνησις, λύπη ἀπερίγραπτος. Τὰ γόνατά μου ἐκάμφθησαν. Ἔξαλλος ἐκ τρόμου, ἠδυνήθην ν᾿ ἀρθρώσω φωνήν, κ᾿ ἔκραξα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
- Μὴ φοβᾶσαι!... δὲν εἶναι τίποτε... δὲν σοῦ θέλω κακόν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ ἐσκεπτόμην λίαν τεταραγμένος ἂν ἔπρεπε νὰ ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν, μᾶλλον, διὰ νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν τῆς κόρης, ἢ νὰ τρέξω καὶ νὰ φύγω... Ἤρκει ἡ φωνή μου νὰ τῆς ἔδιδε μεγαλύτερον θάρρος ἢ ὅσον ἡ παραμονή μου καὶ τὸ τρέξιμόν μου εἰς βοήθειαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγχρόνως τότε, κατὰ συγκυρίαν ὄχι παράδοξον, καθότι ὅλοι οἱ αἰγιαλοὶ καὶ αἱ θάλασσαι ἐκεῖναι ἐσυχνάζοντο ἀπὸ τοὺς ἁλιεῖς, μιὰ βάρκα ἐφάνη νὰ προβάλλῃ ἀντίκρυ, πρὸς τὸ ἀνατολικομεσημβρινὸν μέρος, ἀπὸ τὸν πέρα κάβον, τὸν σχηματίζοντα τὸ δεξιὸν οἰονεὶ κέρας τοῦ κολπίσκου. Ἐφάνη πλέουσα ἀργά, ἐρχομένη πρὸς τὰ ἐδῶ, μὲ τὰς κώπας· πλὴν ἡ ἐμφάνισίς της, ἀντὶ νὰ δώση θάρρος εἰς τὴν κόρην, ἐπέτεινε τὸν τρόμον της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀφῆκε δεύτερον κραυγὴν μεγαλυτέρας ἀγωνίᾳς. Ἐν ἀκαρεῖ τὴν εἶδα νὰ βυθίζεται, καὶ νὰ γίνεται ἄφαντη εἰς τὸ κῦμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δὲν ἔπρεπε τότε νὰ διστάσω. Ἡ βάρκα ἐκείνη ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ὀργυιᾶς, ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου ἠγωνία ἡ κόρη, ἐγὼ ἀπεῖχα μόνον πέντε ἢ ἐξ ὀργυιᾶς. Πάραυτα, ὅπως ἤμην, ἐρρίφθην εἰς τὴν θάλασσαν, πηδήσας μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τὸ βάθος τοῦ νεροῦ ἦτον ὑπὲρ τὰ δυὸ ἀναστήματα. Ἔφθασα σχεδὸν εἰς τὸν πυθμένα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀμμόστρωτος, ἐλεύθερος βράχων καὶ πετρῶν, καὶ δὲν ἦτο φόβος νὰ κτυπήσω. Πάραυτα ἀνέδυν καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀφρόν του κύματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀπεῖχον τώρα ὀλιγώτερον ἢ πέντε ὀργυιᾶς ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ πόντου, ὅπου ἐσχηματίζοντο δίναι καὶ κύκλοι συστρεφόμενοι εἰς τὸν ἀφρόν της θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ὡς μνῆμα ὑγρὸν καὶ ἀκαριαῖον διὰ τὴν ἀτυχῆ παιδίσκην τὰ μονὰ ἴχνη τὰ ὁποῖα ἀφήνει ποτὲ εἰς τὴν θάλασσαν ἀγωνιῶν ἀνθρώπινον πλάσμα!... Μὲ τρία στιβαρὰ πηδήματα καὶ πλευσίματα, ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν, ἔφθασα πλησίον της...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εἶδα τὸ εὔμορφον σῶμα νὰ παραδέρνῃ κάτω, πλησιέστερον εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου ἢ εἰς τὸν ἀφρόν του κύματος, ἐγγύτερον τοῦ θανάτου ἢ τῆς ζωῆς· ἐβυθίσθην, ἤρπασα τὴν κόρην εἰς τὰς ἀγκάλας μου, καὶ ἀνῆλθον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθὼς τὴν εἶχα περιβάλει μὲ τὸν ἀριστερὸν βραχίονα, μοῦ ἐφάνη ὅτι ἠσθάνθην ἀσθενῆ τὴν χιλιαρᾶν πνοήν της εἰς τὴν παρειάν μου. Εἶχα φθάσει ἐγκαίρως, δόξα τῷ Θεῷ!... Ἐντούτοις δὲν παρεῖχε σημεῖα ζωῆς ὁλοφάνερα... Τὴν ἐτίναξα μὲ σφοδρὸν κίνημα, αὐθορμήτως, διὰ νὰ δυνηθῇ ν᾿ ἀναπνεύσῃ, τὴν ἔκαμα νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς πλάτης μου, καὶ ἔπλευσα, μὲ τὴν χεῖρα τὴν δεξιὰν καὶ μὲ τοὺς δυὸ πόδας, ἔπλευσα ἰσχυρῶς πρὸς τὴν ξηράν. Αἱ δυνάμεις μου ἐπολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἠσθάνθην ὅτι προσεκολλάτο τὸ πλάσμα ἐπάνω μου· ἤθελε τὴν ζωήν της· ὤ! ἂς ἔζη, καὶ ἂς ἦτον εὐτυχής. Κανεὶς ἰδιοτελὴς λογισμὸς δὲν ὑπῆρχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸ πνεῦμα μου. Ἡ καρδία μου ἦτο πλήρης αὐτοθυσίας καὶ ἀφιλοκερδείας. Ποτὲ δὲν θὰ ἐζήτουν ἀμοιβήν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἐπὶ πόσον ἀκόμη θὰ τὸ ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο τὸ ἁβρόν, τὸ ἁπαλὸν σῶμα τῆς ἁγνῆς κόρης, τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην ποτὲ ἐπάνω μου ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ἄλλως ἀνωφελοῦς ζωῆς μου! Ἦτο ὄνειρον, πλάνη, γοητεία. Καὶ ὁπόσον διέφερεν ἀπὸ ὅλας τὰς ἰδιοτελεῖς περιπτύξεις, ἀπὸ ὅλας τὰς λυκοφιλίας καὶ τοὺς κυνέρωτας τοῦ κόσμου ἡ ἐκλεκτή, ἡ αἰθέριος ἐκείνη ἐπαφή! Δὲν ἦτο βάρος ἐκεῖνο, τὸ φορτίον τὸ εὐάγκαλον, ἀλλ᾿ ἦτο ἀνακούφισις καὶ ἀναψυχή. Ποτὲ δὲν ἠσθάνθην τὸν ἐαυτόν μου ἐλαφρότερον ἢ ἐφ᾿ ὅσον ἐβάσταζον τὸ βάρος ἐκεῖνο... Ἤμην ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβη μὲ τὰς χεῖρας του πρὸς στιγμὴν ἓν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*&lt;br /&gt;
* *&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἡ Μοσχούλα ἔζησε, δὲν ἀπέθανε. Σπανίως τὴν εἶδα ἔκτοτε, καὶ δὲν ἠξεύρω τί γίνεται τώρα, ὁπότε εἶναι ἁπλὴ θυγάτηρ τῆς Εὔας, ὅπως ὅλαι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐπλήρωσα τὰ λύτρα διὰ τὴν ζωήν της. Ἡ ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, τὴν ὁποίαν εἶχα λησμονήσει πρὸς χάριν της, πράγματι «ἐσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακὰ εἰς τὸ σχοινίον, μὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχα δεμένη, καὶ ἐπνίγη!... Μετρίως ἐλυπήθην, καὶ τὴν ἔκαμα θυσίαν πρὸς χάριν της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κ᾿ ἐγὼ ἔμαθα γράμματα, ἐξ εὐνοίας καὶ ἐλέους τῶν καλογήρων, κ᾿ ἔγινα δικηγόρος... Ἀφοῦ ἐπέρασα ἀπὸ δυὸ ἱερατικὰς σχολάς, ἦτον ἑπόμενον!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τάχα ἡ μοναδικὴ ἐκείνη περίστασις, ἡ ὀνειρώδης ἐκείνη ἀνάμνησις τῆς λουομένης κόρης, μ᾿ ἔκαμε νὰ μὴ γίνω κληρικός; Φεῦ! ἀκριβῶς ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη ἔπρεπε νὰ μὲ κάμῃ νὰ γίνω μοναχός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ γηραιὸς Σισώης ὅτι «ἂν ἤθελαν νὰ μὲ κάνουν καλόγερον, δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ στείλουν ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι»... Διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μου ἤρκουν τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα κολλυβογράμματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς μὲ εἶχε διδάξει, καὶ μάλιστα ἦσαν καὶ πολλά!...&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καὶ τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σχοινίον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾿ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καὶ ἀναλογίζωμαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του, διαπορῶ μέσα μου ἂν τὰ δυὸ δὲν εἶχαν μεγάλην συγγένειαν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς «σχοίνισμα κληρονομίας» δι᾿ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ὢ ἂς ἤμην ἀκόμη βοσκὸς εἰς τὰ ὄρη!...»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
(Διὰ τὴν ἀντιγραφήν)</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/2294122223515071081/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_3879.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2294122223515071081'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2294122223515071081'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_3879.html' title='ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-5910176725309017701</id><published>2011-11-15T00:27:00.001-08:00</published><updated>2011-11-15T00:27:58.020-08:00</updated><title type='text'>ΑΙΤΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ</title><content type='html'>Αιτία ονείρου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
   Πάντα η ζωή μου ήταν ένα όνειρο. Ένα όραμα ραγισμένο, θολό χωρίς διαστάσεις. Όλα ήταν αναίτια. Η μοναδική αιτία είσαι εσύ, ο λόγος που υπάρχω.&lt;br /&gt;
   Στην άνοιξη της νιότης μου που τόσο μοναξιά είχα, πλημμύρισε το φως της αγάπης σου τη ψυχή μου. Είσαι η μελωδική αλήθεια της ύπαρξης, το φαρμακερό κύμα πού αναδεύει την ζωή μου. Γεύομαι την αρμύρα στα χείλη μου και φτύνω το μίσος.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/5910176725309017701/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_15.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/5910176725309017701'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/5910176725309017701'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_15.html' title='ΑΙΤΙΑ ΟΝΕΙΡΟΥ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-2838468301535852760</id><published>2011-11-14T22:09:00.001-08:00</published><updated>2011-11-14T22:09:30.102-08:00</updated><title type='text'>Farewell! If Ever Fondest Prayer. Lord Byron</title><content type='html'>Farewell! If Ever Fondest Prayer&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         Farewell! if ever fondest prayer&lt;br /&gt;
                             For other&#39;s weal availed on high,&lt;br /&gt;
                         Mine will not all be lost in air,&lt;br /&gt;
                             But waft thy name beyond the sky.&lt;br /&gt;
                         &#39;Twere vain to speak, to weep, to sigh:&lt;br /&gt;
                             Oh! more than tears of blood can tell,&lt;br /&gt;
                         When wrung from guilt&#39;s expiring eye,&lt;br /&gt;
                             Are in that word - Farewell! - Farewell!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
                         These lips are mute, these eyes are dry;&lt;br /&gt;
                             But in my breast and in my brain,&lt;br /&gt;
                         Awake the pangs that pass not by,&lt;br /&gt;
                             The thought that ne&#39;er shall sleep again.&lt;br /&gt;
                         My soul nor deigns nor dares complain,&lt;br /&gt;
                             Though grief and passion there rebel;&lt;br /&gt;
                         I only know we loved in vain -&lt;br /&gt;
                             I only feel - Farewell! - Farewell!</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/2838468301535852760/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/farewell-if-ever-fondest-prayer-lord.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2838468301535852760'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2838468301535852760'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/farewell-if-ever-fondest-prayer-lord.html' title='Farewell! If Ever Fondest Prayer. Lord Byron'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-8625221554251926504</id><published>2011-11-14T22:08:00.001-08:00</published><updated>2011-11-14T22:08:08.329-08:00</updated><title type='text'>ΙΑΚΩΒ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗΣ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ</title><content type='html'>Δούλεψε εφτά χρόνια&lt;br /&gt;
τη χέρσα γη του Λάβαν&lt;br /&gt;
κι εκείνος αντί για τη Pαχήλ&lt;br /&gt;
του έδωσε τη Λεία.&lt;br /&gt;
Δούλεψε άλλα εφτά για τη Pαχήλ.&lt;br /&gt;
Όταν την πήρε την αγαπούσε πάντα&lt;br /&gt;
όμως κι η άσκημη αδελφή της&lt;br /&gt;
είχε αποκτήσει πια μια θέση στην καρδιά του.&lt;br /&gt;
Δεκατέσσερα χρόνια, μια ζωή&lt;br /&gt;
για δυο γυναίκες που δε γνώρισε ποτέ.&lt;br /&gt;
Kοίταξε μακριά τα στάχυα&lt;br /&gt;
το μοναδικό καρπό του&lt;br /&gt;
κι είπε πως τελικά είχε κερδίσει.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/8625221554251926504/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_6500.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/8625221554251926504'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/8625221554251926504'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_6500.html' title='ΙΑΚΩΒ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗΣ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1427611183317446293</id><published>2011-11-14T22:06:00.001-08:00</published><updated>2011-11-14T22:06:43.014-08:00</updated><title type='text'>ΦΑΣΗ ΜΙΑΣ ΜΑΧΗΣ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ.</title><content type='html'>Φάση μιας μάχης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είμαστε φάτσα με φάτσα&lt;br /&gt;
με τον εχθρό μου.&lt;br /&gt;
Ενα γραφείο μονάχα μας χωρίζει&lt;br /&gt;
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.&lt;br /&gt;
Πίσω απ τις αξιοπρεπείς μας μάσκες&lt;br /&gt;
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος.&lt;br /&gt;
Και να που τούτη τη στιγμή,&lt;br /&gt;
τώρα που παίζεται η ζωή μου,&lt;br /&gt;
ανακαλύπτω στη μορφή του πως&lt;br /&gt;
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει.&lt;br /&gt;
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει&lt;br /&gt;
στη μορφή μου&lt;br /&gt;
πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1427611183317446293/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_14.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1427611183317446293'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1427611183317446293'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_14.html' title='ΦΑΣΗ ΜΙΑΣ ΜΑΧΗΣ. ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΤΙΤΟΣ.'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1292613249476572538</id><published>2011-11-13T23:09:00.000-08:00</published><updated>2011-11-13T23:09:01.520-08:00</updated><title type='text'>SPECIMEN OF AN INDUCTION TO A POEM. JOHN KEATS</title><content type='html'>SPECIMEN&lt;br /&gt;
OF AN&lt;br /&gt;
INDUCTION TO A POEM.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Lo! I must tell a tale of chivalry;&lt;br /&gt;
For large white plumes are dancing in mine eye.&lt;br /&gt;
Not like the formal crest of latter days:&lt;br /&gt;
But bending in a thousand graceful ways;&lt;br /&gt;
So graceful, that it seems no mortal hand,&lt;br /&gt;
Or e&#39;en the touch of Archimago&#39;s wand,&lt;br /&gt;
Could charm them into such an attitude.&lt;br /&gt;
We must think rather, that in playful mood,&lt;br /&gt;
Some mountain breeze had turned its chief delight,&lt;br /&gt;
To show this wonder of its gentle might.&lt;br /&gt;
Lo! I must tell a tale of chivalry;&lt;br /&gt;
For while I muse, the lance points slantingly&lt;br /&gt;
Athwart the morning air: some lady sweet,&lt;br /&gt;
Who cannot feel for cold her tender feet,&lt;br /&gt;
From the worn top of some old battlement&lt;br /&gt;
Hails it with tears, her stout defender sent:&lt;br /&gt;
And from her own pure self no joy dissembling,&lt;br /&gt;
Wraps round her ample robe with happy trembling.&lt;br /&gt;
Sometimes, when the good Knight his rest would take,&lt;br /&gt;
It is reflected, clearly, in a lake,&lt;br /&gt;
With the young ashen boughs, &#39;gainst which it rests,&lt;br /&gt;
And th&#39; half seen mossiness of linnets&#39; nests.&lt;br /&gt;
Ah! shall I ever tell its cruelty,&lt;br /&gt;
When the fire flashes from a warrior&#39;s eye,&lt;br /&gt;
And his tremendous hand is grasping it,&lt;br /&gt;
And his dark brow for very wrath is knit?&lt;br /&gt;
Or when his spirit, with more calm intent,&lt;br /&gt;
Leaps to the honors of a tournament,&lt;br /&gt;
And makes the gazers round about the ring&lt;br /&gt;
Stare at the grandeur of the balancing?          &lt;br /&gt;
No, no! this is far off:—then how shall I&lt;br /&gt;
Revive the dying tones of minstrelsy,&lt;br /&gt;
Which linger yet about lone gothic arches,&lt;br /&gt;
In dark green ivy, and among wild larches?&lt;br /&gt;
How sing the splendour of the revelries,&lt;br /&gt;
When buts of wine are drunk off to the lees?&lt;br /&gt;
And that bright lance, against the fretted wall,&lt;br /&gt;
Beneath the shade of stately banneral,&lt;br /&gt;
Is slung with shining cuirass, sword, and shield?&lt;br /&gt;
Where ye may see a spur in bloody field.&lt;br /&gt;
Light-footed damsels move with gentle paces&lt;br /&gt;
Round the wide hall, and show their happy faces;&lt;br /&gt;
Or stand in courtly talk by fives and sevens:&lt;br /&gt;
Like those fair stars that twinkle in the heavens.&lt;br /&gt;
Yet must I tell a tale of chivalry:&lt;br /&gt;
Or wherefore comes that knight so proudly by?&lt;br /&gt;
Wherefore more proudly does the gentle knight,&lt;br /&gt;
Rein in the swelling of his ample might?&lt;br /&gt;
Spenser! thy brows are arched, open, kind,&lt;br /&gt;
And come like a clear sun-rise to my mind;&lt;br /&gt;
And always does my heart with pleasure dance,&lt;br /&gt;
When I think on thy noble countenance:&lt;br /&gt;
Where never yet was ought more earthly seen&lt;br /&gt;
Than the pure freshness of thy laurels green.&lt;br /&gt;
Therefore, great bard, I not so fearfully&lt;br /&gt;
Call on thy gentle spirit to hover nigh&lt;br /&gt;
My daring steps: or if thy tender care,&lt;br /&gt;
Thus startled unaware,&lt;br /&gt;
Be jealous that the foot of other wight&lt;br /&gt;
Should madly follow that bright path of light&lt;br /&gt;
Trac&#39;d by thy lov&#39;d Libertas; he will speak,&lt;br /&gt;
And tell thee that my prayer is very meek;&lt;br /&gt;
That I will follow with due reverence,&lt;br /&gt;
And start with awe at mine own strange pretence.&lt;br /&gt;
Him thou wilt hear; so I will rest in hope&lt;br /&gt;
To see wide plains, fair trees and lawny slope:&lt;br /&gt;
The morn, the eve, the light, the shade, the flowers:&lt;br /&gt;
Clear streams, smooth lakes, and overlooking towers.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1292613249476572538/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/specimen-of-induction-to-poem-john.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1292613249476572538'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1292613249476572538'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/specimen-of-induction-to-poem-john.html' title='SPECIMEN OF AN INDUCTION TO A POEM. JOHN KEATS'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1679060859382912647</id><published>2011-11-13T10:00:00.001-08:00</published><updated>2011-11-13T10:00:36.345-08:00</updated><title type='text'>ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ. ΚΑΒΑΦΗΣ</title><content type='html'>Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,&lt;br /&gt;
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—&lt;br /&gt;
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,&lt;br /&gt;
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·&lt;br /&gt;
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,&lt;br /&gt;
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,&lt;br /&gt;
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1679060859382912647/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_13.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1679060859382912647'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1679060859382912647'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_13.html' title='ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ. ΚΑΒΑΦΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-2441153268715577471</id><published>2011-11-12T02:37:00.001-08:00</published><updated>2011-11-12T02:37:22.230-08:00</updated><title type='text'>ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ. WORDSWORTH</title><content type='html'>Ασφόδελοι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περιπλανήθηκα μοναχικός σαν ένα σύννεφο&lt;br /&gt;
Που αιωρείται ψηλά πάνω από λιβάδια και λόφους&lt;br /&gt;
Όταν ξαφνικά είδα έναν όχλο&lt;br /&gt;
Ένα πλήθος ασφόδελοι χορεύανε·&lt;br /&gt;
Κατά μήκος της λίμνης, κάτω από τα δέντρα,&lt;br /&gt;
Δέκα χιλιάδες χορεύανε στο αεράκι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα κύματα δίπλα τους χορεύανε αλλά αυτοί&lt;br /&gt;
ξεπερνούσαν τα αφρώδη κύματα σε χαρά&lt;br /&gt;
Ένας ποιητής δεν θα μπορούσε παρά να ευθυμίσει&lt;br /&gt;
Με μια τέτοια γελαστή παρέα&lt;br /&gt;
Κοιτούσα και κοιτούσα αλλά λίγο σκέφτηκα&lt;br /&gt;
Τι θησαυρό το θέαμα μου είχε προσφέρει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γιατί συχνά όταν ξαπλώνω στον καναπέ μου&lt;br /&gt;
Κενός ή με συλλογιστική διάθεση&lt;br /&gt;
Αστράφτουν πάνω σ&#39; αυτό το εσωτερικό μάτι&lt;br /&gt;
Που είναι η ευτυχία του να είσαι μόνος&lt;br /&gt;
Και τότε η καρδιά μου γεμίζει με ευτυχία&lt;br /&gt;
Και χορεύει με τους ασφόδελους.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/2441153268715577471/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/wordsworth.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2441153268715577471'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/2441153268715577471'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/wordsworth.html' title='ΑΣΦΟΔΕΛΟΙ. WORDSWORTH'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-1719720004696238322</id><published>2011-11-11T00:59:00.001-08:00</published><updated>2011-11-11T00:59:43.425-08:00</updated><title type='text'>ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΤΟ ΨΩΜΙ. PABLO NERUDA.</title><content type='html'>Πάρε μου το ψωμί, αν θες,&lt;br /&gt;
πάρε μου τον αγέρα, μα&lt;br /&gt;
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μη μου παίρνεις το ρόδο,&lt;br /&gt;
τη λόγχη που τινάζεις,&lt;br /&gt;
το νερό που ξάφνου&lt;br /&gt;
χυμά απ’ τη χαρά σου,&lt;br /&gt;
το απότομο κύμα&lt;br /&gt;
το ασήμι που γεννάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ&lt;br /&gt;
με μάτια κουρασμένα&lt;br /&gt;
θωρώντας κάποτε&lt;br /&gt;
τη γη που δεν αλλάζει,&lt;br /&gt;
μα έρχεται το γέλιο σου&lt;br /&gt;
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με&lt;br /&gt;
και μου ανοίγει τις πόρτες&lt;br /&gt;
όλες της ζωής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες&lt;br /&gt;
ώρες μου τινάζεται&lt;br /&gt;
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου&lt;br /&gt;
δεις το αίμα μου&lt;br /&gt;
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,&lt;br /&gt;
γέλα, γιατί το γέλιο σου&lt;br /&gt;
θα ‘ναι στα χέρια μου&lt;br /&gt;
σα δροσερό σπαθί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,&lt;br /&gt;
το γέλιο σου ας αναβρύσει&lt;br /&gt;
σα σιντριβάνι, όλο αφρό&lt;br /&gt;
και την άνοιξη, αγάπη,&lt;br /&gt;
θέλω το γέλιο σου σαν&lt;br /&gt;
τον ανθό που πρόσμενα,&lt;br /&gt;
τον γαλανό ανθό, το ρόδο&lt;br /&gt;
της βουερής πατρίδας μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γέλα στη νύχτα,&lt;br /&gt;
στη μέρα στο φεγγάρι,&lt;br /&gt;
γέλα στις στριφτές&lt;br /&gt;
στράτες του νησιού,&lt;br /&gt;
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο&lt;br /&gt;
αγόρι που σ’ αγαπά,&lt;br /&gt;
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,&lt;br /&gt;
όταν τα βήματά μου φεύγουν,&lt;br /&gt;
όταν γυρνούν τα βήματά μου,&lt;br /&gt;
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,&lt;br /&gt;
το φως, την άνοιξη,&lt;br /&gt;
μα ποτέ το γέλιο σου&lt;br /&gt;
γιατί θα πεθάνω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάρε μου το ψωμί, αν θες,&lt;br /&gt;
πάρε μου τον αγέρα, μα&lt;br /&gt;
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μη μου παίρνεις το ρόδο,&lt;br /&gt;
τη λόγχη που τινάζεις,&lt;br /&gt;
το νερό που ξάφνου&lt;br /&gt;
χυμά απ’ τη χαρά σου,&lt;br /&gt;
το απότομο κύμα&lt;br /&gt;
το ασήμι που γεννάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ&lt;br /&gt;
με μάτια κουρασμένα&lt;br /&gt;
θωρώντας κάποτε&lt;br /&gt;
τη γη που δεν αλλάζει,&lt;br /&gt;
μα έρχεται το γέλιο σου&lt;br /&gt;
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με&lt;br /&gt;
και μου ανοίγει τις πόρτες&lt;br /&gt;
όλες της ζωής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες&lt;br /&gt;
ώρες μου τινάζεται&lt;br /&gt;
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου&lt;br /&gt;
δεις το αίμα μου&lt;br /&gt;
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,&lt;br /&gt;
γέλα, γιατί το γέλιο σου&lt;br /&gt;
θα ‘ναι στα χέρια μου&lt;br /&gt;
σα δροσερό σπαθί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,&lt;br /&gt;
το γέλιο σου ας αναβρύσει&lt;br /&gt;
σα σιντριβάνι, όλο αφρό&lt;br /&gt;
και την άνοιξη, αγάπη,&lt;br /&gt;
θέλω το γέλιο σου σαν&lt;br /&gt;
τον ανθό που πρόσμενα,&lt;br /&gt;
τον γαλανό ανθό, το ρόδο&lt;br /&gt;
της βουερής πατρίδας μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γέλα στη νύχτα,&lt;br /&gt;
στη μέρα στο φεγγάρι,&lt;br /&gt;
γέλα στις στριφτές&lt;br /&gt;
στράτες του νησιού,&lt;br /&gt;
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο&lt;br /&gt;
αγόρι που σ’ αγαπά,&lt;br /&gt;
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,&lt;br /&gt;
όταν τα βήματά μου φεύγουν,&lt;br /&gt;
όταν γυρνούν τα βήματά μου,&lt;br /&gt;
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,&lt;br /&gt;
το φως, την άνοιξη,&lt;br /&gt;
μα ποτέ το γέλιο σου&lt;br /&gt;
γιατί θα πεθάνω.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/1719720004696238322/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/pablo-neruda.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1719720004696238322'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/1719720004696238322'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/pablo-neruda.html' title='ΠΑΡΕ ΜΟΥ ΤΟ ΨΩΜΙ. PABLO NERUDA.'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-7670348859742563194</id><published>2011-11-09T22:21:00.001-08:00</published><updated>2011-11-09T22:21:53.482-08:00</updated><title type='text'>ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΠΕΡΠΑΤΕΙ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ</title><content type='html'>Στο περιβόλι περπατεῖ,&lt;br /&gt;
τα χορταράκια που πατεῖ&lt;br /&gt;
τα ίχνη της γλυκοφιλοῦν&lt;br /&gt;
κι ευθύς ιδές τα πως ανθοῦν!&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τ’ αγκάθια σαν την στοχασθοῦν,&lt;br /&gt;
ανάγκη είν’ να φοβηθοῦν∙&lt;br /&gt;
να την εγγίσουν δεν τολμοῦν,&lt;br /&gt;
μον’ σκύφτουν και την προσκυνοῦν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα χόρτ’ απάνω την θωρεῖς,&lt;br /&gt;
άνθος πως είναι την θαρρεῖς∙&lt;br /&gt;
κι οι άνεμοι όπου φυσοῦν,&lt;br /&gt;
ότι αναπνέει και μεθοῦν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τ’ αηδονάκια που λαλοῦν&lt;br /&gt;
τα χείλη της γλυκοφιλοῦν,&lt;br /&gt;
τα ρόδα πλια καταφρονοῦν∙&lt;br /&gt;
- όχ, πώς φωνάζουν και πονοῦν! -&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τα νερά παραστρατοῦν&lt;br /&gt;
στους πόδας της να κυλισθοῦν,&lt;br /&gt;
να τα πατήση να ‘φρανθοῦν&lt;br /&gt;
κι ευθύς ευθύς να γλυκανθοῦν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα σύννεφα να μαζωχθοῦν,&lt;br /&gt;
τον Ήλιο-μπέη να λυπηθοῦν,&lt;br /&gt;
‘λαφρά ‘λαφρά να σκεπασθῆ,&lt;br /&gt;
να μην την διῆ και σκοτισθῆ!</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/7670348859742563194/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_09.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7670348859742563194'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7670348859742563194'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_09.html' title='ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΠΕΡΠΑΤΕΙ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3089605322249483130.post-7077424772965146036</id><published>2011-11-07T22:50:00.001-08:00</published><updated>2011-11-07T22:50:39.759-08:00</updated><title type='text'>Η ΝΙΟΤΗ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ</title><content type='html'>Η νιότη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρα στον βράχο της ακτής ανθίζει λουλουδάκι &lt;br /&gt;
και κρύβεται το έρημο στης πέτρας την σχισμάδα·&lt;br /&gt;
κι εκεί τ’ αγγίζουνε γλυκά της θάλασσας τα χάδια&lt;br /&gt;
και χίλια αστέρια το φωτούν στης νύχτας το καρτέρι. &lt;br /&gt;
Και της ημέρας η αυγή ξυπνά το να προβάλει&lt;br /&gt;
‘πο την λησμονιά την ομορφιά ν’ απλώσει. &lt;br /&gt;
Όταν το αντίκρισα μονάχο να κοιτάει, &lt;br /&gt;
πλησίασα και είπα του:&lt;br /&gt;
«Μικρό μου ανθάκι και καλό, δέξου την αγκαλιά μου&lt;br /&gt;
να νιώσεις το θαύμα της ζωής και τη μαγεία πόχει·&lt;br /&gt;
καλό δεν θά βρεις εις στη γη και πουθενά κανένα. &lt;br /&gt;
Μα, αχ, να μπόρουνα σαν άνεμος να τρέξω &lt;br /&gt;
και απ’ τον αφρό τση θάλασσας γλυκά φιλιά να στείλω &lt;br /&gt;
κοντά σου εκεί να ‘ρθούν στση φύσης την αγκάλη.»&lt;br /&gt;
Κι όλο μου χαμογελά κι αστράφτει το κορμί του&lt;br /&gt;
κι αμέσως ανασηκώνεται μ’ όλη τη δύναμή του&lt;br /&gt;
αγωνιώντας να σταθεί στο χώμα της γης το μαύρο. &lt;br /&gt;
__________&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά ξάφνου τ’ ανέμου η πνοή απάνω του χτυπάει&lt;br /&gt;
και λυγάει το δύστυχο και γέρνει και κοιτά με&lt;br /&gt;
με ένα μικρό παράπονο στα μάτια του να φέγγει. &lt;br /&gt;
Κι ευθύς αφήνει τη ζωή και ακουμπά στον βράχο&lt;br /&gt;
και έπαψε τότε η χαρά τη φύση να γεμίζει. &lt;br /&gt;
Ως το ‘δα ένιωσα να σφίγγει η καρδιά μου&lt;br /&gt;
και τρέχουν τα μάτια δάκρυα και δεν μπορώ τον πόνο&lt;br /&gt;
πού ‘χασα το θαυμαστό της νιότης μου το άνθος.</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/feeds/7077424772965146036/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_07.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7077424772965146036'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3089605322249483130/posts/default/7077424772965146036'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://anthologiologotexnias.blogspot.com/2011/11/blog-post_07.html' title='Η ΝΙΟΤΗ. ΓΙΩΡΓΟΣ Τ. ΤΣΕΡΕΒΕΛΑΚΗΣ'/><author><name>Anonymous</name><uri>http://www.blogger.com/profile/04403967110241807344</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='https://img1.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>1</thr:total></entry></feed>