<?xml version="1.0" encoding="UTF-8" standalone="no"?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><rss xmlns:itunes="http://www.itunes.com/dtds/podcast-1.0.dtd" version="2.0"><channel><title>Liquid days</title><description>In liquid days, land travels hard. Fly home, daughter. Cover your ears...
                PHILIP GLASS</description><managingEditor>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</managingEditor><pubDate>Fri, 25 Oct 2024 09:49:27 +0300</pubDate><generator>Blogger http://www.blogger.com</generator><openSearch:totalResults xmlns:openSearch="http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/">118</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex xmlns:openSearch="http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/">1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage xmlns:openSearch="http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/">25</openSearch:itemsPerPage><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/</link><language>en-us</language><itunes:explicit>no</itunes:explicit><itunes:summary>In liquid days, land travels hard. Fly home, daughter. Cover your ears... PHILIP GLASS</itunes:summary><itunes:subtitle>In liquid days, land travels hard. Fly home, daughter. Cover your ears... PHILIP GLASS</itunes:subtitle><itunes:owner><itunes:email>noreply@blogger.com</itunes:email></itunes:owner><item><title>Ο φούρνος του μακαρίτη</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/08/blog-post_23.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Fri, 23 Aug 2013 17:55:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-2499563876905065609</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFJ6JzW8msTHFW13Z3Zy7mz9hIdd-JEHlOUfcCVH_H9wJM0V9u-7a1kIZNKJEDo1AhDRKiEFAeU4cCu1lc2aCSo4kO_rsWHcXlX8dQCsVICiphf29TkVZJRNVIp2hRvu4RkiZKxUxDpS32/s1600/bakery.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="310" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFJ6JzW8msTHFW13Z3Zy7mz9hIdd-JEHlOUfcCVH_H9wJM0V9u-7a1kIZNKJEDo1AhDRKiEFAeU4cCu1lc2aCSo4kO_rsWHcXlX8dQCsVICiphf29TkVZJRNVIp2hRvu4RkiZKxUxDpS32/s400/bakery.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;&lt;br /&gt;&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;
&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;Τ&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;ο καλύτερο ψωμί στο χωριό το έβγαζε από παλιά ο φούρνος του μακαρίτη. Ζυμωτές με το χέρι φραντζόλες και καρβέλια, ψημένα όλα σε φούρνο με ξύλα. «Αρτοποιία Βλάχου» έγραφε η μικρή ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο, αλλά όλοι οι ντόπιοι ως «φούρνο του μακαρίτη» τον ήξεραν. Πρόλαβα ζωντανό τον Σταύρο Βλάχο, τον μακαρίτη. Ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, κοντά δύο μέτρα, με ανοιχτές πλάτες, πυκνά καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια. Ωραίος άντρας. Είχε ανοίξει τον φούρνο, όταν στο χωριό δεν υπήρχε παρά μόνο το μπακάλικο του μπαρμπα-Τάση, το «μαγαζί» του χωριού.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;       &lt;/span&gt;Στην αρχή ο Σταύρος δούλευε τον φούρνο μαζί με τη γυναίκα του, μιαν αεράτη τριαντάρα, «ξενόφερτη», όπως έλεγαν οι ντόπιοι. Η Καίτη, αυτό ήταν το όνομά της, ήταν Σαλονικιά. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς ποιος δρόμος την έβγαλε στο χωριό και στο σπίτι του Σταύρου. Όλοι όμως ήξεραν με κάθε λεπτομέρεια τα τσιλιμπουρδίσματα του Σταύρου με τις ντόπιες και τις ξένες. Γιατί ο Σταύρος, εκτός από το καλό ψωμί, ήξερε να εκτιμάει και τις ωραίες γυναίκες, ανεξάρτητα από την ηλικία, την καταγωγή και την οικογενειακή τους κατάσταση. Ως έμπειρος φούρναρης, τις ζύμωνε με μαεστρία στην τεράστια αγκαλιά του, αφήνοντάς τις στο τέλος αφράτες και ζεστές σαν φρεσκοψημένες φραντζόλες.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;       &lt;/span&gt;Η Καίτη κατάλαβε γρήγορα τα χούγια του άντρα της. Αν δεν είχαν κάνει ήδη τον γιο τους, θα είχε παρατήσει τον Σταύρο και τον φούρνο του και θα είχε γυρίσει στη βορινή πατρίδα της. Για χάρη του αγοριού της όμως, περιορίστηκε να εγκαταλείψει μόνο τον φούρνο• τουλάχιστον έτσι γλίτωσε από τα συγκαταβατικά έως κοροϊδευτικά βλέμματα που της έριχναν οι χωριανοί, καθώς τους τύλιγε τις φραντζόλες και τα παξιμάδια.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;      &lt;/span&gt;Οι δουλειές του Σταύρου στον φούρνο πήγαιναν καλά. Έφτιαχνε διάφορα αρτοσκευάσματα που άρεσαν πολύ και στους ντόπιους, αλλά και στους ξένους που πλημμύριζαν τα καλοκαίρια το χωριό. Σ’ αυτούς τους τελευταίους ο Σταύρος ήξερε να πασάρει με τρόπο κανένα λίγο μπαγιάτικο τσουρέκι, μερικά πολυκαιρισμένα κουλούρια ή χθεσινό ψωμί. Έτσι κι αλλιώς, όταν το έπαιρναν είδηση, ήταν ήδη μακριά στο δρόμο της επιστροφής ή δίπλα στη θάλασσα, με το κύμα να ξεπλένει την οργή για την κοροϊδία του φούρναρη. Η Καίτη τον μάλωνε. Την ενοχλούσαν περισσότερο τα μπαγιάτικα πράγματα που πούλαγε ο άντρας της στους πελάτες του, παρά το φρέσκο κέρατο που πέρναγε στην ίδια τουλάχιστον μία φορά το μήνα.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;      &lt;/span&gt;Τον ίδιο καιρό που έγινε αντιληπτή η οικονομική κρίση που κατέτρωγε τη χώρα, έδωσε και τα πρώτα του &amp;nbsp;σημάδια ο καρκίνος που έτρωγε το πάγκρεας του Σταύρου. Η λεβέντικη κορμοστασιά του σούρωσε, οι πλάτες του σκέβρωσαν, τα μαλλιά του αραίωσαν και άσπρισαν, τα μάγουλά του ήρθαν να βρουν τις κόγχες τους. Στο τέλος έγινε όλος χαλκοκίτρινος. Πριν υπογραφεί το πρώτο μνημόνιο που θα αναποδογύριζε τη χώρα, ο Σταύρος πρόλαβε να μετοικήσει στον χλοερό τόπο της αναπαύσεως, απέναντι από την εκκλησία του Σταυρού, για να βγει αληθινό-έστω και κάπως νωρίς-το τάμα της μάνας του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;Ε&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;ίχα αρκετά χρόνια να πάω στο χωριό. Σπουδές, δουλειά, οικογένεια, όλο κάτι τύχαινε• και τα καλοκαίρια συνήθως νησιά, κάθε καλοκαίρι και διαφορετικό. Τη φετινή χρονιά όμως τα οικονομικά ήταν χειρότερα από ποτέ και τα εισιτήρια των πλοίων απλησίαστα. Έτσι, το χωριό αποδείχτηκε &amp;nbsp;σωτήρια λύση για διακοπές. Μετά από τόσα χρόνια, δεν μου φάνηκε να είχαν αλλάξει πολλά πράγματα. Βέβαια, είχε ανοίξει ένας θερινός κινηματογράφος που έπαιζε τις εμπορικές ταινίες της χρονιάς, καθώς και ένα μεγάλο φαρμακείο, όπου μπορούσα να βρω όλα σχεδόν τα βιολογικά καλλυντικά που χρησιμοποιούσα.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;      &lt;/span&gt;Ο «φούρνος του μακαρίτη» ήταν στην ίδια γωνιά, στο στενό που ανέβαινε προς την εκκλησία του Σταυρού. Οι προθήκες είχαν μείνει ίδιες από τον καιρό που ζούσε ο Σταύρος• το ίδιο και η ταμπέλα «Αρτοποιία Βλάχου», μόνο που τώρα ήταν λουστραρισμένη και γυαλιστερή. Όλα στη θέση τους, τα ψωμιά στα καλάθια, τα κουλούρια στις λαμαρίνες, τα ντόπια ζυμαρικά σε πλαστικές συσκευασίες πάνω στον ίδιο πάγκο. Δίπλα στην είσοδο του φούρνου ήταν εγκατεστημένο ένα μικρό ψυγείο γεμάτο με έτοιμα σάντουιτς και αραβικές πίτες. Στο βάθος του μαγαζιού, μέσα στο παρασκευαστήριο, ένας ψηλός και γεροδεμένος νεαρός &amp;nbsp;με ανοιχτές πλάτες και πυκνά καστανά μαλλιά φούρνιζε και ξεφούρνιζε πολλές ώρες την ημέρα, ακούγοντας χιπ-χοπ από ένα ψηφιακό ραδιοφωνάκι.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;      &lt;/span&gt;Στο ταμείο η Καίτη, μαυροφορεμένη, αφρατεμένη απ’ τα χρόνια κι από το τσιμπολόγημα στον φούρνο, με τα μεγάλα καστανά της μάτια χωνεμένα από τη συνήθεια, χτύπαγε στην ταμειακή μηχανή αραιά και πού καμιά απόδειξη, έτσι για τα μάτια του κόσμου που έχει γνωστούς στο ΣΔΟΕ, ενώ τις περισσότερες φορές κοίταζε με το ίδιο, στερεότυπα θλιμμένο και αφηρημένο ύφος τον πελάτη, κάνοντάς τον να νιώθει σχεδόν ένοχος που σκέφτηκε να ζητήσει απόδειξη. Πάνω από το κεφάλι της, στον τοίχο ακριβώς πίσω από το ταμείο, κρεμόταν ένα μεγάλο κάδρο με τον μακαρίτη, προφανώς επεξεργασμένο με κάποια από τις πρώτες εκδόσεις του Photoshop. Ο Σταύρος στη μεγάλη του ακμή, ευθυτενής, αγέρωχος, ντυμένος τα χειμωνιάτικά του, περικομμένος με το ψαλίδι του Photoshop και επικολλημένος &amp;nbsp;μπροστά από μια άποψη της παραλίας του χωριού, με τα πόδια να φαίνονται σαν να μην πατάνε στα χαλίκια. Έμοιαζε στη φωτογραφία σαν από μηχανής θεός που κατέβηκε από ψηλά για λίγο, ίσα να δει πώς πάνε οι δουλειές στον φούρνο. Είχε μάλιστα αυτή η φωτογραφία του Σταύρου το ίδιο θλιμμένο και αφηρημένο βλέμμα με τη χήρα του, μόνο που αν επέμενες να τον κοιτάζεις παρατεταμένα, θα τον έβλεπες κάποια στιγμή να σου κλείνει πονηρά το αριστερό πάντα μάτι, όπως έκανε ζωντανός, όταν σου έγνεφε συνωμοτικά να μην πάρεις ψωμί από το καλάθι, αλλά να περιμένεις να σου δώσει εκείνος από το φρέσκο, μόλις αδειάσει ο φούρνος από τους ξένους πελάτες.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFJ6JzW8msTHFW13Z3Zy7mz9hIdd-JEHlOUfcCVH_H9wJM0V9u-7a1kIZNKJEDo1AhDRKiEFAeU4cCu1lc2aCSo4kO_rsWHcXlX8dQCsVICiphf29TkVZJRNVIp2hRvu4RkiZKxUxDpS32/s72-c/bakery.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">3</thr:total></item><item><title>Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας χωρίς τον Όμπερον</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/08/blog-post.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Mon, 19 Aug 2013 09:08:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-2960901019195212621</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEieCyi6Kt6DWDLdM1HPNyrxCvJK2BIS07rxrbSyfrk_nHVvJmJCtrC7hyO-w-KWMD4TDS3GZYLKvWUJkezy0hUR6IRkLsWeBmlZzgMo7N40Qs6NcQOlErBdf9vEQo2qdPH1PAAgcihaswpM/s1600/asanser5.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="266" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEieCyi6Kt6DWDLdM1HPNyrxCvJK2BIS07rxrbSyfrk_nHVvJmJCtrC7hyO-w-KWMD4TDS3GZYLKvWUJkezy0hUR6IRkLsWeBmlZzgMo7N40Qs6NcQOlErBdf9vEQo2qdPH1PAAgcihaswpM/s400/asanser5.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Σ&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;ήμερα τα
ξημερώματα είδα ένα παράξενο όνειρο. Ίσως να έφταιγε η προχωρημένη ώρα που
έφτασα να ξαπλώσω, κολλημένη ώρες και για πολλοστή φορά με τη βιογραφία του
Αλμπέρ Καμύ· ίσως ο ήχος-έστω και σε χαμηλή ένταση-της τηλεόρασης, που έπαιζε
τον «Νονό» (εξάλλου εγώ προέτρεψα την Έλλη να μην το χάσει)· ίσως το φεγγάρι
που έχει σχεδόν ξεχειλίσει, προετοιμάζοντας την αυριανή πανσέληνο. Στο καλάθι της
βεράντας, η γάτα του σπιτιού, η Σίβυλλα, κοιμόταν ήσυχα αγκαλιά με το γατάκι της,
τη Φρίντα. Η Φρίντα γεννήθηκε φέτος ανήμερα στα γενέθλια της &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Frida&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Kahlo&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;, μαζί με άλλα δύο αδελφάκια που δεν
επέζησαν. Το τέλος και των δύο άλλων γατιών έλαβε χώρα στη βεράντα κι επειδή η
Φρίντα ήταν εξαφανισμένη, φωνάζαμε τη Σίβυλλα «Μήδεια», μέχρις ότου, μετά από
δεκαπέντε περίπου μέρες, &amp;nbsp;εμφάνισε με
καμάρι στο χαλάκι της εξώπορτας τη μοναχοκόρη της, στρουμπουλή και χνουδωτή σαν
λούτρινο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;span style="line-height: 115%;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt; Α&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;υτή είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα
που θα ήταν απαραίτητη σ’ έναν ψυχαναλυτή για να εμβαθύνει στο όνειρο. Ας έρθουμε
στο ίδιο το όνειρο. Βρίσκομαι στο πατρικό μου σπίτι και είναι μεσημέρι. Ξαπλώνω
«στην κάμαρά μου την παιδική», με τη μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη και ένα δροσερό
αεράκι να θροΐζει την κουρτίνα. Επεξηγώ στους νεότερους, κάποτε, ναι,
κοιμόμαστε έτσι. Κι όμως, στο όνειρο νιώθω ανασφάλεια, «λες να μπει κανένας;»
σκέφτομαι και σηκώνομαι να κλείσω τη τζαμαρία. Τότε βλέπω στην άκρη του
μπαλκονιού, στον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας, έναν άνδρα να αναρριχάται.
Έχει μακριά μαλλιά σαν χαίτη και η πλάτη του είναι γυμνή. Αυτά μόνο προλαβαίνω
να δω και μπαίνω στο σπίτι έντρομη. Ξυπνάω τους γονείς μου και τηλεφωνώ στην
αστυνομία. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Αστυνομικός υπηρεσίας», ακούγεται
μια γυναικεία νυσταγμένη φωνή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Κάποιος προσπαθεί να μπει στο σπίτι
μας από το μπαλκόνι», ψελλίζω με φωνή που τρέμει.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Πώς το ξέρετε;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Πώς ξέρω τι;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Ότι θέλει να μπει στο σπίτι σας».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Μα… είναι κρεμασμένος έξω από το
μπαλκόνι μας….»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Και πώς είστε σίγουρη ότι θα μπει
μέσα;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Και τότε τι κάνει κρεμασμένος;
Ενδυνάμωση δικεφάλων;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; «Μη με ειρωνεύεστε, παρακαλώ»,
απαντάει η αστυνομικός με αυστηρό ύφος. Η γραμμή κλείνει, μάλλον για τεχνικούς
λόγους. Πριν ξανακαλέσω τον αριθμό, πάω στο καθιστικό. Η μητέρα μου έχει
αναστατώσει όλη την πολυκατοικία. Οι γυναίκες από τα άλλα διαμερίσματα,
καθισμένες στις πολυθρόνες, συζητάνε. Είναι στολισμένες, σαν να έχουν έρθει για
καφέ. Ξαναπηγαίνω στο τζάμι της κρεβατοκάμαρας και κοιτάζω στο μπαλκόνι. Ο
άνδρας είναι ακόμα εκεί. Έχει πηδήξει στο μπαλκόνι και είναι ακίνητος.
Γυρισμένος ανφάς, είναι γοητευτικός. Έχει γλυκά χαρακτηριστικά· θυμίζει τον
Οσάμα Μπιν Λάντεν· κι εκείνος είχε μορφή που εξαπατούσε. Ξανακαλώ την
αστυνομία.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Έπεσε η
γραμμή», απολογούμαι στην αστυνομικό.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Λοιπόν;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Είναι μέσα
στο μπαλκόνι».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Και τι
κάνει;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Στέκεται».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Ακίνητος;»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Προς το
παρόν, ναι».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Από το
καθιστικό η σύναξη των γυναικών έχει φτάσει σε τσακίρ κέφια. Μιλάνε και γελάνε
δυνατά. Ο πατέρας μου περιμένει δίπλα, να ακούσει το αποτέλεσμα της συνομιλίας
μου με την αστυνομικό. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Ξέρετε, δεν
είναι σίγουρο ότι έχει έρθει στο σπίτι σας για κακό».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Μα τι λέτε;
Με κοροïδεύετε;» λέω και η υπομονή μου έχει πια εξαντληθεί. Κλείνω το τηλέφωνο
και ξαναπάω στη τζαμαρία. Η ταραχή μου μεγαλώνει. Στο μπαλκόνι είναι τώρα τρεις
άνδρες, ο όμορφος και άλλοι δύο, μεγαλύτεροι σε ηλικία και μάλλον
κακοσουλούπωτοι. Βγαίνω έξω. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει. Αυτή η αγωνία δεν
αντέχεται άλλο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEigsRJ1nIUSodYZ-s_E8zNU44-motVHntIrgNaK-uPEfnjZXrSzkMyUWdsOJLzOHLH3OSiOaJIk1Ox82wOcr8uExN84DApKfsBODpIdLJyG_SFRSp3TKt8zXFKr7hULIahywHfEQ54t2dnc/s1600/al-pacino-the-godfather-part-ii.png" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="236" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEigsRJ1nIUSodYZ-s_E8zNU44-motVHntIrgNaK-uPEfnjZXrSzkMyUWdsOJLzOHLH3OSiOaJIk1Ox82wOcr8uExN84DApKfsBODpIdLJyG_SFRSp3TKt8zXFKr7hULIahywHfEQ54t2dnc/s320/al-pacino-the-godfather-part-ii.png" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; «Θέλετε
κάτι;» ρωτάω με αφέλεια.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Όχι, ευχαριστούμε»,
απαντάει ο πιο ψηλός και πιο μεγάλος σε ηλικία. «Τα δίχτυα θα καθαρίσουμε μόνο».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Τα… δίχτυα;…»&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;«Ναι… ξέρετε…
δεν μπορεί ένας μόνος του. Χρειάζεται να είμαστε περισσότεροι». &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κοιτάζω καλύτερα. Οι άνδρες έχουν
απλώσει δίχτυα στην έξω μεριά του μπαλκονιού. Αρχίζουν να τα τραβάνε λίγο-λίγο,
ενώ ταυτόχρονα τα ξεμπλέκουν και τα καθαρίζουν από κολλημένα λέπια και φύκια.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ξυπνάω απότομα. Βρίσκομαι ξανά στο
Αλεποχώρι. Από την τηλεόραση ακούγεται το καταπληκτικό μουσικό θέμα του Νίνο
Ρότα. Όνειρο ήταν και πάει. Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, με την πανσέληνο να
παραμονεύει. Η Έλλη κλείνει την τηλεόραση και μπαίνει στο μπάνιο. Πόσο με
ηρεμούν οι απλοί, συνηθισμένοι ήχοι του σπιτιού…&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEieCyi6Kt6DWDLdM1HPNyrxCvJK2BIS07rxrbSyfrk_nHVvJmJCtrC7hyO-w-KWMD4TDS3GZYLKvWUJkezy0hUR6IRkLsWeBmlZzgMo7N40Qs6NcQOlErBdf9vEQo2qdPH1PAAgcihaswpM/s72-c/asanser5.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Σημειώσεις για τον Μεσαίωνα</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/05/blog-post.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Wed, 1 May 2013 19:00:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-5227048263198384419</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhvxrIhyhNPJoF1A4IkMcBqJSXQctFEfzOPf4YKtzlA9JeWGEOsLpOiI9HCQPLF_utHdCU7bDdaCPKwDSMGVfCrHhnk8sZ8hk6X85qbzNgdoTkFRynWBnU0uAKSJml60yxD7t0ZAD0p5gi1/s1600/andrei-rublev1.png" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="195" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhvxrIhyhNPJoF1A4IkMcBqJSXQctFEfzOPf4YKtzlA9JeWGEOsLpOiI9HCQPLF_utHdCU7bDdaCPKwDSMGVfCrHhnk8sZ8hk6X85qbzNgdoTkFRynWBnU0uAKSJml60yxD7t0ZAD0p5gi1/s400/andrei-rublev1.png" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Μεγάλη Δευτέρα βράδυ, πρώτη ημέρα της εβδομάδας
των Παθών του Κυρίου και πρώτη φορά που ένιωσα ότι θέλω να σπάσω στο ξύλο
κάποιον, έναν άντρα, και μάλιστα άγνωστο. Ίσως είχε να κάνει με τις τρεις και
κάτι ώρες του &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Αντρέι Ρουμπλιόφ&lt;/i&gt; στο
Άστυ. Πρώτη φορά που κατάφερνα να δω την ταινία ολόκληρη σε σκοτεινή αίθουσα. Μέχρι τώρα είχα δει κομμάτια της ταινίας εξόριστα στις τηλεοπτικές ζώνες που
απευθύνονται σε φαροφύλακες και πάσχοντες από οικογενή αϋπνία, ξεκινώντας με
την ίδια θέληση κάθε φορά, από την αρχή μέχρι την άνευ όρων παράδοση στον ύπνο,
στο μέσο κάποιας από τις πρώτες ιστορίες της ταινίας. Αυτή τη φορά, η ώρα της μοναδικής προβολής στον κινηματογράφο ήταν ώρα
ενάργειας, δυνητικά ώρα μελέτης. Το φιλμ ξετυλιγόταν στο κινηματογραφικό πανί σημαδεμένο από τον χρόνο∙ χιλιάδες
κουκίδες και γραμμές διέτρεχαν τα μιλιμέτρ του σελιλόιντ σαν μυοψίες σε μάτια
υπερήλικα. Η αίθουσα με λίγο κόσμο. Όλοι το ίδιο αποφασισμένοι με μένα, εκτός
από τις δύο ηλικιωμένες κυρίες που είχαν μπερδέψει την ώρα προβολής και
πίστευαν ότι θα δουν τον Μάρλον Μπράντο στο &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;«Λεωφορείο ο Πόθος»∙ μάλλον δεν τις ικανοποίησε
ο Ανατόλι Σολονίτσιν, αφού έφυγαν στα μισά του δεύτερου από τα τρία μέρη. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Η ταινία είναι ένα σκηνοθετικό
επίτευγμα. Οι επιμέρους ιστορίες του μοναχού αγιογράφου Αντρέι Ρουμπλιόφ με τους
συντρόφους του, Δανιήλ και Κύριλλο, αποτελούν μόνο αφετηρίες για να δώσει ο
Ταρκόφσκι μια αριστουργηματική αναπαράσταση της μεσαιωνικής Ρωσίας. Άγιοι και
βάρβαροι, γελωτοποιοί και σαλοί, άρχοντες και δούλοι, όλοι κάνουν το πέρασμά &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;τους από την κατάλευκη από το χιόνι και
ταυτόχρονα ζοφερή από τον Μεσαίωνα κινηματογραφική πραγματικότητα του σκηνοθέτη,
με ηχητικό περίβλημα την υποβλητική μουσική του Βιατσεσλάφ Οφτσίνικοφ, κάπως να
λειαίνει τις σκληρές, απάνθρωπες σκηνές της ταινίας. Ένιωσα τυχερή που δεν ζω
στον Μεσαίωνα, έστω κι αν η εναλλακτική μου μοίρα ήταν τούτη εδώ η Ελλάδα της κρίσης.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Γυρίζοντας με το μετρό λίγο μετά τα
μεσάνυχτα, η θορυβώδης συζήτηση δύο νέων ανδρών με εμφανές πρόβλημα εξάρτησης
από ουσίες μου φάνηκε δυστυχώς πολύ οικεία, καθόλου ενοχλητική, όπως πάντα όμως
εξαιρετικά θλιβερή. Στην έξοδο από το μετρό, με κατεύθυνση προς τη στάση του
τραμ, κατέβηκε μαζί μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα. Σωματώδης, μεγάλη κοιλιά
με οριζόντιες ρίγες λόγω της μπλούζας του, αθλητικά παπούτσια χωρίς άλλη
ένδειξη σωματικής άσκησης∙ τουναντίον, ο άντρας βάδιζε περίεργα, σαν πλοίο που
τραμπαλίζεται στο κύμα, και ξεφυσούσε ρυθμικά, εμφανώς-τουλάχιστον σε μένα-όχι
από δύσπνοια, αλλά από κάποια άλλη διαταραχή της ψυχής ή της αντίληψης.
Κρατούσε μια σακούλα με σουβλάκια και μπίρες. Δίπλα του βάδιζε ένα αγόρι γύρω
στα δώδεκα, κι αυτό με το ίδιο περίεργο βάδισμα, χωρίς το αντίστοιχο ξεφύσημα,
αλλά με μια σακούλα με σουβλάκια και γκαζόζες, παιδική μάλλον &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;version&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;της σακούλας του
μπαμπά. Καθώς η εικόνα πατέρα και γιου πήρε να ξεμακραίνει, είδα δίπλα μου να
περπατάει μόνο του ένα μικρό κορίτσι. Ήταν δεν ήταν δέκα χρονών, με μαλλί κοντό
κακοκουρεμένο, φούξια μπλούζα και μπλε παντελόνι κι ένα τενεκεδάκι με γκαζόζα
στο χέρι. Περπατούσε τρικλίζοντας, σαν μεθυσμένο ή σαν να είχε κάποιου είδους
διαταραχή βάδισης. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τη ρωτήσω αν έχει χαθεί, αν
χρειάζεται κάτι. Όμως το κοριτσάκι επιτάχυνε το σχεδόν αθετωσικό βάδισμά του
μέχρι που έφτασε τον πατέρα με τον γιο∙ κατάλαβα ότι εκείνη ήταν η κόρη και
πήρε να συμπληρώνεται στο μυαλό μου η περίεργη οικογένεια. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Το τραμ θα ερχόταν σε δεκαεπτά λεπτά.
Έβγαλα τη Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά δεν πρόλαβα να γυρίσω στη σελίδα που είχα
μείνει. Την προσοχή μου τράβηξε η αγριοφωνάρα του πατέρα που μάλωνε το αγόρι. Η
ομιλία του ήταν τραχιά, οι φράσεις κοφτές, η προφορά καθαρά ελληνική, προς αποφυγή
λανθασμένων συνειρμών. &lt;em&gt;Μαλακισμένο, θα σε γαμήσω, μουνί της θείας σου, ηλίθιο,
θα πάρεις τ’ αρχίδια μου, θα σου κλάσω τ’ αρχίδια.&lt;/em&gt; Δεν συνηθίζω να γράφω χυδαιολογήματα,
μάλιστα ίσως οι ιστορίες μου να είναι λεκτικά σχεδόν αποστειρωμένες∙ όμως αυτό
που έβλεπαν τα μάτια μου και άκουγαν τα αυτιά μου μόνο με τις πραγματικές
λέξεις μπορεί να περιγραφεί. Το αγόρι απαντούσε κι αυτό, δεν μπορούσα να ακούσω
πώς, και τότε ο πατέρας τού έδινε μπάτσους, ή τουλάχιστο προσπαθούσε να του
δώσει, γιατί ο μικρός του ξέφευγε. Κάποια στιγμή, μετακινήθηκαν και οι τρεις
και στάθηκαν μπροστά από τη βιτρίνα ενός κινέζικου καταστήματος με ρούχα. Το κοριτσάκι σταμάτησε να πίνει τη γκαζόζα του και κάτι σχολίασε. Αντί για απάντηση, ο
πατέρας της κατάφερε με την ανάστροφη της παλάμης του ένα γερό χτύπημα κατακέφαλα∙ η μικρή προς στιγμήν κλονίστηκε, αλλά δεν έπεσε∙ της έπεσε όμως το
κουτάκι με τη γκαζόζα, που κατρακύλησε στο πεζοδρόμιο διανύοντας μερικά μέτρα,
με τη γκαζόζα να ρέει από το στόμιο. «Άντε να χαθείς ηλίθιο! Μαλακισμένο! Το
μουνί της μάνας που σε έβγαλε! Πάρτο από κάτω. Πιες το, δεν έχει τίποτα». Το
κοριτσάκι, μισοκλαίγοντας, μισογελώντας, πήρε το κουτάκι της γκαζόζας από κάτω
και συνέχισε να πίνει. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Έβραζα. Νόμισα ότι θα τον σκοτώσω. Είπα
να καλέσω την Αστυνομία. Δεν ήμουν σίγουρη όμως. Δεν ήξερα αν νομικά έχω το
δικαίωμα να καταγγείλω κάτι τέτοιο, αν πρέπει να υπάρχουν άλλοι μάρτυρες, αν θα
θέλουν να έρθουν άλλοι μάρτυρες. Δεν είδα και κανέναν άλλο από τους παρευρισκόμενους
να αντιδρά. Όλες οι καταραμένες συμβάσεις της πολιτισμένης κοινωνίας. Αν ήμουν
άντρας στον Μεσαίωνα θα του είχα καρφώσει ένα ξίφος στην καρδιά, ή καλύτερα
πάνω από το στέρνο, στη &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;σφαγή&lt;/i&gt;, όπως λέγεται
ανατομικά το σημείο. Θα τον είχα σφάξει. Και μετά θα έπαιρνα το άλογό μου και
θα εξαφανιζόμουν. Αντί γι’ αυτό, ήρθε το τραμ. Μπήκαμε όλοι μέσα, κι εγώ, και
το κτήνος με τα παιδάκια, και το ερωτευμένο ζευγαράκι, και ο ψηλόλιγνος ιερέας.
Καθίσαμε στις θέσεις μας. Πολύ μακριά από το κτήνος εγώ. Τον παρατηρούσα όμως.
Ευτυχώς είχε σταματήσει να μιλάει, αν βέβαια ο λόγος του εμπίπτει στο φάσμα της
ανθρώπινης ομιλίας. Κατέβηκαν στην ίδια στάση με μένα. Κατευθύνθηκαν αντίθετα,
με το ίδιο ανισόρροπο βάδισμα και οι τρεις. Θα τους περιμένει στο σπίτι η μαμά,
σκέφτηκα πικρόχολα. Να ρίξουν μερικές μπουνιές και οι δυο μαζί στα «ηλίθια», να
τα βάλουν στο κρεβάτι να «ψοφήσουν» και μετά αυτός να της ρίξει δυο ανάποδες μέχρις
ότου εκείνη πειστεί να του δώσει το «μουνί» της για καληνύχτα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Κτηνώδεις καταστάσεις της διπλανής
πόρτας. Μην πάμε μακριά, στον Μεσαίωνα και στους βαρβάρους∙ εξάλλου οι άνθρωποι
αυτοί «ήσαν μια κάποια λύσις». Ο Μεσαίωνας της διπλανής πόρτας δεν ξεβρωμίζει τόσο
εύκολα∙ σκοντάφτει σε νομικά πλαίσια, διατυπώσεις, γραφειοκρατικές διαδικασίες
με προοπτική διεκπεραίωσης που υπερβαίνει τη μέση διάρκεια της ανθρώπινης ζωής&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα, και είπανε
πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;


&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhDLu_Jj5NZ_Em9UfQ3BdbSd6LE61pxzXnGOj2VKWAn5DoiwlroBRIg4IcLdLgkMC3Q22K6MJy_fmtHUm2Ss3ZL_L452ZQPBnNeUggdkjxs5-nsCtKnqvY0vfGOiXs7bhWEj1hm51v8QeSh/s1600/rublev+1.png" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="168" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhDLu_Jj5NZ_Em9UfQ3BdbSd6LE61pxzXnGOj2VKWAn5DoiwlroBRIg4IcLdLgkMC3Q22K6MJy_fmtHUm2Ss3ZL_L452ZQPBnNeUggdkjxs5-nsCtKnqvY0vfGOiXs7bhWEj1hm51v8QeSh/s400/rublev+1.png" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhvxrIhyhNPJoF1A4IkMcBqJSXQctFEfzOPf4YKtzlA9JeWGEOsLpOiI9HCQPLF_utHdCU7bDdaCPKwDSMGVfCrHhnk8sZ8hk6X85qbzNgdoTkFRynWBnU0uAKSJml60yxD7t0ZAD0p5gi1/s72-c/andrei-rublev1.png" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">3</thr:total></item><item><title>Μόμπιλε</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/04/blog-post_21.html</link><category>Ασπρόμαυρες ιστορίες</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 21 Apr 2013 14:03:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-3211914655859534669</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhTEPy6O44DIVVA7srzdMTO2SUGLfnN0F5y7dcOgCqVy0FL0t3k6SDr-SRIp9dZVKjFS_XHXlmeJGyiqZajf4ld5cRyjVsZ6aaZ3TU5TzIuPa77JUuuUMYrrGBeD2neknxo-zxQQvthYsvj/s1600/%CE%9C%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B5.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhTEPy6O44DIVVA7srzdMTO2SUGLfnN0F5y7dcOgCqVy0FL0t3k6SDr-SRIp9dZVKjFS_XHXlmeJGyiqZajf4ld5cRyjVsZ6aaZ3TU5TzIuPa77JUuuUMYrrGBeD2neknxo-zxQQvthYsvj/s400/%CE%9C%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B5.jpg" width="200" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Κ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;άθε πρωί &amp;nbsp;η Ανθή ξυπνούσε κάτω από ένα μόμπιλε∙ δύο αιωρούμενα ανθρωπάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που κρέμονταν &amp;nbsp;με πετονοκλωστή από μια μπλε στεφάνη στολισμένη με αχνοκίτρινα αστέρια. Οι κλωστές είχαν διαφορετικά μήκη, έτσι το αγόρι κρεμόταν λίγο ψηλότερα από το κορίτσι. Τα δύο ανθρωπάκια είχαν τα χέρια τους ανοιχτά σαν να πέταγαν∙ πρόδιδε τούτη η σε διαφορετικό ύψος αιώρηση τη μάταιη επιδίωξη ενός στιγμιαίου εναέριου σμιξίματος, που μόνο από ατύχημα, αν δηλαδή έσπαγε η κλωστή του αγοριού, έμελλε να πραγματοποιηθεί. Η Ανθή &amp;nbsp;περνούσε πολλά από τα άυπνα βράδια της παρατηρώντας τα ανθρωπάκια του μόμπιλε και σκαρώνοντας με το μυαλό της ιστορίες, ώσπου να καταφέρει να αποκοιμηθεί, συνήθως πάνω στην κορύφωση της ιστορίας.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Το μόμπιλε ήταν δώρο της θεία της, χαρισμένο σε κάποια εφηβικά γενέθλια πριν από δέκα χρόνια περίπου. Η θεία Ζωή, που μόνο Ζωή ήθελε να την φωνάζουν, ήταν η ζωή προσωποποιημένη. Ήταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, ψηλή και λεπτοφυής, με χαριτωμένες κινήσεις και μελωδική φωνή. Η Ζωή είχε μαγικά χέρια. Ζωγράφιζε, έφτιαχνε μικρά γλυπτά, έπλεκε, από καλάθια μέχρι λεπτές δαντέλες. Είχε κάνει πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι πίνακες της, κυρίως πορτρέτα, γίνονταν ανάρπαστοι και οι γκαλερίστες την πολιορκούσαν αχόρταγα. Είχε σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Παρίσι, όπου γνώρισε και τον άντρα της, έναν επιτυχημένο γάλλο φωτογράφο. Είχαν δουλέψει μαζί κάποια χρόνια στην Ευρώπη, όμως μετά τον γάμο ο Πιερ της είχε ζητήσει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Τον μάγευε το ελληνικό φως, της έλεγε∙ αναδείκνυε αλλιώς τις φωτογραφίες του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;α πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν βγαλμένα από παραμύθι. Είχαν αγοράσει ένα σπίτι στη Μεθώνη και απομονώνονταν εκεί τις περιόδους που δημιουργούσαν τους πίνακες και τις φωτογραφίες. Το σπίτι αυτό ήταν μικρό, αλλά πολύ όμορφο, σχεδιασμένο με καλλιτεχνική ευαισθησία σε κάθε σημείο του. Η Ανθή και οι γονείς της είχαν φιλοξενηθεί πολλές φορές τα καλοκαίρια. &amp;nbsp;Πολύ μικρή τότε η Ανθή, παρατηρούσε με ενδιαφέρον τα ερωτικά παιχνίδια του ζευγαριού στη θάλασσα, καθώς οι δυο τους απομακρύνονταν κολυμπώντας κρατημένοι από τα χέρια, μέχρι που γίνονταν δυο μακρινές κουκίδες σε γαλάζιο φόντο∙ γρήγορα οι δυο κουκίδες γίνονταν μία και χάνονταν πια από τα μάτια της Ανθής. Όταν αργότερα έβγαιναν από τη θάλασσα, ήταν &amp;nbsp;χαμογελαστοί, όμορφοι και ηλιοκαμένοι∙ τόσο διαφορετικοί από τους γονείς της που παρέμεναν την περισσότερη ώρα κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης, ξαπλωμένοι με τα ασπρουλιάρικα πλαδαρά τους σώματα, γκρινιάζοντας και μασουλώντας.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Το παραμυθένιο ζευγάρι όμως σύντομα βρήκε εμπόδια στην ονειρεμένη κοινή διαδρομή. Ο Πιερ αρρώστησε∙ εκείνο τον καιρό η Ανθή άκουγε συχνά από τους γονείς της τη λέξη καρκίνος. Δεν πέθανε, ούτε φάνηκε τίποτα επάνω του. Οι γονείς της όμως σιγοκουβέντιαζαν συχνά μεταξύ τους ότι η Ζωή κι ο Πιερ δεν θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Πραγματικά, το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά, κι αυτό ήταν καλό για την Ανθή, αφού εκείνη τους κάλυπτε με χαρά αυτό το κενό. Ο Πιερ και η Ζωή έπαιρναν μαζί τους τη μικρή Ανθή σε εκδρομές, βόλτες και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κι εκείνη ρούφαγε άπληστα εικόνες, ήχους &amp;nbsp;και χρώματα που δεν μπορούσε να βρει στο δικό της μονότονο σπίτι με τους συνηθισμένους γονείς.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Καθώς μεγάλωνε και καταλάβαινε περισσότερο, η Ανθή έβλεπε ότι ο Πιερ ήταν στενοχωρημένος όλο και πιο συχνά. Είχε σταματήσει να φωτογραφίζει και οι πολυάριθμες μηχανές του έμεναν ξεχασμένες στα ράφια τους, καλυμμένες συνήθως από ένα λεπτό στρώμα σκόνης. Η Ζωή της είχε πει ότι ο Πιερ έπασχε από κατάθλιψη. Τον παρακολουθούσε ψυχίατρος∙ του έδινε φάρμακα. Ο Πιερ έπαιρνε τα φάρμακα, στην αρχή τακτικά, αργότερα λιγότερο τακτικά, ώσπου στο τέλος τα σταμάτησε. Κάποια μέρα όμως μάλλον το μετάνιωσε και τα ξαναπήρε∙ όλα μαζί, τρία κουτιά. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη πολύ αργά. Ο γιατρός είπε ότι είχε «εισροφήσει γαστρικό περιεχόμενο». Κειτόταν πάνω στο ακριβό ασιατικό χαλί, μπλαβής και παγωμένος, με τα γαλάζια του μάτια μισάνοιχτα, προσηλωμένα στο κενό.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; Η Ζωή είχε αντιδράσει με μια περίεργα αξιοπρεπή θλίψη, βουβή και συγκρατημένη. Μόνο οι πίνακές της άλλαξαν. Τα πρόσωπα έγιναν γέρικα και σκυθρωπά. Τα χρώματα έγιναν αποχρώσεις του γκρίζου. Και η ίδια η Ζωή ήταν για πολύ καιρό σκυθρωπή και άχρωμη. Δεν ανέβαινε συχνά στην Αθήνα. Είχε βάλει κήπο στο σπιτάκι της Μεθώνης και παρηγοριόταν να σκαλίζει τα λουλούδια και τα μυρωδικά χόρτα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Α&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;υτό κράτησε αρκετά χρόνια, ώσπου μια Κυριακή πρωί η Ζωή πήρε την ανιψιά της τηλέφωνο να πάνε για καφέ. Η Ζωή έκανε περισσότερη παρέα με την Ανθή, παρά με τη μητέρα της, κι ας ήταν αδελφές. Το πρωινό εκείνο η Ανθή είχε βρει τη θεία της πιο όμορφη παρά ποτέ∙ κι επιτέλους ξανά με χρώματα. Η Ζωή ήταν ελαφρά μακιγιαρισμένη, φορούσε ένα απλό γαλάζιο πουκάμισο κι ένα κόκκινο μαντίλι στο λαιμό. Παρέμενε λεπτή και καλλίγραμμη παρά την ηλικία της και το εφαρμοστό λινό παντελόνι την κολάκευε ιδιαίτερα. Είχε πει στην Ανθή ότι θα έκανε μια αναδρομική έκθεση των πορτρέτων της σε μια γνωστή γκαλερί. &amp;nbsp;Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε έρθει για λίγες μέρες στην Αθήνα. Η Ανθή είχε περάσει ολόκληρη εκείνη την ημέρα με τη θεία της, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, όπως παλιά. Πόσο θα ήθελε να ήταν να είχε τη Ζωή για μητέρα, αντί της αδελφής της…&lt;br /&gt;
Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Η Ζωή ήταν πάλι εξαφανισμένη. Προετοιμασίες για την έκθεση, είχε υποθέσει η Ανθή. Τις λίγες φορές που μιλούσαν στο τηλέφωνο ακουγόταν πάλι άκεφη. Κάποια μέρα είπε στην ανιψιά της ότι η έκθεση είχε ματαιωθεί∙ λόγω οικονομικών προβλημάτων η γκαλερί πήγαινε για κλείσιμο. Είχε πάλι κλειστεί στο καταφύγιο της Μεθώνης. Η Ανθή έκανε κάποια ταξίδια-αστραπή τα Σαββατοκύριακα για να επισκεφθεί τη θεία της. Η Ζωή είχε βρει κοντά στο κάστρο ένα θηλυκό γατάκι, τη Φλώρα. &amp;nbsp;Την είχε περιμαζέψει, την είχε εμβολιάσει και την είχε μαζί της μέσα στο σπίτι. Ασχολιόταν μαζί της πολλές ώρες την ημέρα. Η Φλώρα ήταν κατάμαυρη, με γυαλιστερό τρίχωμα και τα συνηθισμένα χρυσοπράσινα μάτια που δίνει η φύση στις μαύρες γάτες. Ανεβοκατέβαινε στα έπιπλα του σπιτιού, κουλουριαζόταν στα πόδια της Ζωής και την έπαιρνε από πίσω στις δουλειές του κήπου. Όμως η Ζωή της είχε βάλει έναν απαράβατο κανόνα: δεν μπορούσε να βγει εκτός σπιτιού. Το πορτάκι στο κάτω μέρος της αυλόπορτας ήταν διπλοκλειδωμένο. Η Φλώρα τριβόταν συχνά πάνω του, σαν να προσπαθούσε να το ανοίξει και να βγει στον δρόμο. Όμως η Ζωή την μάλωνε και την απομάκρυνε με το πόδι της από το επίμαχο σημείο. Η Ανθή είχε χαρεί βλέποντας ότι η θεία της είχε βρει έναν σκοπό∙ κάτι για να νοιάζεται. Είχε μόνο λίγο ανησυχήσει με τις φωτογραφίες του Πιερ. Η Ζωή είχε βγάλει από τα συρτάρια όλες τις φωτογραφίες του Πιερ, από τις παιδικές του μέχρι αυτές της κοινής τους ζωής, τις είχε βάλει σε κορνίζες διαφόρων μεγεθών και τις είχε σκορπίσει σε κάθε γωνιά του σπιτιού, όπου μπορούσε να σταθεί ή να κρεμαστεί κορνίζα∙ σαν να φιλοξενούσε το σπίτι της Μεθώνης μια αναδρομική έκθεση της ζωής του Πιερ με όλο το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό. Η Ανθή είχε παραξενευτεί, αφού ποτέ η θεία της δεν είχε τόσες φωτογραφίες στο σπίτι, ακόμα κι όταν ζούσε ο Πιερ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ην ημέρα των εξηκοστών δεύτερων γενεθλίων της Ζωής, ανήμερα την Πρωτομαγιά, η Ανθή προγραμμάτισε άλλο ένα ταξίδι-αστραπή στη Μεθώνη. Δεν είχε μιλήσει με τη θεία της για μέρες. Στο κινητό &amp;nbsp;η άχρωμη γυναικεία φωνή της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας την καθησύχαζε στερεότυπα ότι η κλήση της προωθείται, όμως η προώθηση αυτή ήταν χωρίς αποτέλεσμα για μέρες, τόσο που η Ανθή άρχισε να εκνευρίζεται με τον ψυχρό επαγγελματικό τόνο της φωνής και έκλεινε το τηλέφωνο, πριν καν ακούσει το ρήμα «προωθείται». Το σταθερό τηλέφωνο η θεία της το είχε καταργήσει για οικονομία∙ στην αίτηση διακοπής προς τον ΟΤΕ είχε δηλώσει ότι «της ήταν περιττή αυτή η μικρή σταθερότητα, όταν τίποτα άλλο πια τριγύρω δεν ήταν σταθερό». &amp;nbsp;Η Ανθή είχε πάρει και τη μητέρα της μαζί∙ έλπιζε μόνο να μην τσακωθούν πάλι οι δύο αδελφές, όπως συνήθιζαν τον τελευταίο καιρό.&lt;br /&gt;
Η διαδρομή προς τη Μεσσηνία είχε γίνει παιχνιδάκι με τον καινούριο δρόμο. Η Ανθή ήταν έμπειρη οδηγός∙ απολάμβανε την οδήγηση∙ ένιωθε ελεύθερη και ανάλαφρη όταν έτρεχε σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας. Άκουγε μουσικές που ταίριαζαν στην εποχή, στην ημέρα και στην περίσταση. Αυτή τη φορά αναγκαστικά οι επιλογές της περιορίζονταν &amp;nbsp;λόγω της μητέρας της, που δυσανασχετούσε σε ακούσματα διαφορετικά από αυτά που έπαιζε ο αγαπημένος της ραδιοφωνικός σταθμός. Τελικά, μάνα και κόρη συμφώνησαν αμοιβαία σε Χατζιδάκι και το ταξίδι κύλισε απροβλημάτιστα, συνοδευμένο από τις ντελικάτες μελωδίες του Μάνου και τις ευρηματικές ρίμες του Γκάτσου. Κάπου εκεί προς το τέλος του «Μεγάλου Ερωτικού», έφτασαν στη Μεθώνη. Σταμάτησαν στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του κέντρου. Η Ζωή έπαιρνε από εκεί δίπλες και συνόδευε τον απογευματινό καφέ της. Οι δίπλες ήταν φρέσκιες, τους είπε η ντόπια πωλήτρια∙ πράγματι, τα χρυσοκίτρινα μελένια ρυάκια που τις διέσχιζαν, ρευστά ακόμα αφού το ζυμάρι δεν είχε κρυώσει εντελώς, αποδείκνυαν τα λεγόμενα της πωλήτριας. Πήραν ένα μεγάλο κουτί∙ η πωλήτρια έδεσε μια κόκκινη κορδέλα και τη σγούρυνε με το ψαλίδι∙ η Ανθή είχε καιρό να δει αυτή την κίνηση∙ στα ζαχαροπλαστεία της Αθήνας συνήθως έβαζαν &amp;nbsp;έτοιμους αυτοκόλλητους φιόγκους με το λογότυπο της επιχείρησης.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Το σπίτι της Ζωής ήταν αρκετά απόμερο, χαμένο μέσα σε περιβόλια, με θέα στο μικρό νησάκι απέναντι, τη Σαπιέντζα. «Τι βρίσκει και κάνει εδώ στην ερημιά, μόνη της…», είπε με βαριεστημένο ύφος η μητέρα της Ανθής. Το γαλάζιο Χόντα σταμάτησε έξω από την αυλόπορτα της Ζωής. Ο κήπος φαινόταν μισοεγκαταλειμμένος∙ τα αγριόχορτα ήταν ψηλά και ανάμεσά τους, σαν παθιασμένα φιλιά, πρόβαλλαν κατακόκκινες οι παπαρούνες. Μια στριγκιά φωνή ακούστηκε και από ένα δέντρο ξεπρόβαλε η Φλώρα. Η Ζωή απόρησε∙ η γάτα ποτέ δεν κυκλοφορούσε έξω μόνη της. Η Φλώρα νιαούριζε επίμονα, σαν να πεινούσε ή σαν να προσπαθούσε κάτι να πει. Η φύση είχε αδικήσει αυτά τα πανέξυπνα ζώα, που δεν τους έδωσε μιλιά, σκέφτηκε η Ανθή∙ ας τη στερούσε από μερικούς ανθρώπους∙ κέρδος θα είχε.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η Ανθή χτύπησε το κουδούνι της θείας της. Συνήθως έμπαινε μόνη της, αφού όμως είχε χτυπήσει μία φορά. Η Ζωή ποτέ δεν έβγαινε να ανοίξει. Ήταν πάντα ξεκλείδωτα∙ όχι όμως τώρα. Η Ζωή έσπρωξε ελαφρά την πόρτα του κήπου όπως έκανε συνήθως, αλλά ήταν κλειστή. Έπιασε το πόμολο και το ανεβοκατέβασε μερικές φορές∙ ήταν κλειδωμένη. Χτύπησε ξανά το κουδούνι∙ αρκετές φορές∙ η Ζωή μάλλον έλειπε. Μπορεί να είχε κατεβεί στο χωριό για ψώνια∙ περίεργο που δεν την είχαν συναντήσει. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν με απορία. Η μητέρα της ήθελε επειγόντως να πάει στην τουαλέτα∙ με τον καφέ έξω από την Τρίπολη και το ταρακούνημα της διαδρομής &amp;nbsp;κόντευε να κατουρηθεί. Έβγαλε από την τσάντα της τα κλειδιά της∙ από παλιά, όταν ζούσε ακόμα ο Πιερ, &amp;nbsp;η Ζωή της είχε δώσει κλειδιά του σπιτιού. Να νιώθεις αυτό το σπίτι σαν δικό σου, να έρχεσαι όποτε θέλεις, &amp;nbsp;της είχαν πει και οι δύο μαζί τότε. Άνοιξε την πόρτα του κήπου. Η Φλώρα διπλώθηκε στα πόδια της να περάσει πρώτη. Τι εγωιστικά ζωντανά, σκέφτηκε η Ανθή, αναθεωρώντας τη μομφή που είχε προηγουμένως ρίξει στη φύση. Τελικά, όλα είχαν φτιαχτεί με σοφία, σκέφτηκε ανταλλάσοντας αμοιβαία μια θυμωμένη ματιά με τη Φλώρα. Η γάτα εξαφανίστηκε τρυπώνοντας στο πορτάκι της αποθήκης.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η μητέρα της Ανθής ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, ενώ η Ανθή, πιο πίσω, κουβαλούσε τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα τους. Ευτυχώς η μητέρα της δεν είχε πάρει πολλά πράγματα. Μπαίνοντας στο σπίτι τις χτύπησε μια άσχημη μυρωδιά∙ κλεισούρα και κάτι άλλο∙ σαπίλα. Άνοιξαν τη μπαλκονόπορτα του καθιστικού, να μπει καθαρός αέρας∙ η Σαπιέντζα απέναντι φαινόταν σαν ζωγραφιά∙ η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή. Η μητέρα της έσπευσε στο μπάνιο, ενώ η Ανθή προχώρησε να ανοίξει τα παράθυρα και στο υπόλοιπο σπίτι∙ μπήκε πρώτα στο υπνοδωμάτιο της θείας της. Και τότε πάγωσε στη θέση της. Από το κέντρο του ταβανιού, με μεταλλικό σκοινί περασμένο σε θηλιά από τον λαιμό, κρεμόταν το άψυχο σώμα της Ζωής∙ ισορροπούσε στον αέρα ακίνητο, με τα χέρια μαραμένα, πεσμένα στα πλευρά. Το πρόσωπό της είχε ένα σταχτοπράσινο χρώμα, σαν &amp;nbsp;αυτό που παίρνουν τα μπρούτζινα αγάλματα, όταν μείνουν πολύ καιρό ασυντήρητα. Φορούσε ένα λευκό ταγιέρ, που είχε χρόνια να βάλει, και τις ψηλοτάκουνες γόβες της, που όμως είχαν γλιστρήσει από τα πόδια της και ήταν πεσμένες ανάποδα στο πάτωμα. Στο μισοσκόταδο του κλειστού δωματίου, η θεία της έμοιαζε με γιγάντιο μόμπιλε∙ έλειπε μόνο η κίνηση, η αιώρηση, η επιθυμία που είχαν τα ανθρωπάκια στο προηγούμενο μόμπιλε που είχε φτιάξει η Ζωή, αυτό που της είχε χαρίσει.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η Ανθή ένιωσε ξαφνικά μια έντονη αδυναμία, σαν να κόπηκαν τα πόδια της∙ την έκοψε ένας κρύος, ενοχλητικός ιδρώτας, σαν να περπατούσαν στο σώμα της εκατομμύρια βρεγμένα μυρμήγκια∙ αισθάνθηκε τα μάτια της να θολώνουν. Από το μπάνιο άκουσε το καζανάκι∙ η μητέρα της είχε τελειώσει. Ξαφνικά, η θέα της κρεμασμένης θείας άρχισε να ξεθωριάζει∙ μπερδεύτηκε με άλλες εικόνες∙ η Ανθή έβλεπε στη θέση της τα δικά της αιωρούμενα ανθρωπάκια να κυνηγιούνται στον αέρα με τα χέρια ανοιχτά. Τα πόδια της λύγισαν∙ πρόλαβε να πιαστεί από το κεφαλάρι και να πέσει στο κρεβάτι της Ζωής. &amp;nbsp;Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε τρίζοντας. «Ουφ, ξαλάφρωσα! Κόντεψα να σκάσω τόσες ώρες. Δεν πρόκειται να ξαναπιώ καφέ σε ταξίδι…», πρόλαβε να ακούσει η Ανθή, πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhQOfGmcmBNrdnC5nmhdGGDdunxfi3l3-pMUvXdpri9Ks1Tc8y1L6F92GwFrlSzMLoHssFREnAxhniIIm82L6ihj1g_nZXJtLtvqM_FUrRChBilJpGpbNTpsCdJg9V9dRgOzTvqHV2njnEz/s1600/%CE%9C%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B5.png" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhQOfGmcmBNrdnC5nmhdGGDdunxfi3l3-pMUvXdpri9Ks1Tc8y1L6F92GwFrlSzMLoHssFREnAxhniIIm82L6ihj1g_nZXJtLtvqM_FUrRChBilJpGpbNTpsCdJg9V9dRgOzTvqHV2njnEz/s400/%CE%9C%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B5.png" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhTEPy6O44DIVVA7srzdMTO2SUGLfnN0F5y7dcOgCqVy0FL0t3k6SDr-SRIp9dZVKjFS_XHXlmeJGyiqZajf4ld5cRyjVsZ6aaZ3TU5TzIuPa77JUuuUMYrrGBeD2neknxo-zxQQvthYsvj/s72-c/%CE%9C%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%B5.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Μια χούφτα ρύζι</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/04/blog-post.html</link><category>Ασπρόμαυρες ιστορίες</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 7 Apr 2013 08:07:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-482543269448204830</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi456B7mb9kcrS6tgXHZ5AM54CC9xWgh6WHlK3IQ_C4hmNKkJngPgW25vFO_33dhKqNcnTkw5wX0M9koqVpZ4DpAKjxqnRcaN3HmCUwBoS6Tzi7JLL15T9UDeoCku3MzoI0tBMrwSIZ3WJn/s1600/%CE%9C%CE%B9%CE%B1+%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1+%CF%81%CF%8D%CE%B6%CE%B9.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="240" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi456B7mb9kcrS6tgXHZ5AM54CC9xWgh6WHlK3IQ_C4hmNKkJngPgW25vFO_33dhKqNcnTkw5wX0M9koqVpZ4DpAKjxqnRcaN3HmCUwBoS6Tzi7JLL15T9UDeoCku3MzoI0tBMrwSIZ3WJn/s320/%CE%9C%CE%B9%CE%B1+%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1+%CF%81%CF%8D%CE%B6%CE%B9.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ην ημέρα που ο Λαέρτης Δαμασκηνός έφτασε στο νησί, η θάλασσα ήταν αφρισμένη και ο ουρανός μαύρος και υγρός, έτοιμος να επιτεθεί με σταγόνες σε ό,τι βρισκόταν από κάτω του. Το μικρό πλοίο τραμπαλίστηκε αρκετά πάνω στα ασυγχρόνιστα κύματα, μέχρι που έπιασε στο στενό λιμανάκι. Σε όλη τη διαδρομή, ο Λαέρτης παρατηρούσε ένα μισοζαλισμένο χελιδόνι, κουρνιασμένο στην πρύμνη, ακίνητο σαν πεθαμένο. Το πουλί δεν μετακινήθηκε ούτε κι όταν το πλοίο αγκυροβόλησε.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;     &lt;/span&gt;Ο Δαμασκηνός στάθηκε στην κορυφή της λευκής στριφογυριστής σκάλας του καταστρώματος. Ένιωθε τόσο ζαλισμένος, που του φάνηκε για μια στιγμή πως η σκάλα έμοιαζε με λευκό τριαντάφυλλο&lt;span style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;∙ ψ&lt;/span&gt;ηλάφησε και ανέσυρε ένα κουτί από τη δεξιά τσέπη του σακακιού του. Ήταν ένα σπιρτόκουτο από αυτά που κυκλοφορούσαν παλιά. Η μπροστινή όψη του έδειχνε μια σαρακατσάνα με τη στολή της, ενώ η πίσω είχε τη συνηθισμένη επιγραφή «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ». Το σπιρτόκουτο ήταν γεμάτο με κόκκους ρυζιού.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;     &lt;/span&gt;Ο Δαμασκηνός έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Περασμένο μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα, κι όμως ήταν σαν βράδυ. Κάθισε στο μοναδικό καφενείο του λιμανιού. Ένα μισονυσταγμένο γκαρσόνι ήρθε να του πάρει παραγγελία. Η πείνα ήταν το κυρίαρχο αίσθημα του αυτή τη στιγμή. Σκέφτηκε να ζητήσει τον κατάλογο, αμέσως όμως και η ίδια του η σκέψη του φάνηκε αστεία. Παράγγειλε τοστ κι ένα ποτήρι παγωμένο γάλα. Το γκαρσόνι έγνεψε καταφατικά, ίσως και λίγο κοροϊδευτικά.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;     &lt;/span&gt;Ο Δαμασκηνός ρούφηξε με πραγματική λαιμαργία το παγωμένο γάλα, που απλώθηκε σαν βάλσαμο στις ταλαιπωρημένες από την πείνα και τη ναυτία πτυχές του στομάχου του. Ένιωθε ήδη καλύτερα. Έκοψε το τοστ σε μικρά κομμάτια κι άρχισε να τρώει αργά, με το βλέμμα προσηλωμένο στις κλωστές του λιωμένου τυριού που απλώνονταν στο πιάτο και με το μυαλό βυθισμένο σε απανωτές σκέψεις. Έβγαλε πάλι από την τσέπη του το σπιρτόκουτο και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Η σαρακατσάνα, απτόητη από το κουραστικό ταξίδι, τον κοίταζε με το γνωστό επικριτικό ύφος, ίδιο κι απαράλλαχτο εδώ και είκοσι περίπου χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ην ημέρα που ο Λαέρτης Δαμασκηνός αγόρασε το σπιρτόκουτο ήταν είκοσι χρόνια νεότερος, είχε μαύρα σγουρά μαλλιά που είχαν αρχίσει λίγο ν’ αραιώνουν στο μέτωπο, κάπνιζε Καρέλια άφιλτρα, άκουγε βινύλια από δεύτερο χέρι αγορασμένα με δραχμές στο Μοναστηράκι και πάλευε να τελειώσει με κάποια μαθήματα που χρώσταγε στην Αρχιτεκτονική.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt;  &lt;/span&gt; Ήταν η μέρα του γάμου της Άννας. Σταμάτησε, θυμόταν, σε ένα περίπτερο έξω από την εκκλησία και αγόρασε σπίρτα και τσιγάρα. Από την πρώτη στιγμή πήρε στα χέρια του τα δυο κουτιά, η ματιά του σταμάτησε στη σαρακατσάνα του σπιρτόκουτου. «Τι διάολο, δεν βρήκαν άλλη να βάλουν στο κουτί;» είχε κάνει τη σκέψη, απομακρύνοντας στιγμιαία το μυαλό του από την Άννα, για να επανέλθει όμως αμέσως, με το άναμμα του πρώτου τσιγάρου. Η τελετή αργούσε, μάλλον εκείνος είχε φτάσει νωρίς, και δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Είχε καπνίσει απανωτά τα τσιγάρα του πακέτου, αδειάζοντας ταυτόχρονα πάνω από τα μισά σπίρτα της σαρακατσάνας.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;Ο κόσμος που κατέφθανε για το μυστήριο τού ήταν άγνωστος. Κι εκείνος δεν ήξερε γιατί είχε ανταποκριθεί στην πρόσκληση&lt;span style="font-family: 'Times New Roman', serif;"&gt;∙ η&lt;/span&gt;&amp;nbsp;Άννα έλαμπε στο πλευρό του συζύγου της, πιο όμορφη από ποτέ. Όμως-τι ειρωνεία-φορούσε τα σκουλαρίκια που της είχε χαρίσει ο Λαέρτης στο πρώτο τους ραντεβού. Μάλλον αλήθεια έλεγε ότι ήταν τα αγαπημένα της. Όταν τη χαιρέτισε, ήταν ευγενική μαζί του και έδειξε να χαίρεται που τον έβλεπε. Ο Λαέρτης της ευχήθηκε και στάθηκε στην πλευρά των ανδρών, για να παρακολουθήσει το μυστήριο. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Ο ιερέας είχε να τελέσει άλλους δύο γάμους, έτσι δεν υπήρχε χρόνος για πολλά. Οι εξαδέλφες της Άννας μοίρασαν ρύζι στους καλεσμένους. Ο Λαέρτης το κρατούσε σφιχτά στην ιδρωμένη του παλάμη, τόσο που η χούφτα του είχε γίνει αληθινή γροθιά. Στον χορό του Ησαΐα, προσπάθησε να ανοίξει δρόμο και να βρεθεί πιο κοντά στο ζευγάρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Στο τέλος της τελετής, με το ρύζι ακόμα στο χέρι και τα μάτια θολωμένα από δάκρυα που δεν άφηνε να βγουν, έφυγε από την εκκλησία, χωρίς να χαιρετίσει και χωρίς να πάρει μπομπονιέρα. Πριν μπει στο αυτοκίνητό του, έβγαλε από το σπιρτόκουτο τα λίγα σπίρτα που είχαν απομείνει και άδειασε μέσα του το ρύζι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ε&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ίκοσι χρόνια μετά, το ρύζι στο σπιρτόκουτο είχε διατηρηθεί αναλλοίωτο• αποδείχθηκε τελικά πιο κατάλληλο για φαγητό, παρά για να ριζώνει γάμους, αφού η Άννα χώρισε μετά από μερικά χρόνια. Τον είχε πάρει αρκετές φορές τηλέφωνο, στην αρχή πιο συχνά, αργότερα τα τηλεφωνήματα αραίωσαν. Ο Δαμασκηνός είχε προσπαθήσει να αντισταθεί. Η ζωή του είχε γυρίσει σελίδα, είχε πάρει πια τον δρόμο της και αυτός ο δρόμος δεν περνούσε από το μικρό κυκλαδονήσι όπου έμενε πια μόνιμα η Άννα. Ο Δαμασκηνός ταξίδευε πολύ, συνήθως για μελέτες του γραφείου του. Ήταν παντρεμένος πολλά χρόνια, εντελώς φαλακρός ακόμα περισσότερα, καθιερωμένος αρχιτέκτονας και πατέρας μιας πανέμορφης κόρης. Όλα του είχαν έρθει πρίμα στη ζωή.&lt;br /&gt;
&lt;span class="Apple-tab-span" style="white-space: pre;"&gt; &lt;/span&gt;Δεν θα σκεφτόταν καθόλου να κάνει αυτό το ταξίδι, αν δεν ήταν αυτό το σπιρτόκουτο, χωμένο αλλά όχι ξεχασμένο, στο βάθος του συρταριού του γραφείου του. Κάθε φορά που άνοιγε να πάρει κάτι, ξεχώριζε το επιτιμητικό βλέμμα της αγέρωχης σαρακατσάνας να πέφτει επάνω του βαρύ, μέσα από συνδετήρες, μολύβια σχεδίασης και χαρτοκόπτες. «Επιτέλους, Λαέρτη, τι θα γίνει με αυτό το ρύζι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi456B7mb9kcrS6tgXHZ5AM54CC9xWgh6WHlK3IQ_C4hmNKkJngPgW25vFO_33dhKqNcnTkw5wX0M9koqVpZ4DpAKjxqnRcaN3HmCUwBoS6Tzi7JLL15T9UDeoCku3MzoI0tBMrwSIZ3WJn/s72-c/%CE%9C%CE%B9%CE%B1+%CF%87%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B1+%CF%81%CF%8D%CE%B6%CE%B9.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Αντικατοπτρισμοί και άλλα παράνομα παιχνίδια του φωτός</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/03/blog-post.html</link><category>Liquid photos</category><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 10 Mar 2013 17:40:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-5980481124389111555</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ι άνθρωποι δεν θα’ πρεπε να αφήνουν καθρέφτες κρεμασμένους στα δωμάτιά τους, λέει σε μια αφήγησή της η Βιρτζίνια Γουλφ, παρακολουθώντας μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρίσκεται μόνη στο σπίτι, αντιμέτωπη με τον καθρέφτη και τη ζωή της. &amp;nbsp;Το ανελέητο φως του καθρέφτη έχει την ικανότητα να κατατρώει σαν οξύ καθετί ασήμαντο κι επιφανειακό και να διεισδύει στα εσώτερα της ύπαρξης αφήνοντας γυμνή την αλήθεια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhMhLVKhpGknKsUwRBicNhiW01ztV_ZKmicMCGx-Edtdz-xGFoeQhLc8_FCVvPB2rfLf7KYlq_a74Vh135DlN7cVQSj-IZvW5znXaOQdOAmcgyodDatx18f8EZA9zhwChRMCHjtUVGQlEtY/s1600/2013-02-23+14.38.37.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="227" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhMhLVKhpGknKsUwRBicNhiW01ztV_ZKmicMCGx-Edtdz-xGFoeQhLc8_FCVvPB2rfLf7KYlq_a74Vh135DlN7cVQSj-IZvW5znXaOQdOAmcgyodDatx18f8EZA9zhwChRMCHjtUVGQlEtY/s400/2013-02-23+14.38.37.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
Δεν είναι όμως μόνο οι καθρέφτες που απειλούν το περίβλημα των ανθρώπων. Είναι όλες εκείνες οι υγρές ή γυαλιστερές επιφάνειες που αντανακλούν το φως, με άφθαστο επαγγελματισμό οι μόνιμες (τα τζάμια των σπιτιών, οι βιτρίνες των καταστημάτων, το νερό της λίμνης) ή εντελώς ερασιτεχνικά οι ευκαιριακές (το βρεγμένο πεζοδρόμιο, οι λακούβες στον δρόμο μετά τη βροχή), δημιουργώντας μπροστά στα ανύποπτα μάτια των περαστικών μια εικονική πραγματικότητα πιο επιθετική από εκείνη του διαδικτύου. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει κρυφό∙ χωρίς αιδώ οι ανακλώσες επιφάνειες το καταδίδουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση, ένας συνομιλητής με σκούρα γυαλιά, φέρνει τον άλλο αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό, αιχμαλωτίζοντας τις εκφράσεις, τις ματιές και τις γκριμάτσες του στα σκούρα κρύσταλλα που φρουρούν το δικό του βλέμμα.&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEihCAtgD906a8UvxNlF6AjdAtgHuOavfZmpRZ77b-uNvv_rp-6pzNANW_qS5Do_mvwEUk_LNsi95wdNgnKwx7S1vkvLcYaJTo9XHtUBzXengJ28dFlW5wHfYs30bTgfiqUAOQmHE4F2l3n6/s1600/Sunglasses+2.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="263" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEihCAtgD906a8UvxNlF6AjdAtgHuOavfZmpRZ77b-uNvv_rp-6pzNANW_qS5Do_mvwEUk_LNsi95wdNgnKwx7S1vkvLcYaJTo9XHtUBzXengJ28dFlW5wHfYs30bTgfiqUAOQmHE4F2l3n6/s400/Sunglasses+2.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
Καμιά φορά η προδοσία έχει αγαθό σκοπό∙ τουλάχιστον με τέτοια πρόθεση έχουν τοποθετηθεί οι στρογγυλοί καθρέφτες στα πολυσύχναστα σταυροδρόμια, να προειδοποιούν για τον επερχόμενο κίνδυνο∙ συχνά όμως θυμίζουν τους παραμορφωτικούς καθρέφτες του λούνα-παρκ, έτσι όπως απεικονίζουν σχεδόν κοροϊδευτικά στρογγυλεμένες τις σιλουέτες των περαστικών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjEFXJNMbLHyAQcE7vbuFXwVtOKDSpYfgp_jaYu0sSo0fkJV8I0VXoeCtXzD-N8M4hRAYun_eQn2ERWFr5FzoDzieI7Jtuc_OPNAq47dmlaYuNyoIwg9u-gF1eGn_BGAkEV5-MzaLwPjSiw/s1600/Street+mirror.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="318" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjEFXJNMbLHyAQcE7vbuFXwVtOKDSpYfgp_jaYu0sSo0fkJV8I0VXoeCtXzD-N8M4hRAYun_eQn2ERWFr5FzoDzieI7Jtuc_OPNAq47dmlaYuNyoIwg9u-gF1eGn_BGAkEV5-MzaLwPjSiw/s400/Street+mirror.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
Άλλες πάλι φορές το φως παίζει άνισα παιχνίδια∙ καθώς ανυποψίαστοι πεζοί βαδίζουν βιαστικοί, φορτωμένοι τις &amp;nbsp;έγνοιες τους, υψώνονται και πετάνε πάνω από θεόρατα κτήρια, εικονογραφώντας εν αγνοία τους τις διαφημιστικές πινακίδες &amp;nbsp;εύρωστων επιχειρήσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEihPq1sKxUUIqBi_StDuj3vnEJQsCMNI-m53RL5kKeCxrgcQKKJZ7kxuSc8k2Fm5ueJI79lowgzr5uYSWTcJsKDaGqIBVKMfD03ZYdqTXQcp2nthfVT3VNEk-Nj3TraVST09QNSB7y3xP-K/s1600/Barcelona+mirror.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="261" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEihPq1sKxUUIqBi_StDuj3vnEJQsCMNI-m53RL5kKeCxrgcQKKJZ7kxuSc8k2Fm5ueJI79lowgzr5uYSWTcJsKDaGqIBVKMfD03ZYdqTXQcp2nthfVT3VNEk-Nj3TraVST09QNSB7y3xP-K/s400/Barcelona+mirror.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
ή ενώ μια σοβαρή κυρία περιμένει ένα ραντεβού, βρίσκεται άθελά της σε μια βιτρίνα να κοιτά μαύρα αισθησιακά εσώρουχα που ποτέ ίσως δεν θα τολμούσε να φορέσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi8ljJSvVNYEwBXD5yb-yJhcdGIbmR672E20YBAOm-4e6lCSJw_waqL0r4a8GR3clMOXAxGuR5baI8p3YcwRYpjJsizU4rXZkW7041fV8PRAVkvATNJx5Gm4wsyAW4ySXN7Bw7kdQMYelYp/s1600/DSCN3359a.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="302" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi8ljJSvVNYEwBXD5yb-yJhcdGIbmR672E20YBAOm-4e6lCSJw_waqL0r4a8GR3clMOXAxGuR5baI8p3YcwRYpjJsizU4rXZkW7041fV8PRAVkvATNJx5Gm4wsyAW4ySXN7Bw7kdQMYelYp/s400/DSCN3359a.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γοητευτική εκδοχή αυτού του παιχνιδίσματος είναι η μεταμόρφωση ενός συνηθισμένου επιβατικού αυτοκινήτου σε πίνακα ζωγραφικής άγνωστου, αλλά πολύ ταλαντούχου δημιουργού με έργα εξαίσια όσο και εφήμερα.&lt;br /&gt;
&lt;div&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgFej2Mts82FAxK1L8oQ0QMBoVp1hbzIGnQ8L7tDcyEp7Ip-aea7pWYuFyL5fNFjg7lLIEJIK6_gjaoLzF-KEHSfX3VttZ5pB1b9EggEqaxt1WCbGe3hYEmv9tfV3lxY2k-yrX4DtAwNmmv/s1600/Opel+painting.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="302" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgFej2Mts82FAxK1L8oQ0QMBoVp1hbzIGnQ8L7tDcyEp7Ip-aea7pWYuFyL5fNFjg7lLIEJIK6_gjaoLzF-KEHSfX3VttZ5pB1b9EggEqaxt1WCbGe3hYEmv9tfV3lxY2k-yrX4DtAwNmmv/s400/Opel+painting.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Α&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;πό μικρή κυνηγούσα τις αντανακλάσεις του φωτός, πρώτα με τα μάτια και αργότερα με τον φωτογραφικό φακό. Στο τέλος έφθασαν να με κυνηγούν αυτές, να με βρίσκουν αφηρημένη και ανυποψίαστη και να μου αποκαλύπτονται αιφνιδιαστικά, όπως εκείνη η σχεδόν &lt;a href="http://liquiddaysgr.blogspot.gr/2012/11/sauchiehall.html"&gt;σουρεαλιστική οφθαλμαπάτη σε ένα καφέ της Γλασκώβης&lt;/a&gt;, όπου ένας επιτοίχιος καθρέφτης πήρε μια κοπέλα από τον φίλο της και την κάθισε δίπλα σε μια γυναίκα, κάνοντάς τις να κουβεντιάζουν σαν δυο καλές φίλες, εν αγνοία της πραγματικής φίλης της γυναίκας, που καθόταν κρυμμένη πίσω από την κολόνα με τον καθρέφτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι βρεγμένες μέρες είναι ο πιο κατάλληλος χρόνος για να κυνηγήσει κανείς θαύματα. Την ώρα που η βροχή έχει καταλαγιάσει, αφήνοντας τα υδάτινα υπολείμματά της ανυπεράσπιστα πάνω στις ψυχρές, αδιάφορες επιφάνειες κτηρίων και αντικειμένων, έρχεται το φως με παιχνιδιάρικη διάθεση και τα ζωγραφίζει με εικόνες. Τότε είναι που δίπλα στο σκουριασμένο μεταλλικό καπάκι του πεζοδρομίου κατεβαίνει ένας συννεφιασμένος ουρανός, ζωντανεμένος αραιά και πού από τα πετούμενά του ή που η λακκούβα με τα νερά ξαφνικά βλασταίνει, λουλουδιάζει και γίνεται όμορφη σαν καλοχτενισμένο παρτέρι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi92Cj8tbz_JweZ443rFYak_SzwTn2TDS5gq0tfb7o2hq81-8yEFmZsG1Kua8zoZsMCIU8l-hjX-4e3sJbVA1_mMMhOjFRUABI8nb6yL8FOmQLBWmBIcBJzmmGyQZxhDtqmgW-zcod-Ov6P/s1600/Flowers+in+the+dirt.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="302" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEi92Cj8tbz_JweZ443rFYak_SzwTn2TDS5gq0tfb7o2hq81-8yEFmZsG1Kua8zoZsMCIU8l-hjX-4e3sJbVA1_mMMhOjFRUABI8nb6yL8FOmQLBWmBIcBJzmmGyQZxhDtqmgW-zcod-Ov6P/s400/Flowers+in+the+dirt.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
Ποτέ δεν συμπάθησα την ίδια τη βροχή, πάντα όμως με μαγνήτιζαν οι βρεγμένες μέρες, ίσως γιατί τότε είναι που βγαίνουν από τις κρυψώνες τους όλες αυτές οι μαγικές και εύθραυστες εικόνες και ξεμυτίζουν τα μυστηριώδη πλάσματα που γεννά η σχεδόν ερωτική συνεύρεση του νερού με το φως. Μάλλον μετά από μια τέτοια βρεγμένη μέρα, πλέον δεν θυμάμαι ακριβώς, &amp;nbsp;είδε το φως του διαδικτύου και τούτο το ιστολόγιο∙ εξ ου ίσως και ο τίτλος Liquid days.&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhMhLVKhpGknKsUwRBicNhiW01ztV_ZKmicMCGx-Edtdz-xGFoeQhLc8_FCVvPB2rfLf7KYlq_a74Vh135DlN7cVQSj-IZvW5znXaOQdOAmcgyodDatx18f8EZA9zhwChRMCHjtUVGQlEtY/s72-c/2013-02-23+14.38.37.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item><item><title>Virginia Woolf: The Lady in the Looking-Glass (1929)</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/02/virginia-woolf-lady-in-looking-glass.html</link><category>Δανεικά κι αγύριστα</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sat, 16 Feb 2013 15:53:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-5585778005324459513</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjSWlTDA-cZU-OgGryhku1Nn85PdlQTVaW2psM_PG8s7a6e0YrHiP8b86EGJRYCA26wdOOIx_ozE6JrH4dLV2siFW0NViULr3EajY_k9RunpnoO3gTlOpyzu0Y1LleRIcfuYr5Votv3gtiD/s1600/Virginia+Woolf+2.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjSWlTDA-cZU-OgGryhku1Nn85PdlQTVaW2psM_PG8s7a6e0YrHiP8b86EGJRYCA26wdOOIx_ozE6JrH4dLV2siFW0NViULr3EajY_k9RunpnoO3gTlOpyzu0Y1LleRIcfuYr5Votv3gtiD/s400/Virginia+Woolf+2.jpg" width="258" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;P&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;eople should not leave looking-glasses hanging in their rooms any more than they should leave open cheque books or letters confessing some hideous crime. One could not help looking, that summer afternoon, in the long glass that hung outside in the hall. Chance had so arranged it. From the depths of the sofa in the drawing-room one could see reflected in the Italian glass not only the marble-topped table opposite, but a stretch of the garden beyond. One could see a long grass path leading between banks of tall flowers until, slicing off an angle, the gold rim cut it off.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;The house was empty, and one felt, since one was the only person in the drawing-room, like one of those naturalists who, covered with grass and leaves, lie watching the shyest animals - badgers, otters, kingfishers - moving about freely, themselves unseen. The room that afternoon was full of such shy creatures, lights and shadows, curtains blowing, petals falling - things that never happen, so it seems, if someone is looking. The quiet old country room with its rugs and stone chimney pieces, its sunken book-cases and red and gold lacquer cabinets, was full of such nocturnal creatures. They came pirouetting across the floor, stepping delicately with high-lifted feet and spread tails and pecking allusive beaks as if they had been cranes or flocks of elegant flamingoes whose pink was faded, or peacocks whose trains were veined with silver. And there were obscure flushes and darkenings too, as if a cuttlefish had suddenly suffused the air with purple; and the room had its passions and rages and envies and sorrows coming over it and touting it, like a human being. Nothing stayed the same for two seconds together.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;But, outside, the looking-glass reflected the hall table, the sun-flowers, the garden path so accurately and so fixedly that they seemed held there in their reality unescapably. It was a strange contrast -- all changing here, all stillness there. One could not help looking from one to the other. Meanwhile, since all the doors and windows were open inthe heat, there was a perpetual sighing and ceasing sound, the voice of the transient and the perishing, it seemed, coming and going like human breath, while in the looking-glass things had ceased to breathe and lay still in the trance of immortality.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;H&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;alf an hour ago the mistress of the house, Isabella Tyson, had gone down the grass path in her thin summer dress, carrying a basket, and had vanished, sliced off by the gilt rim of the looking-glass. She had gone presumably into the lower garden to pick flowers; or as it seemed more natural to suppose, to pick something light and fantastic and leafy and trailing, traveller's joy, or one of those elegant sprays of convolvulus that twine round ugly walls and burst here and there into white and violet blossoms. She suggested the fantastic and the tremulous convolvulus rather than the upright aster, the starched zinnia, or her own burning roses alight like lamps on the straight posts of their rose trees. The comparison showed how very little, after all these years, one knew about her; for it is impossible that any woman of flesh and blood of fifty-five or sixty should be really a wreath or a tendril. Such comparisons are worse than idle and superficial-they are cruel even, for they come like the convolvulus itself trembling between one's eyes and the truth.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; There must be truth; there must be a wall. Yet it was strange that after knowing her all these years one could not say what the truth about Isabella was; one still made up phrases like this about convolvulus and traveller's joy. As for facts, it was a fact that she was a spinster; that she was rich; that she had bought this house and collected with her own hands - often in the most obscure corners of the world and at great risk from poisonous stings and Oriental diseases - the rugs, the chairs, the cabinets which now lived their nocturnal life before one's eyes. Sometimes it seemed as if they knew more about her than we, who sat on them, wrote at them, and trod on them so carefully, were allowed to know. In each of these cabinets were many little drawers, and each almost certainly held letters, tied with bows of ribbon, sprinkled with sticks of lavender or rose leaves. For it was another fact -- if facts were what one wanted -- that Isabella had known many people, had had many friends; and thus if one had the audacity to open a drawer and read her letters, one would find the traces of many agitations, of appointments to meet, of up braidings for not having met, long letters of intimacy and affection, violent letters of jealousy and reproach, terrible final words of parting -- for all those interviews and assignations had led to nothing -- that is, she had never married, and yet, judging from the mask-like indifference of her face, she had gone through twenty times more of passion and experience than those whose loves are trumpeted forth for all the world to hear. Under the stress of thinking about Isabella, her room became more shadowy and symbolic; the corners seemed darker, the legs of chairs and tables more spindly and hieroglyphic.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;S&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;uddenly these reflections were ended violently and yet without a sound. A large black form loomed into the looking-glass; blotted out everything, strewed the table with a packet of marble tablets veined with pink and grey, and was gone. But the picture was entirely altered. For the moment it was unrecognisable and irrational and entirely out of focus. One could not relate these tablets to any human purpose. And then by degrees some logical process set to work on them and began ordering and arranging them and bringing them into the fold of common experience. One realised at last that they were merely letters. The man had brought the post.&lt;br /&gt;
There they lay on the marble-topped table, all dripping with light and colour at first and crude and unabsorbed. And then it was strange to see how they were drawn in and arranged and composed and made part of the picture and granted that stillness and immortality which the looking-glass conferred. They lay there invested with a new reality and significance and with a greater heaviness, too, as if it would have needed a chisel to dislodge them from the table. And, whether it was fancy or not, they seemed to have become not merely a handful of casual letters but to be tablets graven with eternal truth - if one could read them, one would know everything there was to be known about Isabella, yes, and about life, too. The pages inside those marble-looking envelopes must be cut deep and scored thick with meaning. Isabella would come in, and take them, one by one, very slowly, and open them, and read them carefully word by word, and then with a profound sigh of comprehension, as if she had seen to the bottom of everything, she would tear the envelopes to little bits and tie the letters together and lock the cabinet drawer in her determination to conceal what she did not wish to be known.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; The thought served as a challenge. Isabella did not wish to be known - but she should no longer escape. It was absurd, it was monstrous. If she concealed so much and knew so much one must prize her open with the first tool that came to hand - the imagination. One must fix one's mind upon her at that very moment. One must fasten her down there. One must refuse to be put off any longer with sayings and doings such as the moment brought forth - with dinners and visits and polite conversations. One must put oneself in her shoes. If one took the phrase literally, it was easy to see the shoes in which she stood, down in the lower garden, at this moment. They were very narrow and long and fashionable - they were made of the softest and most flexible leather. Like everything she wore, they were exquisite. And she would be standing under the high hedge in the lower part of the garden, raising the scissors that were tied to her waist to cut some dead flower, some overgrown branch. The sun would beat down on her face, into her eyes; but no, at the critical moment a veil of cloud covered the sun, making the expression of her eyes doubtful - was it mocking or tender, brilliant or dull? One could only see the indeterminate outline of her rather faded, fine face looking at the sky. She was thinking, perhaps, that she must order a new net for the strawberries; that she must send flowers to Johnson's widow; that it was time she drove over to see the Hippesleys in their new house. Those were the things she talked about at dinner certainly. But one was tired of the things that she talked about at dinner. It was her profounder state of being that one wanted to catch and turn to words, the state that is to the mind what breathing is to the body, what one calls happiness or unhappiness. At the mention of those words it became obvious, surely, that she must be happy. She was rich; she was distinguished; she had many friends; she travel led -- she bought rugs in Turkey and blue pots in Persia. Avenues of pleasure radiated this way and that from where she stood with her scissors raised to cut the trembling branches while the lacy clouds veiled her face.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;b&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;H&lt;/b&gt;&lt;/span&gt;ere with a quick movement of her scissors she snipped the spray of traveller's joy and it fell to the ground. As it fell, surely some light came in too, surely one could penetrate a little farther into her being. Her mind then was filled with tenderness and regret.... To cut an overgrown branch saddened her because it had once lived, and life was dear to her. Yes, and at the same time the fall of the branch would suggest to her how she must die herself and all the futility and evanescence of things. And then again quickly catching this thought up, with her instant good sense, she thought life had treated her well; even if fall she must, it was to lie on the earth and moulder sweetly into the roots of violets. So she stood thinking. Without making any thought precise -- for she was one of those reticent people whose minds hold their thoughts enmeshed in clouds of silence -- she was filled with thoughts. Her mind was like her room, in which lights advanced and retreated, came pirouetting and stepping delicately, spread their tails, pecked their way; and then her whole being was suffused, like the room again, with a cloud of some profound knowledge, some unspoken regret, and then she was full of locked drawers, stuffed with letters, like her cabinets. To talk of 'prizing her open' as if she were an oyster, to use any but the finest and subtlest and most pliable tools upon her was impious and absurd. One must imagine - here was she in the looking-glass. It made one start.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;She was so far off at first that one could not see her clearly. She came lingering and pausing, here straightening a rose, there lifting a pink to smell it, but she never stopped; and all the time she became larger and larger in the looking-glass, more and more completely the person into whose mind one had been trying to penetrate. One verified her by degrees - fitted the qualities one had discovered into this visible body.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;There were her grey-green dress, and her long shoes, her basket, and something sparkling at her throat. She came so gradually that she did not seem to derange the pattern in the glass, but only to bring in some new element which gently moved and altered the other objects as if asking them, courteously, to make room for her. And the letters and the table and the grass walk and the sunflowers which had been waiting in the looking-glass separated and opened out so that she might be received among them. At last there she was, in the hall. She stopped dead. She stood by the table. She stood perfectly still. At once the looking-glass began to pour over her a light that seemed to fix her; that seemed like some acid to bite off the unessential and superficial and to leave only the truth. It was an enthralling spectacle. Everything dropped from her -- clouds, dress, basket, diamond -- all that one had called the creeper and convolvulus. Here was the hard wall beneath. Here was the woman herself. She stood naked in that pitiless light. And there was nothing. Isabella was perfectly empty. She had no thoughts. She had no friends. She cared for nobody. As for her letters, they were all bills. Look, as she stood there, old and angular, veined and lined, with her high nose and her wrinkled neck, she did not even trouble to open them.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
People should not leave looking-glasses hanging in their rooms.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;table align="center" cellpadding="0" cellspacing="0" class="tr-caption-container" style="margin-left: auto; margin-right: auto; text-align: center;"&gt;&lt;tbody&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjRDzzxSPaNFPR7L5T6VC5iDOD-yw4G4micuoOLdf9jrnKg_uUoQskRrKu-I9mJ7TRLe6_ClEBy-2BwyazWlcue6mC6uXPpf3iZgh-oWccGNqGDPjIuOVEYcwm-5EPwDPFQOqkVUQZrdDkN/s1600/Eugene+Atget+2.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: auto; margin-right: auto;"&gt;&lt;img border="0" height="266" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjRDzzxSPaNFPR7L5T6VC5iDOD-yw4G4micuoOLdf9jrnKg_uUoQskRrKu-I9mJ7TRLe6_ClEBy-2BwyazWlcue6mC6uXPpf3iZgh-oWccGNqGDPjIuOVEYcwm-5EPwDPFQOqkVUQZrdDkN/s400/Eugene+Atget+2.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class="tr-caption" style="text-align: center;"&gt;(φωτ. Eugene Atget)&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjSWlTDA-cZU-OgGryhku1Nn85PdlQTVaW2psM_PG8s7a6e0YrHiP8b86EGJRYCA26wdOOIx_ozE6JrH4dLV2siFW0NViULr3EajY_k9RunpnoO3gTlOpyzu0Y1LleRIcfuYr5Votv3gtiD/s72-c/Virginia+Woolf+2.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Έγκλημα κι εφημερία</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/02/blog-post_10.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 10 Feb 2013 21:23:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-7786632927530317933</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjobIeP6CLK5d5y8jI6UjVh4DIGzxHeyLvrOZbxqq7BCmw0fuSQ26qFy7RAzd5jbswSpccr3J_0YnZ9WO_2_q8Q-O7LwspnfN8tGz1JP0W2XLqnOP2zJkUPVuK8Jod6jbitce8_LGkmmOWw/s1600/rime-and-punishment.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="242" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjobIeP6CLK5d5y8jI6UjVh4DIGzxHeyLvrOZbxqq7BCmw0fuSQ26qFy7RAzd5jbswSpccr3J_0YnZ9WO_2_q8Q-O7LwspnfN8tGz1JP0W2XLqnOP2zJkUPVuK8Jod6jbitce8_LGkmmOWw/s400/rime-and-punishment.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Χθες &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;βράδυ ονειρεύτηκα εφημερία∙
άσχημο, όταν δεν εφημερεύω στον ξύπνιο να εφημερεύω στον ύπνο μου. Είχαμε,
λέει, δύο κενά κρεβάτια. Είχαμε και αυτή την αναμονή που συνοδεύει τα δύο
κρεβάτια, το αίσθημα του επικείμενου. Είχε και το νοσοκομείο μεγάλη εφημερία.
Το τηλέφωνο χτύπησε∙ ο ήχος του, ο ίδιος πάντα, μου φάνηκε αυτή τη φορά ότι δεν
ήταν για καλό. Ήταν ο εφημερεύων νευροχειρουργός. Είχαν φέρει στο Χειρουργικό
Τμήμα Επειγόντων δύο γυναίκες, αδελφές, με βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και οι
δύο, θύματα δολοφονικής επίθεσης, μάλλον με τσεκούρι. Θα έμπαιναν χειρουργείο∙
έπρεπε να τις εκτιμήσω στο ΤΕΠ και μετά το χειρουργείο, αν επιβίωναν, να τις πάρω
στη Μονάδα. Το ανακοίνωσα στους νοσηλευτές∙ έπρεπε να ετοιμαστούν τα κρεβάτια,
οι αναπνευστήρες, τα μόνιτορ και οι συσκευές μέτρησης της ενδοκράνιας
πίεσης.&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Ευτυχώς το όνειρο εκτυλισσόταν
σε παλιότερη μάλλον εποχή, γιατί είχαμε άφθονα υλικά∙ πακέτα ολόκληρα από
αποστειρωμένες γάζες, σύριγγες όλων των μεγεθών, κεντρικούς καθετήρες της καλύτερης
ποιότητας, χειρουργικά πεδία, αποστειρωμένες μπλούζες και αποστειρωμένα γάντια
σε όλα τα νούμερα. Τι ωραία… Το όνειρο της αλεπούς με τα κοκορόπουλα δεν έπιανε
μία μπροστά στο δικό μου…&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Εφημέρευε, λέει, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;μαζί μου η Βιβή,
που είναι αναισθησιολόγος και κάνει εξειδίκευση στην εντατικολογία. Άρχισε να
ετοιμάζει τα διαγράμματα και τα παραπεμπτικά. Είχα πάρει τα ονόματα των δύο
αδελφών. Λιζαβέτα και Αλιόνα Ιβάνοβνα, 53 και 45 ετών αντίστοιχα. Το πατρώνυμο
δεν ήταν γνωστό∙ ως «αγνώστου πατρός» καταχωρούμε αρχικά τέτοιους ασθενείς,
μέχρι να έλθουν συγγενείς και να δώσουν στοιχεία. «Βιβή, κατεβαίνω στο ΤΕΠ να
δω τα περιστατικά. Θα περάσω να πάρω και καφέ, γιατί η νύχτα προβλέπεται μεγάλη
και λευκή», είπα στη Βιβή. Μεγάλη και κόκκινη, μάλλον, σκέφτηκα μόνη μου.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Κατέβηκα στο ισόγειο του νοσοκομείου. Ήταν περασμένες δώδεκα. Ο χώρος της υποδοχής
ήταν πολύ παγωμένος∙ η είσοδός μας μπάζει από παντού. Στο σαλόνι μια παρέα από
τσιγγανάκια, ξυπόλητα, βολόδερναν πάνω στις καρέκλες. Μια μικρή τσιγγανοπούλα
με ανοιχτά καστανά μαλλιά, ξέπλεκα και μπερδεμένα, μακρύ φόρεμα πού κάποτε ήταν
λευκό, ξυπόλητη, στροβιλιζόταν χορεύοντας στο κέντρο της αίθουσας. Στάθηκα και
την κοίταζα∙ είχε μια κίνηση αέρινη, μπαλαρίνας. Τα γυμνά της πόδια πρόβαλλαν
κάτω από την άκρη του φορέματος αεικίνητα, σχεδόν χωρίς να πατάνε τη γη. Ένα
πολύ μικρότερο αγοράκι, ξυπόλητο κι αυτό, ντυμένο με μια αστεία καφέ κάπα που
το έκανε να μοιάζει με καπουτσίνο, μπερδευόταν &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;στην τροχιά της και εμπόδιζε τον χορό∙ η
κοπελίτσα του έδωσε ξαφνικά μια δυνατή σπρωξιά και το προσγείωσε στο παγωμένο
παρκέ του νοσοκομείου, ακριβώς πάνω στην αρχή της κόκκινης γραμμής που οδηγεί
στο ΤΕΠ. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Συνέχισα με γρήγορο βήμα προς το ΤΕΠ. Η εφημερία φαινόταν άσχημη. Φορεία
αριστερά και δεξιά. Ηλικιωμένοι με απλανές βλέμμα σε άσχημη κατάσταση σε καροτσάκια, μια
νεαρή κοπέλα διπλωμένη πάνω σ’ ένα φορείο, με πόνο στην κοιλιά, περίμενε έξω
από τους υπερήχους. Στο ακτινολογικό πολύς κόσμος. Μπήκα στο χειρουργικό ΤΕΠ.
Με χτύπησε η γνώριμη μυρωδιά του αίματος. Οι δύο αδελφές, διασωληνωμένες, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;σε διπλανά φορεία∙ κάτασπρες, σαν πεθαμένες. Η
μεγαλύτερη, η Αλιόνα, είχε ανοιχτόχρωμα αραιά μαλλιά που είχαν αρχίσει ν’
ασπρίζουν, πλεγμένα σε μια λεπτή κοτσίδα σαν ποντικοουρά, που τώρα ήταν
λεκιασμένη από ξεραμένο αίμα. Το τραύμα της κεφαλής ήταν δεμένο∙ θα έμπαινε
αμέσως στο χειρουργείο. Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδωμένο∙ μερικές από τις ρυτίδες
είχαν ίχνη αίματος. Της άνοιξα τα βλέφαρα να δω τις κόρες. Μάτια βαθυγάλανα, όμως
στεγνά και παγωμένα, σαν γυάλινα. Χωρίς αντανακλαστικό στο φως. Στο λαιμό της
ήταν δεμένο ένα κορδόνι με ένα μικρό εικόνισμα της Παναγίας και δύο σταυρούς, τον
έναν από κυπαρισσόξυλο και τον άλλο χάλκινο. Η άλλη, η μικρότερη, είχε πιο φρέσκο
πρόσωπο και ήταν μάλλον όμορφη. Είχε το ίδιο παγωμένο γαλάζιο βλέμμα, χωρίς
φωτοκινητικό αντανακλαστικό κι αυτή. Συνεννοήθηκα με τον νευροχειρουργό που
ήταν στο ΤΕΠ να τις υποδεχτούμε μετά το χειρουργείο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Έφυγα από το ΤΕΠ και κατευθύνθηκα προς το κυλικείο. Ο διάδρομος είχε την
ίδια παγωνιά, που όμως τώρα μου φάνηκε αναζωογονητική. Πήρα δύο μεγάλα κύπελλα
με γαλλικό καφέ πάνω σε μια χάρτινη βάση με ζωγραφισμένους κόκκους καφέ.
Προχώρησα με αργά βήματα προς τη Μονάδα. Τα τσιγγανόπουλα είχαν φύγει από το σαλόνι.
Στην είσοδο του νοσοκομείου, μπροστά στις αυτόματες πόρτες, με κολλημένη την
πλάτη στον τοίχο, στεκόταν ένας νέος άνδρας, τυλιγμένος με ένα παλιό παλτό. Το
παρουσιαστικό του πρόδιδε φτωχό και ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Τα παπούτσια του
ήταν τρύπια σε μερικά σημεία∙ πρόσεξα έναν λεκέ από αίμα στο αριστερό παπούτσι.
Έτρεμε σύγκορμος, λες και ανέβαζε πυρετό. Στο ένα χέρι του κρατούσε κομμάτια
σκισμένου υφάσματος, ίσως κορδέλας, ενώ με το άλλο χέρι κρατούσε τα κουμπιά του
παλτού του, λες και μπορούσε να το κουμπώσει πιο σφιχτά απ’ ό,τι ήταν ήδη
κουμπωμένο. Σκέφτηκα να τον ρωτήσω αν χρειάζεται κάτι∙ φάνηκε όμως να
ενοχλείται και μόνο από το βλέμμα μου, έτσι τον προσπέρασα και ανέβηκα τη
Μονάδα. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ήταν όλα έτοιμα για τις δύο εισαγωγές. Ευτυχώς οι υπόλοιποι ασθενείς ήταν
ήσυχοι. Πέρασαν τρεις περίπου ώρες. Τηλεφωνικά μάθαμε ότι ήταν πολύ άσχημα τα
πράγματα και για τις δύο γυναίκες. Πιθανότατα ήταν ήδη σε εγκεφαλικό θάνατο.
Έφτασαν στη Μονάδα στις τρεις τα ξημερώματα, με μισή ώρα διαφορά η μία από την
άλλη. Τις συνδέσαμε στα δικά μας μηχανήματα, ρυθμίσαμε την αγωγή τους,
καταστολή και αναλγησία, αγγειοσυσπαστικά. Άφησα τη Βιβή να κάνει τα επεμβατικά
και πήγα στο γραφείο να υποδεχτώ τους συγγενείς. Υπήρχε μόνο ένας πατέρας, είχα
μάθει. Είπα στις νοσηλεύτριες να τον φωνάξουν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Κάθισα στο γραφείο και πήρα μια κόλλα χαρτί, για να γράψω το ιστορικό. Μπήκε
ο πατέρας. Το παρουσιαστικό του μου έκοψε την ανάσα∙ μου φαινόταν τόσο γνωστός
και τόσο παράξενος. Σαν να ερχόταν από άλλη εποχή. Καταρχήν, τον περίμενα υπερήλικα.
Ήταν απροσδιόριστης ηλικίας με μαλλιά μαύρα ακόμα, αραιά στο μέτωπο, λεπτά και
ίσια στο υπόλοιπο κεφάλι. Είχε μια μακριά γενειάδα που έφτανε μέχρι το μέσο του
στέρνου. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό με σταυρωτό πέτο και από μέσα λευκό
πουκάμισο. Μιλούσε αργά και καθαρά, χωρίς ρώσικη προφορά. Όχι, οι κόρες του δεν
είχαν προβλήματα υγείας ή τουλάχιστον δεν ήξερε κάτι. Ναι, ήξερε πώς έγινε το
έγκλημα∙ με κάποιο τρόπο έφταιγε κι εκείνος, μου δήλωσε αφήνοντάς με σύξυλη.
Του εξήγησα πως η κατάστασή τους ήταν πολύ βαριά∙ ότι μάλλον δεν θα τα
κατάφερναν. Έγνεψε θλιμμένα, δείχνοντας να καταλαβαίνει. Τα χέρια του είχαν
κάτι το απόκοσμο, με δάχτυλα μακριά και λεπτά με περιποιημένα νύχια. Χέρια
ανθρώπου που έγραφε και διάβαζε. Το βλέμμα του ήταν αφηρημένο, όπως το βλέμμα
ανθρώπου που προσεύχεται. Τον παρακάλεσα να μου υπογράψει τα δύο έντυπα συναίνεσης
και να μου αφήσει ένα τηλέφωνο, κινητό ή σταθερό. «Δεν έχω τηλέφωνο», είπε
απλά. «Θα είμαι συνεχώς απέξω, όμως». Τον κοίταξα με συμπάθεια. Δεν θυμάμαι να
μου έχει κάνει άλλη φορά συγγενής τόσο μεγάλη εντύπωση. Συμπλήρωσε τα δύο
έντυπα∙ έγραφε αργά, με όμορφες κυκλικές κινήσεις των δακτύλων, κρατώντας το στυλό
ελαφρά γερτό. Μου έδωσε τα χαρτιά. Τα έβαλα στο ντοσιέ χωρίς να τα κοιτάξω. Με
χαιρέτισε με μια σφιχτή, λυπημένη χειραψία κι έκανε να φύγει. «Αχ, μια στιγμή!»,
τον σταμάτησα στην πόρτα. Άνοιξα το μητρώο εισαγωγών. «Πείτε μου το μικρό σας όνομα,
για να συμπληρώσω το πατρώνυμο» τον παρακάλεσα. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς», μου είπε με φωνή σβησμένη, σαν να ερχόταν από
μακριά. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Έγραψα «Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς» δύο φορές, στο αντίστοιχο κουτάκι του βιβλίου για
την καθεμιά. Ξαφνικά, από κάπου δίπλα μου, ακούστηκε μια γνώριμη μελωδία, η Β&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;andinerie&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;του Μπαχ. Πετάχτηκα αλαφιασμένη. Το ξυπνητήρι μου.
Επτά ακριβώς. Τι μέρα, τι εποχή, τι χρονιά, δεν ήμουν σίγουρη. Κάτι σκληρό με
έκοβε στο πλευρό∙ βιβλίο ήταν. Το &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Έγκλημα
και Τιμωρία&lt;/i&gt;, ανοιχτό, στη μέση του κρεβατιού. Ανοίγω τη μισοτσαλακωμένη
σελίδα, να βάλω τον σελιδοδείκτη. &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;«Έρευνα,
έρευνα, τώρα θα μου κάνουν έρευνα!», &lt;/i&gt;διαβάζω την αγωνία του Ρασκόλνικοφ στο
πάνω μέρος της αριστερής σελίδας. Μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα του άντρα στην
είσοδο του νοσοκομείου των ονείρων μου, διπλωμένου με το παλιό παλτό, να τρέμει
σύγκορμος, μάλλον όχι από το κρύο, ούτε από τον πυρετό.&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjobIeP6CLK5d5y8jI6UjVh4DIGzxHeyLvrOZbxqq7BCmw0fuSQ26qFy7RAzd5jbswSpccr3J_0YnZ9WO_2_q8Q-O7LwspnfN8tGz1JP0W2XLqnOP2zJkUPVuK8Jod6jbitce8_LGkmmOWw/s72-c/rime-and-punishment.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Χειμωνιάτικο καλοκαίρι με τρομπέτα </title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/02/blog-post.html</link><category>Ιστορία μιας φωτογραφίας</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Thu, 7 Feb 2013 23:19:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-4563817370488930483</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhEX_aTkULMbV66lEjDFQOaquZ0piSf8ELRLZEpm06xXe1UC1s1e3X62QDFwZWI3om0gYSGY5uiOM7aT3NlErsgZcBOjG6KDb_SbdQ-G_Q-xsO3sHoSlxdoGMCgMRn56DGRJAfVbM1k6Cda/s1600/Man+with+a+trumpet.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="375" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhEX_aTkULMbV66lEjDFQOaquZ0piSf8ELRLZEpm06xXe1UC1s1e3X62QDFwZWI3om0gYSGY5uiOM7aT3NlErsgZcBOjG6KDb_SbdQ-G_Q-xsO3sHoSlxdoGMCgMRn56DGRJAfVbM1k6Cda/s400/Man+with+a+trumpet.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Όταν κατεβαίνει ο ήλιος πάνω από τη Βαρκελώνη, στέκεται πάντα πρώτα στη Μπαρτσελονέτα. Ακόμα και μέσα στον χειμώνα, το μέρος αυτό είναι πάντα φωτεινό, ο αέρας του νοτισμένος από την αρμύρα και οι άνθρωποί του παραδομένοι σε μια &amp;nbsp;ατέλειωτη βόλτα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Σε μια τέτοια βόλτα, ένα χειμωνιάτικο πρωινό καθημερινής κι ενώ οι ντόπιοι ήταν στις δουλειές που ακόμα υπήρχαν, περπατούσα χωρίς σκοπό και χωρίς παρέα, αν και η Nikon μου είναι επαρκής παρέα, κατά μήκος της αρθρωτής γέφυρας που ενώνει τα δύο μεγάλα κομμάτια της Μπαρτσελονέτας. Γυαλιά ηλίου και κασκόλ είναι σχήμα οξύμωρο, αλλά προκλητικό∙ ο ήλιος μέσα στον χειμώνα είναι το καλύτερο βελτιωτικό της διάθεσης. Τυχεροί &amp;nbsp;σε αυτό οι Καταλανοί, όπως κι εμείς, γιατί στα υπόλοιπα είναι μάλλον άτυχοι∙ όπως σίγουρα εμείς.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Ο άπλετος ήλιος ξεγελούσε και τις μουσικές. Από μακριά ακουγόταν το “Summertime” με τρομπέτα. Κάποιος μπάρμαν θα ετοιμάζει τα τάπας για το βράδυ συντροφευμένος από τους ήχους του Γκέρσουιν, σκέφτηκα. Summertime and the living is easy… Μόνο που ήταν χειμώνας και η ζωή είχε ήδη αρχίσει να δείχνει δύσκολη.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Σπρώχνοντας κάπως βαριεστημένα τα βήματά μου, είδα τον τρομπετίστα. Ήταν μόνος σαν κι εμένα∙ ίσως χωρίς σκοπό εκείνο το πρωινό, σαν κι εμένα. Μαύρος, ή μάλλον μιγάς, ντυμένος ελαφρά για την εποχή, καθισμένος κατάχαμα πάνω στην προκυμαία, με το σακάκι του παρατημένο πάνω στο παγκάκι. Έστελνε τις νότες του στον ουρανό και στη θάλασσα σαν προσευχή (στο Θεό; στον Γκέρσουιν;) με τα μάτια κλειστά, σε βαθιά συγκέντρωση. Η γνωστή μελωδία, απαλλαγμένη από ακόρντα, γυμνή στην απόλυτη ομορφιά της, πριν βρει το Θεό ή τον Γκέρσουιν, σκούνταγε θελκτικά μερικούς γλάρους που πετοβολούσαν στον κοντινό ουρανό και έναν κορμοράνο που στεκόταν παράμερα πάνω σε μια βάρκα. Τα μάγουλα του τρομπετίστα φούσκωναν και άδειαζαν τις θεϊκές νότες στον αυλό του οργάνου, ενώ τα δάχτυλά του, δεξιοτεχνικά τοποθετημένα πάνω από τις οπές, συγκρατούσαν τις νότες από τυχόν παραστρατήματα. Τόσες ομοιότητες με άλλες μελωδίες έχουν βρει οι ειδικοί σε αυτό το κομμάτι∙ δεν ήθελε και πολύ να λοξοδρομήσει. Η τρομπέτα αστραφτοβολούσε στον ήλιο, ενώ στο τραγούδι τα ψάρια πηδούσαν και τα μπαμπάκια ψήλωναν.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Έβγαλα τη μηχανή από την τσάντα και σκόπευσα∙ πολλαπλές λήψεις, με ζουμ, μακρινές, προσανατολισμός τοπίου, προσανατολισμός πορτρέτου. Μία φωτογραφία για κάθε νότα∙ να βλέπω τις φωτογραφίες και να μου έρχεται στ’ αυτιά το κομμάτι, όπως ακριβώς το έπαιζε ο μοναχικός μαύρος τρομπετίστας. Όταν ήμουν μικρή, έλεγα ότι θα παντρευτώ έναν μαύρο από την Αφρική. Tώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν θα με πείραζε να ήταν κι από τη Βαρκελώνη, αρκεί να έπαιζε τρομπέτα.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Καθώς η αργόσυρτη θλιμμένη μελωδία του μαύρου τρομπετίστα ξέσκιζε τις ψυχές των γλάρων, του κορμοράνου και τη δική μου, ήρθε και χορωδιακό μέρος. Όχι δεν ήταν ο Λούις με την Έλλα∙ ήταν αντρικές φωνές∙ μιλούσαν ισπανικά∙ φώναζαν ισπανικά. Δεν ήταν τα λόγια του τραγουδιού, τα ισπανικά τα καταλαβαίνω αρκετά καλά. Σενιόρα, φώναζαν∙ κυρία. Κατέβασα τη μηχανή και κοίταξα γύρω μου. Δεν υπήρχε καμιά κυρία∙ τουλάχιστον καμιά άλλη εκτός από μένα. Μα ναι, σε μένα φώναζαν. Εργάτες οδοποιίας που επισκεύαζαν τη γέφυρα∙ είχαν αδειάσει τον δρόμο από τους περαστικούς και ήθελαν να σηκώσουν τη γέφυρα. Τους εμπόδιζα εγώ που στεκόμουν καταμεσής και κατασκόπευα τον μαύρο τρομπετίστα. Παραμέρισα στα γρήγορα, βάζοντας βιαστικά τη μηχανή στην τσάντα. Hush, little baby, don’t you cry. Η γέφυρα μαζεύτηκε, χωρίζοντάς με οριστικά από τον τρομπετίστα. Εξάλλου μόνο για τον Θεό ισχύει ότι αυτούς που ενώνει δεν μπορούν να τους χωρίσουν οι άνθρωποι∙ όχι &amp;nbsp;και για τις γέφυρες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Οι εργάτες συνέχιζαν τη δουλειά τους. Ο τρομπετίστας προχώρησε σε ένα αυτοσχεδιαστικό σόλο. Εγώ συνέχισα τη σόλο βόλτα μου. Οι γλάροι είχαν εξαφανιστεί. Μόνο ο κορμοράνος παρέμεινε ακίνητος πάνω στη βάρκα. One of these mornings you're gonna rise up singing, αnd you'll spread your wings and you'll take to the sky, μου ήρθε να του τραγουδήσω, αλλά ήμουν ήδη αρκετά μακριά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhEX_aTkULMbV66lEjDFQOaquZ0piSf8ELRLZEpm06xXe1UC1s1e3X62QDFwZWI3om0gYSGY5uiOM7aT3NlErsgZcBOjG6KDb_SbdQ-G_Q-xsO3sHoSlxdoGMCgMRn56DGRJAfVbM1k6Cda/s72-c/Man+with+a+trumpet.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Σπουδή σε γυμνό μοντέλο</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/01/blog-post_30.html</link><category>Ιστορίες τσέπης</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Wed, 30 Jan 2013 22:15:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-1229232060985687525</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;table align="center" cellpadding="0" cellspacing="0" class="tr-caption-container" style="margin-left: auto; margin-right: auto; text-align: center;"&gt;&lt;tbody&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj-6IJPnXc7VaYVTgmivWWG2MBVHXqF6yQivY8HTkC4K3or4eex8_6N0PVr8tZNxLdvoZqujTmj1byakegUy8WGod2dW3rCVsrKa-M74Y0UZf3olWVO0SjakaiwPs596bCxE0dOxhY_4uPK/s1600/evi+panteleon.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: auto; margin-right: auto;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj-6IJPnXc7VaYVTgmivWWG2MBVHXqF6yQivY8HTkC4K3or4eex8_6N0PVr8tZNxLdvoZqujTmj1byakegUy8WGod2dW3rCVsrKa-M74Y0UZf3olWVO0SjakaiwPs596bCxE0dOxhY_4uPK/s400/evi+panteleon.jpg" width="271" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class="tr-caption" style="text-align: center;"&gt;Πίνακας: Εύη Παντελέων&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Α&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;πό μικρός ο Αντώνης ήταν παράξενο παιδί. Το πρώτο που εντυπωσίαζε επάνω του ήταν τα μάτια του∙ δυο μάτια δυσανάλογα μεγάλα με το υπόλοιπο πρόσωπο και με διαφορετικό χρώμα∙ το ένα καστανό και το άλλο κατάμαυρο, κάρβουνο. Οι παιδίατροι και οι οφθαλμίατροι που τον είχαν εξετάσει είχαν πει ότι επρόκειτο περί «ετεροχρωμίας της ίριδας», μιας κατάστασης κληρονομικής. Όμως σε κανένα σόι, ούτε του Κίμωνα ούτε της Πηνελόπης, δεν υπήρχε κάποιος με τέτοιο κουσούρι στα μάτια. Ο Κίμων Ακάθιστος παρηγορήθηκε κάπως όταν ένας δάσκαλος που ερχόταν τακτικά στο φούρνο του για ψωμί, του είπε ότι κι ο Μέγας Αλέξανδρος είχε διαφορετικά μάτια. Αν ήταν να γίνει τόσο μεγάλος άνδρας ο Αντώνης, δεν πείραζαν τα μάτια.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Ο Αντώνης έβλεπε πολύ καλά με τα δυο παράταιρα μάτια του. Όμως μεγάλος άνδρας δεν φαινόταν να γίνεται. Ούτε άνδρας, για του λόγου το αληθές. Ήδη από τα χρόνια του γυμνασίου είχε μια φωνή ψιλή και τραγουδιστή, χωρίς την άγρια βραχνάδα των άλλων αγοριών της ηλικίας του. Το σώμα του ήταν λυγερό∙ περπατούσε κινώντας με υπερβολική χάρη τους γλουτούς του. Χειρονομούσε σαν κοπέλα και καθόταν συνεχώς με τα πόδια κλειστά ή σταυροπόδι. Δεν ρευόταν, δεν έξυνε τον καβάλο του, δεν έφτυνε κάτω όπως οι συμμαθητές του. Μόνο το τσιγάρο έμαθε, κι αυτό το κρατούσε με χάρη σπάζοντας τον καρπό, καθώς ξεφυσούσε με τέχνη ολοστρόγγυλα δαχτυλίδια καπνού που ανέβαιναν ακέραια μέχρι το ταβάνι.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Παρά την ιδιαιτερότητά του, ο Αντώνης ήταν αγαπητός στους συμμαθητές του. Ακόμα και τα λίγα σχόλια για τη θηλυπρεπή εμφάνισή του τα έκαναν μόνο ερήμην του και πάντα με την έγνοια μην εμφανιστεί ξαφνικά και τους ακούσει. Ο Αντώνης συμμετείχε σε όλες τις πλάκες, στις εξόδους και τα πάρτι, ενώ στο Λύκειο ήταν και τα τρία χρόνια μέλος στο δεκαπενταμελές μαθητικό συμβούλιο.&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παράταιρα μάτια, ο Αντώνης είχε και μαγικά χέρια. Ζωγράφιζε ήδη από τα σχολικά χρόνια σαν φτασμένος εικαστικός, χρησιμοποιώντας διάφορα υλικά: νερομπογιές, μολύβια, λάδια, παστέλ. Έφτιαχνε επίσης χαρακτικά και μικρά γλυπτά. Όλα τα έργα του τα χάριζε στους φίλους του, ενώ αρκετά ήταν κορνιζαρισμένα στους τοίχους του σπιτιού του και της τάξης του. Ο Αντώνης υπέγραφε όλους τους πίνακές του στην κάτω δεξιά γωνία με ένα μικρό ευανάγνωστο «ΑΑ» συνοδευόμενο με το έτος.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Ο καθένας μπορούσε να διακρίνει το ταλέντο του Αντώνη. Ήταν από αυτά τα ταλέντα που φωνάζουν από μακριά, που φωτίζουν σαν προβολέας τον κάτοχό τους, κάνοντάς τον να ξεχωρίζει από τη μεγάλη μάζα των συνηθισμένων ανθρώπων. Όμως, μόνο τη χρονιά που διορίστηκε στο σχολείο ως καθηγήτρια καλλιτεχνικών η Έρση Φωτίου απέκτησε η ικανότητα του Αντώνη τη σφραγίδα που της έπρεπε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt; Η&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; Έρση Φωτίου ήταν μια ψηλή λεπτοκαμωμένη πενηντάρα. Πρέπει να υπήρξε όμορφη στα νιάτα της, τώρα όμως το πολύ λεπτό, σχεδόν αποστεωμένο πρόσωπό της είχε βαθιές ρυτίδες έκφρασης, λες και κάθε συναίσθημα περνώντας είχε αφήσει το ίχνος του. Η Έρση Φωτίου ήταν γλύπτρια με σημαντικό έργο, αλλά εργαζόταν ως καθηγήτρια καλλιτεχνικών για βιοπορισμό∙ έτσι «δεν χρειαζόταν να κάνει συμβιβασμούς», όπως έλεγε συχνά στις συζητήσεις με τους συναδέλφους της.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Από την πρώτη μέρα που μπήκε στο τμήμα του Αντώνη, τον ξεχώρισε από τους άλλους μαθητές∙ στην αρχή από την ψηλόλιγνη φιγούρα του που έσκυβε σχεδόν προστατευτικά πάνω από το μπλοκ της ακουαρέλας∙ ύστερα από το σχέδιο που έφτιαχνε εκείνη τη μέρα ο Αντώνης στο μπλοκ, ένα σκίτσο του πατέρα του στον φούρνο, με τα καρβέλια του ψωμιού να αχνίζουν πάνω στη ζωγραφιστή λαμαρίνα∙ η καθηγήτρια σχεδόν τα μύριζε∙ τόσο ζωντανό ήταν το σχέδιο.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Από νωρίς η Έρση Φωτίου καθοδήγησε τον Αντώνη, προσανατολίζοντάς τον προς τη Σχολή Καλών Τεχνών. Έδωσε εκείνος τις απαραίτητες εξετάσεις, έδωσε κι εκείνη τις απαραίτητες συστάσεις και ο Αντώνης έγινε δεκτός με την πρώτη. Περήφανος ο Κίμων για τον γιο του, του ανέθεσε να ζωγραφίσει μια πινακίδα για τον φούρνο. Ο Αντώνης δεν ενθουσιάστηκε με την πρόταση, αλλά ασχολήθηκε τρία εικοσιτετράωρα με διακοπή μόνο για ύπνο και φαγητό∙ το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο: σε φόντο ώχρας η «Αρτοποιία Ακάθιστου» με πορφυρούς καλλιγραφικούς χαρακτήρες και από κάτω μια γιγάντια φρατζόλα, με την οποία θα χόρταινε ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα.&lt;br /&gt;
Φοιτητής πια στην Καλών Τεχνών, ο Αντώνης άρχισε να αποκτά όλο και πιο αλλόκοτες παρέες που δεν άρεσαν στον Κίμωνα. Οι φίλοι του ντύνονταν με πολύχρωμα πουκάμισα και φαρδιά υφασμάτινα παντελόνια. Μερικοί φορούσαν και σκουλαρίκι. Όλοι τους κάπνιζαν στριφτά τσιγάρα που μύριζαν περίεργα∙ ο Κίμων ήξερε ότι δεν ήταν εντελώς αθώα. Όμως αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν ότι η παρέα του Αντώνη ήταν κάπως γυναικωτή. Οι φίλοι του μιλούσαν και χειρονομούσαν σαν υστερικές γυναίκες, με φωνές όλο σπασίματα, ηδυπάθεια και νάζι. Κουβαλούσαν κάτι πελώρια μπλοκ ζωγραφικής, κλείνονταν όλοι μαζί στο δωμάτιο του Αντώνη, ζωγράφιζαν και κάπνιζαν. Γρήγορα ο καπνός ξεμύτιζε κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας, ενώ από μέσα ακούγονταν γέλια, στριγγλιές και μουσική.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt; &amp;nbsp;Ο&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; Αντώνης ήταν υποδειγματικός φοιτητής. Παρακολουθούσε ανελλιπώς τις παραδόσεις, έκανε όλες τις εργασίες-ακόμα και τις προαιρετικές-και διέπρεπε στα εργαστήρια. Μόνο σ’ ένα εργαστήριο αντιμετώπισε δυσκολία∙ στο γυμνό μοντέλο. Και μάλιστα όχι στο γυναικείο γυμνό∙ αυτό το δούλευε με μεγάλη μαστοριά∙ οι λεπτές γραμμές των μολυβιών του χάραζαν σχεδόν θωπεύοντας το περίγραμμα του γυναικείου σώματος∙ ύστερα έφτιαχνε με πιο χοντρές μολυβιές το εσωτερικό, με σχεδόν φωτογραφική φυσικότητα. Το αξεπέραστο εμπόδιο για τον Αντώνη ήταν το ανδρικό γυμνό. Στη θέα των καλοσχηματισμένων ανδρικών σωμάτων ο Αντώνης ερεθιζόταν∙ ένιωθε μια ανείπωτη ταραχή, τα χέρια του άρχιζαν να τρέμουν, να μυρμηγκιάζουν∙ σε λίγο τον έκοβε κρύος ιδρώτας∙ και μετά, εκεί χαμηλά, ερχόταν ο πόνος με ένα ηδονικό, διεκδικητικό κρεσέντο που τον έκανε να φουντώνει∙ στο τέλος ο πόνος έσπαγε σ’ έναν ορμητικό χείμαρρο σπέρματος που λέρωνε το εσώρουχο και περόνιαζε το παντελόνι του. Την πρώτη φορά που του συνέβη αυτό, το μοντέλο του έκλεισε πονηρά το μάτι. Ήταν ένας ξανθός σγουρομάλλης νεαρός με αρμονικό γυμνασμένο σώμα, που θα ενέπνεε ακόμα και τον Φειδία. Τις επόμενες φορές, ο Αντώνης προσπαθούσε να σκέφτεται κάτι άλλο, για να συγκρατήσει το καταιγιστικό του ένστικτο. Τα μισοκατάφερνε τις περισσότερες φορές. Το μοντέλο πλέον του έκλεινε σταθερά κάποια στιγμή το μάτι, κρυφά απ’ τον καθηγητή που περνούσε από τους πάγκους των φοιτητών επιθεωρώντας την πρόοδο της σπουδής. Ο Αντώνης, ντροπιασμένος, τέλειωνε όπως-όπως κάθε φορά τη σπουδή∙ τα σχόλια του καθηγητή ήταν σχεδόν πάντα επικριτικά∙ χρειαζόταν εξάσκηση στο ανδρικό γυμνό, ώστε να κατακτήσει την αρτιότητα που είχαν οι σπουδές του στο γυναικείο γυμνό.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Και πραγματικά ο Αντώνης άκουσε τη συμβουλή του καθηγητή. Εξασκήθηκε στο ανδρικό γυμνό∙ όχι στον καμβά, αλλά στο κρεβάτι. Το μοντέλο που του έκλεινε το μάτι λεγόταν Φίλιππος και ήταν είκοσι χρονών. Ένα μεσημέρι, στο σχόλασμα του εργαστηρίου, περίμενε τον Αντώνη, ντυμένος φυσικά∙ του πρότεινε να πάνε για καφέ. Πήγαν σε μια μικρή καφετέρια στην Πατησίων. Ο Αντώνης περνούσε συχνά από εκεί, αλλά δεν είχε μπει ποτέ μέσα. Ο καφές κράτησε πολύ λίγο, εξάλλου ήταν εσπρέσο. Μετά ο Φίλιππος οδήγησε τον Αντώνη στο σπίτι του, ένα μικρό δυάρι στον τρίτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Τροίας. Άνοιξε την πόρτα γυρνώντας βιαστικά το κλειδί στην κλειδαριά και οι δύο άνδρες μπήκαν μέσα στο σκοτεινό διαμέρισμα που μύριζε κλεισούρα και καπνό σε ίσες αναλογίες. Ο Φίλιππος έριξε ανυπόμονα τον Αντώνη πάνω στο διπλό κρεβάτι του. Αυτό που ακολούθησε στο δυάρι της οδού Τροίας ελάχιστα απείχε από τον Τρωικό Πόλεμο∙ για τρεις ολόκληρες ώρες τα δύο κορμιά πάλευαν χυμένα πάνω στο κρεβάτι. Ο Αντώνης ήταν συγκλονισμένος από αυτό που του συνέβαινε∙ απανωτά κύματα του γνωστού πόνου τον έζωναν με αμείωτη ένταση, καθώς ο Φίλιππος περιδιάβαινε με τη γλώσσα, τα δάχτυλα και το πέος του κάθε χιλιοστό του κορμιού του Αντώνη. Τα χείλη του Φίλιππου σταματούσαν από καιρό σε καιρό στο στόμα του Αντώνη και άφηναν ένα πεταχτό, σχεδόν συμπονετικό φιλί, σφραγίζοντας τα βογγητά που μάταια προσπαθούσε να πνίξει ο Αντώνης. Στο τέλος της ερωτικής μάχης, ο Φίλιππος, αδιαμφισβήτητος κατακτητής, πήρε τον Αντώνη στην αγκαλιά του και βυθίστηκαν και οι δύο σ’ έναν αποκαμωμένο, χορτάτο ύπνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Α&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;πό εκείνο το απόγευμα, η ζωή του Αντώνη μπήκε σε άλλη τροχιά. Τα πρωινά πήγαινε όπως πάντα στη σχολή του, ενώ τα απογεύματα έβλεπε απαρέγκλιτα τον Φίλιππο. Είχε αποκτήσει πραγματική εξάρτηση από το κορμί του φίλου του. Μπορούσε πια να το ζωγραφίσει απέξω, χωρίς να το βλέπει∙ τόσο καλά ήξερε την κάθε μικρή λεπτομέρειά του. Και βέβαια, έτσι γεμάτος κι ευτυχισμένος που ήταν, ζωγράφιζε πλέον το ίδιο καλά και τα ανδρικά γυμνά. Ο καθηγητής του εργαστηρίου δεν έκανε πια κανένα σχόλιο∙ μόνο το εντυπωσιασμένο βλέμμα του πίσω από τα χοντρά πρεσβυωπικά γυαλιά μαρτυρούσε την επιδοκιμασία του. «Ο Αντώνης Ακάθιστος θα γίνει κάποτε ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος», ακουγόταν συχνά να λέει με στόμφο στην τακτική συνέλευση του τμήματος.&lt;br /&gt;
&lt;div&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj-6IJPnXc7VaYVTgmivWWG2MBVHXqF6yQivY8HTkC4K3or4eex8_6N0PVr8tZNxLdvoZqujTmj1byakegUy8WGod2dW3rCVsrKa-M74Y0UZf3olWVO0SjakaiwPs596bCxE0dOxhY_4uPK/s72-c/evi+panteleon.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">3</thr:total></item><item><title>Η λίρα ήταν κάλπικη</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/01/blog-post_27.html</link><category>Ασπρόμαυρες ιστορίες</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 27 Jan 2013 21:44:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-5150144770843392525</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhu3p-l07ljuCfiWZJ2oqXMwYaYD0Om2r58Ycog7kL7CImRFOY8vUv06v6LL0S8AEVvB5BXGQg0y_D_pix0Y8aloeAZe4BpHm_K5mpEHXEvzuzFxwXtBUw0vfnc4JlncbqNHs_P1Uuzn5pX/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+9.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="320" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhu3p-l07ljuCfiWZJ2oqXMwYaYD0Om2r58Ycog7kL7CImRFOY8vUv06v6LL0S8AEVvB5BXGQg0y_D_pix0Y8aloeAZe4BpHm_K5mpEHXEvzuzFxwXtBUw0vfnc4JlncbqNHs_P1Uuzn5pX/s320/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+9.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&amp;nbsp;Η&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; πολυθρόνα μιας αφήγησης πρέπει να είναι ευρύχωρη, να χωράει όλες τις ιστορίες∙ με γερή κατασκευή, να μην τσακίζει από συναισθήματα, και στόφα από φίνο ύφασμα, απαλό στην αφή και ξεκούραστο στο μάτι. Ακριβώς όπως η πολυθρόνα του Δημήτρη Μυράτ στην αρχή της &lt;em&gt;Κάλπικης Λίρας&lt;/em&gt;. Το ύφασμά της έχει ένα μοτίβο με λουλούδια σε αποχρώσεις της κλίμακας του γκρι∙ η ασπρόμαυρη φωτογραφία αποσιωπά τις άχρηστες λεπτομέρειες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Καθισμένος στο καροτσάκι του μπροστά στο γραφείο, ο Δημήτρης γράφει με ένα καλοξυσμένο Faber Castell No 2 στο σημειωματάριο που άνοιξε μόλις πριν δύο μέρες. Τον τελευταίο καιρό, από τότε που καθηλώθηκε εντελώς στο καροτσάκι, ο Δημήτρης περνάει πολλές ώρες της ημέρας βλέποντας ταινίες. Συχνά δεν τις παρακολουθεί∙ τις αφήνει να υπάρχουν δίπλα του, καθώς εκείνος γράφει τα κείμενα που πρέπει να παραδώσει στην εφημερίδα. Τούτο το κρύο απόγευμα, σκαρφίστηκε ένα πείραμα: έβαλε στον υπολογιστή την ταινία να παίζει, έχοντας ταυτόχρονα ανοιχτή την τηλεόραση με τον ήχο χαμηλωμένο. Το αποτέλεσμα αποδείχτηκε &amp;nbsp;πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι είχε φανταστεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Στην αρχή της ταινίας, ο αφηγητής εξετάζει με μεγεθυντικό φακό μια κάλπικη λίρα. Από τη σκοπιά του θεατή, ο φακός μεγεθύνει αλλόκοτα το αριστερό του μάτι, το κάνει να φαίνεται τεράστιο και απειλητικό. «Ο κάλπικος παράς δεν χάνεται ποτέ. Η παροιμία είναι σοφή όπως όλες οι παροιμίες», λέει με βαθιά φωνή και καθαρή άρθρωση ο Μυράτ. Ο Δημήτρης γράφει τις φράσεις στο τετράδιο. Τα γράμματά του, άλλοτε στρωτά και καλλιγραφικά, τώρα τρεμουλιάζουν∙ σαν να θέλουν να πέσουν από τις γραμμές. Το χέρι του μουδιάζει ελαφρά. Ο γιατρός έχει συστήσει ανάπαυση. Ο Δημήτρης δεν ακούει τον γιατρό∙ πιστεύει περισσότερο τον Χέμινγουέι. Όταν το γράψιμο γίνει το μεγαλύτερο πάθος και η μεγαλύτερη ηδονή, μονάχα ο θάνατος μπορεί να το σταματήσει. Εξάλλου πόσο καιρό θα μπορεί να γράφει ακόμα; Η εφημερίδα πάει για κλείσιμο∙ εδώ κλείνουν άλλες κι άλλες, πού να σταθεί λογοτεχνική εφημερίδα τέτοιους καιρούς… Ο Δημήτρης δαγκώνει την άκρη του μολυβιού, καθώς σκέπτεται μια φράση. Το βλέμμα του αποσπάται από το χαρτί στην τηλεόραση. Έγχρωμα πλάνα από τη Δαμασκό∙ βομβαρδισμένα κτήρια∙ δυο άντρες τρέχουν κουβαλώντας στους ώμους τους πτώματα παιδιών τυλιγμένα σε πολύχρωμες κουβέρτες. Το χρώμα είναι ενοχλητικό κάποιες φορές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Συχνά ο Δημήτρης νιώθει ένοχος∙ για το σπίτι του, για τα βιβλία του, για το γραφείο του, αντίκα αγορασμένη ακριβά από το Μοναστηράκι, για την ημέρα του που ξημερώνει σε σπίτι με τζάκι, μεγάλο μπαλκόνι και ιδιόκτητο πάρκινγκ. Από τότε που αρρώστησε όμως, οι ενοχές του μετριάστηκαν∙ τώρα τον απασχολεί περισσότερο ο χρόνος∙ αν θα προλάβει. Η ταινία δείχνει ένα πλάνο της Ακρόπολης πάνω στο λόφο της και από κάτω μια άλλη Αθήνα, με λίγα χαμηλά σπίτια, δέντρα και χώμα. Το χώμα είναι το πιο αξιοπερίεργο. Ο Δημήτρης περιμένει να δει τη γνώριμη φιγούρα του Ανάργυρου, του ήρωα της πρώτης ιστορίας, που από χαράκτης έγινε παραχαράκτης. Βγαίνει από το εργένικο δωμάτιό του στην αυλή. Η σπιτονοικοκυρά του τον χαιρετάει εγκάρδια και τον ρωτάει πώς κοιμήθηκε. Ο Ανάργυρος ροχαλίζει. Οι καλοί άνθρωποι ροχαλίζουν όταν έχουν ήσυχη συνείδηση, λέει ο αφηγητής Μυράτ. Δίπλα, η τηλεόραση δείχνει πλάνα από τη Βουλή. Ο Βενιζέλος ωρύεται πάνω στο έδρανό του∙ έτσι βουβή, η έκρηξή του μοιάζει να έχει βγει από δευτεροκλασάτη ταινία τρόμου. Το βλέμμα του έχει κάτι το απόκοσμο. Ο Δημήτρης αναρωτιέται αν ο Βενιζέλος ροχαλίζει στον ύπνο του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgHp76FOzPJBKKODJ4tr5JKFTBPqAcffJF9cxtHJGskHe33Hj-3InHG1qh5n7d_p3LmpBlPahDs30mNEfSBsLQ8er9DoIKVanOfq9FVWSJ1eINQcoLRgo-iwevHVCBS3lLDo0IMLJOL1rJy/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+3.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="272" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgHp76FOzPJBKKODJ4tr5JKFTBPqAcffJF9cxtHJGskHe33Hj-3InHG1qh5n7d_p3LmpBlPahDs30mNEfSBsLQ8er9DoIKVanOfq9FVWSJ1eINQcoLRgo-iwevHVCBS3lLDo0IMLJOL1rJy/s400/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+3.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η κάμερα του Γιώργου Τζαβέλλα μεταφέρεται στο πολυθόρυβο κέντρο της αγοράς, όπου ο Ανάργυρος έχει το μαγαζάκι του. Ο Δημήτρης σημειώνει στο τετράδιό του τη φράση «πολυθόρυβο κέντρο της αγοράς» και βάζει δίπλα δύο θαυμαστικά. Η τηλεόραση δείχνει πλάνα από ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο στα βόρεια προάστια, όπου είχε μόλις σημειωθεί έκρηξη βόμβας. Ο Δημήτρης δεν βγαίνει πια για ψώνια. Παραγγέλνει τα πάντα μέσω ίντερνετ. Έτσι εξοικονομεί &amp;nbsp;χρόνο για γράψιμο. Τουλάχιστον με αυτή τη δικαιολογία παρηγοριέται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Ο Ανάργυρος έχει &amp;nbsp;ήδη στήσει το παράνομο εργαστήριό του. Φτιάχνει λίρες. Λίγο χρυσάφι απέξω και οποιοδήποτε μέταλλο από μέσα. Έχει μπλέξει και με μια χυμώδη καλλονή, την Ίλια Λιβυκού στα νιάτα της. Η συνείδησή του δεν είναι πια ελαφριά. Όμως, όταν έχεις λεφτά, μπορείς ν’ αφήσεις τη συνείδησή σου να κοιμάται μόνη κι εσύ να κοιμάσαι με τις ωραιότερες γυναίκες.&lt;br /&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhxEVuKIUqwEYiM2BoAe-il803zyEE2OTIcB2gPpFjl-PoAHi0lGB9EBZUmyMrNgNW9kpVv0a63ByfYiZBAbpznDJNmVQUFZBUOGipureMvp31mp-J2xoI3Ta56a88lF_OCp9qzCwnSDZGs/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+6.jpg" imageanchor="1" style="clear: right; float: right; margin-bottom: 1em; margin-left: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="256" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhxEVuKIUqwEYiM2BoAe-il803zyEE2OTIcB2gPpFjl-PoAHi0lGB9EBZUmyMrNgNW9kpVv0a63ByfYiZBAbpznDJNmVQUFZBUOGipureMvp31mp-J2xoI3Ta56a88lF_OCp9qzCwnSDZGs/s320/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+6.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;Η αγαπημένη φιγούρα του Δημήτρη: ο τυφλός ζητιάνος, που κάτω από τα περίλυπα και πένθιμα μαύρα του ματογυάλια, έκρυβε μια περίφημη όραση. «Αόομματος… Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω …», ο Μίμης Φωτόπουλος διαλαλεί, κρυφοκοιτάζοντας πάνω από τα μαύρα γυαλιά τον άλλο επαγγελματία του πεζοδρομίου, την εκδιδόμενη της περιοχής, που του χαλάει την πιάτσα. Ο Δημήτρης μειδιά. Η τηλεόραση δείχνει διαφημίσεις για θερμαντικά σώματα, όμως ο Δημήτρης βλέπει με το νου του πλάνα από το κέντρο της Αθήνας, από αυτά που προβάλλονται καθημερινά. Πλάνα με ανθρώπινα κορμιά χυμένα στα πεζοδρόμια, σκεπασμένα με χαρτόνια, νέοι με βασιλεμένο βλέμμα και ωχρά πρόσωπα που αγωνιούν για τη δόση, πόρνες από κάθε μεριά της γης που στέκουν μετά βίας όρθιες στις σκοτεινές γωνιές του κέντρου. Από μια μεριά, ο Δημήτρης αισθάνεται τυχερός που δεν πολυκυκλοφορεί στο κέντρο. Ο ζητιάνος καταλήγει στο δωμάτιο της εκδιδόμενης Μαρίας, όπου απολαμβάνει τις υπηρεσίες της. Το όνειρο της Μαρίας είναι να αποκτήσει κάποτε πολλά λεφτά, για να μπορεί να κοιμάται μόνη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Ο Δημήτρης κυλάει το καροτσάκι του μέχρι το καθιστικό. Σταματάει σε ένα χαμηλό τραπεζάκι που έχει επάνω του έναν ασημένιο δίσκο με ποτήρια και ένα φρεσκοανοιγμένο μπουκάλι Dewar’s. Γεμίζει ένα ποτήρι και ξαναγυρίζει στο γραφείο. &amp;nbsp;Έχει αρχίσει η ιστορία με τη Φανίτσα, την κόρη του ασπριτζή της γειτονιάς. Ο σπιτονοικοκύρης τους, η αθηναϊκή εκδοχή του Εμπενέζερ Σκρουτζ, &amp;nbsp;κυνηγάει τη φτωχή οικογένεια για τα νοίκια και η Φανίτσα τον βλέπει με τρόμο. Ο ασπριτζής είχε ασπρίσει όλους τους μαγαζάτορες της γειτονιάς∙ μόνο ο σπιτονοικοκύρης του, ο Μαυρίδης, έμενε μαύρος κι άραχνος. Για κακή τύχη της οικογένειας, ο ασπριτζής πεθαίνει και η Φανίτσα με τη μητέρα της βρίσκονται σε ακόμα πιο τραγική κατάσταση. Η Φανίτσα αναγκάζεται να πουλάει στον δρόμο λουλούδια που έχει μαζέψει από νεκροταφεία. &amp;nbsp;Άλλες φορές, ο Δημήτρης έβρισκε αυτή την ιστορία αστεία στην τραγικότητά της.&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhHgS4DodoALAWL9A-VY2tU_7i873CNOYxKjjSZVo6mlS14-xP4EucnOTB7bngssrPvYGpJOcK4v9bp9k5FUjfB1fjUPmVvkL81Yjw1nwx7BUNlbCALuWZ79cbbBd7-58sjSLed5DPl-mw5/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+8.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="245" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhHgS4DodoALAWL9A-VY2tU_7i873CNOYxKjjSZVo6mlS14-xP4EucnOTB7bngssrPvYGpJOcK4v9bp9k5FUjfB1fjUPmVvkL81Yjw1nwx7BUNlbCALuWZ79cbbBd7-58sjSLed5DPl-mw5/s320/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+8.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
Γελούσε με τη σούπα από κρέας που έφερνε η γειτόνισσα στην άρρωστη μητέρα της Φανίτσας, γελούσε με τη χαρά που κάνουν μαμά και κόρη όταν η Φανίτσα βρίσκει στον δρόμο την κάλπικη λίρα. Τώρα όμως δεν του έρχεται να γελάσει. Προχθές του είπε η κόρη του ότι στο σχολείο τους ένα παιδάκι ζαλίστηκε την ώρα του μαθήματος∙ οι γονείς του είναι άνεργοι και το πρωινό στο σπίτι έχει καταργηθεί από καιρό. Στη συνοικία τους λειτουργεί εδώ και μερικούς μήνες κοινωνικό εστιατόριο με φθηνές μερίδες φαγητού για άπορους και άνεργους. Στην τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο χορταστικά. Έχει αρχίσει το σόου με τους επίδοξους σεφ που ανακατεύουν σαφράν με ροδάκινο για να γίνει πιο πορτοκαλί η σάλτσα που θα περιχύσει το ελάφι. Ο Δημήτρης κάνει ζάπινγκ∙ τούρκικο σήριαλ. Ομολογουμένως η φωτογραφία είναι αξιοπρεπής∙ οι μορφές ευγενικές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Η αγαπημένη του ιστορία, αυτή με τον Παύλο και την Αλίκη και το πορτρέτο «Σ’ αγαπώ», έχει αρχίσει. Ο Δημήτρης κλείνει την τηλεόραση. Από νέος είχε μεγάλο έρωτα για τη Λαμπέτη. Δεν χόρταινε τις ταινίες της, το μόνιμα σκοτεινό βλέμμα της, το πικρό χαμόγελο, τη βαθιά φωνή με τη σπασμένη συγκίνηση. Ο Παύλος και η Αλίκη βρίσκουν την κάλπικη λίρα μεταξύ των κομματιών της βασιλόπιτας και όλοι θεωρούν το γεγονός τυχερό για το νιόπαντρο ζευγάρι. Ο Χορν και η Λαμπέτη, ωραίοι σαν θεότητες του έρωτα. «Προχτές το βράδυ που κλεφτήκαμε, δεν σκέφτηκα πως πρέπει και να τρώμε», λέει ο Παύλος τη μαγική φράση∙ ο Δημήτρης ανυπομονεί κάθε φορά να ακούσει αυτή τη φράση από τα χείλη του Χορν. Η απόλυτη ευτυχία είναι αυτή που σε κάνει να ξεχνάς να φας. Ο Δημήτρης είχε χρόνια να ξεχάσει την ώρα του φαγητού∙ και τις λίγες φορές που είχε συμβεί αυτό, δεν ήταν από ευτυχία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhOBLiIBrq0oe8NdMRgNpm1vKIlAaJ8bed70duSqUY4s4ZuqXKN2M9fEBz0Ipus7S9MCzzfCNJAh43bMlFQwdgH_CPnNOUmDrSogEXbZdXzdXBDLKX69FrJdhRsalByM4g-nbcr1qoWoJhe/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+2.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="275" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhOBLiIBrq0oe8NdMRgNpm1vKIlAaJ8bed70duSqUY4s4ZuqXKN2M9fEBz0Ipus7S9MCzzfCNJAh43bMlFQwdgH_CPnNOUmDrSogEXbZdXzdXBDLKX69FrJdhRsalByM4g-nbcr1qoWoJhe/s400/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+2.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η Αλίκη φυλάει την κάλπικη λίρα μέσα σ’ ένα κουμπαρά. Η λίρα της αγάπης δεν πρέπει να ξοδευτεί. Όπως δεν πρέπει να ξοδευτεί το «σ’ αγαπώ»∙ να μείνει ολοζώντανο, αναλλοίωτο. Ο Παύλος διαλέγει να το ζωγραφίσει πάνω στον καμβά∙ ένα πορτρέτο, χίλια σ’ αγαπώ∙ στην αρχή ηχηρά, παλλόμενα, σχεδόν ματωμένα∙ αργότερα υποχρεωτικά, κλαμένα, μάλλον μετανιωμένα. Η σχέση του ζευγαριού τρεκλίζει πάνω στις οικονομικές δυσκολίες. Εξήντα χρόνια ταινία και πολλές σκηνές είναι σαν να γυρίστηκαν σήμερα. Καλό για την ταινία, κακό για το σήμερα. Ο Παύλος αναγκάζεται να κάνει συμβιβασμούς∙ δέχεται να ζωγραφίσει τον τοίχο της ταβέρνας του μπαρμπα-Γιάννη∙ &amp;nbsp;ο ταβερνιάρης τού έχει παραγγείλει ένα μεγάλο φεγγάρι, κίτρινο σαν κεφαλοτύρι, πάνω από τα τραπέζια του μαγαζιού. Αυτό το φεγγάρι γίνεται η σελήνη του μέλιτος για το ζευγάρι, σχολιάζει ο αφηγητής και δίκιο έχει, αφού το ζευγάρι μπορεί να τρώει τζάμπα για ένα μήνα στο ταβερνάκι.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Τελικά η Αλίκη, πτοημένη από τη δύσκολη πραγματικότητα, εγκαταλείπει τον Παύλο. Παντρεύεται έναν ευκατάστατο παιδικό της φίλο και η ζωή της παίρνει τους παλιούς της ρυθμούς. Στην άκρη του μυαλού της όμως πάντα υπάρχει ο Παύλος, που εν τω μεταξύ έχει γίνει ένας διάσημος ζωγράφος. Σε μια έκθεση ζωγραφικής του, η Αλίκη με τον σύζυγό της επιχειρούν να αγοράσουν το «Σ’ αγαπώ». Ο Παύλος αρνιέται αυστηρά. «Δεν πουλιέται, κύριε. Μπορεί να πουλήθηκε κάποτε το μοντέλο, αλλά αυτό όχι». Αυτό ανήκει στον ζωγράφο. Ο Δημήτρης λατρεύει τον Χορν σε αυτή τη σκηνή. Είναι η αιφνιδιαστική εμφάνισή του στο πλάνο, το μαύρο ζιβάγκο που του προσδίδει μια αδιάλλακτη αυστηρότητα, η αίσθηση του αδιαπραγμάτευτου συναισθήματος. Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν. Ακόμα κι αν πληρώσεις, δεν μπορείς να τα αποκτήσεις.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Αρκετά χρόνια μετά, ο Παύλος συναντά την Αλίκη ένα πρωινό, στην Ηρώδου του Αττικού, καθώς κατηφορίζει για μια βόλτα στο Ζάππειο. Στο πλάνο διακρίνεται ο τροχονόμος με την άσπρη κάσκα του. Ο Δημήτρης αναλογίζεται πού θα έκρυβε σήμερα ο Τζαβέλλας την κλούβα με τους αστυνομικούς που υπάρχει συνήθως εκεί, για να μην του χαλάσει το γύρισμα. Ο Παύλος λέει στην Αλίκη για τη ζωή του και τη ρωτάει για τη δική της. Της λέει και για τη λίρα που ήταν κάλπικη. «Μια μεγάλη αγάπη που ξεκίνησε από μια κάλπικη λίρα. Κάλπικη δεν είναι μόνο η λίρα σε αυτή την ιστορία. Κάλπικο είναι γενικά το χρήμα», σχολιάζει ο αφηγητής πριν πέσει η λέξη «Τέλος».&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/b&gt; Δημήτρης πατάει το pause και μένει να κοιτάζει αφηρημένα τη μοιραία, αναπόφευκτη λέξη στην παγωμένη οθόνη του υπολογιστή. Το ουίσκι στο ποτήρι του έχει τελειώσει κι αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhboHyNYnGTCxOAivcFc3CH1elU1xZCxNV7Ob-ZOeeVq287YWP3Nm7DEuP0ro3xzNsz10yLwfeqjs9EY6TKsosqIEqscgufUG_8YOtlkEa8nk66B52MX3-4SSvDDHEkS2VBI2ZuoImpSM86/s1600/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+10.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="350" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhboHyNYnGTCxOAivcFc3CH1elU1xZCxNV7Ob-ZOeeVq287YWP3Nm7DEuP0ro3xzNsz10yLwfeqjs9EY6TKsosqIEqscgufUG_8YOtlkEa8nk66B52MX3-4SSvDDHEkS2VBI2ZuoImpSM86/s400/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+10.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhu3p-l07ljuCfiWZJ2oqXMwYaYD0Om2r58Ycog7kL7CImRFOY8vUv06v6LL0S8AEVvB5BXGQg0y_D_pix0Y8aloeAZe4BpHm_K5mpEHXEvzuzFxwXtBUw0vfnc4JlncbqNHs_P1Uuzn5pX/s72-c/%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B7+%CE%BB%CE%AF%CF%81%CE%B1+9.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Η ζωή σε pixels</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/01/pixels.html</link><category>Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης</category><category>Ιστορία μιας φωτογραφίας</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sat, 19 Jan 2013 00:05:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-928511734166078399</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;table align="center" cellpadding="0" cellspacing="0" class="tr-caption-container" style="margin-left: auto; margin-right: auto; text-align: center;"&gt;&lt;tbody&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg3WfVYhxpCbfM0qWTIigeqKmqavBqYTyOK5qafStplXY-oEsSWicxnndGX9HFMprC3j6b17jKtLCUInGUyPs4BJ-r_uXeD22yeQjeN1FKvYFS2wMF77QEMYfeWgqTHQsOsCgZbAuKmIlM8/s1600/Young+men.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: auto; margin-right: auto;"&gt;&lt;img border="0" height="265" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg3WfVYhxpCbfM0qWTIigeqKmqavBqYTyOK5qafStplXY-oEsSWicxnndGX9HFMprC3j6b17jKtLCUInGUyPs4BJ-r_uXeD22yeQjeN1FKvYFS2wMF77QEMYfeWgqTHQsOsCgZbAuKmIlM8/s400/Young+men.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class="tr-caption" style="text-align: center;"&gt;&lt;i&gt;Μεταξύ φίλων.&lt;/i&gt; Βρυξέλλες, 2011.&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Μ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ικρή αντιπαθούσα τις φωτογραφίες∙ ιδίως αυτές που με απεικόνιζαν. Με έβρισκα άσχημη, σχεδόν απωθητική∙ το στόμα μου μεγάλο, τα μαλλιά μου πολύ ίσια και πολύ κοντά, το χαμόγελό μου άχαρο. Έκρυβα τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες μου πίσω από βάζα, αγαλματάκια και κηροπήγια. Κάθε βδομάδα με το ξεσκόνισμα ξανάπαιρναν την περίοπτη θέση τους και πάλι τις κυνηγούσα σαν κατσαρίδες.&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Την ίδια εποχή, μέσα στην απειλητική αίθουσα αναμονής στο ιατρείο ενός ηλικιωμένου Ελληνορουμάνου οδοντίατρου, πολυτελή λευκώματα με εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες μεγάλων δημιουργών μου κρατούσαν συντροφιά στην αγωνία του τροχού. Εκεί, βυθισμένη στις αναπαυτικές πολυθρόνες, περίμενα τη σειρά μου σαν μελλοθάνατη, ξεφυλλίζοντας σελίδες μεγάλου μεγέθους με θαυμάσιες φωτογραφίες. Ο γέρος οδοντίατρος πρέπει να ήταν λάτρης ή και ερασιτέχνης φωτογράφος∙ τότε ήμουν πολύ μικρή για να μου δημιουργηθεί η απορία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Μετά το σχολείο άρχισα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, στην αρχή με μια πρωτόγονη αλλά έμπιστη ΖΕΝΙΤ, τόσο βαριά όσο και ανθεκτική. Έμαθα για τον φωτοφράκτη, το διάφραγμα, την ταχύτητα, την ευαισθησία. Έστηνα τους φίλους μου σαν μοντέλα μπροστά από παλιές πόρτες, τοίχους με τούβλα, ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Μερικοί «έγραφαν» πάνω στο φωτογραφικό φιλμ∙ άλλοι δυσανασχετούσαν, απορρυθμίζονταν. Αργότερα μου ήρθε η μανία με τις αντανακλάσεις. Προχωρούσα στον δρόμο σαν υπνωτισμένη, παρατηρώντας ό,τι που καθρεφτιζόταν στις βιτρίνες, στους καθρέφτες των αυτοκινήτων, στις λακκούβες με τα νερά της βροχής. &amp;nbsp;Με τη μηχανή κολλημένη στα μάτια γύριζα αριστερά, δεξιά, πάνω, κάτω, μέχρι να πετύχω την τέλεια λήψη. Ό,τι έγραφε το φιλμ, θα έβγαινε στο χαρτί∙ oύτε Photoshop, ούτε Instagram εκείνη την εποχή∙ no mercy.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Στο τέλος των φοιτητικών χρόνων πήρα μια Canon SLR και παρακολούθησα μερικές σειρές μαθημάτων φωτογραφίας. Άρχισα να μετατρέπω το WC του πατρικού μου σπιτιού σε σκοτεινό θάλαμο. Κλεινόμουν μέσα με τις ώρες σε απόλυτο σκοτάδι και εξασκόμουν να περνάω το φιλμ μέσα στο καρούλι του δοχείου εμφάνισης. Σε αυτό το στάδιο με βρήκε η έναρξη της υποχρεωτικής υπηρεσίας υπαίθρου και αναγκάστηκα να τα παρατήσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Στο αγροτικό άρχισα να αλλάζω φωτογραφική ματιά. Είχα αποκτήσει πια και ένα δυνατό τηλεφακό καθώς και ένα φακό macro. Στεκόμουν σε ουδέτερα σημεία στις πλατείες των χωριών, στις αποβάθρες των λιμανιών και στις γωνιές της αγοράς. Παρατηρούσα τους ανθρώπους∙ τους γέροντες με τα φαρδιά υφασμάτινα παντελόνια και τα μακρυμάνικα πουκάμισα χειμώνα-καλοκαίρι, που ξάκριζαν από τον δρόμο προς τα καφενεία∙ τους ψαράδες που ξεφόρτωναν τα ψάρια και τα θαλασσινά σχεδόν ζωντανά, με τον αφρό της θάλασσας ακόμα επάνω τους∙ τις νοικοκυρές που ψώνιζαν από τους μανάβηδες. Τραβούσα απανωτά φωτογραφίες. Ο τηλεφακός μου με προφύλασσε από ανεπιθύμητες αντιδράσεις&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;∙ &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;από μακριά κι αγαπημένοι. Κάποιες φορές χρησιμοποιούσα τη μέθοδο του «ανθρώπινου δολώματος»: έκανα ότι φωτογράφιζα κάποιον γνωστό και τραβούσα το πρόσωπο που ήθελα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Την πιο αναπάντεχη αντίδραση σε φωτογραφία την εισέπραξα πριν από πολλά χρόνια, όχι από άνθρωπο, αλλά από ένα χιμπατζή στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου. Είχα σταθεί ακίνητη μπροστά στο κλουβί του και ρύθμιζα τη μηχανή μου για να τον τραβήξω καθώς έτρωγε τη μπανάνα του. Φαίνεται πώς η προετοιμασία μου πήρε λίγο παραπάνω, γιατί μόλις ήμουν πια έτοιμη να τραβήξω τη φωτογραφία, ο χιμπατζής εκνευρισμένος μου πέταξε τη μπανανόφλουδα κατακέφαλα. Αν υπήρχε επόμενη λήψη, θα με έδειχνε με τη φλούδα πάνω στα μαλλιά. Έγινα το ανέκδοτο της παρέας εκείνη την ημέρα…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;table align="center" cellpadding="0" cellspacing="0" class="tr-caption-container" style="margin-left: auto; margin-right: auto; text-align: center;"&gt;&lt;tbody&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEixUM6rBeE322RYsDwpMoN7ZKLcojTduz_NZroIYG1uy64rtSZl4wNSRR56i56UExCe7tcnGB9Id_7DTYKDHLwywN-b_477x0h4dA1LLTbVG6UjxfxZH8Jx8ZB1U1NS3Qy__ZUaeS7H6VFw/s1600/chimpanzee.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: auto; margin-right: auto;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEixUM6rBeE322RYsDwpMoN7ZKLcojTduz_NZroIYG1uy64rtSZl4wNSRR56i56UExCe7tcnGB9Id_7DTYKDHLwywN-b_477x0h4dA1LLTbVG6UjxfxZH8Jx8ZB1U1NS3Qy__ZUaeS7H6VFw/s400/chimpanzee.jpg" width="325" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class="tr-caption" style="text-align: center;"&gt;Διακρίνεται η μπανάνα, καθώς εγκαταλείπει το χέρι του χιμπατζή, &lt;br /&gt;
κατευθυνόμενη προς το κεφάλι μου...&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; Την τελευταία δεκαετία η φωτογραφία έχει γίνει πια μια εύκολη υπόθεση. Η ψηφιακή&amp;nbsp;τεχνολογία έχει δώσει απόλυτη ελευθερία στις λήψεις. Τραβάς ό,τι θέλεις, όσες φορές θέλεις, όπως θέλεις. Με μηχανή, με κινητό, με tablet. Μετά το επεξεργάζεσαι, το κόβεις και το ράβεις, το χρωματίζεις, το αποχρωματίζεις, το παλιώνεις ή το κάνεις να φαίνεται σαν σκίτσο. Το ανεβάζεις στο facebook, στο flickr, στο μπλογκ. Το κάνεις φόντο στην επιφάνεια εργασίας, υδατογράφημα σε έγγραφο του Word, εικόνα σε παρουσίαση Powerpoint. Μπορείς επίσης να το βάλεις σε ηλεκτρονική κορνίζα∙ αν το βαρεθείς, δεν χρειάζεται να παραχώσεις την κορνίζα∙ απλώς της αλλάζεις το θέμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &lt;b&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&amp;nbsp;Μ&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;ε τα χρόνια έχω κατασταλάξει στο είδος της φωτογραφίας που με συναρπάζει. Είναι αυτές οι φωτογραφίες που αιχμαλωτίζουν στιγμιότυπα∙ κάτι που γίνεται και δεν πρόκειται να ξανασυμβεί με τον ίδιο τρόπο. Συνήθως είναι άνθρωποι∙ βλέμματα, χειρονομίες, κινήσεις, χαμόγελα, εκφράσεις. Όχι τα στημένα χαμόγελα, αυτά που περιμένουν το κλικ του φακού, καλοχτενισμένα, &amp;nbsp;παγωμένα μέσα στην ίδια τους την αμηχανία∙ τα αυθόρμητα χαμόγελα, αυτά που ξεπετάγονται απροειδοποίητα, με τις γωνιές των ματιών να ρυτιδώνουν από ευφορία και τα δόντια να αποκαλύπτονται αβίαστα, αφήνοντας την ψυχή να εκτονώσει έστω και &amp;nbsp;στιγμιαία τα βάρη της. Είναι και οι εκφράσεις οι φυσικές, αυτές που ζωγραφίζονται αυτόματα, χωρίς παράγγελμα, χωρίς προσμονή∙ η έκπληξη, η δυσαρέσκεια, η βουλιμία, η νύστα, η συγκίνηση, η θλίψη, η απελπισία. Είναι το ίδιο το συναίσθημα που αποτυπώνεται με pixels και περνάει από τη μνήμη RAM στην αιωνιότητα. Φωτογραφία δεν είναι οι στημένες οικογενειακές λήψεις με θείους, ανίψια, εξαδέλφια σε παράταξη γύρω από το γιορτινό τραπέζι∙ αυτό είναι φωτογραφική καταγραφή της οικογένειας. Φωτογραφία είναι η στιγμή που ο θείος, μπουκωμένος με το κομμάτι της βασιλόπιτας, δαγκώνει το φλουρί και γουρλώνει τα μάτια με ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Οι φωτογραφίες είναι βλέμματα∙ τα βλέμματα των άλλων επάνω μας. Και είναι ίσως αυτά τα βλέμματα που μας κάνουν να νιώθουμε αμήχανα∙ όχι το πώς στ’ αλήθεια δείχνουμε, αλλά το πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι. Συνεχίζει να μη μου αρέσει ο εαυτός μου στις φωτογραφίες. Τώρα είναι οι ρυτίδες του γέλιου, οι ρίζες των μαλλιών που μπορεί να θέλουν βάψιμο, το κραγιόν που δεν φαίνεται, η φράντζα που έχει πέσει. Είναι όμως ανεκτίμητες κάποιες φωτογραφίες τραβηγμένες με χιούμορ, με αγάπη, που με έχουν συλλάβει απροειδοποίητα σε στιγμές αυθόρμητες∙ σε ένα δυνατό γέλιο με τις ρυτίδες πιο βαθιές από ποτέ, σε μια στιγμή περισυλλογής με τη φράντζα να πέφτει περισσότερο πάνω στο προβληματισμένο κούτελο, σε μια στιγμή λαιμαργίας με το στόμα γεμάτο και το κραγιόν χωνεμένο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;Η ζωή φαίνεται &amp;nbsp;αλλιώς &amp;nbsp;μέσα από το φακό. Πρόκειται για μια ματιά επιλεκτική, συχνά αδιάκριτη, εξομολογητική, έως και τρυφερή. &amp;nbsp;Να παρατηρεί κανείς τους ανθρώπους και να συλλαμβάνει τα στιγμιότυπα πάνω στη γέννησή τους. Η φωτογραφία να είναι γεμάτη με πραγματικό χρόνο, να αποτυπώνει σκηνές, γεγονότα, εκφράσεις που δεν θα επαναληφθούν ποτέ με τον ίδιο τρόπο∙ μοναδικές στιγμές όπως μοναδική είναι και η ίδια η ζωή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;table align="center" cellpadding="0" cellspacing="0" class="tr-caption-container" style="margin-left: auto; margin-right: auto; text-align: center;"&gt;&lt;tbody&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td style="text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhrkNYWZYmC0uvnSMaC8JkFcZGQE0qO5MZ6JMFCJcwbZjmgVX1LnSzT_CrQvKeAx3peSjhPYDScBAOC1mHpG2LL4oQ5yfF-mNzILJYQJsRV6ZKUMoDPDfQC6YwQczVMAr3sRYahqGglKf9A/s1600/Restaurant.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: auto; margin-right: auto;"&gt;&lt;img border="0" height="371" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhrkNYWZYmC0uvnSMaC8JkFcZGQE0qO5MZ6JMFCJcwbZjmgVX1LnSzT_CrQvKeAx3peSjhPYDScBAOC1mHpG2LL4oQ5yfF-mNzILJYQJsRV6ZKUMoDPDfQC6YwQczVMAr3sRYahqGglKf9A/s400/Restaurant.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;tr&gt;&lt;td class="tr-caption" style="text-align: center;"&gt;&lt;i&gt;Σιγά τον πολυέλαιο.&lt;/i&gt; Βρυξέλλες 2011.&lt;/td&gt;&lt;/tr&gt;
&lt;/tbody&gt;&lt;/table&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg3WfVYhxpCbfM0qWTIigeqKmqavBqYTyOK5qafStplXY-oEsSWicxnndGX9HFMprC3j6b17jKtLCUInGUyPs4BJ-r_uXeD22yeQjeN1FKvYFS2wMF77QEMYfeWgqTHQsOsCgZbAuKmIlM8/s72-c/Young+men.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Καφές με χιόνι</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/01/blog-post_9489.html</link><category>Ιστορία μιας φωτογραφίας</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Tue, 8 Jan 2013 17:49:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-7656420605014996940</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhXErSYfnZgL3z60YX9URthF2bELTEBhvCchsHcVTpokO5prGoZrn0GLE7l-GJujip9KQ3bVlC5hpIg99V1K9O1P23PsfQOy-C29ELuaSLORf5h3PZxmBqgE8qGeI2f_a9cqYXkL_I3-8c-/s1600/2013-01-08+13.06.54+bw.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="201" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhXErSYfnZgL3z60YX9URthF2bELTEBhvCchsHcVTpokO5prGoZrn0GLE7l-GJujip9KQ3bVlC5hpIg99V1K9O1P23PsfQOy-C29ELuaSLORf5h3PZxmBqgE8qGeI2f_a9cqYXkL_I3-8c-/s400/2013-01-08+13.06.54+bw.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Δείξε μου τον καφέ σου να σου πω ποιος
είσαι. Μεγάλη μου αδυναμία ο καφές∙ μαζί με φίλους, με ένα βιβλίο, ακόμα και
σκέτος με το μπισκοτάκι του. Μου αρέσει πολύ ο μοναχικός καφές, σε ώρες που
όλοι δουλεύουν (σχήμα λόγου το όλοι), όταν τα καφέ είναι ήσυχα, μισοάδεια. Μα
περισσότερο απ’ όλα μου αρέσει ο μοναχικός καφές με χιόνι∙ να κάθεσαι κάπου ζεστά,
με τον καφέ να αχνίζει μυρωδάτος κάτω από την παγωμένη σου μύτη, και να
παρατηρείς τις νιφάδες καθώς αυτοκτονούν ομαδικά, πέφτοντας λιωμένες στο
έδαφος.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Απέναντι
από το σχολείο της Άννας υπάρχει ένα μικρό συμπαθητικό καφέ. Συχνά κάθομαι εκεί∙
καφές και βιβλίο, μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι, για να σχολάσω και να πάω να
πάρω την Άννα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Σήμερα
το μεσημέρι, έχοντας εγκαταλείψει το στρες της χθεσινής εφημερίας στον διάδρομο του γυμναστηρίου,
μπήκα στο καφέ. Διάλεξα ένα από τα λίγα ελεύθερα τραπέζια στο βάθος της αίθουσας∙
φαίνεται ότι ο καφές με χιόνι αρέσει σε πολλούς. Κάθισα στον μαύρο υφασμάτινο
καναπέ, έβγαλα από πάνω μου τον χιονοδρομικό εξοπλισμό και από τον σάκο μου την
&lt;i&gt;Άννα Καρένινα.&lt;/i&gt; Πάνω στην ώρα διάλεξα
να ξαναδιαβάσω τον Τολστόι, σκέφτηκα∙ ο καιρός αυτός πάει με Ρώσους.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Παράγγειλα
καπουτσίνο με σαντιγί και έριξα μια αναγνωριστική ματιά. Υπάρχουν κι άλλοι μαύροι καναπέδες τριγύρω&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri, sans-serif; font-size: 16px; line-height: 18px;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;και μαύρες πολυθρόνες με ασπρόμαυρα μαξιλάρια σε μοτίβο ζέβρας. Από τα φωτιστικά κρέμονται χριστουγεννιάτικες μπάλες.&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri, sans-serif; font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Στον μεγάλο τοίχο
της αίθουσας μια ασπρόμαυρη ταπετσαρία με το Μανχάταν. Από τα ηχεία,
η &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Barbra&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Streisand&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt; εξομολογείται
ότι είναι μια ερωτευμένη γυναίκα∙ ακούγεται το ίδιο ερωτευμένη όπως πριν από
τριάντα χρόνια, τότε που πρωτοβγήκε το τραγούδι∙ οι έρωτες στα δισκάκια κρατάνε
παντοτινά.&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Το
κοντινό μου τραπέζι είναι άδειο∙ επάνω του τρεις σκακιέρες. Στο δεύτερο
τραπέζι, ένας σαραντάρης άνδρας με αθλητικό μπουφάν, χωμένος στην οθόνη ενός λάπτοπ∙
πατάει τα πλήκτρα από ψηλά με το ένα δάχτυλο και πίνει φραπέ. Στο διπλανό
τραπέζι, ένας κύριος γύρω στα εβδομήντα διαβάζει αθλητική εφημερίδα∙ &lt;i&gt;ΧΡΗΜΑΣΠΟΡ∙ Δίψα για εκδίκηση&lt;/i&gt;, ο κυρίως
τίτλος της πρώτης σελίδας∙ &lt;i&gt;Μπείτε τώρα&lt;/i&gt;,
προτρέπει με μεγάλα γράμματα το οπισθόφυλλο∙ από τόσο μακριά δεν μπορώ να διαβάσω
πού πρέπει να μπει ο αναγνώστης της εφημερίδας∙ ο κύριος πίνει ελληνικό καφέ. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Την
προσοχή μου όμως τραβάει η γυναίκα που κάθεται στο μπροστινό τραπέζι, κοντά στο
παράθυρο∙ το αγαπημένο μου τραπέζι. Η γυναίκα είναι στην ηλικία μου∙ φοράει
πράσινο χοντρό πουλόβερ με ψηλό γιακά∙ δίπλα στην κούπα της το μικροσκοπικό
γυάλινο βαζάκι με της κανέλας. Η γυναίκα πίνει καπουτσίνο και γράφει. Αναδεύει
πού και πού μια κόλλα χαρτί, ενώ παρατηρεί κι εκείνη γύρω της όπως κι εγώ, από
διαφορετική όμως γωνία. Είναι σκεπτική∙ κρατάει με το αριστερό χέρι το πηγούνι της,
στηρίζοντας το κεφάλι της, βαρύ από την περισυλλογή∙ με το δεξί χέρι γράφει στο
χαρτί. Φαίνεται πολύ απορροφημένη από το γραπτό της. Σκέφτομαι ότι μπορεί να
είναι η Ελληνίδα Τζόαν Ρόουλινγκ∙ κάπως έτσι γεννήθηκε ο Χάρι Πότερ, σε ένα
καφέ του Εδιμβούργου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Βγάζω
κι εγώ το μπλοκάκι μου και κρατάω σημειώσεις. Η γυναίκα γράφει το βιβλίο της κι
εγώ γράφω για τη γυναίκα. Ο ηλικιωμένος κύριος παίρνει την εφημερίδα του και
φεύγει. Ίσως αποφάσισε επιτέλους να μπει εκεί που του λέει η εφημερίδα του. Ο νεότερος
άνδρας συνεχίζει να πληκτρολογεί με μανία κατεβάζοντας από ψηλά το ίδιο δάκτυλο.
Η γέφυρα του Μανχάταν ξεκινάει από το τραπέζι με τις σκακιέρες, διασχίζει από
ψηλά το τραπέζι του άνδρα με το λάπτοπ και το άδειο τραπέζι του κυρίου με την
εφημερίδα και καταλήγει στη σκεπτική συγγραφέα που στοχάζεται τους χαρακτήρες
του βιβλίου της. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Από
τα ηχεία τώρα ακούγεται το “&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;Johnny&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%;"&gt;B&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;”, αφιερωμένο στους χθεσινούς Γιάννηδες
ίσως. Ακούγεται επιπλέον, όχι βέβαια από τα ηχεία, το κουδούνι του σχολείου.
Πληρώνω τον καφέ, ντύνομαι βιαστικά και βγαίνω έξω στο χιόνι. Το κρύο με
χτυπάει στο μέτωπο. Πριν περάσω απέναντι, ρίχνω μια τελευταία ματιά στη
συγγραφέα∙ κρατάει ακόμα το πηγούνι της. Κάτι μου λέει &amp;nbsp;ότι αυτό που γράφει είναι καλό.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal"&gt;
&lt;span style="font-size: 12.0pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp; &amp;nbsp;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhLN6wXLm6NC9_Ny4QX8dytKkIMAZUeztN4PS3e-Dho6LCmB6AI45XtoMLq9RIixkRe-WOPwZoDOY6b7KTgAI9OgKvD_qrD_pgzWJgcJ5pzOewe9Dw9cm-XhFxuSSzYnFAOzuPN-87BBjg7/s1600/Woman+writing+a.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="147" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhLN6wXLm6NC9_Ny4QX8dytKkIMAZUeztN4PS3e-Dho6LCmB6AI45XtoMLq9RIixkRe-WOPwZoDOY6b7KTgAI9OgKvD_qrD_pgzWJgcJ5pzOewe9Dw9cm-XhFxuSSzYnFAOzuPN-87BBjg7/s400/Woman+writing+a.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhXErSYfnZgL3z60YX9URthF2bELTEBhvCchsHcVTpokO5prGoZrn0GLE7l-GJujip9KQ3bVlC5hpIg99V1K9O1P23PsfQOy-C29ELuaSLORf5h3PZxmBqgE8qGeI2f_a9cqYXkL_I3-8c-/s72-c/2013-01-08+13.06.54+bw.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Συγγραφείς που γράφουν με δυσκολία</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2013/01/blog-post.html</link><category>Η κουζίνα του συγγραφέα</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 6 Jan 2013 15:16:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-5782992200511640401</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;span id="goog_838763503"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span id="goog_838763504"&gt;

&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span id="goog_838763504"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjfbSwQnbi1GIyop7UHi5RmS9bi8wxQI7GGI0tbpIboube1T09SpqSj3dnDa2pbR532fQQoxUbJOYZfof3Ao-tEG3iJzElBk8nkQsoSQdiUG_tFrymUBPoAdNVbyN361kJedBUN1fMR3Th2/s1600/E.L.Doktorow.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="221" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjfbSwQnbi1GIyop7UHi5RmS9bi8wxQI7GGI0tbpIboube1T09SpqSj3dnDa2pbR532fQQoxUbJOYZfof3Ao-tEG3iJzElBk8nkQsoSQdiUG_tFrymUBPoAdNVbyN361kJedBUN1fMR3Th2/s400/E.L.Doktorow.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span id="goog_838763504"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν με δυσκολία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται.
Και γράφουν με περισσότερη δυσκολία τα απλά πράγματα, αυτά που ο συνηθισμένος
κόσμος βάζει στο χαρτί χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένα σημείωμα για το καθαριστήριο,
μια λίστα με ψώνια, μια υπενθύμιση στη σύζυγο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span id="goog_838763504"&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Κάποτε ο &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;E&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;L&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Doktorow&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; χρειάστηκε να
γράψει ένα σημείωμα για να δικαιολογήσει μια απουσία της κόρης του στο σχολείο.
Η Καρολάιν, η κόρη του, πήγαινε στο δημοτικό, δεύτερη ή τρίτη τάξη. Ο
συγγραφέας έτρωγε το πρωινό του στην κουζίνα, όταν εμφανίστηκε η Καρολάιν, με
το αδιάβροχό της, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;κρατώντας το καλαθάκι της
με το μεσημεριανό, έτοιμη να φύγει για το σχολείο. Ζήτησε από τον πατέρα της να
της γράψει το σημείωμα για τον δάσκαλο∙ σε λίγα λεπτά θα ερχόταν το σχολικό να
την πάρει. Του είχε έτοιμο, μάλιστα, μολύβι και μπλοκ∙ τόσο προνοητική ήταν,
από παιδί. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhpMiEd0CKFOrOzjRz3u6C-FeA05K_BKlDdEBvsMtgKtu8ypFQu_WlpKWFeG-V9xNTk1Cl7fihJaKcmrUoU8QtFcoiyL5UzVHHbxx77-0_PdiQjlnsxg3FfkEUgPHjySPr0k8bsylezJZIX/s1600/doctorow-el+manuscript.jpg" imageanchor="1" style="clear: right; float: right; margin-bottom: 1em; margin-left: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhpMiEd0CKFOrOzjRz3u6C-FeA05K_BKlDdEBvsMtgKtu8ypFQu_WlpKWFeG-V9xNTk1Cl7fihJaKcmrUoU8QtFcoiyL5UzVHHbxx77-0_PdiQjlnsxg3FfkEUgPHjySPr0k8bsylezJZIX/s400/doctorow-el+manuscript.jpg" width="247" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο συγγραφέας έγραψε στο χαρτί την ημερομηνία και άρχισε &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Αγαπητέ κύριε Τάδε, η κόρη μου Καρολάιν…&lt;/i&gt;.
Μετά σκέφτηκε «Όχι αυτό δεν είναι καλό, εννοείται ότι είναι η κόρη μου Καρολάιν».
Έσκισε το χαρτί και ξανάρχισε σε καινούρια σελίδα. &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Χθες το παιδί μου… &lt;/i&gt;Όχι. Ούτε αυτό ήταν εντάξει∙ έμοιαζε με
κατάθεση.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Doktorow&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;συνέχισε να
γράφει και να σκίζει, μέχρι που ακούστηκε η κόρνα του σχολικού. Το κοριτσάκι
βρισκόταν σε κατάσταση πανικού. Πάνω στο τραπέζι είχε μαζευτεί μια στοίβα από
τσαλακωμένα χαρτιά. Η σύζυγος του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Doktorow&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;σχεδόν τράβαγε τα μαλλιά της. «Δεν το
πιστεύω αυτό. Δεν το πιστεύω!», μονολογούσε. Πήρε αποφασιστικά το μολύβι και το
μπλοκ, έγραψε δυο αράδες και έδωσε το σημείωμα στην Καρολάιν. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Doktorow&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;προσπαθούσε να
γράψει το τέλειο δικαιολογητικό σημείωμα. Αυτό το ασήμαντο γεγονός ήταν μια αποκαλυπτική
εμπειρία, όπως σχολιάζει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/goog_846147424"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Paris&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%;"&gt;Review&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;a href="http://www.theparisreview.org/interviews/2718/the-art-of-fiction-no-94-e-l-doctorow"&gt;.&lt;/a&gt; «Το γράψιμο
είναι πολύ δύσκολο. Ιδίως οι μικρές φόρμες».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjfbSwQnbi1GIyop7UHi5RmS9bi8wxQI7GGI0tbpIboube1T09SpqSj3dnDa2pbR532fQQoxUbJOYZfof3Ao-tEG3iJzElBk8nkQsoSQdiUG_tFrymUBPoAdNVbyN361kJedBUN1fMR3Th2/s72-c/E.L.Doktorow.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Σημειώσεις στο τέλος της χρονιάς και της λίστας</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_30.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 30 Dec 2012 17:55:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-1757139085845546201</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg1Wr4l1EXJlGG_6Eza5LQFN1xa-AqC3TQc6Jd6arxlycBuuhmVxGMQ28i8STaCtRRfJEqsvNGU1aConfgQ4hgNo5dKwFx0ULLVO4mREFGSyVrttOjdaLJ5oNNDYrqfLC89KIqm2EVR997A/s1600/Thission.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="253" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg1Wr4l1EXJlGG_6Eza5LQFN1xa-AqC3TQc6Jd6arxlycBuuhmVxGMQ28i8STaCtRRfJEqsvNGU1aConfgQ4hgNo5dKwFx0ULLVO4mREFGSyVrttOjdaLJ5oNNDYrqfLC89KIqm2EVR997A/s400/Thission.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-align: right;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Όλοι περηφανευόμαστε και χαιρόμαστε
στη σκέψη ότι είμαστε μοναδικοί, αλλά τελικά φοβάμαι ότι η αστυνομία έχει
δίκιο: μόνο τα δακτυλικά αποτυπώματα μας ξεχωρίζουν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-align: right;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;DAVID&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;SEDARIS&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;"Η λίστα «μίλησε» και δείχνει τον Γ.
Παπακωνσταντίνου"&lt;em&gt;.&lt;/em&gt;
Αδιαπραγμάτευτος ο τίτλος της εφημερίδας.&lt;em&gt;
"&lt;/em&gt;Έκπληξη, οργή και απορία"&lt;em&gt;.&lt;/em&gt; Ο υπότιτλος. Όχι έκπληξη, ούτε απορία. Ποιος είχε
αμφιβολία; Το όνομα έλειπε, αλλά άραγε είναι μόνο αυτό; Η μόνη ίσως απορία. Ούτε
οργή∙ έγινε συνήθεια κι αυτή. Όταν βρίσκονται συνεχώς σε κατάσταση διέγερσης,
οι υποδοχείς του συναισθήματος εξοικειώνονται, γίνονται ανθεκτικοί. Τουλάχιστον
φαίνεται να τέλειωσε ή να τελειώνει κάπου εδώ το παιχνίδι με τη λίστα. Έφτασε
να θυμίζει κρυφτό ή εκείνο το άλλο παιχνίδι με το δαχτυλίδι («πού’ντο-πού’ντο…»)
ή και την κάλπικη λίρα που γυρνάει από χέρι σε χέρι. Προανακριτική επιτροπή,
ειδικό δικαστήριο, να κάτι όροι από το παρελθόν ξανά στην επικαιρότητα. Ήμουν
νέα και έγινα μεσόκοπη.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Βαίνουμε, φαίνεται,&amp;nbsp;ολοταχώς προς μια διαδικασία κάθαρσης. Το είδε κι ο Θεός
των μικρών χωρών και βρέχει συνεχώς, μερόνυχτα ολόκληρα∙ μια βροχή ποτιστική,
καθαρτική, να πλυθούν όλα τα πεζοδρόμια από τις ακαθαρσίες∙ γιατί η ζωή στα
χρόνια της ευημερίας ήταν ναρκοθετημένη από περιττώματα σκύλων, τουλάχιστον στις
μεγάλες πόλεις.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της κάθαρσης παρασύρθηκα κι εγώ να τακτοποιήσω
τη βιβλιοθήκη μου∙ κάτι που της όφειλα καιρό και που όλο ανέβαλλα. Τώρα που όλα
θα τακτοποιηθούν στο δημόσιο βίο, δεν πρέπει ο ιδιωτικός να τελεί σε κατάσταση
χάους. Με ηχητική επένδυση από το καθιστικό τα δελτία ειδήσεων και με τα
ονόματα Παπακωνσταντίνου (εξάδελφος και εξαδέλφες), Βενιζέλος, Λαγκάρντ, Κουβέλης,
Σαμαράς να ηχούν &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;diminuendo&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt; αντικαθιστάμενα προοδευτικά από άλλα ανεκτίμητα,
ασημωμένα με την πατίνα του λογοτεχνικού χρόνου, άρχισα να κατεβάζω τόμους από
τα ράφια. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Χαμός γινόταν. Τέτοια ανακατωσούρα ούτε σε παζάρι βιβλίων. Όπου χωρούσαν τα
είχα τρυπώσει τα βιβλία. Ο Παπαδιαμάντης δίπλα στον Ζενέ∙ η δικιά μας γενιά του
’30 πλάι με τους Ρώσους∙ οι ποιητές, Έλληνες και ξένοι, στριμωγμένοι σε ένα
ράφι∙ η Ζακλίν ντε Ρομιγί μέσα στους Αμερικανούς (τα &lt;em&gt;Ρόδα της μοναξιάς&lt;/em&gt; της μόνο
μοναξιά δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν). Βρήκα βιβλία που δεν θυμόμουν ότι
είχα αγοράσει: μικρές νουβέλες του Μποντλέρ, του Ντιντερό και του Φλομπέρ, τον
Φουέντες που νόμιζα ότι είχα χάσει. Βρήκα και βιβλία διπλά: τα &lt;em&gt;Σταφύλια της οργής&lt;/em&gt;,
την &lt;em&gt;Πλωτή πόλη&lt;/em&gt; της Μάρως Δούκα. Και στα έξω ράφια όλα τα πρόσφατα αποκτήματά μου:
Βαλτινός, ένας ακόμα Ζέμπαλντ, το &lt;em&gt;Γλωσσικό πλέγμα&lt;/em&gt; του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Paul&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Celan&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, η καινούρια συλλογή
του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, βιογραφίες (Κάφκα, Μπόρχες, Πηνελόπη Δέλτα,
Βιρτζίνια Γουλφ). Μερικά βιβλία είχαν αρκετή σκόνη, σημάδι ότι κάθονταν
ανενόχλητα πολύ καιρό στα ράφια. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;So&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;many&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;books&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;so&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;little&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;time&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Είμαι αχόρταγη στα βιβλία. Οι μόνες αγορές που
δεν έχω καταφέρει να περιορίσω.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Πάντως έκανα καλή δουλειά. Έλαμψαν οι συγγραφείς μου. Οι Ρώσοι στη βάση,
όλοι μαζί για "ντόμπρι ντιεν"∙ από πάνω
τους οι Έλληνες πεζογράφοι πριν το ’30∙ πιο ψηλά οι Γάλλοι∙ δίπλα οι
αγγλόφωνοι, χώρια οι Άγγλοι από τους Αμερικανούς∙ πιο πάνω Γερμανόφωνοι. Στη
συνέχεια οι Έλληνες μετά το ’30 και οι νεότεροι Έλληνες πεζογράφοι. Οι ποιητές
σε δύο ράφια, ξεχωριστά οι Έλληνες από τους ξένους, με αλφαβητική σειρά το κάθε
ράφι∙ βρήκε ο Καβάφης τον Κάλα, τον Καρούζο και τον Καρυωτάκη και τα λένε∙ η Κική πάντα
δίπλα στον Άθω∙ κι ο Χιόνης στέκεται δίπλα στη &lt;em&gt;Μυθολογία&lt;/em&gt; του Μάνου και στη
Μάτση Χατζηλαζάρου, ενώ ο Εμπειρίκος μακριά της, δίπλα στον Οδυσσέα. Τι
παιχνίδια παίζουν αυτές οι λίστες, έστω κι όταν είναι απλώς αλφαβητικές… Το πιο
αγαπημένο μου ράφι παρέμεινε σχεδόν απείραχτο, στο κέντρο της βιβλιοθήκης, στο
ύψος των ματιών. Είναι ένα ράφι με βιβλία για τα βιβλία, δηλαδή βιβλία με
βιβλιοφιλικό περιεχόμενο (πώς γράφουν οι συγγραφείς, πώς διαβάζουν οι
αναγνώστες, πώς νιώθουν τα ίδια τα βιβλία και οι βιβλιοθήκες). Τελειώνοντας χθες
αργά το απόγευμα, επιθεώρησα πολλές φορές τη βιβλιοθήκη μου καμαρώνοντας τη νέα
τάξη βιβλίων. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Σήμερα ξύπνησα με την ελπίδα μιας μέρας τουλάχιστον στεγνής, έστω και
ανήλιαγης. Όμως η ίδια βροχή πέφτει αδιάκοπα∙ ούτε στη Σκωτία να ήμαστε. Βγήκα μια
μικρή βόλτα στο κέντρο∙ η Διονυσίου Αρεοπαγίτου με ελάχιστο κόσμο, η Πανεπιστημίου
και η Σταδίου μουδιασμένες∙ οι περαστικοί χωρίς πολλές σακούλες στα χέρια, τα
ζευγάρια κρατώντας το χέρι ο ένας του άλλου, οι άστεγοι στη θέση τους κουκουλωμένοι.
Ο «Ιανός» κλειστός∙ απέξω εργαζόμενοι με πανό∙ απεργία. Μπήκα στον Παπασωτηρίου
για κάτι τελευταία δωράκια. Εννοείται ότι δεν συγκρατήθηκα (τώρα που έκανα και
χώρο στα ράφια)∙ μου πήρα τον &lt;em&gt;Εξώστη &lt;/em&gt;του Καχτίτση, τον &lt;em&gt;Ντοστογέφσκι&lt;/em&gt; του
Κωστή Παπαγιώργη &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;και ένα βιβλιαράκι με
μια νουβέλα του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;David&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Sedaris&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, τα &lt;em&gt;Ημερολόγια από τη Χώρα των Χριστουγέννων.&lt;/em&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Γύρισα σπίτι μούσκεμα∙ η τελευταία βροχή του 2012, τουλάχιστον για μένα,
αφού αύριο θα είμαι όλη την ημέρα στο νοσοκομείο. Μου έκανε ο Στέλιος έναν
ωραίο ζεστό καφέ και διάβασα μονορούφι τον &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Sedaris&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Ένας τριαντατριάχρονος επίδοξος σεναριογράφος
προσλαμβάνεται να κάνει το ξωτικό στη Χριστουγεννιάτικη Πολιτεία ενός μεγάλου
πολυκαταστήματος. Ογδόντα περίπου σελίδες μικρού σχήματος μονορούφι∙ περίσσεψε
και καφές. Γραφή ανάλαφρη και ταυτόχρονα νευρώδης, καυστική και χιουμοριστική∙
θα αναζητήσω και τα άλλα του βιβλία.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;a href="http://liquiddaysgr.blogspot.gr/2012/12/blog-post_28.html"&gt;Τέλος χρόνου&lt;/a&gt; λοιπόν∙τελευταία τούτη η ανάρτηση για το 2012.&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Πολλές ευχές για μια ευτυχισμένη καινούρια
χρονιά με λιγότερα προβλήματα και περισσότερες λύσεις…&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg1Wr4l1EXJlGG_6Eza5LQFN1xa-AqC3TQc6Jd6arxlycBuuhmVxGMQ28i8STaCtRRfJEqsvNGU1aConfgQ4hgNo5dKwFx0ULLVO4mREFGSyVrttOjdaLJ5oNNDYrqfLC89KIqm2EVR997A/s72-c/Thission.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">0</thr:total></item><item><title>Τέλος χρόνου (Ο Ανδρέας της Μαρίας)</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_28.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><category>Η κουζίνα του συγγραφέα</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Fri, 28 Dec 2012 14:18:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-6908785898202924043</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: left;"&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;span style="font-family: Georgia;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Λίγο πριν τελειώσει τούτη η χρονιά, παίξαμε με τη Χλόη Κουτσουμπέλη&amp;nbsp;τη ζωή ενός άνδρα, όχι στα ζάρια, αλλά στις λέξεις. Ο Ανδρέας γεννήθηκε στο μυαλό μου ένα βροχερό πρωινό ανήμερα της γιορτής του και περπάτησε για ένα μήνα σπρωγμένος πότε από τη Χλόη, πότε από μένα,&amp;nbsp;προς μια καινούρια&amp;nbsp;ζωή ή έστω τη δική του ανανεωμένη. Τελικά βρήκε δύο ζωές, μάλλον καλύτερες από τη μία που είχε πριν. Έτσι, ανεξάρτητα από την όποια λογοτεχνική αξία του πειράματος αυτού, η Χλόη κι εγώ περάσαμε καλά για ένα μήνα και ο Ανδρέας θα περάσει καλά για μια ζωή&lt;/em&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; font-size: 11pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: Calibri; mso-fareast-language: EN-US;"&gt;∙ &lt;/span&gt;&lt;em&gt;τουλάχιστον στο χέρι του είναι από δω και μπρος...&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; τελευταίος μήνας της&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;χρονιάς μπήκε στη ζωή του Ανδρέα με ένα βροχερό,
συνοφρυωμένο πρωινό Σαββάτου. Όρθιος μπροστά στη μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου,
με τραβηγμένη τη λεπτή κρεμ κουρτίνα, κοίταζε αφηρημένα ένα μελαψό άνδρα που
έψαχνε τα σκουπίδια στον κάδο του απέναντι πεζοδρομίου. Ο Ανδρέας έμενε στον
πρώτο όροφο∙ &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;αμετακίνητη επιλογή όλα τα
χρόνια∙ να μπορεί να βλέπει τους ανθρώπους κάτω στον δρόμο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Γιατί ο Ανδρέας ζούσε στην αχνή εκείνη χώρα
ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή που κάποιοι αποκαλούν φαντασία. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Με αυτό δεν θέλω να πω ότι ο Ανδρέας ήταν συγγραφέας. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Όχι,&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;τίποτε
τέτοιο.&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Δεν είχε κανένα απολύτως
καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;ζωγράφιζε
παιδικά, τραγουδούσε παράφωνα, έγραφε περιληπτικά και ελλειπτικά. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Απλώς&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;,&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; ο Ανδρέας ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Ναι, υπήρχε το περίγραμμα και όλα τα όργανα που λειτουργούσαν τέλεια
συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια ακόμα και το
περίγραμμά του ατονούσε, έτσι ώστε πολλές φορές δεν έβγαινε καθόλου στις
φωτογραφίες ή το είδωλό του χανόταν στους καθρέφτες. Ακόμα και ο τρόπος &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;που κινιόταν στον χώρο δεν έμοιαζε με των
υπολοίπων ανθρώπων. Έμοιαζε να ρέει, να κινείται μέσα σε υδράργυρο, αθόρυβα, όπως
κάτι βρόχινο ή κάτι ανθισμένο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Είχε γίνει πια σχεδόν αόρατος. Οι αυτόματες πόρτες
δεν άνοιγαν στο πέρασμά του∙ περίμενε πάντα κάποιον άλλο να μπει ή να βγει, για
να κάνει κι εκείνος τη δουλειά του. Στο εστιατόριο έπρεπε να φωνάξει πολλές
φορές για να του πάρουν παραγγελία. Όταν έμπαινε στο λεωφορείο, έπρεπε να
γλιστρήσει με το πλάι ανάμεσα στους επιβάτες&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;
&lt;/span&gt;που στέκονταν μπροστά στην πόρτα∙ κανείς δεν παραμέριζε για να τον
αφήσει να μπει. Πιο παλιά, αυτή η κατάσταση ανάμεσα στη ζωή και στη μη ζωή τον
ενοχλούσε. Με τον καιρό όμως έμαθε αρχικά να την ανέχεται και αργότερα σχεδόν
να την επιζητεί.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgoL715VXMnQLX0KxWSnCjRChn4ouT_TnMynagkZrXonzw6iVJtENSuS9HTQYRYqtv1wjkCvw-xjS41O6BZu7_x397SCVYFS76w_HPfNFUqR9M1_I2_gy0p-KrlqwnYxtHbQiUCpDukhUnr/s1600/Sunday.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="340" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgoL715VXMnQLX0KxWSnCjRChn4ouT_TnMynagkZrXonzw6iVJtENSuS9HTQYRYqtv1wjkCvw-xjS41O6BZu7_x397SCVYFS76w_HPfNFUqR9M1_I2_gy0p-KrlqwnYxtHbQiUCpDukhUnr/s400/Sunday.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ε&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;πόμενο ήταν να είναι μοναχικός∙ δεν είχε φίλους,
ούτε σχέση. Οι γονείς του δεν ζούσαν εδώ και αρκετά χρόνια, ούτε του είχαν
αφήσει αδέλφια. Οι λιγοστοί συγγενείς που τον θυμούνταν κάθε χρόνο στη γιορτή
του ήταν «οι δικοί του». Η μοναδική διέξοδος του Ανδρέα ήταν το διάβασμα, κι
αυτό κατά διαστήματα, όποτε του ερχόταν η όρεξη. Όμως εδώ και κάμποσους μήνες,
ο Ανδρέας είχε βρει ένα καινούριο ενδιαφέρον στη σχεδόν ανυπόστατη ζωή του∙
κάτι που τον είχε ταρακουνήσει, τον είχε αλλάξει. Έβλεπε τα πάντα με άλλο μάτι∙
ακόμα κι αυτός ο Πακιστανός που έψαχνε τα σκουπίδια, του φαινόταν &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;τώρα συμπαθητικός. Σαν να άκουσε τη σκέψη του,
ο νεαρός άνδρας σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Ο Ανδρέας τράβηξε βιαστικά
την κουρτίνα, προλαβαίνοντας την άκρη ενός κατάλευκου χαμόγελου που&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;αυλάκωσε το μελαψό πρόσωπο του Πακιστανού. (Πώς
στο καλό διατηρούσαν τόσο λευκά τα δόντια τους, ενώ σχεδόν δεν είχαν να
φάνε;&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Μάλλον θα του έμενε η απορία).&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η αιτία αυτής της αλλαγής ήταν ένας μικρός κάκτος.
Του τον δώρισε η γειτόνισσα του όταν έφευγε από το διπλανό διαμέρισμα, επειδή η
πολυκατοικία μάζεψε υπογραφές εναντίον της. Έκανε φασαρία και πρόσβαλλε τα
χρηστά ήθη των ενοίκων, που σοκάρονταν από τους αναστεναγμούς και τα βογγητά
της όταν έκανε έρωτα. Ο Ανδρέας δεν είχε καμία σχέση μαζί της, όπως δεν είχε
σχέση πραγματικά με κανέναν. Πολλές φορές μάλιστα διασταυρώνονταν μπροστά στο
ασανσέρ και αυτή κοιτούσε τον διακόπτη πάνω από το κεφάλι του σαν να μην υπήρχε
καν μπροστά της. Ούτε όμως είχε βάλει την υπογραφή του στο κείμενο της έξωσης.
Αυτό δεν προϋπέθετε κανέναν ηρωισμό, μια και του ζητήθηκε τόσο αόριστα και
συγκεχυμένα, ώστε δεν ήταν καν απαραίτητο. Οι άλλοι ένοικοι εξάλλου σπάνια του
απεύθυναν τον λόγο και αυτό μόνο όταν έπρεπε να εισπράξουν τα κοινόχρηστα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Έ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;τσι, εκείνη τη βροχερή μέρα που άλλαξε η ζωή του
Ανδρέα, η Ζοζεφίνα, η γειτόνισσα του διπλανού διαμερίσματος &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Ήταν μια
μελαψή γυναίκα, με τεράστια μαύρα μάτια και ένα σώμα που θύμιζε τη γεωγραφία
της ηπείρου της, γεμάτο βουνά και καταρράκτες και ερήμους και στέπες και
ζούγκλες. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Μύριζε γη και κόκκινο ήλιο. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Κρατούσε στα χέρια της τον κάκτο για να του τον
δώσει. Δεν τον χρειάζεται πια του είπε, είναι το μόνο λουλούδι που είχε και δεν
θέλει να τον πάρει μαζί, γιατί γυρνάει στην πατρίδα της.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjC-AVt1xW28uqt4Ntb42D_mpTjZZZ9uVqlCmoBiKZ9MifaM9-G0dXyixm4KwU6sT2Zs-P2q7p9oTzxy6l35RivCvDDh3neYbpFcz6Et30EPSK_BgfGrwUyqZm_URNQLsShVSSCf1xdw3cP/s1600/Excursion+into+philosophy+(1959).jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="300" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjC-AVt1xW28uqt4Ntb42D_mpTjZZZ9uVqlCmoBiKZ9MifaM9-G0dXyixm4KwU6sT2Zs-P2q7p9oTzxy6l35RivCvDDh3neYbpFcz6Et30EPSK_BgfGrwUyqZm_URNQLsShVSSCf1xdw3cP/s400/Excursion+into+philosophy+(1959).jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Χωρίς να το καταλάβει , ο Ανδρέας την τράβηξε
μέσα. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Έκαναν έρωτα στο πάτωμα και ύστερα σε κάθε
κρεβάτι και καναπέ του σπιτιού. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Το
σώμα της άνθιζε και μπουμπούκιαζε, οι αναστεναγμοί της έκαναν τους τοίχους να
τρίζουν, οι ένοικοι έκλειναν τα αυτιά τους τρομαγμένοι, κάποιος κάλεσε την
αστυνομία, ο διαχειριστής κατέβηκε και χτυπούσε την πόρτα, αλλά ο Ανδρέας και η
Ζοζεφίνα συνέχισαν να κάνουν έρωτα απεγνωσμένα, σπαρακτικά, χωρίς τέλος, χωρίς
όρια. Ύστερα η Ζοζεφίνα σηκώθηκε, έστρωσε τα ρούχα της και έφυγε έξω από το
διαμέρισμα και τη ζωή του Ανδρέα αφήνοντάς του μόνο τον κάκτο και την περιφρόνηση
των γειτόνων του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο κάκτος άλλαξε τη ζωή του Ανδρέα∙ ή μάλλον άλλαξε
τον τρόπο που ο Ανδρέας έβλεπε μέχρι τότε τη ζωή του. Τις πρώτες μέρες, καθόταν
με τις ώρες και χάζευε τα γυαλιστερά αγκαθωτά κλαδάκια του κάκτου, της
«Ζοζεφίνας»-όπως την ονόμασε από την πρώτη στιγμή. Μέχρι τη Ζοζεφίνα, οι μόνοι
κάκτοι στο μυαλό του Ανδρέα ήταν νοερές εικόνες από τα εικονογραφημένα
γουέστερν της παιδικής του ηλικίας∙ συνήθως είχαν τρία κλαδιά, γεμάτα μεγάλα
αγκάθια∙ αλίμονο στον καουμπόη ή Ινδιάνο που, κυνηγημένος από τον αντίπαλο, θα
έπεφτε με ορμή επάνω τους. Όμως, η Ζοζεφίνα του ήταν αλλιώς. Είχε πολλά
στρογγυλά κλαδάκια με τρυφερά μικρά αγκάθια σαν χνούδι. Ο Ανδρέας τα χάιδευε
απαλά και του φαινόταν σαν να άγγιζε το στιλπνό, σοκολατένιο δέρμα της
Ζοζεφίνας-γυναίκας. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Ο&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt; Ανδρέας δούλευε ως λογιστής σε μια μικρή
εταιρεία εισαγωγής ελαστικών. Το γραφείο του ήταν μικρό, αλλά είχε ένα φωτεινό
παράθυρο, απ’ όπου ο Ανδρέας έβλεπε την κίνηση στον δρόμο. Απέναντι από το
κτήριο της εταιρείας, ήταν ένα βιβλιοπωλείο, ένα καθαριστήριο και ένα ανθοπωλείο.
Ποτέ ο Ανδρέας μέχρι τώρα δεν είχε μπει σε κάποιο από αυτά. Βιβλία αγόραζε
σπάνια, τα ρούχα του τα έπλενε όλα στο πλυντήριο και λουλούδια δεν είχε στείλει
ποτέ σε κανέναν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhU56aV4qqDapAnayhZ2zXoj03V2WzoWDL-5MRingLlsyftBlbPb1Z5HUHnUQIj7btIgPP-0v7amjzjoF7pMZiT32wpe0W494lbooS7eR1bCxsOi6k_PmMIDjQeZDOK4i4c98vswyZ-v2j3/s1600/Office+in+small+city.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="280" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhU56aV4qqDapAnayhZ2zXoj03V2WzoWDL-5MRingLlsyftBlbPb1Z5HUHnUQIj7btIgPP-0v7amjzjoF7pMZiT32wpe0W494lbooS7eR1bCxsOi6k_PmMIDjQeZDOK4i4c98vswyZ-v2j3/s400/Office+in+small+city.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;Όμως, μια&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Δευτέρα πρωί,
δέκα μέρες μετά από εκείνο το απρόσμενο Σάββατο, ο Ανδρέας παρατήρησε έντρομος
ότι ένα από τα κλαδάκια της Ζοζεφίνας είχε χάσει τα περισσότερα αγκαθάκια του.
Εκείνο το πρωινό, ο Ανδρέας πήγε πιο νωρίς στη δουλειά, κρατώντας στα χέρια του
τον κάκτο. Χαιρέτισε βιαστικά τον θυρωρό και ανέβηκε με τις σκάλες στον δεύτερο
όροφο, όπου ήταν τα γραφεία της εταιρείας. Δεν ήταν κανένας άλλος ακόμα εκεί,
εξάλλου η δουλειά δεν άρχιζε πριν από τις εννιάμισι. Άφησε την τσάντα του στην
καρέκλα του γραφείου του και κατέβηκε ξανά τις σκάλες με τη Ζοζεφίνα στην
αγκαλιά του. Ξαναχαιρέτισε τον θυρωρό, ο οποίος τον κοίταξε με απορία. Βγήκε
στον δρόμο και κατευθύνθηκε με βιαστικό βήμα στο ανθοπωλείο. «&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;H&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Ανθοδέσμη. Άνθη-Φυτά» έγραφε η ταμπέλα πάνω από
την πόρτα. Τόσα χρόνια ο Ανδρέας αγνοούσε το όνομα αυτού του μικρού
ανθοπωλείου. Στο άνοιγμα της πόρτας, ένα καμπανάκι ήχησε σχεδόν παιχνιδιάρικα.
Πίσω από τον πάγκο κυριολεκτικά αναδύθηκε (προφανώς ήταν σκυμμένος) ένας
ηλικιωμένος άνδρας με πυκνά κατάλευκα μαλλιά και γυαλιά πρεσβυωπίας. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Καλημέρα», είπε ο Ανδρέας ντροπαλά. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Άργησες», είπε ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά.
«Μπορείς να με αποκαλείς Νώε, έτσι με αποκαλούν όλα τα φυτά μου». Και γέλασε με
ένα γέλιο σαν σοκολατάκι με λικέρ όχι ακριβώς θορυβώδες αλλά με μια κρυφή
φούσκα ευθυμίας μέσα του που ήταν&lt;b style="mso-bidi-font-weight: normal;"&gt; &lt;/b&gt;έτοιμη
να σκάσει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Άργησα;» ρώτησε απορημένα ο Ανδρέας και
συμβουλεύτηκε έντρομος το ρολόι του. «Μα είναι ακόμα εννέα το πρωί!».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Ναι, σε περίμενα εδώ και πολλά χρόνια, αν και ο
χρόνος είναι σχετικός για μας τους αιωνόβιους», γέλασε πάλι ο Νώε και χτύπησε
τον Ανδρέα στην πλάτη. Και τότε κοίταξε τη Ζοζεφίνα και η έκφρασή του άλλαξε
εντελώς. Τα φρύδια του έσμιξαν απότομα &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;σαν δύο σύννεφα που ενώνονται σε έναν κεραυνό,
το πρόσωπό του σοβάρεψε και βαθιές ρυτίδες άρχισαν να χαράζονται επάνω του. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;«Ω, είπε συγκινημένος. Ω, αδελφή μου», φώναξε ο
Νώε και πήρε τη Ζοζεφίνα από τα χέρια του Ανδρέα. Την έβαλε κοντά στο στόμα του
και άρχισε να της ψιθυρίζει τρυφερά λέξεις σε μια περίεργη αρχαία γλώσσα που ο Ανδρέας
δεν καταλάβαινε. «Είναι παχύφυτο»,&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;είπε
στον Ανδρέα. «Ανήκει στην οικογένεια των κάκτων, αλλά είναι τελείως ξεχωριστή. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Μου ε&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;ί&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;πε ότι τη λ&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;ένε&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt; Ζοζεφίνα. Να την προσέχεις σαν τα μάτια σου. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Βλέπω ότι την παραμέλησες», πρόσθεσε άγρια και πήγε
τη Ζοζεφίνα σε ένα μεγάλο χειρουργικό τραπέζι στο πίσω μέρος του μαγαζιού.
Μιλώντας της πάντα πολύ τρυφερά, έδεσε με έναν επίδεσμο το κλαδάκι που είχε
σπάσει και ύστερα την ψέκασε με ένα υγρό που μύριζε ανησυχητικά λιβάνι. «Αυτό
θα της κάνει καλό», &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;είπε μάλλον αφηρημένα.
Τώρα ήταν πάλι ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά που είχε πρωτοδεί ο Ανδρέας όταν
μπήκε στο μαγαζί. Σε πενήντα μέρες από τώρα, είπε ο Νώε στον Ανδρέα, θα βγάλει
ένα πανέμορφο μωβ λουλούδι. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Τότε θα μου την ξαναφέρεις.
Είναι ταγμένη βλέπεις. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Για τον Σκοπό».
&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Ανδρέας πήρε τη Ζοζεφίνα και βγήκε έξω στον
δρόμο. Ένιωθε ζαλισμένος και τρέκλιζε σχεδόν. Όταν έφτασε στο γραφείο όμως,
δοκίμασε μια άλλη δυσάρεστη έκπληξη. Στην πολυθρόνα του γραφείου του βρήκε
στρογγυλοκαθισμένο ένα νεαρό άνδρα με γυαλιά με κόκκινο σκελετό και υπεροπτικό
χαμόγελο. Είχε απλωμένα τα χέρια του με άνεση πάνω στα μπράτσα της πολυθρόνας&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού του χεριού άχνιζε
ένα αναμμένο τσιγάρο. Ο Ανδρέας, κρατώντας τη Ζοζεφίνα με χέρια που έτρεμαν,
τον κοίταζε με πραγματική απορία.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Συγγνώμη, κύριε… Εδώ είναι το γραφείο μου»,
κατάφερε να ψελλίσει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Ήταν το γραφείο σας, δεν διαφωνώ», του απάντησε ο
άνδρας πλαταίνοντας το χαμόγελό του, που εκτός από αλαζονικό αποδείχτηκε και
ενοχλητικά λευκό. «Από σήμερα είναι το δικό μου. Θα σας ενημερώσουν στη
Διεύθυνση».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο Ανδρέας έκανε μεταβολή, βγήκε από το δωμάτιο και
κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Διευθυντή. Βρήκε μόνο τη γραμματέα του μπροστά
σε ένα στρογγυλό καθρεφτάκι να διορθώνει το μακιγιάζ της. Ναι, τον είχαν
μετακινήσει στα γραφεία του υπογείου, του απάντησε, κρατώντας σταθερά ανοιχτά
τα μάτια της, καθώς άπλωνε με επιδέξιες κινήσεις τη μάσκαρα στις βλεφαρίδες
της. Ο αντιπαθητικός τύπος με τα κόκκινα γυαλιά ήταν ο καινούριος διευθυντής
πωλήσεων της εταιρείας. Είχε «περγαμηνές πολλών καρατίων» και είχε προσληφθεί
με την ελπίδα να δώσει νέα ώθηση στην εταιρεία. Ο Ανδρέας ένιωθε εντελώς
μπερδεμένος&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; δεν είχε ξανακούσει να μετράνε
τις περγαμηνές με καράτια.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Με τη Ζοζεφίνα στα χέρια σαν μωρό, κατέβηκε τη
μικρή σκάλα για το υπόγειο και προχώρησε στον μακρύ διάδρομο μέχρι τέλους&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; τελευταία πόρτα δεξιά ήταν το γραφείο του, του
είχε πει η γραμματέας. Ήταν ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο που μύριζε κλεισούρα.
Στη μέση του υπήρχε ένα τετράγωνο γραφείο με μια μαύρη πολυθρόνα. Πάνω στο
γραφείο κάποιος είχε προλάβει να ακουμπήσει μια στοίβα με όλα τα χαρτιά του
Ανδρέα και την αγαπημένη του κούπα με τον Σούπερμαν. Ο Ανδρέας σαν να έβλεπε
μπροστά του τον αλαζονικό τύπο με τα κόκκινα γυαλιά να ακουμπά την κούπα στο
γραφείο, με το χαμόγελό του να έχει γίνει από υπεροπτικό εντελώς κοροϊδευτικό.
Ο Ανδρέας ακούμπησε τρυφερά τον κάκτο πάνω στο γραφείο και έπιασε να τακτοποιεί
τα χαρτιά του στα συρτάρια.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα ήταν εντελώς
ζαλισμένος. Σαν να είχε κατεβεί στο λιμάνι μετά από πολύωρο ταξίδι με πλοίο σε
τρικυμία. Δεν τον χώραγε ο τόπος&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; δεν μπορούσε
να συγκεντρωθεί σε τίποτα. Το μεσημέρι, έφυγε&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;
&lt;/span&gt;βιαστικός με τη Ζοζεφίνα στα χέρια, χωρίς να βεβαιωθεί ότι είχε αφήσει
το γραφείο του τακτοποιημένο, κάτι που έκανε πάντα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiI8un0slB3Mx-p6wZGEaVOMrqbcMqMM130xjOOOc0vYjzBSGufPXhuFgZ-isHRweSHvOUcHB4Aeu96vLiIRziJYQZhwC47TODaDHna_yyya20wmiLwGG6DNTJEiMqGjmabeb4OLeLGOsUW/s1600/New+York+Street+Corner.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="332" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiI8un0slB3Mx-p6wZGEaVOMrqbcMqMM130xjOOOc0vYjzBSGufPXhuFgZ-isHRweSHvOUcHB4Aeu96vLiIRziJYQZhwC47TODaDHna_yyya20wmiLwGG6DNTJEiMqGjmabeb4OLeLGOsUW/s400/New+York+Street+Corner.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Β&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;γαίνοντας στον δρόμο, το κρύο αεράκι τον
ανακούφισε προσωρινά. Οι δρόμοι ήταν ήδη στολισμένοι για τα Χριστούγεννα. Ο
Ανδρέας αγκάλιασε προστατευτικά τη Ζοζεφίνα. Ο άνδρας με τα λευκά μαλλιά του
είχε πει να μην την αφήνει εκτεθειμένη στο κρύο, στον αέρα και στη βροχή,
τουλάχιστον για τις πενήντα μέρες που χρειαζόταν να αναρρώσει εντελώς. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Μόλις έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικία του, άνοιξε
το γραμματοκιβώτιο∙ μόνο μια διαφημιστική συσκευασία με στιγμιαία σούπα
λαχανικών. Ανέβηκε με τα πόδια στο διαμέρισμά του και μπήκε κατευθείαν στο
λουτρό. Ένα ζεστό μπάνιο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Άνοιξε το νερό και το ένιωσε
να κυλάει αναζωογονητικά πάνω στο χαλαρό, λιπόσαρκο κορμί του. Πρώτη φορά
ένιωσε να μην του αρέσει το σώμα του. Μέχρι τώρα το θεωρούσε δεδομένο&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; αυτό ήταν. Τυλιγμένος με το μπουρνούζι του,
άρχισε να ξυρίζεται μπροστά στον καθρέφτη του νιπτήρα. Τον διέκοψε το τηλέφωνο
που άρχισε να χτυπά απροειδοποίητα, με ένα κουδούνισμα σχεδόν άγνωστο&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; τόσο σπάνιες ήταν οι φορές που τον θυμόταν
κάποιος στο τηλέφωνο. Έτρεξε βιαστικά και πήρε το ακουστικό, αφήνοντας μια
νιφάδα από αφρό ξυρίσματος πάνω στο πληκτρολόγιο με τα νούμερα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Αντρέας;…»&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Αυτή η φωνή. Η φωνή της. Η φωνή της Ζοζεφίνας&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; της Ζοζεφίνας-γυναίκας. Ο Ανδρέας θα την
αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες φωνές. Ακουγόταν σαν να είναι πολύ κοντά&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; δίπλα. Μήπως ήταν; Όχι, τον διαβεβαίωσε, ήταν
στην πατρίδα της. Τον ρώτησε τι κάνει ο ίδιος και τι κάνει ο κάκτος. Της είπε
για τον άνδρα με τα λευκά μαλλιά και για τον Σκοπό. Την άκουσε ξαφνικά να
κλαίει, με ένα κλάμα απότομο, γοερό, εκρηκτικό&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; του φάνηκε ότι τα δάκρυά της εκτοξεύθηκαν με ορμή μέσα από την τηλεφωνική
γραμμή, φτάνοντας και στα δικά του μάτια. Δεν εξηγείται αλλιώς το ότι ένιωσε τη
ματιά του να θολώνει από κάτι υγρό και ζεστό, τα καυτά δάκρυα της Ζοζεφίνας.
Έπιασε τον εαυτό του να είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; από παιδί είχε να κλάψει ο Ανδρέας. Η
Ζοζεφίνα-γυναίκα τον εκλιπαρούσε να μην ξαναπάει τη Ζοζεφίνα-κάκτο στον άνδρα με
τα λευκά μαλλιά. Ήταν γεωπόνος&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; δούλευε για
τα συμφέροντα μιας πολυεθνικής εταιρείας που παρασκεύαζε βιολογικά προϊόντα.
Τον τελευταίο καιρό έκαναν μια κλινική δοκιμή με παχύφυτα για την παρασκευή
μιας αντιρυτιδικής κρέμας&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; φιλόδοξο
σχέδιο&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Vrinda&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;•&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt; η κρέμα θα μπορούσε θεωρητικά
να μειώσει τη βιολογική ηλικία του δέρματος κατά μία εικοσαετία. Η
Ζοζεφίνα-γυναίκα ακουγόταν πολύ αναστατωμένη. Ο Ανδρέας τη διαβεβαίωσε πως δεν
θα ξαναέβλεπε τον άνδρα με τα λευκά μαλλιά. Τη ρώτησε πώς τα περνούσε στην
πατρίδα της. Λίγο πριν κλείσουν το τηλέφωνο, ο Ανδρέας κατάφερε και ξεστόμισε
κάτι που δεν είχε ξαναπεί ποτέ στη ζωή του. «Μου λείπεις».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Κ&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;αι ήταν αυτή η φράση, αυτές οι δύο λέξεις που
ξεστόμισε ο Ανδρέας, μία Τετάρτη οκτώ η ώρα το βράδυ, ή ίσως και η ζεστή σούπα
που έφτιαξε αμέσως&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;μετά και έφαγε
λαίμαργα με μεγάλες κουταλιές, που έδωσαν πίσω στον Ανδρέα το περίγραμμά του. Για
πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε το σώμα του να αποκτά και τις τρεις διαστάσεις
του. Ακόμα και οι μύες των μπράτσων φούσκωσαν με περηφάνια και ο καινούργιος
Ανδρέας αναδύθηκε μέσα από το κοστούμι του παλιού, ενώ το προηγούμενο σαρκίο
σαν ξεφούσκωτο μπαλόνι έμεινε να σέρνεται αόρατο στο πάτωμα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Αυτός ο καινούργιος Ανδρέας λοιπόν πήγε την άλλη
μέρα στο υπόγειό του. Μαζί με τη Ζοζεφίνα κουβαλούσε και ένα ολόκληρο
χαρτοκιβώτιο καθώς και μερικές ξύλινες τάβλες που είχε παρατημένες χρόνια στην
αποθήκη του. Πήγε πολύ νωρίς, έτσι ώστε μόνο ο θυρωρός που μισοκοιμόταν τον
υποδέχτηκε στην είσοδο του κτηρίου. «Καλημέρα, κύριε Ανδρέα», του είπε και του
χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;ο Ανδρέας πήγαινε στην δουλειά.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Κάτω στο υπόγειο ο Ανδρέας είχε πολλή δουλειά.
Έβγαλε από το χαρτοκιβώτιο τα εργαλεία του και το πριόνι και άρχισε να
λειαίνει, να καρφώνει, να κόβει και να στήνει μια αυτοσχέδια πρωτότυπη ξύλινη
βιβλιοθήκη με πολλά ράφια. Μετά έφυγε χωρίς να πει τίποτε σε κανέναν και
επέστρεψε με άλλα δύο χαρτοκιβώτια με βιβλία που τα τακτοποίησε προσεκτικά στην
καινούργια βιβλιοθήκη. Ύστερα, κόλλησε &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;αφίσες
με τοπία της Αφρικής και όμορφους κάκτους, για να βλέπει η Ζοζεφίνα. Συνέδεσε
τον υπολογιστή με μεγάλα ηχεία που εγκατέστησε σε όλες τις γωνίες του δωματίου
και άρχισε να ακούει μουσική. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Μ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;ια τέτοια μέρα ήταν που ο Ανδρέας άκουγε μουσική
και κάπνιζε με απόλαυση ένα πούρο, ενώ διάβαζε τον &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Οδυσσέα &lt;/i&gt;του Τζόις στο υπόγειό του, ήσυχος και απερίσπαστος από τους
άλλους, που κάποιος αναπάντεχα χτύπησε την πόρτα του. Ο Ανδρέας , κάπως
θορυβημένος, είπε «εμπρός», &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;αλλά δεν
έσβησε το πούρο του. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Μ&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;ι&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;α γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά του. Είχε ένα
τεράστιο στήθος που κουνιόταν δεξιά και αριστερά καθώς περπατούσε και φορούσε
ένα τσεμπέρι στα μαλλιά. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Ο Ανδρέας
κοίταζε υπνωτισμένος αυτά τα υπέροχα βουναλάκια που σείονταν μπροστά του, σαν
να είχαν βούληση, γνώμη και άποψη δική τους. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEid6JvrelYsRIRCAaOBxp6JK-61rGoMNQVp4DHUw8fM3Ygeh4AQWrr3B5s8iNpQNzZbPYpeltxmf4_gKuV-PxVA4QRRrPlQPS3n6N6wjQdaRhKYmE-IKq2fInIaw79m9NeTmxreIj3ogyi_/s1600/Office+at+night.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="325" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEid6JvrelYsRIRCAaOBxp6JK-61rGoMNQVp4DHUw8fM3Ygeh4AQWrr3B5s8iNpQNzZbPYpeltxmf4_gKuV-PxVA4QRRrPlQPS3n6N6wjQdaRhKYmE-IKq2fInIaw79m9NeTmxreIj3ogyi_/s400/Office+at+night.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;«Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και εδώ άνθρωποι», του
είπε με μια μελωδική βραχνή φωνή. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;«Με έστειλαν να
καθαρίσω το υπόγειο. &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Ω, ωραία την
έχετε βρει εδώ», αναφώνησε ύστερα με έκπληξη, όταν τα αεικίνητα πράσινα μάτια
της ανίχνευσαν την κατάσταση και τον χώρο γύρω της. «Ο &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Οδυσσέας&lt;/i&gt;!&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Το αγαπημένο μου
βιβλίο!», φώναξε με ενθουσιασμό και στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα του Ανδρέα,
που είχε στο μεταξύ σηκωθεί αμήχανος, άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα και άρχισε να
διαβάζει δυνατά: &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Ο κ.
Λεοπόλδος Μπλουμ έτρωγε με απόλαυση τα εσωτερικά όργανα των ζώων και των
πουλιών. Αγαπούσε την παχιά σούπα από εντόσθια και ποδαράκια, τις κοιλιές με
μια γεύση καρυδιών, την ψητή καρδιά με γέμιση, τις φέτες συκωτιού τηγανισμένες
σε τρίμματα γαλέτας, τα τηγανητά αυγά ψαριών. Περισσότερο απ’ όλα του άρεσε να
τρώει ψητά αρνίσια νεφρά,&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;που άφηναν
στον&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;ουρανίσκο του την υπέροχη νοστιμιά
μιας ελάχιστης οσμής ουρίας».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ύστερα η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της, τόσο βαθιά
και διερευνητικά μάτια που σπίθιζαν, και του είπε: «Με λένε Περσεφόνη και ήρθα
για να σας ανεβάσω στον Πάνω Κόσμο», και ύστερα γέλασε δυνατά και όλα τα άσπρα
δόντια της έλαμψαν μέσα στο υπόγειο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;ον Ανδρέα τον έπιασε ένας ξαφνικός δυνατός βήχας,
τόσο δυνατός που ένιωσε τα σωθικά του να βγαίνουν. Από το πούρο θα είναι,
σκέφτηκε. Πήγαινε πολύς καιρός που δεν είχε καπνίσει καθόλου. Συνέχισε να βήχει∙
ένιωθε σαν να του είχε κάτσει κάτι στον λαιμό, ένα ξένο σώμα που τον έπνιγε. Η
γυναίκα που του είχε συστηθεί ως Περσεφόνη, είχε αφήσει τον Λεοπόλδο Μπλουμ
στις γαστριμαργικές του απολαύσεις και είχε σκύψει πάνω του∙&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;ο Ανδρέας ένιωθε τα ντυμένα στήθη της να
ακουμπούν απαλά το πρόσωπό του. Η Περσεφόνη φορούσε μια γαλάζια κοντομάνικη
μπλούζα∙ καθώς τον πλησίασε περισσότερο, ένα κύμα λουλουδάτης κολόνιας τον
χτύπησε στα ρουθούνια. Ο καταραμένος βήχας δεν έλεγε να τον αφήσει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Έλα, Ανδρέα, βήξε», τον παρότρυνε απομακρυνόμενη
η Περσεφόνη.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Τα μάτια του Ανδρέα είχαν δακρύσει από τον βήχα.
Νόμιζε ότι θα του βγει η ψυχή. Η Περσεφόνη τον πλησίασε ξανά με ένα περίεργο
εργαλείο, σαν λεπτό λάστιχο. Του το έχωσε στο στόμα, προκαλώντας του ακόμα
περισσότερο βήχα. Ο Ανδρέας πήγε να φωνάξει «βοήθεια», αλλά δεν έβγαινε φωνή,
μόνο βήχας.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Δεν μπορείς να μιλήσεις. Σε λίγο όμως θα
μπορέσεις», τον καθησύχασε η Περσεφόνη και ύστερα γύρισε το κεφάλι της πίσω
λέγοντας: «Ελάτε. Είμαστε έτοιμοι».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο Ανδρέας αντίκρισε από μακριά τον Νώε&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;με τα λευκά μαλλιά και τον διευθυντή πωλήσεων
με τα κόκκινα γυαλιά να πλησιάζουν. Άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Ένιωθε ότι είχε
έρθει το τέλος του. Ένα καινούριο κύμα βήχα κυριολεκτικά τον έπνιξε. Ο Νώε
έφερε το χέρι του κοντά στο στόμα του Ανδρέα και με μια αποφασιστική κίνηση
τράβηξε κάτι που προεξείχε. Ο βήχας του Ανδρέα δυνάμωσε και μετά, εντελώς
ξαφνικά σταμάτησε∙&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;σαν να κόπηκε με το
μαχαίρι. Ο Ανδρέας μπορούσε τώρα να ακούει την ίδια του την ανάσα να
μπαινοβγαίνει ορμητική, σχεδόν σφυρίζοντας.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Εντάξει, Ανδρέα. Αυτό ήταν!» του είπε ο
διευθυντής πωλήσεων. Και οι τρεις, η Περσεφόνη, ο Νώε και ο διευθυντής πωλήσεων
ήταν σκυμμένοι από πάνω του. Φορούσαν όλοι τους τις ίδιες γαλάζιες μπλούζες. Ο
Νώε άρχισε να μιλάει αργά, καθαρά, σαν να δίδασκε μαθητές.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Ανδρέα, όλα θα πάνε καλά. Είχες μια μικρή
περιπέτεια με την υγεία σου, μια ευτυχώς όχι πολύ σοβαρή ενδοεγκεφαλική
αιμορραγία. Χρειάστηκε να χειρουργηθείς. Όλα πήγαν πολύ καλά. Τώρα βρίσκεσαι
στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, αλλά αύριο θα μεταφερθείς στο Νευροχειρουργικό
Τμήμα. Εκεί θα μπορείς να είσαι με τους δικούς σου».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Τους …δικούς μου;» ρώτησε ο Ανδρέας σχεδόν
ψιθυριστά και η βραχνάδα της ίδιας του της φωνής τον έκανε να τρομάξει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Τη σύντροφό σου εννοώ. Ωραία γυναίκα. Όλον τον
καιρό, έναν ολόκληρο μήνα, ήταν συνεχώς απέξω, μέρα-νύχτα. Τώρα σε λίγο έχουμε
επισκεπτήριο. Θα την δεις».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο Ανδρέας ένιωθε μια περίεργη ζάλη∙ το κεφάλι του
ήταν βαρύ, σαν να είχε πιει τόνους αλκοόλ. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ξαπλωμένος
σ’ ένα κρεβάτι∙ με τρόμο επίσης διαπίστωσε ότι, κάτω από το λεπτό λευκό σεντόνι
, ήταν εντελώς γυμνός. Υπήρχαν κι άλλα κρεβάτια τριγύρω και μηχανήματα που
έβγαζαν αστείους ήχους, σαν φλιπεράκια. Καμιά δεκαριά άνδρες και γυναίκες, όλοι
με γαλάζιες στολές, πήγαιναν πέρα-δώθε από το ένα κρεβάτι στο άλλο. Ο Ανδρέας
ένιωθε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Τουλάχιστον τον είχε αφήσει ο βήχας.
Προσπάθησε να μην κοιμηθεί, όμως σε λίγο κατάλαβε ότι έχανε πάλι τον χρόνο.
Όταν ξύπνησε, ένιωσε κάτι ζεστό μέσα στο χέρι του∙ ήταν ένα άλλο χέρι,
γυναικείο, με σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Άνοιξε τα μάτια του και νόμιζε ότι ακόμα
ονειρευόταν. Πάνω από το κρεβάτι του στεκόταν η Ζοζεφίνα, πιο όμορφη από ποτέ,
ντυμένη με μια χάρτινη πράσινη στολή∙ ένα λευκό αυτοκόλλητο με τον αριθμό 6
γραμμένο με μαρκαδόρο ήταν κολλημένο πάνω στη στολή.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Καλή κρονιά, Αντρέας! Περαστικά. Ω, τρόμαξα τόσο
πολύ!&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Όμως όλα πήγκαν καλά».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο Ανδρέας ένιωθε μπερδεμένος, ευτυχισμένος,
τρομαγμένος, πεινασμένος, αλλά κυρίως πιασμένος πάνω στο άβολο κρεβάτι. Σαν
όνειρο έπαιρνε να αχνοφέγγει στο μυαλό του μια ανάμνηση: η ζεστασιά της
αγκαλιάς της Ζοζεφίνας και μετά ο δυνατός πόνος στο κεφάλι, σαν χτύπημα από
σφυρί. Και στο τέλος ο κάκτος. Με βλέμμα έντρομο, γεμάτο αγωνία, ρώτησε τη
Ζοζεφίνα:&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Πού άφησες τον κάκτο μας;»&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Ποιον κάκτο μας, Αντρέας;» απάντησε με ερώτηση κι
εκείνη, με τη σχεδόν μελωδική φωνή της χρωματισμένη με απορία.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο Ανδρέας ένιωσε το χέρι της Ζοζεφίνας να σφίγγει
πιο δυνατά το χέρι του και είδε την Περσεφόνη να τους πλησιάζει.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;«Το επισκεπτήριο έχει τελειώσει. Κυρία Ζοζεφίνα,
καλή χρονιά. Σιδερένιος ο άντρας σας», είπε γελαστά και όλα τα άσπρα δόντια της
έλαμψαν όπως εκείνη την ημέρα στο υπόγειο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEir6OIXEOZypzgI6IviyeA95IDEM5vWmazGf6Ac5m95y9Fn6_GztaNe1evYyKXFBOmhs3cWECquOTLLFQICpTIKWaC3_mYjdYkL_9uDG4oFkbq12eKrWsK4ammya3uULzednJhYOixC2c21/s1600/House+at++dusk.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="295" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEir6OIXEOZypzgI6IviyeA95IDEM5vWmazGf6Ac5m95y9Fn6_GztaNe1evYyKXFBOmhs3cWECquOTLLFQICpTIKWaC3_mYjdYkL_9uDG4oFkbq12eKrWsK4ammya3uULzednJhYOixC2c21/s400/House+at++dusk.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;(Οι πίνακες είναι του Edward Hopper. Ο Ανδρέας της Χλόης υπάρχει &lt;a href="http://chloekoutsoumpeli.blogspot.gr/2012/12/blog-post_28.html"&gt;εδώ&lt;/a&gt;.)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgoL715VXMnQLX0KxWSnCjRChn4ouT_TnMynagkZrXonzw6iVJtENSuS9HTQYRYqtv1wjkCvw-xjS41O6BZu7_x397SCVYFS76w_HPfNFUqR9M1_I2_gy0p-KrlqwnYxtHbQiUCpDukhUnr/s72-c/Sunday.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Σαν ένα ευχαριστώ</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_24.html</link><category>Κατά συνέχεια ιστού</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Mon, 24 Dec 2012 00:20:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-3675184971353033394</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: left;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhg3SROY39wLWJTAY1LEjZmuG5sjGfxkQ9l1joqFS6NVBT3l53voSWwzxLhS4ANLOyv0NrlkQ1Qb2ZgaUXnnXof19LomYgd8g7L31cKQBjCDvcmy-zyJOVLdaM6q7k1KKfrRnEKbod5NICG/s1600/Disability-Isolation1.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhg3SROY39wLWJTAY1LEjZmuG5sjGfxkQ9l1joqFS6NVBT3l53voSWwzxLhS4ANLOyv0NrlkQ1Qb2ZgaUXnnXof19LomYgd8g7L31cKQBjCDvcmy-zyJOVLdaM6q7k1KKfrRnEKbod5NICG/s1600/Disability-Isolation1.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="316" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhg3SROY39wLWJTAY1LEjZmuG5sjGfxkQ9l1joqFS6NVBT3l53voSWwzxLhS4ANLOyv0NrlkQ1Qb2ZgaUXnnXof19LomYgd8g7L31cKQBjCDvcmy-zyJOVLdaM6q7k1KKfrRnEKbod5NICG/s320/Disability-Isolation1.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ο&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Θεόφιλος Σεβαστός ήταν ποιητής∙ το ανακάλυψε λίγο αργά, κοντά στα ογδόντα
του, αφού προηγουμένως εμφανίστηκαν στη ζωή του, με διαφορά λίγων μηνών, ένα
εγκεφαλικό που τον είχε καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι και η Νερμίνα, μια
σαραντάρα Σέρβα που εγκαταστάθηκε στο σπίτι του για να τον φροντίζει. Κάτι η
Νερμίνα που ήταν νοστιμούλα και γλυκομίλητη, κάτι τα βιβλία που διάβαζε όλη του
τη ζωή ο Σεβαστός, άρχισε να γράφει στίχους. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Του έρχονταν ξαφνικά, πιο απροειδοποίητα και από τις σωματικές του ανάγκες∙
έρχονταν καθώς έβλεπε τη Νερμίνα να σιδερώνει ή καθώς στάλαζε ο γαλλικός καφές
από την καφετιέρα ή το βράδυ μαζί με το δελτίο ειδήσεων. Έσπρωχνε τότε βιαστικά
τις ρόδες του αμαξιδίου προς το γραφείο, έπαιρνε το μικρό μπλοκ με το μαύρο
εξώφυλλο και με το γερό δεξί του χέρι έγραφε το ποίημα με βιασύνη, λες και αν
καθυστερούσε, οι στίχοι θα φτερούγιζαν μακριά. Όσο ήταν νέος, ποτέ του δεν είχε
γράψει ποιήματα, ούτε καν ευχετήριες κάρτες. Σαν να είχε κινητοποιηθεί από το
εγκεφαλικό κάποιο άγνωστο κέντρο του εγκεφάλου του που μέχρι τότε λαγοκοιμόταν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η Νερμίνα πείραζε τον «κύριο Θεόφιλος», αλλά κατά βάθος της άρεσε να τον
ακούει. Ποτέ κανείς δεν της είχε γράψει ούτε διαβάσει ποίημα∙ και τα ελληνικά
ηχούσαν τόσο ωραία στα ποιήματα∙ καλύτερα από αυτά που ακούγονταν στον δρόμο,
στο λεωφορείο, στα μαγαζιά. Ο Σεβαστός έγραφε για τον έρωτα, τον τρελό, τον
απελπισμένο, τον απραγματοποίητο. Όση ώρα σκεπτόταν, μουτζούρωνε τις σελίδες
του και το βλέμμα του παρέμενε ακίνητο, προσηλωμένο σε κάποια άγνωστη εικόνα.
Μόλις ολοκληρωνόταν η σκέψη του και την έβαζε στο χαρτί, το πρόσωπό του
γαλήνευε, οι ρυτίδες μαλάκωναν και το βλέμμα του γέμιζε.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ο γιος του Σεβαστού κάγχαζε με τις λογοτεχνικές απόπειρες του πατέρα του∙
για τον ίδιο οι ποιητές ήταν αργόσχολοι μισότρελοι τύποι που κοίταζαν το
φεγγάρι και παραμιλούσαν. Μόνο με την οικονομική κρίση τον απασχόλησε σοβαρά η λογοτεχνία, όταν αναγκάστηκε να πάρει τον πατέρα του στο σπίτι του, έτσι
ώστε να εξοικονομήσουν τη σύνταξή του για τις σπουδές των παιδιών. Επί μία
ολόκληρη εβδομάδα πακετάριζε σε χαρτοκιβώτια τους συγγραφείς και τους ποιητές του πατέρα του, για να τους πάει στο Μοναστηράκι για πούλημα. Μόνο καμιά
εικοσαριά τόμοι χώρεσαν στο μικρό ράφι πάνω από το κρεβάτι του γέρου. &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;Τα υπόλοιπα βιβλία πουλήθηκαν προς μισό ευρώ
το κιλό σ’ έναν μελαχρινό κοντόχοντρο άντρα με παχύ μουστάκι στην πλατεία Αβησσυνίας, με την προοπτική
να πολτοποιηθούν. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Παρά τρίχα&amp;nbsp;είχε γλιτώσει από την καταστροφή και μια ανθολογία του Ρίτσου∙ λίγο πριν
την καταπιεί ένα χαρτοκιβώτιο από γάλατα ΝΟΥΝΟΥ, ο Σεβαστός κύλισε με ορμή-σαν
πραγματικό άρμα μάχης- το καροτσάκι του και άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια του
γιου του, που είχε απομείνει να τον κοιτάζει με ένα επιτιμητικό μειδίαμα. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Την άλλη μέρα το πρωί, μαζί με τον τελευταίο της μισθό, ο Σεβαστός έδωσε
στη Νερμίνα το βιβλίο, σφίγγοντας και τα δυο της χέρια με το δικό του δεξί και
την αποχαιρέτισε ψιθυρίζοντας «Σαν ένα ευχαριστώ»∙ με τα ίδια λόγια ξεκινούσε
και η αφιέρωση που της είχε γράψει με πλαγιαστά, καλλιγραφικά γράμματα στην
πρώτη σελίδα του βιβλίου: &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;Σαν ένα ευχαριστώ για τον χρόνο που μου χάρισες,
ιδίως τώρα που κατάλαβα πόσο σημαντικός είναι ο χρόνος.&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhg3SROY39wLWJTAY1LEjZmuG5sjGfxkQ9l1joqFS6NVBT3l53voSWwzxLhS4ANLOyv0NrlkQ1Qb2ZgaUXnnXof19LomYgd8g7L31cKQBjCDvcmy-zyJOVLdaM6q7k1KKfrRnEKbod5NICG/s72-c/Disability-Isolation1.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">3</thr:total></item><item><title>Σημειώσεις για το τέλος του κόσμου</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_20.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Thu, 20 Dec 2012 16:53:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-9197092344184457915</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhJuzr9uXbMvgKWoPjWvW6zStbehjq8SJ6r2ep0R9ZXpfMz0oAyLTT8JEjxBcPvgFVWk6ahc-RjKP2ASqkVeqkupRtbFcd1942ol9lh909hLGkayhpBd2VlKZfRYW8hZ_okudK70Jc7tWbT/s1600/Melancholia.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="182" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhJuzr9uXbMvgKWoPjWvW6zStbehjq8SJ6r2ep0R9ZXpfMz0oAyLTT8JEjxBcPvgFVWk6ahc-RjKP2ASqkVeqkupRtbFcd1942ol9lh909hLGkayhpBd2VlKZfRYW8hZ_okudK70Jc7tWbT/s400/Melancholia.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;ελειώνει λοιπόν ο κόσμος αύριο, πάνω που θα παίρναμε κι εμείς τη δόση.
Βγήκε ο Έλληνας στο παζάρι και το παζάρι άφαντο. Τόση λιτότητα, τόσες περικοπές
για το τίποτα. Η μόνη απόλαυση-και ας μας τη δώσει ο Ύψιστος πριν καταστρέψει
ετούτο τον άχρηστο πλανήτη-θα είναι να δούμε τη Λαγκάρντ με τις πιζάμες της να
τρέχει πανικόβλητη να προσευχηθεί στη Νοτρ Νταμ, τη Μέρκελ χωρίς το γνωστό
σακάκι να εκλιπαρεί συγχώρεση, τον Βενιζέλο να μη βρίσκει θέση σε καταφύγιο
λόγω στενότητας χώρου και τον ΓΑΠ να συνεχίζει αμέριμνος τη διάλεξή του πάνω
στην έδρα, ενώ ολόκληρο το Χάρβαρντ έχει ισοπεδωθεί.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Θυμάμαι μια από τις παράδοξες ιστορίες που διηγούμαστε στα φοιτητικά χρόνια,
με εκείνον τον άνθρωπο που αυτοκτονεί πέφτοντας από ψηλά και ξαφνικά ακούει ένα
τηλέφωνο να χτυπάει, παθαίνει ανακοπή και πεθαίνει στον αέρα. Ο κόσμος είχε
καταστραφεί, εκείνος νόμιζε ότι ήταν ο τελευταίος άνθρωπος και αποφάσισε να
δώσει τέλος στη ζωή του. Μόλις κατάλαβε ότι υπάρχει και κάποιος άλλος πάνω στη
γη, αυτός που καλούσε στο τηλέφωνο, μετάνιωσε και πέθανε από την ταραχή του. Ο
άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του, όμως για να τα καταφέρει, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;του αρκεί έστω και ένας ακόμα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Τα δικά μου συναισθήματα για το τέλος του κόσμου είναι μπερδεμένα, τρικυμία
στο μυαλό και αντάρα στην ψυχή. Χαίρομαι που δεν θα χρειαστώ ξανά καθαρισμό
δοντιών, σέρβις στο αυτοκίνητο, θεώρηση των βιβλιαρίων του ΤΣΑΥ, που δεν θα
πρέπει να ξαναλλάξω φίλτρο στον απορροφητήρα, που δεν θα ξανανεβώ στον μουσκεμένο
από τον ιδρώτα του Χρυσαυγίτη μποντιμπιλντερά διάδρομο του γυμναστηρίου, που
δεν θα έχω να ξανασιδερώσω ρούχα ή να φτιάξω τις ντουλάπες στο τέλος κάθε εποχής. Επιπλέον, χαίρομαι που θα διαψευστούν και θα το βουλώσουν επιτέλους όλοι εκείνοι οι χαλαροί "δεν χάλασε κι ο κόσμος " τύποι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Από
την άλλη όμως λυπάμαι που δεν πρόλαβα να δω τη Σύρο και την Κέρκυρα (ή μήπως να
πεταχτώ μια βόλτα το βραδάκι;), να διαβάσω τον καινούριο δίτομο Μουρακάμι, που
δεν θα κάνει άλλες ταινίες ο Γούντι Άλλεν και που δεν θα προλάβει ο Ζούμπιν
Μέτα να δώσει τη συναυλία του στο Μέγαρο τον Απρίλιο. Λυπάμαι επίσης που θα
καταστραφεί το &lt;/span&gt;&lt;em&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Liquid&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;days&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;-(αλλά τι λέω; Εδώ θα καταστραφούν ολόκληρο το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;blogspot&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;facebook&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;και το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;twitter&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;).&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Τέλος, σκέφτομαι να κανονίσω μια συγκέντρωση αύριο το βράδυ στο σπίτι, να
περιμένουμε όλοι μαζί το τέλος, όπως οι ήρωες του Λαρς φον Τρίερ, που περίμεναν
αγκαλιασμένοι&amp;nbsp; να συγκρουστεί ο πλανήτης Μελαγχολία με τη γη. Είστε όλοι καλεσμένοι.
Θα φάμε ελαφρά, μιας και προβλέπεται ταρακούνημα, θα πιούμε παλιό, πολύ παλιό
κρασί (το πιο παλιό που υπάρχει, έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται παλιώσει άλλο) και θα ακούσουμε
το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;soundtrack&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt; του &lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Until&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;the&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;end&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;of&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;the&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;world&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;του Βέντερς. Και ακριβώς λίγο
πριν τελειώσει ο κόσμος, θα διαβάσει καθένας μας κάτι, αποχαιρετώντας τον. Έχω
ήδη διαλέξει το δικό μου κομμάτι, από τον «&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Τελευταίο
λουόμενο»&lt;/i&gt; της Χλόης Κουτσουμπέλη:&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ποιος
θάναι λοιπόν ο τελευταίος λουόμενος&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;σε
ποια νερά ραδιενεργά και μολυσμένα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;πριν
το σκοτάδι απλωθεί και μας σκεπάσει;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Τ&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;ον
φαντάστηκα &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;να
κολυμπάει σε έρημη πισίνα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;ν&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;α
πιάνεται απ' τη σκάλα και να βγαίνει&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;να
προχωράει με βήματα υγρά &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;να
παίρνει την πετσέτα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;κι
έπειτα να ρίχνει &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;μία
τελευταία νοσταλγική ματιά&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;πριν
σβήσουν όλα τα φώτα στον πλανήτη.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhJuzr9uXbMvgKWoPjWvW6zStbehjq8SJ6r2ep0R9ZXpfMz0oAyLTT8JEjxBcPvgFVWk6ahc-RjKP2ASqkVeqkupRtbFcd1942ol9lh909hLGkayhpBd2VlKZfRYW8hZ_okudK70Jc7tWbT/s72-c/Melancholia.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Λευκό πουκάμισο</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_18.html</link><category>Κατά συνέχεια ιστού</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Tue, 18 Dec 2012 00:25:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-6982949398392920191</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEje1XOlgTpLdVhsQDVXBUknYe6MGkw89KC9AqBo9T4Zm7yg5KICC6NbfeaSZZoQuId5zXglGyR3ydX9796Hw9E6I2yWLHlOzuJeONBeHReGn_vAjMPVi3GNmwFRDLgZOiTmcRulN35xVfqN/s1600/white+shirt.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="320" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEje1XOlgTpLdVhsQDVXBUknYe6MGkw89KC9AqBo9T4Zm7yg5KICC6NbfeaSZZoQuId5zXglGyR3ydX9796Hw9E6I2yWLHlOzuJeONBeHReGn_vAjMPVi3GNmwFRDLgZOiTmcRulN35xVfqN/s320/white+shirt.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Σ&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;υγυρίζοντας τη ντουλάπα με τα ρούχα, ανακάλυψε στο βάθος της το λευκό λινό
πουκάμισο εκείνων των διακοπών, με τις μεγάλες λοξές τσέπες και τα φαρδιά
μανίκια. Κρεμόταν σχεδόν παρακλητικά από μια ξύλινη κρεμάστρα με τα μανίκια
απλωμένα σε μια προσεχή αγκαλιά∙ αγορασμένο στις καλοκαιρινές εκπτώσεις την
παραμονή που θα έφευγαν με τον Διονύση για το νησί∙ ένα μικρό σακίδιο με φερμουάρ
και μέσα του το μαγιό, μια κατακόκκινη πετσέτα θαλάσσης, σανδάλια, ένα τζιν,
μερικά μπλουζάκια, εσώρουχα και το πουκάμισο, διπλωμένο προσεκτικά και τακτοποιημένο
πάνω από τα άλλα ρούχα, για να μην τσαλακωθεί.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Άρεσε στον Διονύση το λευκό της πουκάμισο. Την αγκάλιαζε μαζί με αυτό,
έβαζε τα χέρια του μέσα στις τσέπες του και τις γέμιζε με άμμο. Εκείνη έκανε
ότι νευριάζει. Του γύρναγε την πλάτη και έτρεχε μακριά κατά μήκος της παραλίας.
Το πουκάμισο ανέμιζε μισοβρεγμένο. Εκείνος την έφτανε εύκολα, με μερικές δρασκελιές.
Την έριχνε πάνω στη βρεγμένη άμμο και τη δάγκωνε απαλά στον λαιμό, στους ώμους,
στο πηγούνι.&amp;nbsp;&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Στον γυρισμό στην Αθήνα, το πουκάμισο ήταν χιλιοτσαλακωμένο∙ οι τσέπες του
γεμάτες άμμο. Το είχε πλύνει αμέσως και το είχε σιδερώσει∙ υπολόγιζε ότι θα το
ξαναφορούσε γρήγορα. Ύστερα ο Διονύσης έφυγε. Ξαφνικά, χωρίς εξήγηση. Το
πουκάμισο έμεινε να κρέμεται στην ντουλάπα, καθαρό, καλοσιδερωμένο. Με τον
καιρό εκτοπίστηκε από άλλα ρούχα, οπισθοχωρώντας αφόρετο στα μετόπισθεν της ντουλάπας.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Μέχρι σήμερα, που ξεπετάχτηκε μπροστά της αιφνιδιαστικά, με μια ελαφριά
κιτρινίλα ντροπής στον γιακά και στις μανσέτες. Το κατέβασε από την κρεμάστρα
και το ακούμπησε ανάποδα πάνω στο κρεβάτι, για να το διπλώσει. Μερικοί κόκκοι
σταχτιάς άμμου, ξεχασμένοι μάλλον στον πάτο κάποιας τσέπης, απλώθηκαν πάνω στο
σκούρο μπλε κάλυμμα του κρεβατιού. Ψηλάφησε με τα δάχτυλα τη σχεδόν ανυπόστατη
παρουσία τους, νιώθοντας ένα ελαφρό αεράκι να της ανακατεύει τα μαλλιά και μια γεύση
άρμης στο στόμα. Έβαλε το πουκάμισο προσεκτικά στο πάνω μέρος της σακούλας με
τα ρούχα που θα έδινε στη γυναίκα της πλατείας. Ένα λευκό λινό πουκάμισο δεν
ήταν ό,τι πιο ταιριαστό για τις κρύες μέρες∙ ευτυχώς που στην Ελλάδα ο χειμώνας
δεν κρατάει πολύ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEje1XOlgTpLdVhsQDVXBUknYe6MGkw89KC9AqBo9T4Zm7yg5KICC6NbfeaSZZoQuId5zXglGyR3ydX9796Hw9E6I2yWLHlOzuJeONBeHReGn_vAjMPVi3GNmwFRDLgZOiTmcRulN35xVfqN/s72-c/white+shirt.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item><item><title>Οι άγριοι ασφόδελοι της Έμμας Λα Γκαρντ</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/12/blog-post_9.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 9 Dec 2012 18:06:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-8449006460624090585</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgU5KenF2uFmTB4eixU1LVKg83kra40XtfiL_y2dEacUG3TbEzO9koY9si7TY1A9SU1qoehtCblh-yl_SDxUqfVpc4clWIHwSMTw97y058K4lCIS0OrZYqO_PbM1MBnjS4_H9D2_VFU2X_m/s1600/wild+daffodils.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="266" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgU5KenF2uFmTB4eixU1LVKg83kra40XtfiL_y2dEacUG3TbEzO9koY9si7TY1A9SU1qoehtCblh-yl_SDxUqfVpc4clWIHwSMTw97y058K4lCIS0OrZYqO_PbM1MBnjS4_H9D2_VFU2X_m/s400/wild+daffodils.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Ε&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;δώ και μερικό καιρό, από τις μέρες που ήμουν στη Γλασκώβη, έχω φυλαγμένο
ανάμεσα στα χαρτιά μου ένα απόκομμα εφημερίδας, μια σύντομη είδηση, με έκταση μόλις
μίας δίστηλης παραγράφου. Ο Ρομπέρτο της ταινίας &lt;em&gt;Η αγελάδα που έπεσε από τον
ουρανό&lt;/em&gt; θα την έβαζε σίγουρα στη συλλογή του&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;
&lt;/span&gt;με τις παράξενες ιστορίες της ζωής. Εγώ δεν κάνω τέτοια συλλογή από
αξιοπερίεργες ιστορίες, αλλά προς στιγμήν σκέφτηκα να αρχίσω.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Μ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;ια γυναίκα από το Γκλόστερσαϊρ, η Έμμα (όπως η Μποβαρί) Λα Γκαρντ (όπως η
Κριστίν, αλλά με δύο λέξεις), καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών και εννέα
μηνών, κατηγορούμενη για μια απίστευτη σκευωρία με όργανο και θύμα τον γιο της.
Η Λα Γκαρντ πλαστογράφησε ιατρικά πιστοποιητικά που εμφάνιζαν τον γιο της να
πάσχει από μια κακοήθη αιματολογική νόσο. Επί τρία ολόκληρα χρόνια κι ενώ το
παιδί ήταν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, το ανάγκαζε να πηγαίνει στο σχολείο
πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι, με αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο πειραγμάτων
από τους συμμαθητές του. Κάποια στιγμή του ξύρισε το κεφάλι και τα φρύδια, για
να φαίνεται ότι είχε κάνει χημειοθεραπεία. Με την εξωφρενική αυτή απάτη, η Λα
Γκαρντ απέσπασε ως επίδομα περίπου 85.000 λίρες στερλίνες. Πήρε τα παιδιά της και
πήγε στη Φλόριντα, όπου συνέχισε να κυκλοφορεί τον μικρό με καροτσάκι για της δίνουν
προτεραιότητα στις ουρές. Ο πατέρας του παιδιού, με τον οποίο η Λα Γκαρντ
προφανώς ήταν σε διάσταση, υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε και συμβουλεύτηκε τον
οικογενειακό του γιατρό. Έτσι αποκαλύφθηκε η απάτη και η σατανική Λα Γκαρντ
οδηγήθηκε στο δικαστήριο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Δ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;ιαβάζοντας αυτή την απίστευτη ιστορία, σκέφτηκα αμέσως «να κάτι που
γράφεται». Θα μπορούσε να γίνει διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, θεατρικό ή
ταινία. Τη βασάνιζα στο μυαλό μου σχεδόν ένα μήνα. Να την αφήσω να εκτυλίσσεται
στην Αγγλία, να τη φέρω στην Ελλάδα για να είναι πιο γνώριμο το περιβάλλον.
Έψαξα στο διαδίκτυο για το Γκλόστερσαϊρ, την πόλη της Λα Γκαρντ. Είναι μια πόλη
με 850.000 περίπου κατοίκους στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Αγγλίας και αρχικά
περιλάμβανε στην επικράτειά της και το Μπρίστολ. Έχει πολυάριθμα σχολεία και
πανεπιστήμιο. Το 2007, υπέστη σοβαρές καταστροφές από μια μεγάλη πλημμύρα. Αντιπροσωπευτικό λουλούδι της περιοχής είναι ο άγριος ασφόδελος. Κάθε χρόνο, την τελευταία
Δευτέρα του Μάη, διοργανώνεται στην πόλη μια γιορτή τυριού (&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Spring&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Bank&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;s&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Holiday&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;). Συγκεκριμένα, η
γιορτή γίνεται στον λόφο Κούπερ. Ένα κεφάλι τοπικού τυριού αφήνεται να κατρακυλήσει
από την κορυφή του λόφου και οι συμμετέχοντες το κυνηγούν. Νικητής είναι αυτός που
θα το φτάσει πρώτος.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Σ&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;κεφτόμουν την ψυχοπαθολογία αυτής &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;της
γυναίκας. Προσπαθούσα να την περιγράψω με λέξεις, να επινοήσω γεγονότα που να
ντύνουν τη ροή ενός διηγήματος. Είπα να κοιτάξω τι περιέχει το συρτάρι της, όπως
κάνουν στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Ξυράφια, πούδρα, ψεύτικες σφραγίδες,
το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Merck&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Manual&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;
σε παλιά έκδοση, ένα μικρό μπουκαλάκι με άρωμα &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;wild&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;daffodil&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Τη φαντάστηκα να παίρνει μέρος στη &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Spring&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Bank&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;s&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Holiday&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, σπρώχνοντας το
καροτσάκι του γιού της από το λόφο και στο τέλος κατσαδιάζοντάς τον που δεν
κατάφερε να πιάσει το τυρί. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Δ&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;εν κατάφερα να σκαρώσω τίποτα καλό μέχρι σήμερα. Όλες οι εκδοχές που μου
ήρθαν στο μυαλό, μου φαίνονταν τραβηγμένες. Ο αναγνώστης θα τράβαγε τα μαλλιά
του, θα απορούσε με την αρρωστημένη φαντασία μου. Θυμήθηκα ένα σχόλιο στο
ιστολόγιο, ότι βασανίζω τους χαρακτήρες μου. Αποφάσισα, λοιπόν, να μη βασανίσω
το μικρό αγόρι περισσότερο απ’ όσο έχει ήδη υποφέρει. Αφήνω την ιστορία ωμή, όπως
εμφανίστηκε στα ψιλά των εφημερίδων. Σίγουρα οι προεκτάσεις που θα έρθουν στο
μυαλό σας, δεν θα είναι λιγότερο απίστευτες από τις δικές μου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPStYhAA0voWK8ryjzpHrsu08vWuNo9oyCzb_LplbCWjSP9gT5Qc_lFGHJfAMtWPLBSwqYdx0nYtnkUg00t64LBLlPx0zij8W1uXhQwTRPXWbQLxlpvGfm4mm-tEcZ2vyR_uwf0wHGZXqc/s1600/Glasgow+story+001.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="312" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPStYhAA0voWK8ryjzpHrsu08vWuNo9oyCzb_LplbCWjSP9gT5Qc_lFGHJfAMtWPLBSwqYdx0nYtnkUg00t64LBLlPx0zij8W1uXhQwTRPXWbQLxlpvGfm4mm-tEcZ2vyR_uwf0wHGZXqc/s400/Glasgow+story+001.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgU5KenF2uFmTB4eixU1LVKg83kra40XtfiL_y2dEacUG3TbEzO9koY9si7TY1A9SU1qoehtCblh-yl_SDxUqfVpc4clWIHwSMTw97y058K4lCIS0OrZYqO_PbM1MBnjS4_H9D2_VFU2X_m/s72-c/wild+daffodils.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item><item><title>Μικρές οικογενειακές απολαύσεις</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/11/blog-post.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Thu, 29 Nov 2012 18:52:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-1532670551587413947</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhbqfZ2jX4xAM2Qcdav_KN64enhpwGN7ENFewZVP_lPcyOyXOabTejExPAGnsAUVrG_P-ctKG381Qj6e8hyphenhyphenD5J-XTrNPkz2Q-LGwI1tk5DwMyDPH2xJlmuVA7-AcxpYVZOMT2urwJyMAzMC/s1600/George+Gallup.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="255" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhbqfZ2jX4xAM2Qcdav_KN64enhpwGN7ENFewZVP_lPcyOyXOabTejExPAGnsAUVrG_P-ctKG381Qj6e8hyphenhyphenD5J-XTrNPkz2Q-LGwI1tk5DwMyDPH2xJlmuVA7-AcxpYVZOMT2urwJyMAzMC/s400/George+Gallup.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style="text-align: center;"&gt;
George Gallup&lt;/div&gt;
&lt;div style="text-align: center;"&gt;
&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;&lt;/span&gt;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Όπως βλασταίνουν τα πουρνάρια, οι σχίνοι και τα ρείκια πάνω στα καμένα δάση, ενδείξεις "αναβλάστησης του φρυγανισμένου οικοσυστήματος" γράφουν τα ειδικά εγχειρίδια, 
κάπως έτσι αρχίζουν να ανοίγουν καινούρια καταστήματα στη θέση των χρεοκοπημένων
παλαιών και οι προηγουμένως κλειστές, στοιχειωμένες βιτρίνες, τώρα με ολόφρεσκα χαμόγελα από νέον, σπεύδουν να θέλξουν τον άνευρο (χωρίς νεύρο και χωρίς ευρώ)
καταναλωτή. Στη γειτονιά μας άνοιξε παράρτημα του Θεσσαλονικιού Χατζή με καζάν
ντιπί, βουβαλίσια κρέμα και κάτι άλλα τούρκικα (βεζίρ παρμάκ;) που δεν
καταλαβαίνω. Το είδα σήμερα το μεσημέρι και χάρηκα. Μετά από μια όχι πολύ
κουραστική εφημερία, βγήκαμε με την Αννούλα βόλτα στην πλατεία, μια και το
σχολείο της ήταν κλειστό λόγω συνέλευσης των δασκάλων.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Λίγα μέτρα πιο πέρα από τον ολοκαίνουργιο Χατζή, μας σταμάτησε μια κυρία για δημοσκόπηση. Θεωρούσα τις δημοσκοπήσεις
ενοχλητικές και ανούσιες, μέχρι την εποχή που ασχολήθηκα με τη στατιστική.&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;Τότε συνειδητοποίησα τη χρησιμότητα της τυχαίας
δειγματοληψίας και τις συνέπειες του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;non&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;response&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;στο αποτέλεσμα μιας δημοσκόπησης και άρχισα να είμαι πιο επιδεκτική στα
γκάλοπ, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποιο θέμα που με ενδιαφέρει. Στη σημερινή
κυρία απάντησα αρχικά ότι βιάζομαι, μέχρι που ξεστόμισε τη μαγική λέξη.
Γιαούρτι. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Εξ απαλών ονύχων οι αντιστάσεις μου μπροστά σε ένα γιαούρτι ήταν μηδαμινές,
άσχετα αν επρόκειτο για παραδοσιακό σε πήλινο, τυποποιημένο σε κεσεδάκι ή σακούλας,
με φρούτα, με ξηρούς καρπούς ή με παγωτό. Ακόμα έχω στους γευστικούς κάλυκες της
γλώσσας μου &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;το Βελουτέ της ΦΑΓΕ, εκείνο
με τη φωτογραφία της κοπέλας πάνω στον κεσέ (πρωτοποριακή συσκευασία για την
εποχή), που με τον μαγικό τρόπο του Προυστ μου φέρνει στο μυαλό μια ολόκληρη
εποχή (τα πρώτα μου βινύλια, τις εξετάσεις του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Lower&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, την Έλενα Ακρίτα στο &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;Κορώνα-Γράμματα&lt;/i&gt;, το μπεζ ζιβάγκο
του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλες ασυνάρτητες αναμνήσεις, προσωπικές και μη). &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;Όσο και αν το ψυγείο μας &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;είναι πλέον λιγότερο γεμάτο απ’ ό,τι στο
παρελθόν, το πάνω ράφι παραμένει πάντα φορτωμένο με διάφορα είδη γιαουρτιού, για
τα γούστα όλης της οικογένειας. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Στο εν λόγω γκάλοπ, είχαμε να δοκιμάσουμε ένα καινούριο γιαούρτι και να
απαντήσουμε σε ένα ερωτηματολόγιο, χωρίς αρχικά να μας αποκαλυφθεί η ταυτότητα του
γιαουρτιού. &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;Δήλωσα στην κυρία την
ιδιαίτερη σχέση μου με το λευκό ισοδύναμο της αμβροσίας και την πρόθεσή μου να
συμμετάσχω στη δημοσκόπηση. Το χαμόγελο ικανοποίησης στο πρόσωπό της συναγωνιζόταν
άνετα το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο στις φωτογραφίες του ίδιου του &lt;/span&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/George_Gallup"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;George&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Gallup&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Ανεβήκαμε με την
Αννούλα στο πατάρι ενός κεντρικού καφέ, καθίσαμε μπροστά σε ένα &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;laptop&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt; και ήρθε το
γιαούρτι. Το κεσεδάκι του ήταν τοποθετημένο μέσα σε μια λευκή κούπα έτσι ώστε
να μη φαίνεται η ετικέτα, και το κάλυμμα από αλουμινόχαρτο ήταν τσακισμένο
ανάποδα. Παρόλα αυτά, από τα χείλη της κούπας ξέφευγε εμπιστευτικά, με κεφαλαία προδοτικά γράμματα,&amp;nbsp;η λέξη ΜΙΚΡΕΣ,
αποκαλύπτοντας στον&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;έμπειρο καταναλωτή
την ταυτότητα. «Μικρές οικογενειακές φάρμες» της ΔΕΛΤΑ. Θυμήθηκα την περιποιημένη
αγρότισσα της διαφήμισης, με το γκριζαρισμένο μαλλί, το ελαφρό μακιγιάζ και το αρυτίδωτο
δέρμα, ανάμεσα στις αγελάδες της, να απαντά στο κινητό. Στην άλλη άκρη της γραμμής,
&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;ο γιος της, &amp;nbsp;με τη στοργική σύζυγο σε
δεύτερο πλάνο, σε ένα άνετο και καλαίσθητο σπίτι, να παινεύει τη φάρμα της μάνας
του. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Δοκίμασα μια κουταλιά από το γιαούρτι. Ήταν το πλήρες∙ είχα δοκιμάσει την
προηγούμενη εβδομάδα το αντίστοιχο με 2% λιπαρά. Πολύ ωραίο γιαούρτι. Έκανα ότι
σκέφτομαι λίγο, κατάπια και μια δεύτερη κουταλιά μισοκλείνοντας τα μάτια και
απάντησα με σιγουριά: «Μικρές Οικογενειακές Φάρμες». Η κυρία ήταν ενθουσιασμένη.
Δεν πίστευε αυτό που της συνέβαινε. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Comme&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;c&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;'&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;est&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;curieux&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;comme&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;c&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;'&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;est&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;bizarre&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;et&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;quelle&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;co&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;ï&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;ncidence&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;! Προχωρήσαμε στις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής.
Σχετικά με το ίδιο το γιαούρτι, σχετικά με τη διαφήμιση, σχετικά με την
εταιρεία. Ναι, ήταν ένα εξαιρετικό γιαούρτι. Ναι, θα το ξαναγόραζα. Ναι, η γεύση
του ήταν υπέροχη. Όχι , δεν θύμιζε τα παραδοσιακά γιαούρτια (κρίμα που δεν ζει &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;πια η θεία του Στέλιου στο χωριό, να έδινε το
δικό της γιαούρτι στις μικρές οικογενειακές φάρμες). Όχι, η διαφήμιση δεν ήταν
πιστευτή (η αγρότισσα έμοιαζε να έχει προηγουμένως περάσει από &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;salon&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;de&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;beaut&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;é). Όχι, δεν ήξερα αν
είναι διπλοστραγγιστό («είναι, μαμά!», πετάχτηκε από δίπλα η Άννα, που θυμάται
απέξω όλες τις διαφημίσεις). &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η δημοσκόπηση τελείωσε. Το γιαούρτι βγήκε πανηγυρικά από την κούπα,
αποκαλύπτοντας την ετικέτα του. Ήταν δικό μου, να το απολαύσω μέχρι τέλους σε
μια χαλαρή βόλτα με την κόρη μου. Η κυρία ήταν χαρούμενη. Είχε συμπληρώσει ένα
δελτίο με περισσή επιτυχία. Από δίπλα, η συνάδελφός της μας κοίταζε με σχετική
ζήλια, φυλλομετρώντας τα δικά της δελτία. Μακάρι να πάει καλά το γιαούρτι, τους
ευχήθηκα φεύγοντας. Μακάρι να συνεχίσετε να έχετε δουλειά, εννοούσα. Μακάρι να
πάνε καλά οι ελληνικές επιχειρήσεις και τούτος ο τόπος να γλιτώσει, σκεφτόμουν
κατεβαίνοντας τη στενή σκάλα, με την Άννα να με κρατά σφιχτά απ’ το χέρι. Κι
αυτό το κορίτσι, να φοβάται ακόμα τις σκάλες…&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEggB97vKkEgcsV-xRSaN-eOg1K0KCHll-7AomUIvVUiHvmiqZg8S3tgmS2EFTivnApje1hn-UkvYQKwEKv-GIYKSrNCTwORK9XENGLNTeGkKxn1QUseueH0bufgbBLyr51M0UEtkZ5ATKy1/s1600/yogurt.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEggB97vKkEgcsV-xRSaN-eOg1K0KCHll-7AomUIvVUiHvmiqZg8S3tgmS2EFTivnApje1hn-UkvYQKwEKv-GIYKSrNCTwORK9XENGLNTeGkKxn1QUseueH0bufgbBLyr51M0UEtkZ5ATKy1/s1600/yogurt.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;(Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του George Gallup &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.romir.ru/GGallup_en.pdf"&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;εδώ&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;.)&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhbqfZ2jX4xAM2Qcdav_KN64enhpwGN7ENFewZVP_lPcyOyXOabTejExPAGnsAUVrG_P-ctKG381Qj6e8hyphenhyphenD5J-XTrNPkz2Q-LGwI1tk5DwMyDPH2xJlmuVA7-AcxpYVZOMT2urwJyMAzMC/s72-c/George+Gallup.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">2</thr:total></item><item><title>Η οφθαλμαπάτη της οδού Sauchiehall</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/11/sauchiehall.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Fri, 16 Nov 2012 21:00:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-2436472323311638681</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEheQx2ag_u1Hkolr1NLKEInAcghCPtDNURzp3wAKYSEqhaLTC8kcwSQEMW1IlqwiZ8tjLTX4ybJvuXp16gaXh2PAweO9TgtTnwzGqQ7ccoukIr_O7tCDc325vAE-ZLKtig6jJ7nzk4nUXdo/s1600/Reflection.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="277" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEheQx2ag_u1Hkolr1NLKEInAcghCPtDNURzp3wAKYSEqhaLTC8kcwSQEMW1IlqwiZ8tjLTX4ybJvuXp16gaXh2PAweO9TgtTnwzGqQ7ccoukIr_O7tCDc325vAE-ZLKtig6jJ7nzk4nUXdo/s400/Reflection.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;To&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Biggar&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;s&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;είναι ένα καφέ πάνω σε κεντρικό δρόμο της Γλασκόβης,
την &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Sauchiehall&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;street&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;. Ταυτόχρονα είναι μουσικό κατάστημα με όργανα και
παρτιτούρες. Η βροχή είναι συμπαθητική, όταν τη χαζεύεις &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;μέσα από το τζάμι στα ζεστά, παρά όταν σε
διαπερνά σταγόνα τη σταγόνα, φτάνοντας μέχρι το κόκκαλο. Καφές, μουσική, στεγνό
μέρος, το τρίπτυχο των ονείρων μου αυτό το βροχερό απόγευμα, ένα από τα βροχερά
απογεύματα στη Γλασκώβη.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp; Η βιτρίνα είναι γεμάτη με μουσικά όργανα∙ κιθάρες,
μπάσο, ένα γιουκαλίλι, ντραμς. Παραγγέλνω καπουτσίνο και ένα σάντουιτς και
κάθομαι σ’ ένα γωνιακό τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Δίπλα στο τραπέζι μου
υπάρχει ένα μικρό πιάνο∙ πάνω του ένα χαρτί με μια φράση γραμμένη με κόκκινο
μαρκαδόρο: «&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Take&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;a&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;look&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;at&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;our&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;menu&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Webdings; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-char-type: symbol; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-symbol-font-family: Webdings;"&gt;&lt;span style="mso-char-type: symbol; mso-symbol-font-family: Webdings;"&gt;¯&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;». Στους τοίχους κρέμονται ηλεκτρικές κιθάρες,
φωτογραφίες μεγάλου μεγέθους με παπαρούνες και μια αφίσα με τη Νικόλ Κίντμαν
και τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ από το “&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Moulin&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Rouge&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;”.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Στο καφέ δεν υπάρχει πολύς κόσμος. Σε έναν καναπέ
απέναντί μου κάθεται &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;ένα νεαρό ζευγάρι,
ίσως φοιτητές- δίπλα τους έχουν σάκους&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;∙ τους ακούω να &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times New Roman;"&gt;μιλά&lt;/span&gt;νε για τεστ. Η κοπέλα, με πράσινο μάλλινο κασκόλ περασμένο στο λαιμό της, πεσμένη
χαλαρά πάνω στην πλάτη του καναπέ, κρατάει το κεφάλι της και ακούει με
ενδιαφέρον αυτά που της διηγείται&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;ο
νεαρός. Κάποιες φορές του χαμογελάει ήρεμα. Ίσα που αγγίζονται. Εκείνος μιλάει
ζωηρά, χειρονομώντας∙ πιάνει το κεφάλι του, τον τοίχο πίσω, τα μαλλιά της κοπέλας. Ρίχνω μια ματιά στη βιτρίνα με τα όργανα. Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι, σκέφτομαι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Διαγωνίως στο τραπέζι μου, σε πολυθρόνες, κάθονται
δύο φίλες. Η μία δεξιά, μιλάει συνεχώς. Η άλλη αριστερά, &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;πεσμένη χαλαρά πάνω στην πλάτη του καναπέ, κρατάει
το κεφάλι της και ακούει τη φίλη της, χαμογελώντας συχνά. Μοιάζει πολύ στην
κοπέλα του ζευγαριού∙ είναι σχεδόν ίδια. Ξανακοιτάζω αριστερά-δεξιά. Για μια
στιγμή τα χάνω. Νομίζω ότι τα βλέπω διπλά. Η φίλη αριστερά είναι &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;εντελώς&lt;/i&gt; ίδια με την κοπέλα του ζευγαριού.
Αν ήμουν κομπιούτερ θα είχα βγάλει κλεψύδρα∙ πιθανόν να χρειαζόμουν και επανεκκίνηση.
Ένεκα μάλλον της ανωτερότητας του ανθρώπινου νου, συνειδητοποιώ, έστω και
καθυστερημένα, τον υπαίτιο της οφθαλμαπάτης: διαγωνίως προς το τραπέζι μου&amp;nbsp;ορθώνεται μια κολόνα, επενδυμένη
από πάνω μέχρι κάτω σε όλη την επιφάνειά της με καθρέφτες. Η κολόνα κρύβει τη
μισή θέα από το τραπέζι με τις πολυθρόνες που κάθεται η γυναίκα με τη φίλη της.
Στον&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;μπροστινό καθρέφτη φαίνεται
ανεστραμμένο το είδωλο της κοπέλας του ζευγαριού, ενώ από την άκρη του καθρέφτη
διακρίνεται η πολυθρόνα της γυναίκας που κάθεται με τη φίλη της (ή μήπως είναι
φίλος;)&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Έχω τρελαθεί με την ανακάλυψή μου. Γελάω μόνη μου. Θέλω να φωνάξω
τα κορίτσια που σερβίρουν,&amp;nbsp;να δουν κι εκείνες αυτό που βλέπω,&amp;nbsp;αλλά μπορεί να με πάρουν για τρελή. Θέλω να
φωτογραφίσω το φαινόμενο. Η φωτογραφία θα πήγαινε σίγουρα για βραβείο. Διστάζω όμως
να βγάλω τη μηχανή. Τραβάω πρόχειρα μια φωτογραφία με το κινητό, κοιτάζοντας
αδιάφορα, σαν να βλέπω τα μηνύματά μου. Η &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Imany&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;από τα ηχεία καλύπτει με τη βαθιά φωνή της το κλικ του κινητού.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η κοπέλα συνεχίζει να ακούει τον νεαρό και το
είδωλό της ακούει τη γυναίκα, που χειρονομεί κι εκείνη έντονα τώρα, γελώντας. Η
κοπέλα χαμογελάει και στους δύο. Δεν μπορώ να καταλάβω ποια διήγηση βρίσκει πιο
διασκεδαστική.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η γυναίκα πίνει μια γουλιά καφέ. Ο δικός μου
καπουτσίνο κοντεύει να γίνει φρέντο. Η κοπέλα αγγίζει το κασκόλ της με το
ελεύθερο χέρι. Η άκρη του κασκόλ, κομμένη από το γυάλινο όριο του καθρέφτη,
αγγίζει τη γυναίκα και ταυτόχρονα καταλήγει στον ώμο του νεαρού, που δίνει ένα
πεταχτό φιλί στο πράσινο μάλλινο ύφασμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Σε λίγο η γυναίκα σηκώνεται να φύγει. Από τη
διπλανή πολυθρόνα ξεπροβάλλει η πραγματική φίλη της, μεγαλύτερη σε ηλικία από
την κοπέλα. Οι δυο γυναίκες βγαίνουν από το καφέ και ανοίγουν αμέσως τις ομπρέλες
τους. Η κοπέλα συνεχίζει να ακούει προσεχτικά τον νεαρό χαμογελώντας, ενώ το
είδωλό της παραμένει μοναχικό, αμίλητο, με ένα χαμόγελο σχεδόν μελαγχολικό, να
κρατάει το κεφάλι του, ακουμπώντας πάνω στην πλάτη του καναπέ. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Ο νεαρός δείχνει στην κοπέλα κάτι στην τηλεόραση.
Στρέφουν και οι δύο τα βλέμματά τους στην οθόνη. Παρακολουθούν με ενδιαφέρον∙
καρφώνονται κυριολεκτικά στο πρόγραμμα. “&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Schizophrenia&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;care&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;” είναι ο τίτλος της εκπομπής, με πολυμελές πάνελ
ομιλητών. Διαισθάνομαι ότι σε λίγο ο νεαρός θα δείξει στην κοπέλα με το δάχτυλό
του εμένα. Ανοίγω το σημειωματάριό μου και αρχίζω να γράφω. Αν φαίνομαι
συγκεντρωμένη σε κάτι άλλο, ίσως καταφέρω να τους ξεγελάσω.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 200%; margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEheQx2ag_u1Hkolr1NLKEInAcghCPtDNURzp3wAKYSEqhaLTC8kcwSQEMW1IlqwiZ8tjLTX4ybJvuXp16gaXh2PAweO9TgtTnwzGqQ7ccoukIr_O7tCDc325vAE-ZLKtig6jJ7nzk4nUXdo/s72-c/Reflection.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item><item><title>Η μικρή Αφροδίτη και το ποτάμι της ποίησης</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/10/blog-post_30.html</link><category>Διηγήσεις στον καθρέφτη</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Tue, 30 Oct 2012 18:10:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-6534937464223733797</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFeEiY8EE-z9U2D-0Dy3_coP_zeAX8A8hTcnrypD1OqpyRhnWagRDarDRBRRZUvwZdrETR3J1dvcghAxomT3_mZ27FV1Kw_Oc5gCMiaoZsZqsK5hxsWDqxDFHDwNJFFuS7jgIaKurffO18/s1600/Ann+Cutting.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="298" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFeEiY8EE-z9U2D-0Dy3_coP_zeAX8A8hTcnrypD1OqpyRhnWagRDarDRBRRZUvwZdrETR3J1dvcghAxomT3_mZ27FV1Kw_Oc5gCMiaoZsZqsK5hxsWDqxDFHDwNJFFuS7jgIaKurffO18/s400/Ann+Cutting.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;em&gt;Η&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; μικρή Αφροδίτη είναι στ’ αλήθεια μικρή, πολύ μικρή, η μικρότερη μέσα στην
αίθουσα, η μόνη με μονοψήφια χρόνια. Όλοι οι άλλοι είναι μεγάλοι, τόσο που μοιάζουν
μεγαλύτεροι κι απ’ τη μαμά της ακόμα. Κι ο ποιητής είναι μεγάλος. Έχει άσπρα
γένια και μαλλιά. Μοιάζει στ’ αλήθεια με ποιητή&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; έτσι&amp;nbsp;είχε φανταστεί&amp;nbsp;η Αφροδίτη τους ποιητές. Στέκεται όρθιος
πάνω σ’ ένα βάθρο και διαβάζει με βαθιά φωνή και καθαρή άρθρωση. Φοράει μαύρο
πουκάμισο κι έχει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο καρφιτσωμένο στο μέρος της καρδιάς.
Τρεις μουσικοί στο βάθος παίζουν κιθάρες. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Οι περισσότεροι μέσα στην αίθουσα γράφουν πολύ ή λίγο. Και διαβάζουν πολύ ή
λίγο. Η Αφροδίτη γράφει &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;και &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;διαβάζει πολύ όλα της τα μαθήματα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; και παραμύθια, όμως
αυτά μόνο τα διαβάζει, αφού έχουν προλάβει άλλοι και τα έχουν γράψει. Ακολουθεί
συχνά τη μαμά της σε τέτοιες συγκεντρώσεις. Δεν έχει καταλάβει γιατί, αλλά κάθε
φορά οι μεγάλοι τριγύρω τής λένε ότι είναι τυχερή. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Ο ποιητής διαβάζει το βιβλίο του. Στο ημίφως, μόνο το πρόσωπό του φαίνεται
καθαρά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;, με όλες τις &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;ρυτίδες της έκφρασης τονισμένες,
τις παλιές της ζωής που συναντούν τις καινούριες της ποίησης. Της Αφροδίτης της
αρέσει όπως διαβάζει ο ποιητής. Δεν πολυκαταλαβαίνει τα λόγια, αλλά ακούγονται όμορφα. Σ’ ένα παραμύθι είχε διαβάσει ότι οι ποιητές καρφώνουν πρώτα το μαχαίρι
στην καρδιά τους και μετά, με το ίδιο ματωμένο μαχαίρι, κόβουν φέτες τις λέξεις
και τις μοιράζουν σε ποιήματα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;Όλοι γύρω ακούνε απορροφημένοι σιγοπίνοντας
κρασί, κόκκινο και λευκό, σε κολονάτα ποτήρια. Στο τέλος κάθε ποιήματος
χειροκροτούν ζεστά. Χειροκροτάει και η Αφροδίτη&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; ανάμεσα στα
χειροκροτήματα μασουλάει τα φιστίκια από το μπολάκι που υπάρχει πάνω στο
τραπέζι. Εκείνη δεν πίνει κάτι, όμως τα βλέφαρά της είναι βαριά, παλεύει να τα
κρατήσει ανοιχτά. Βολεύεται στα γόνατα της μαμάς της. Μισοκοιμάται. Με κλειστά
μάτια πια, συνεχίζει να χειροκροτάει μετά από κάθε ποίημα. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Ο ποιητής συνεχίζει να διαβάζει. Η πρώτη κυρία που μίλησε στην αρχή για τον
ποιητή, «μεγάλη ποιήτρια» της είπε η μαμά της, χαρακτήρισε τα ποιήματά του
ποτάμι που κυλάει ασταμάτητα. Η Αφροδίτη βολεύεται καλύτερα πάνω στο κάθισμα,
με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος της μαμάς της και στο πρόσωπό της ένα
αχνό χαμόγελο. Κοιμάται βαθιά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;, με &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;τα λεπτά της ποδαράκια
διπλωμένα πάνω στο κάθισμα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; φοράει φούστα, χοντρό
καλσόν και αθλητικά παπούτσια, από αυτά που τα αγοράζεις καινούρια και σε μία
εβδομάδα, η παρέα στο σχολείο με τα πατήματα τα έχει κάνει ίδια με τα παλιά.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Κάπου εδώ η Αφροδίτη χάνει τον ποιητή μέσα στα όνειρά της. Όταν τον ξαναβρίσκει,
τα φώτα έχουν ανάψει. Ο κόσμος έχει σηκωθεί&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; τα πρόσωπα είναι
ξαναμμένα και χαμογελαστά. Ο ποιητής χαμογελάει κι αυτός. Η Αφροδίτη τον
αγαπάει έτσι χαμογελαστό που τον βλέπει&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt; θα τον ήθελε
για παππού. Είναι καθισμένος σ’ ένα τραπέζι και υπογράφει τα βιβλία του. Δέχεται
αγκαλιές και φιλιά. Είναι ωραίο να είσαι ποιητής και να σε αγαπούν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η μαμά της και οι φίλοι της έχουν σηκωθεί να φύγουν. Κρατάνε στα χέρια τους
το βιβλίο του ποιητή. Η Αφροδίτη θα το ξεφυλλίσει στο δρόμο. Οι φίλοι της μαμάς
την ρωτάνε πάντα την ίδια ερώτηση. «Εσύ, Αφροδίτη, θα γίνεις ποιήτρια όταν
μεγαλώσεις;» &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;Η Αφροδίτη έχει βαρεθεί να εξηγεί κάθε φορά τα ίδια. Όμως και τώρα&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;απαντά με σοβαρό ύφος. «Όχι, εγώ θα γίνω
γιατρός».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiFeEiY8EE-z9U2D-0Dy3_coP_zeAX8A8hTcnrypD1OqpyRhnWagRDarDRBRRZUvwZdrETR3J1dvcghAxomT3_mZ27FV1Kw_Oc5gCMiaoZsZqsK5hxsWDqxDFHDwNJFFuS7jgIaKurffO18/s72-c/Ann+Cutting.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item><item><title>Επιστρέφοντας στη Λισαβόνα</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/10/blog-post_28.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Sun, 28 Oct 2012 09:59:00 +0200</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-8219835321016236116</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhYmdy9WMz77NMU-uWa3E4BGiqybTJUAbnXgT3jsL7_7cpX-1Wtia99otMrfSiftn9VsERTYO08Ap5xjO-QMO_GxE4Ycg6ykR6qIqW23iN_svTguSDX19LZOceIFUCc7VQtm2Wtfss_5-vk/s1600/Fernando+Pessoa.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="375" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhYmdy9WMz77NMU-uWa3E4BGiqybTJUAbnXgT3jsL7_7cpX-1Wtia99otMrfSiftn9VsERTYO08Ap5xjO-QMO_GxE4Ycg6ykR6qIqW23iN_svTguSDX19LZOceIFUCc7VQtm2Wtfss_5-vk/s400/Fernando+Pessoa.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;T&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;α πρωινά στη Λισαβόνα, όταν ακόμα δεν έχουν σβήσει οι
νυχτερινές λάμπες των δρόμων, ο ποιητής έχει ήδη πάρει τη θέση του στο καφέ &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;a&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Brasileira&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; και παρατηρεί τη ζωή που
περνάει, περιμένοντας όλα τα χρόνια τον ίδιο πρωινό καφέ. Φοράει πάντα καπέλο και
παπιγιόν∙ με το ένα χέρι χειρονομεί έντονα, ενώ το άλλο αναπαύεται ήρεμο στο
ίδιο τραπεζάκι του καφενείου. Ακριβώς μπροστά του οι σκάλες που
κατεβάζουν στο μετρό. Στάση &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Baixa&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Chiado&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Σε λίγο, στους κεντρικούς δρόμους, οι ιδιοκτήτες αρχίζουν
να ανοίγουν τα καταστήματά τους. Οι υπάλληλοι&lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;
&lt;/span&gt;σβήνουν βιαστικά το πρώτο τσιγάρο της ημέρας στην άχνα του πρωινού και
μπαίνουν μέσα. Λίγο αργότερα βγαίνουν στα πεζοδρόμια τα χαρτόκουτα από τις συσκευασίες∙
καινούριο εμπόρευμα, καταμέτρηση, ταξινόμηση, τακτοποίηση στα ράφια.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τα παράθυρα των σπιτιών ανοίγουν κι αυτά. Πρώτοι βγαίνουν
στα μπαλκόνια οι ηλικιωμένοι ∙ φοράνε ζακέτες σε σκούρα χρώματα∙ μαύρο, γκρι,
καφέ. Αργότερα βγαίνουν οι νέοι, μισοντυμένοι, με σώματα χτισμένα, σφριγηλά,
ανατριχιασμένα από την πρωινή δροσιά και τον έρωτα. Στη συνέχεια βγαίνουν οι
μπουγάδες∙ πολύχρωμες και ευωδιαστές, κρέμονται στα σκοινιά πάνω από τους δρόμους
σαν λουλουδάτες αψίδες. Σε κάποια σκοινιά δεν κρέμονται ρούχα, αλλά παπούτσια∙
είναι εκείνοι οι περίεργοι δρόμοι που κουβαλάνε στις γωνιές τους τον αργό, σίγουρο θάνατο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Στις γωνιές των κεντρικών συνοικιών έχουν πάρει θέση οι
καστανάδες. Η μυρωδιά από τις φουφούδες τρελαίνει τους βιαστικούς περαστικούς&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; σταματάνε σαν υπνωτισμένοι για ένα σακουλάκι με ψημένα κάστανα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Η Λεωφόρος Ελευθερίας διατρέχει τη Λισαβόνα με φαρδιά
πεζοδρόμια, φυτεμένα με πλατάνια. Τις Κυριακές οι μικροπωλητές απλώνουν τους πάγκους
με τους μικρούς θησαυρούς τους, από καρφίτσες μέχρι μικροέπιπλα, όλα με την
πατίνα του παρελθόντος, οικεία και γοητευτικά. Πορσελάνινες κούκλες,
χειροποίητα κοσμήματα, λάμπες, καρτ-ποστάλ, παλιά βιβλία και περιοδικά&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; χιλιάδες αγγίγματα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; δικά μας τωρινά, εξερευνητικά,
τρυφερά και παλιότερα, ανθρώπων που χάθηκαν, χρηστικά ή αδιάφορα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Η &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Rua&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Augusta&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;συγκεντρώνει τους δημιουργούς
των δρόμων. Μουσική, θέατρο, χορός, ζωγραφική&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; ένας υπαίθριος πολυχώρος
τέχνης απ’ όλο τον κόσμο. Το φλαμένκο δίνει τη θέση του στην ασιατική μουσική,
η παντομίμα στον Μότσαρτ. Οι τουρίστες στέκονται με τις κάμερες να κάνουν τη
στιγμή τους αιωνιότητα. Όλη την ημέρα, μέχρι αργά το βράδυ, ο δρόμος αυτός μαζεύει
τη ζωή της πόλης και την τα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;ΐζει γλυκίσματα
φτιαγμένα με αυγά και ζάχαρη, αμυγδαλωτά και τάρτες με καρύδα. Αργότερα, την
ώρα του μεσημεριανού φαγητού, η Αλκάνταρα παίρνει για λίγο τη σκυτάλη, με τα εστιατόριά της
αραδιασμένα στη μια όχθη του Τάγου∙ λεπιδόπους και μπακαλιάρος μαγειρεμένοι με
δεκάδες τρόπους.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Το τραμ μαζεύει όλη την ημέρα τις διαδρομές των ντόπιων
και των τουριστών. Οι κουβέντες τους ζωηρές∙ μεσογειακά επίπεδα έντασης και μια
γλώσσα γεμάτη «ου». Το «όχι» τους «νιάου», ίδιο με της γάτας, η στάση «εστασάου».
Πολλά βιβλία παραμάσχαλα∙ οι πενήντα αποχρώσεις του γκρίζου δίνουν και
παίρνουν. Στις προθήκες των &amp;nbsp;βιβλιοπωλείων καμαρώνουν άλλες πενήντα αποχρώσεις, διαφορετικές από τις πρώτες∙
έχουμε και λέμε, σύνολο εκατό. Απίθανο πόσες αποχρώσεις μπορεί να έχει ένα
χρώμα άχρωμο, όπως το γκρίζο…&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Οι τοίχοι της Λισαβόνας, όπως και της Αθήνας, φωνάζουν∙
άλλοτε οργισμένα με μαύρα ανάστατα γράμματα, άλλοτε με χιούμορ και χρώματα, άλλοτε με εικόνες φτιαγμένες περίτεχνα με χέρι ζωγράφου ή άτσαλα με δυο
βιαστικές πινελιές∙ οι τοίχοι, οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια ενός λαού που ζει κυνηγημένος
από την τρόικα.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Τ&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;α βράδια στη Λισαβόνα, τα άχρηστα χαρτόκουτα από τις συσκευασίες
γίνονται σπίτια. Στήνονται στη σειρά, πάνω στα φαρδιά πεζοδρόμια της Λεωφόρου
Ελευθερίας, με φως κλεμμένο από τους μεγάλους οίκους μόδας∙ ολόκληρες γειτονιές
απελπισίας,&amp;nbsp;προσπαθούν να κρατήσουν&amp;nbsp;ζεστά τα νηστικά όνειρα των νυχτερινών ενοίκων, απρόσβλητα
από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Σώματα κουλουριασμένα μέσα στα κουτιά
ή κάτω από υπόστεγα, κουκουλωμένα με κουβέρτες σε χρώματα παλιά, αναμνήσεων.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Η πόλη σβήνει τα φώτα για να κοιμηθεί∙ σε κρεβάτια,
παγκάκια ή χαρτόκουτα, ο ύπνος είναι λύτρωση. Ακόμα και οι τραγουδίστριες του &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;fado&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;στην Αλφάμα διπλώνουν τις μαύρες
εσάρπες τους, ξεβάφονται και κινούν για τα σπίτια τους∙ από ψηλά, η &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Maria&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Severa&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; τις παρακολουθεί και &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;φυλάει τον δρόμο τους. Ξαγρυπνούν
μόνο οι κούκλες στις βιτρίνες, οι γιατροί στα νοσοκομεία και ο ποιητής στο
τραπεζάκι του καφενείου. Μόνος τα βράδια∙ οι αμέτρητοι φίλοι που του κράτησαν παρέα όλη την ημέρα, σφίγγοντάς του τα χέρια και βγάζοντας μαζί του φωτογραφίες, μάλλον έχουν ήδη κοιμηθεί.&amp;nbsp;Ο προσεχτικός περαστικός που απέμεινε να νυχτοπερπατάει μπορεί να τον ακούσει, εκεί έξω από τη στάση &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Baixa&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;-&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Chiado&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;, να μονολογεί ψιθυριστά με τη φωνή κάποιου ετερώνυμου:&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Απόλυτη νύχτα, απόλυτη
ανησυχία εκεί έξω.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ειρήνη σε όλη τη Φύση.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η Ανθρωπότητα
ξεκουράζεται και ξεχνά τις πίκρες της.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ακριβώς. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η Ανθρωπότητα ξεχνά τις χαρές
και τις πίκρες της.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Συνηθισμένο να λέγεται
κάτι τέτοιο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Η Ανθρωπότητα ξεχνά, ναι,
η Ανθρωπότητα ξεχνά,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Αλλά και ξύπνια η
Ανθρωπότητα ξεχνά,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;Ακριβώς. Αλλά εγώ δεν
κοιμάμαι.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt; mso-outline-level: 1; text-indent: 36pt;"&gt;
&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL; mso-ascii-font-family: Calibri; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin; mso-hansi-font-family: Calibri; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;ol style="text-align: left;"&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;&lt;em&gt;Επιστρέφοντας στη Λισαβόνα&lt;/em&gt;: τίτλος ποιήματος του Φερνάντο Πεσόα. &lt;a href="http://logoskaitexni.blogspot.gr/2012/07/blog-post_17.html"&gt;http://logoskaitexni.blogspot.gr/2012/07/blog-post_17.html&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;Maria Severa: η πρώτη τραγουδίστρια του fado. Πέθανε σε νεαρή ηλικία. Στη μνήμη της, όλες οι τραγουδίστριες του fado, κατά τη διάρκεια των παραστάσεών τους, φορούν στους ώμους μια μαύρη εσάρπα. &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Maria_Severa-Onofriana"&gt;http://en.wikipedia.org/wiki/Maria_Severa-Onofriana&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;Οι φωτογραφίες μου: &lt;a href="http://www.facebook.com/maria.drimi.9?ref=tn_tnmn#!/media/set/?set=a.3472389982307.117552.1647877025&amp;amp;type=1"&gt;http://www.facebook.com/maria.drimi.9?ref=tn_tnmn#!/media/set/?set=a.3472389982307.117552.1647877025&amp;amp;type=1&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/li&gt;
&lt;/ol&gt;
&lt;span style="font-size: xx-small;"&gt;&lt;/span&gt;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhYmdy9WMz77NMU-uWa3E4BGiqybTJUAbnXgT3jsL7_7cpX-1Wtia99otMrfSiftn9VsERTYO08Ap5xjO-QMO_GxE4Ycg6ykR6qIqW23iN_svTguSDX19LZOceIFUCc7VQtm2Wtfss_5-vk/s72-c/Fernando+Pessoa.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">3</thr:total></item><item><title>H Coimbra των fados και της βροχής</title><link>http://liquiddaysgr.blogspot.com/2012/10/h-coimbra-fados.html</link><category>Ο αφρός των ημερών</category><author>noreply@blogger.com (Μαρία Δριμή)</author><pubDate>Mon, 22 Oct 2012 02:08:00 +0300</pubDate><guid isPermaLink="false">tag:blogger.com,1999:blog-7049952782626972999.post-4840443341631852465</guid><description>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg-1Y40L4c3DmC2PPnL6GPJA2o6rPCStKl9TkcgizJ9nbmGMU62YH4xITsNn0syTdx6Ei62-Jhg4aNwxsQb35n-0Ngip3YODflEXWV-FpkgYZtq1iSWqR5c67Nh78JulH0I6F5BrLFYYAru/s1600/DSCN3202b.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="300" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg-1Y40L4c3DmC2PPnL6GPJA2o6rPCStKl9TkcgizJ9nbmGMU62YH4xITsNn0syTdx6Ei62-Jhg4aNwxsQb35n-0Ngip3YODflEXWV-FpkgYZtq1iSWqR5c67Nh78JulH0I6F5BrLFYYAru/s400/DSCN3202b.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;&lt;strong&gt;Ο&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt; άχρωμος, σχεδόν μίζερος
σταθμός των υπεραστικών λεωφορείων στην Κουίμπρα διόλου δεν προδιαθέτει τον
ταξιδιώτη για την άφιξη σε μια πόλη με ιδιαίτερη προσωπικότητα, που λάμπει
σταθερά και διακριτικά κάτω από το άστρο της Λισαβόνας. Πρωτεύουσα της Πορτογαλίας
μέχρι τον 13&lt;sup&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;ο&lt;/span&gt;&lt;/sup&gt; αιώνα, πανεπιστημιούπολη με ένα από τα πιο παλιά
πανεπιστήμια της Ευρώπης, πατρίδα της έντεχνης μορφής &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;fado&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt; που φέρει το όνομά της. Εδώ γεννήθηκε ο Κάρλος
Παρέδες και εδώ σκάλισε στις χορδές της κιθάρας του τα περίφημα &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=o4AOh2cy2wc"&gt;Άγουρα χρόνια&lt;/a&gt;&lt;/i&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;του. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;Η επιθυμία μου να δω την
Κουίμπρα ήταν μεγάλη, τόσο μεγάλη που ελάχιστα μετριάστηκε από τα πυκνά μολυβιά
σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό της την ώρα που φτάσαμε. Δεν είχαμε πάρει μαζί
ομπρέλες (το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Yahoo&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Weather&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt; έδινε μικρή πιθανότητα βροχής-τι κι αν ο ουρανός
ήταν κατάμαυρος και οι πρώτες ψιχάλες ήδη έπεφταν-το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;Yahoo&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL;"&gt;δεν κάνει ποτέ λάθος). &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Τα ολισθηρά από το ψιλόβροχο ανηφορικά
καλντερίμια, συντροφευμένα από τοίχους στολισμένους με παλιά αζουλέζου ή
γυμνούς, γεμάτους με συνθήματα για την ανεργία, τους χαμηλούς μισθούς και την
τρόικα, οδηγούσαν τα βρεγμένα μας βήματα στην κορυφή της πόλης, όπου βρίσκεται
το Πανεπιστήμιο. Σε έναν τοίχο ένα σκίτσο με μια φάλαινα που ξεφυσάει (&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;a href="http://self.gutenberg.org/details.aspx?bookid=2118334&amp;amp;T=%CE%97%20%CE%BD%CF%8D%CF%87%CF%84%CE%B1%20%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9%20%CE%BC%CE%B9%CE%B1%20%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%B1&amp;amp;A=%CE%A7%CE%BB%CF%8C%CE%B7%20%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B7&amp;amp;V="&gt;η νύχτα είναι μια φάλαινα&lt;/a&gt;&lt;/i&gt;-η Κουίμπρα
ταιριάζει σε ποιητές)&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; σε άλλο τοίχο το σύνθημα
&lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;People&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;of&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Europe&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;rise&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;up&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;!&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; σε έναν άλλο η επιγραφή &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;em&gt;Escorbuto&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; (σκορβούτο)-πού το θυμήθηκαν; (υπάρχει και μια ισπανική ροκ μπάντα, όμως).
&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjzDazo_fTcu1Nw07XhkbSbfvU-ZBziMKTlZIMID5-2rzbDOoWLllWWBuWeEWLNCzjmTNj_X6WzhqrVx1qwNyp6jmgcTrb4_tZeA36ajl1E1vNfycG7cZdhIudTeeNBrYueUlyHRmrUi71Z/s1600/DSCN3228b.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="277" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjzDazo_fTcu1Nw07XhkbSbfvU-ZBziMKTlZIMID5-2rzbDOoWLllWWBuWeEWLNCzjmTNj_X6WzhqrVx1qwNyp6jmgcTrb4_tZeA36ajl1E1vNfycG7cZdhIudTeeNBrYueUlyHRmrUi71Z/s400/DSCN3228b.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;Καθώς ανηφορίζαμε, βλέπαμε όλο και μεγαλύτερο
κομμάτι του ποταμού Μοντέγου, που διασχίζει την πόλη. Η βροχή ξαφνικά άρχισε να
δυναμώνει. Βρήκα καταφύγιο στο υπόστεγο ενός παλιού σπιτιού&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; υπόστεγο μόνο κατ’ ευφημισμό, αφού ίσα που με κάλυπτε, κολλημένη στην πόρτα
και με ελαφρά ρουφηγμένη την κοιλιά. Στο σκαλοπάτι της πόρτας, μια σακούλα με
ανακυκλώσιμα σκουπίδια και ένα άδειο μπουκάλι μπίρας βολόδερναν πάνω στις πλάκες,
παρασυρμένα από τα ρυάκια της βροχής που κατηφόριζαν. Μαζί με τα ρυάκια, κατηφόριζε
κι ένα λευκό Φίατ 500 με δυο κοπέλες (φοιτήτριες ίσως). Η ξανθιά οδηγός πήρε
ανοιχτά τη στροφή και πάτησε το μπουκάλι της μπίρας, που θρυμματίστηκε με
θόρυβο. Ευτυχώς, η Αγία Ρίτα του γειτονικού κολλεγίου (όπου είχε καταφύγει η
φίλη μου) απέτρεψε έγκαιρα το κακό. Από μακριά, φάνηκε ένας νεαρός να τρέχει μέσα
στη βροχή με τις σημειώσεις του παραμάσχαλα (αυτός ήταν σίγουρα φοιτητής). Και βέβαια, από
όλα τα σπίτια της Κουίμπρα, συνέβη να μένει σε αυτό το ένα και μοναδικό που
είχα διαλέξει για καταφύγιο. Μου έκανε ευγενικά νόημα-“&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;oh&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;you&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;live&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;here&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;…&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;of&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;course&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;…”, ψέλλισα
απευθύνοντάς του το τελευταίο στεγνό μου χαμόγελο. Παραμέρισα, δίνοντας τόπο
στη βροχή&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt; ο νεαρός ξεκλείδωσε και χάθηκε στο εσωτερικό του
σπιτιού.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgdK2Zbftmo638FfvAaxkdyF9VqZex3jhikQ6OnatgnbA9BVT0USp83xbNBY7BB3nFmPkW0Qcj3vnSnZpbg7ebQqW7Plx-NpJrAn-CS6gOqYrs6EW50nglZkQnTPT234XWNCTOz0WbLZxA6/s1600/DSCN3206b.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgdK2Zbftmo638FfvAaxkdyF9VqZex3jhikQ6OnatgnbA9BVT0USp83xbNBY7BB3nFmPkW0Qcj3vnSnZpbg7ebQqW7Plx-NpJrAn-CS6gOqYrs6EW50nglZkQnTPT234XWNCTOz0WbLZxA6/s400/DSCN3206b.jpg" width="300" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri; mso-bidi-theme-font: minor-latin;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Η &lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;βροχή όμως δεν κρατάει για πάντα κι έτσι σε
λίγο συνεχίζαμε την ανάβαση, μέχρι που πρόβαλε επιβλητικό μπροστά μας το
Πανεπιστήμιο της Κουίμπρα. Νιώθω κάθε φορά ένα δάγκωμα στη θέα των ξένων
πανεπιστημίων&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;. Το ίδιο ένωθα και τώρα. Μπροστά μας στεκόταν η Ιατρική Σχολή και απέναντί
της η Γενική Βιβλιοθήκη. Αγοράσαμε εισιτήρια για να δούμε τους χώρους του
Πανεπιστημίου και κυρίως τη Βιβλιοθήκη &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Joanina&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;. Πρόκειται για μια βιβλιοθήκη που δημιουργήθηκε
τον 18&lt;sup&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;ο&lt;/span&gt;&lt;/sup&gt; αιώνα και φιλοξενεί περίπου 350.000 τόμους βιβλίων, μερικά
από τον &lt;span style="mso-spacerun: yes;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;15&lt;sup&gt;&lt;span style="font-size: x-small;"&gt;ο&lt;/span&gt;&lt;/sup&gt; αιώνα. Το κτήριο
είναι ψηλοτάβανο, με ράφια μέχρι την οροφή, φορτωμένα με χρυσόδετους τόμους. Οι
τοίχοι του έχουν πάχος 2 μ. και εξασφαλίζουν σταθερή θερμοκρασία στο εσωτερικό.
Οι βιβλιοθήκες είναι δρύινες, στολισμένες με κινέζικα μοτίβα. Όπως πληροφορηθήκαμε
από ένα ενημερωτικό φυλλάδιο, το ξύλο της δρυός απωθεί τα έντομα∙ επίσης μέσα
στη βιβλιοθήκη υπάρχει άλλος ένας σύμμαχος των βιβλίων: μια κοινωνία από
βιβλιόφιλες νυχτερίδες που τρώνε τα έντομα. Για να μη λερωθούν τα περίτεχνα,
γεμάτα μαρκετερί τραπέζια της βιβλιοθήκης από τις ακαθαρσίες των νυχτερίδων,
κάθε βράδυ οι φύλακες τα σκεπάζουν με δερμάτινα καλύμματα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Οι φοιτητές του Πανεπιστημίου της Κουίμπρα φοράνε στην επίσημη στολή τους κορδέλες
διαφορετικών χρωμάτων ανάλογα με τη σχολή. Στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους,
καίνε τις κορδέλες σε ειδική τελετή. Επίσης, δίνουν συναυλίες με &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;fado&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;της Κουίμπρα και άλλα
είδη μουσικής, άλλοτε στο Πανεπιστήμιο και άλλοτε σε υπαίθριους χώρους.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Μετά το Πανεπιστήμιο, κατηφορίσαμε προς το κέντρο της πόλης. Σε μερικά
μπαλκόνια, τα παλιά τζιν των ενοίκων, ραμμένα στα μπατζάκια και γεμισμένα με
χώμα, χρησίμευαν ως γλάστρες για μικρά φυτά. Λίγα και καλόγουστα τα τουριστικά
καταστήματα∙ σε ένα από αυτά ακουγόταν το &lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Verdes&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;a&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Aparajita&amp;quot;,&amp;quot;sans-serif&amp;quot;; font-size: 14pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EL;"&gt;ñ&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;os&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;, τιμή στον Κάρλος της πόλης. Σε ένα καλντερίμι ανταμωθήκαμε με μια γιαγιά
που κρατούσε μια φρατζόλα ψωμί και μια ομπρέλα. Τι πιο φυσικό θα σκεφτόταν
κανείς, μέχρι τη στιγμή που θα έβλεπε τη γιαγιά να σηκώνει την ομπρέλα εν είδει
όπλου και να μας κλείνει το δρόμο με ύφος σχεδόν απειλητικό. Με νοήματα της χούφτας
μας έδωσε να καταλάβουμε ότι χρειάζονταν διόδια για να περάσουμε. Της έδωσα 50
λεπτά∙ το ύφος της έγινε χαρούμενο και με ένα ενθουσιώδες “&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;obrigada&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;” («ευχαριστώ-υπόχρεη»)
μας άφησε να περάσουμε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhvdXiCRENVFYChojRACkmqs75lxNZyZ6kTQh9lcDnsJOn95dqZJMpTfsZfQiNTlC23kxQvIYCjpVwbrLAd9zqBc2N5dOxLxbi6YmGAbQR1o5xn3B4pE7sLLNSpYSbkl6c1boJgbVlGZuOy/s1600/DSCN3231b.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="277" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhvdXiCRENVFYChojRACkmqs75lxNZyZ6kTQh9lcDnsJOn95dqZJMpTfsZfQiNTlC23kxQvIYCjpVwbrLAd9zqBc2N5dOxLxbi6YmGAbQR1o5xn3B4pE7sLLNSpYSbkl6c1boJgbVlGZuOy/s400/DSCN3231b.jpg" width="400" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Κ&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;αθίσαμε σε ένα συμπαθητικό καφέ, που έφερε το βαρύ όνομα &lt;/span&gt;&lt;a href="http://en.wikipedia.org/wiki/Caf%C3%A9_A_Brasileira"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Caf&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;é &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;a&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Brasileira&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; (όπως το περίφημο καφέ της
Λισαβόνας όπου πίνει καφέ εδώ και δεκαετίες το άγαλμα του Πεσόα). Δίπλα μας,
ένα μεσήλικο ζευγάρι μάλλον ντόπιων έπιναν αμίλητοι τον καφέ τους. Δεν
αντάλλαξαν ούτε λέξη, αντάλλαξαν μόνο σε μια στιγμή τα περιοδικά τους, τουλάχιστον όσο
κράτησε ο δικός μας καφές.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;Η βροχή ξανάρχισε πιο δυνατή. Μπήκαμε σε ένα κατάστημα&amp;nbsp;για να πάρουμε δύο
ομπρέλες, όμως όταν βγήκαμε, η βροχή είχε γίνει πια κατακλυσμός. Οι ομπρέλες γύρισαν ανάποδα
από τον αέρα, τα ρούχα μας μούσκεψαν, τα παπούτσια μας ήταν πιο βρεγμένα και
από βατραχοπέδιλα. Αν δεν είχαμε να προλάβουμε το δρομολόγιο της επιστροφής, θα
μπορούσαμε να κάτσουμε κάπου μέχρι να σταματήσει η βροχή. Αναγκαστικά όμως συνεχίσαμε
να προχωράμε μέχρι τον σταθμό, που αυτή τη φορά μου φάνηκε πιο συμπαθητικός και
φιλόξενος. Το λεωφορείο μας δεν άργησε να έρθει και ευτυχώς, όπως τις περισσότερες
φορές, είχε αδιάβροχα καθίσματα. Μέχρι τώρα η Κουίμπρα μου έφερνε συνειρμούς &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;fado&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;∙ από δω και πέρα
νομίζω ότι θα μου φέρνει σταγόνες.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-tab-count: 1;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-tab-count: 1;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="font-size: x-large;"&gt;Ό&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;φειλα αυτή την
ανάρτηση στην ξεχωριστή αυτή πόλη, και επειδή ήθελα να σας την παρουσιάσω, αλλά
και επειδή σε τούτο το ιστολόγιο πρέπει να υπάρχει καταγραφή της πιο &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;liquid&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;από τις &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;liquid&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;days&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;της ζωής μου.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;
&lt;a href="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjOf8Utdekk2pTK3DaZs1dt7VJIH-DGc0AAQoBgbvCshU3E32HDK7rPPlyL8ayvsf3JhuQxzy1YuokzolXUba6hEXUdzyQA8OH2XzZ3QQXFSafO0EHt64Oeg2xW7p71-RiC8tzQUwTB02QL/s1600/DSCN3219b.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="400" src="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjOf8Utdekk2pTK3DaZs1dt7VJIH-DGc0AAQoBgbvCshU3E32HDK7rPPlyL8ayvsf3JhuQxzy1YuokzolXUba6hEXUdzyQA8OH2XzZ3QQXFSafO0EHt64Oeg2xW7p71-RiC8tzQUwTB02QL/s400/DSCN3219b.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;
&lt;span style="mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: Calibri;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;
</description><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" height="72" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg-1Y40L4c3DmC2PPnL6GPJA2o6rPCStKl9TkcgizJ9nbmGMU62YH4xITsNn0syTdx6Ei62-Jhg4aNwxsQb35n-0Ngip3YODflEXWV-FpkgYZtq1iSWqR5c67Nh78JulH0I6F5BrLFYYAru/s72-c/DSCN3202b.jpg" width="72"/><thr:total xmlns:thr="http://purl.org/syndication/thread/1.0">1</thr:total></item></channel></rss>