<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:blogger='http://schemas.google.com/blogger/2008' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd="http://schemas.google.com/g/2005" xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521</id><updated>2024-11-06T04:58:23.485+02:00</updated><category term="ποιητικές συλλογές"/><category term="βιβλιοπαρουσιάσεις"/><category term="δοκίμια"/><category term="κριτική"/><category term="γνώμη"/><title type='text'>Μαρια Μαρκαντωνατου</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default?start-index=26&amp;max-results=25'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>34</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>25</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-1567764897196533385</id><published>2011-11-26T13:12:00.001+02:00</published><updated>2011-11-26T14:23:03.950+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="κριτική"/><title type='text'>Σοφοκλής Λαζάρου: Ένας κατ&#39; εξοχήν &quot;Έλληνας&quot; ποιητής-στοχαστής από την Κύπρο</title><content type='html'>&lt;div dir=&quot;ltr&quot; style=&quot;text-align: left;&quot; trbidi=&quot;on&quot;&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Με τον τίτλο &quot;Ποιήματα&quot;, από τις εκδόσεις Ακτή, Λευκωσία 2003, κυκλοφόρησε ολόκληρη η ποιητική παραγωγή (1958-2000) του Κύπριου ποιητή Σοφοκλή Λαζάρου. Ο Σοφοκλής Λαζάρου, ως ποιητικό υποκείμενο, αισθάνεται, σκέφτεται και υπάρχει πρώτα ως Έλληνας, που εμπνέεται και πυροδοτείται από την ιδέα της ελληνικότητας, και ύστερα ως Κύπριος. Συγκεκριμένα, στην ποίησή του η Κύπρος είναι η αγαπημένη γενέθλια πατρίδα που την εννοεί και τη δέχεται μόνο ως κομμάτι της Ελλάδας.&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Έτσι, έταξε τον εαυτό του στην υπόθεση της Κύπρου όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί η Κύπρος τον περιέχει ως Έλληνα κι εκείνος την περιέχει ως Ελλάδα. Αυτό αποτελεί την ουσία του ως ύπαρξης, άρα και ως ποιητή, κάθε τι άλλο τον καταργεί. Μ&#39; αυτή την ανάσα ζει και δημιουργεί.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Αυτό το στοιχείο διατρέχει την ποιητική του πορεία και εξακτινώνεται σε δονούσες την ψυχή του δυνάμεις που είναι:&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;ul style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;
&lt;li&gt;Η οδυνηρή συναίσθηση της σκλαβιάς και η λαχτάρα για την αποτίναξή της.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Ο Αγώνας (1955-1959), η θρυλική ΕΟΚΑ.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η απογοήτευσή του για την ατελέσφορη λύση, έτσι όπως την εισπράττει ο ποιητής.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Ο διχασμός.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Το βαθύ ποτάμι που άνοιξε και χώρισε τις συνειδήσεις (από δω ο ποιητής και από κει οι άλλοι).&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η έσω πορεία προς την Πηγή, ως εξισορροπιστική δύναμη προς εξασφάλιση της ενότητας του εαυτού.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η σύγχρονη πραγματικότητα της Κύπρου, μετά την εισβολή των δυνάμεων κατοχής.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η αλλοτρίωση από την κοινωνία της αφθονίας.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η οργή για τον εφησυχασμό.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η ανάγκη για μιά εξέγερση συνειδήσεων.&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Οι μεγάλες μορφές του Αγώνα και το χυμένο αίμα ως χρέος και ιστορική επιταγή καί, πάνω απ&#39; όλα,&amp;nbsp;&lt;/li&gt;
&lt;li&gt;Η βαθειά επίγνωση της ελληνικής ουσίας του ως μοίρας και ύψιστου ιδανικού.&lt;/li&gt;
&lt;/ul&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Η πίκρα για τη σκλαβιά, αλλά και η λαχτάρα για την αποτίναξή της εμφαίνεται στις πρώτες κι όλας δοκιμές του, μαζί με τον έρωτα για το τοπίο και τους ανθρώπους του μόχθου, τη Σολωμική αντήχηση της αγαπημένης, διάχυτης παντού, ταυτισμένης με την ίδια την ελευθερία, αλλά και την ψυχή του Σύμπαντος:&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Χώμα της Πάφου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ψυχή αρκαδική που θρέφεις!&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Χώμα πυρωμένη καρδιά&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
γιγάντια&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
του σκλαβωμένου μου λαού&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Χώμα της Πάφου, 1952, από τη συλλογή &quot;Ανηφόρες&quot;)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Στο τελευταίο ποίημα της ίδιας συλλογής με το χαρακτηριστικό τίτλο &quot;&#39;Ωρες οργής&quot;, ο ποιητής συνειδητά διαλέγεται με τον Σεφέρη:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Κάποιος χωρίς καν όνομα, χωρίς πατρίδα, ξένος&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
άραξε δω τη μουσική ν&#39; ακούσει του τόπου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
όμως τ&#39; αηδόνια πια δεν τραγουδούν στις Πλάτρες.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Ο διάλογος με τον Σεφέρη συνεχίζεται στη συλλογή &quot;Ενδοσκόπιο&quot; (1961), με ποιήματα, όπως λέει ο ίδιος, &quot;που αποτυπώνουν τα βιώματα του τέλους της δεκαετίας του &#39;50, σε υπερρεαλίζουσα γραφή - γραφή διαμαρτυρίας, γεμάτα πόνο από τις κακοποιήσεις και το αίμα των θυσιών του απελευθερωτικού Αγώνα και συνάμα γεμάτα πίκρα από τη διάψευση του ονείρου της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, ένα ιδανικό με το οποίο έζησαν οι γενιές των σκλάβων και η γενιά του ποιητή&quot;.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Σ&#39; αυτά τα ποιήματα ο ποιητής αποπειράται να μπολιάσει τη γραφή του με τον υπερρεαλισμό και ιδίως στα πρώτα της συλλογής αντηχεί έντονα η φωνή του Σεφέρη που, θαρρείς, ανασαίνει μαζί του:&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Πέρασα από τον ίσκιο στην κάψα του μεσημεριού&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
χωρίς τον ύπνο να γευτώ μια στάλα.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Τώρα αγωνίζομαι να ξεχωρίσω&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
στην άλλη πλευρά του ποταμού&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
την τεθλασμένη ανάμνηση των άστρων&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
this is my affliction&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Πορτρέτο ενός στίχου, από τη συλλογή &quot;Ενδοσκόπιο&quot;)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Αλλά και οι επιρροές του Ελύτη είναι ανιχνεύσιμες:&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
... Και τρέχει μες στις φλέβες μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
πιο γρήγορα το αίμα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ξύνοντας τις πληγές&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Ο Κρατούμενος)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Ακόμη και από τον Άγγλο ποιητή Elliot:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Οι αντίλαλοι που φτάνουν και τους νιώθουμε&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
σα λεπτό βάδισμα δροσιάς ή ζέστης&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
είναι το θρόισμα του ροδόκηπου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
είναι τα βήματά μας στο ροδόκηπο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Συνείδηση)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Ωστόσο, όταν το βίωμα είναι άμεσο, η υπερρεαλίζουσα γραφή υποχωρεί και ο ποιητής αφήνεται στη συγκίνηση της παρούσας στιγμής ή μνήμης, με αποτέλεσμα η φωνή του να γίνεται πιό αυθεντική και, παρότι το συναίσθημα επιβάλλεται στην ποιητική τέχνη, τα ποιήματα μας αμείβουν με την ειλικρίνειά τους. Παράδειγμα το ποίημα με τον τίτλο &quot;Στον πρωτομάρτυρα μαθητή Χρύσανθο Μυλωνά&quot;, αλλά και το εκτενές ποίημα &quot;Ραψωδία της πικρής μνήμης&quot;.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Το 1981 κυκλοφορεί η συλλογή του Σ.Λ. &quot;Επιστροφή&quot;. Τη χωρίζουν είκοσι χρόνια από το &quot;Ενδοσκόπιο&quot; (&#39;61-&#39;81), χρόνια-εφιάλτες που κατακεραυνώνουν τ&#39; όνειρο, διαλύουν την ανθρώπινη ψυχή και την αποξενώνουν. Έντονο υπαρξιακό ρίγος, αλλά και μια αίσθηση ματαιότητας αναδίνουν τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής. Το χαμένο όνειρο δημιουργεί χαμένους ανθρώπους:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
... Ήταν η γη εδώ χλωρή&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
εδώ κοιμόταν τ&#39; όνειρο.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
.......&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Όμως σηκώθηκ&#39; ένας άνεμος&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
κουβαλώντας οργή και θάνατο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Οι χαμένοι άνθρωποι)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: left;&quot;&gt;
Κι όταν οι άνθρωποι χάνονται, αποξενώνονται, βλέπουν στον αδερφό τον εχθρό τους. Υπαινιγμός για τον διχασμό ανιχνεύεται στο ποίημα &quot;Η απόφαση που δεν παίρνουν&quot;:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
... Στέκουν αντίπερα και σείουν τα φονικά τους όπλα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
γεμάτοι απειλές και οπισθοδρόμηση&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και το ποτάμι ρέει πορφυρό από το αίμα των πληγών&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
που ανοίγουν ο ένας του άλλου.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Η ερημία και το άλγος που ακολουθούν το χαμένο όνειρο στρέφουν συχνά τον άνθρωπο εντός του:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Πίσω από τη σάρκα μου αναζητώ τον θείο εαυτό μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
... Ο ήλιος είναι στην κορφή&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και η κορφή εντός μας, αδερφέ μου (ορθωσου).&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Ο θείος λοιπόν εαυτός δείχνει στον ποιητή το δρόμο:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Πρέπει να το κατάλαβες, Αγαμέμνονα,&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
πως οι πράξεις μας δε διαγράφονται με τον καιρό&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ούτε&amp;nbsp; κι εξαγοράζονται με τίποτε άλλο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
παρά με ίσες πράξεις&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Οι ίσες πράξεις)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Η έσω πορεία οδηγεί στη συνειδητοποίηση της πράξης, αλλά και στην αιώνια Πηγή που μας συμφιλιώνει με τον εαυτό μας και τον κόσμο:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Σήμερα, Θεέ, ανακάλυψα την ομορφιά εντός μου!&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
....&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Είμαι πια ώριμος σαν τον καρπό τον γινωμένο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
στο παχνισμένο δέντρο της αυγής&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Σήμερα Θεέ)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Μετά τη συνείδηση του Εγώ και του Εμείς, έρχεται η συνείδηση του Επέκεινα:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Ω φως που αναβοσβήνεις πίσω&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
από τα μάτια μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
απροσδιόριστη Αλήθεια!&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Καθώς βαδίζω στη σκιά της ύπαρξής μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Σου μιλώ και Συ μου αποκρίνεσαι&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Ο ήλιος μέσα μου)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Η ένδον πορεία συνεχίζεται στα ποιήματα της συλλογής &quot;Ένδον πορευόμενος&quot;, 1988:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Θα σε αγγίξω, Ανέγγιχτε, χωρίς τα χέρια μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
θα σε φτάσω, Ύψιστε, χωρίς τα πόδια μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
βαδίζοντας τους ουρανούς εντός μου!&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Θα σε αγγίξω, Ανέγγιχτε)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Στην ίδια συλλογή συναντάμε και μια σειρά από ποιήματα με διάχτυτο το ερωτικό στοιχείο, που ο προσεκτικός αναγνώστης υποψιάζεται ότι το ερώμενο πρόσωπο υπερβαίνει τα όρια της μικροζωής και ταυτίζεται με την ψυχή του κόσμου, ίσως-ίσως με την ίδια την Κύπρο και την έγνοια της.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Θλασμένες μνήμες&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
στον ξένο τόπο μας&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
η μιά του κόρφου σου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
η άλλη των χειλιών σου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Λυρικό παιχνίδι)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Παράλληλα τον βαραίνουν οι μνήμες, τον βαραίνουν οι νεκροί του Αγώνα, οι Ανάπηροι. Ορίσαμε από την αρχή ότι ο ποιητής ταυτίζεται με την Κύπρο, το όνειρο, την Ελλάδα, στην εντός του αναζήτηση πορεύεται λοιπόν ολόκληρος και, αφού ένα κομμάτι του πλήττεται, πονάει. Σ&#39; ένα αφηγηματικό ποίημα &quot;Ο Ηλίας, ένας ανάπηρος του &#39;55-&#39;59&quot;, ξεχύνεται όλη η πίκρα για το κατάντημα του ονείρου, για την ολιγωρία Εκκλησίας και εκπαίδευσης, για την αλλοτρίωση και τη λησμονιά. Ίδια κίνηση ψυχής χαρακτηρίζει και το εκτενές ποίημα &quot;Οι άγγελοι της Λευτεριάς&quot;, αλλά και το ποίημα &quot;Τήν πανσέληνον μένομεν&quot;, όπου σαρκάζει για την παραίτηση, και τις δικαιολογίες για απραξία και ανοχή. Ωστόσο, η φοβερή πραγματικότητα πάντα εκεί, ελλοχεύει:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Ραγισμένε καθρέφτη!&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
τι μας κοιτάεις από χίλιες μεριές&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
με το μαύρο σου το μάτι;&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Δεν είμαστε κορμιά&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
είμαστε δέντρα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
στην απαλάμη της φωτιάς&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Σκληρός ουρανός)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Στις δυό τελευταίες συλλογές &quot;Καταγραφές&quot; 1993 και &quot;Φυσάει βοριάς&quot; 2000, ο Σοφοκλής Λαζάρου αφήνει σχεδόν κατά μέρος τον υπαινικτικό λόγο και στρατεύεται στην ανάγκη να θυμίσει, να καταγράψει, να ξεσηκώσει συνειδήσεις, νά γίνει μάντης κακών. Δεν νοιάζεται παρά για το δραστικό αποτέλεσμα, γίνεται αιχμηρός κι αν χρειαστεί, αντιποιητικός. Σ&#39; αυτές τις συλλογές υπάρχουν ποιήματα-κραυγές ή και συνθήματα, ακόμη και οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: &quot;Εφιάλτης&quot;, &quot;1974&quot;, &quot;Γρήγορα στα λημέρια μας&quot;, &quot;Οι νεκροί μας&quot;, &quot;Τα σπίτια μας απ&#39; εκεί&quot; κ.ά., αλλά και ποιήματα ατόφιας ποιητικής ουσίας:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&quot;Η άδεια τάξη&quot;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Μέσ&#39; από βαθμολόγιο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
φθαρμένο,&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
με αποτυπώματα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
κηλίδες κόκκινες των ματωμένων χρόνων&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
φωνάζει ο μαθητής μου ο κρεμασμένος&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
παράξενα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
φωνάζει τ&#39; όνομά μου.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Χωρίς πίνακα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
η τάξη&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
άδεια&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
μονάχα μια μεγάλη&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
άσπρη κιμωλία&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
υγρή στη ράχη&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
σαράβαλου θρανίου του πενηνταπέντε.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Ένα φάντασμα κάθεται στην έδρα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ένα φάντασμα&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και μου ζητάει&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
να πω Ελληνική Ιστορία.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Θαυμάσιους στίχους βρίσκουμε και στην αξιόλογη ποιητική σύνθεση &quot;Συναξάρι για τον μάρτυρα Σολωμό Σολωμού&quot;, 1994:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Όλο ανάβεις το τσιγάρο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
όλο αγέρωχα ανεβαίνεις&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
όλο γλιστράς και πέφτεις&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ολοπόρφυρος&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και ξανά προς&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και ξανά&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και ξανά στον ιστό&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
σκαρφαλώνεις και πέφτεις&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
και ξανά&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Από τη συλλογή &quot;Φυσάει ο βοριάς&quot;, 2000)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Δύο αντίρροπες δυνάμεις που επικρατούν, κινούν το ποιητικό φορτίο στην ποίηση του Σοφοκλή Λαζάρου: Η μιά αναδύεται από τη χαίνουσα πληγή που λέγεται χαμένο όνειρο και διχασμός, και η άλλη από την πίστη στην Πηγή εντός μας. Η μία δίνει ποιήματα πικραμένα ή οργισμένα, η άλλη δίνει ποιήματα μεταφυσικά και υψωτικά του ανθρώπου. Ανάμεσα σ&#39; αυτές τις δυό δυνάμεις, ο ποιητής άλλοτε αιμάσσων και άλλοτε αιθεροβαίνων, καταφέρνει να ισορροποί έτσι, ώστε, κάποτε, να βρίσκει και κάποιες λυρικές διεξόδους.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Όταν όμως η μνήμη, ερεθιζόμενη από την τρέχουσα πραγματικότητα, εξεγείρεται, ο ποιητής ορμάει καταπάνω σε οδυνηρά περιστατικά στα οποία πρωταγωνιστούν μορφές του Αγώνα, πρόσωπα μύθοι (Αυξεντίου, Παλικαρίδης κ.ά.) αλλά και λιγότερο γνωστά, εξίσου όμως τραγικά ή αξιοθαύμαστα, με αποτέλεσμα μια σειρά από ποιήματα, μέ έντονο το δραματικό στοιχείο, στα οποία δεν καταργείται η ποίηση, ενυπάρχει στο μέτρο που τα υψώνει ο ποιητής. Ως προς ό,τι αφορά την ποιητική του τέχνη καθεαυτήν, θάλεγα ότι, μετά τις επιρροές που δέχεται στις πρώτες συλλογές του, κυρίως από Ελλαδίτες ποιητές (Σολωμό, Σεφέρη, Γιάννη Ρίτσο, Ελύτη), βρίσκει σιγά σιγά την προσωπική του φωνή και ως γνήσιος Έλληνας ποιητής, μεταστοιχειώνει τον κόσμο της εμπειρίας σε καλλιτεχνικά μορφώματα, με λιγότερη ή περισσότερη δεξιότητα, με τη φροντίδα όμως πάντα να υπηρετήσει το ωραίο και αληθινό, το κλασσικό δηλαδή ιδεώδες στην τέχνη.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Τι &quot;κομίζει εις την τέχνην&quot; αυτή η ποιητική κατάθεση; Ο Σοφοκλής Λαζάρου, σε μια εποχή κατακερματιμσού της ανθρώπινης οντότητας, αντιθέτει τη δική του ενότητα ως Έλληνα, με φωνή απροσχημάτιστη και αθώα, φέρνοντας στο προσκήνιο των συνειδήσεων το αίτημα της ουσιαστικής ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Έτσι, η φωνή του παρατάσσεται πλάι σ&#39; εκείνη του Σολωμού και του Κάλβου, του Παλαμά και του Σικελιανού, ου Σεφέρη και του Ελύτη, στο μέτρο, βέβαια, των δυνάμεών του. Άλλά&amp;nbsp; και πλάι στη φωνή εκείνων των ποιητών της γης που υπερασπίζονται το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να αισθάνεται άτομο, αλλά και ιστορικό πρόσωπο.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Η γλώσσα του είναι εύφορη, ευγενής, εύχυμη, με καταβολές από την πλούσια ομηρική παράδοση - ενδεικτικά σημειώνω μια γλωσσική του ανθοφορία που μ&#39; εντυπωσίασε και παραπέμπει κατ&#39; ευθείαν στις πλατειές παρομοιώσεις του Ομήρου:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Ξύπνησε το πρωί και το χωριό στα πόδια του πολέμου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
ήταν τεμαχισμένη λέξη στο στόμα ενός βαρβάρου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Σφάδαζε σαν την ουρά του φιδιού&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
που μόλις κόπηκε απ&#39; το υπόλοιπο κορμί&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
από το φτυάρι του εργάτη και κάνει επιθανάτια προσπάθεια&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Ραψωδία πικρής μνήμης, από τη συλλογή &quot;Ενδοσκόπιο&quot;, 1961)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Μια γλώσσα λοιπόν καθαρά ελληνική, εν πολλοίς αισιόδοξη, σκοπεύουσα τα υψηλά. Δεν είναι, φαντάζομαι, τυχαία τοποθετημένο στην τελευταία σελίδα της συνολικής αυτής έκδοσης το ποίημα:&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Αν&amp;nbsp;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
Αν με λαξεύσεις&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
χέρι αγγελικό&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
σε άσπρο μάρμαρο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
θέλω ελληνικό&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
το φως της η καρδιά μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
να χύνει γύρω&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
κι απ&#39; τον αιθέρα τα αισχυλικά&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
οράματά μου&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
να στάζουν μύρο&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
(Από τη συλλογή &quot;Φυσάει βοριάς&quot;, 2000)&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
Αυτά &quot;τα αισχυλικά οράματα&quot;, αλλά και &quot;οι ραψωδές του όρθρου στη μονή της Χρυσορογιάτισσας&quot; (στίχος από το ποίημα &quot;Αυτός που περιπλανήθηκε αναζητώντας ΣΕ, ΘΕΕ&quot;), η αισθητική δηλ. της Ορθοδοξίας ως γέφυρας στην ένδον Πηγή, είναι οι συνιστώσες της ένδον ζωής, που συντρέχουν και στηρίζουν τον ποιητή στην οδύνη του, καθώς βλέπει μπροστά στα μάτια του την Κύπρο - ένα σπάραγμα -, κομμένο από το κορμί της Ελλάδας να &quot;σφαδάζει σαν την ουρά του φιδιού που μόλις κόπηκε από το φτυάρι του εργάτη και κάνει επιθανάτια προσπάθεια&quot;.&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;
&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;
[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό &quot;Φιλοσοφία και Παιδεία&quot;, τεύχος 33, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004]&lt;/div&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/1567764897196533385/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/1567764897196533385' title='22 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/1567764897196533385'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/1567764897196533385'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2011/11/blog-post.html' title='Σοφοκλής Λαζάρου: Ένας κατ&#39; εξοχήν &quot;Έλληνας&quot; ποιητής-στοχαστής από την Κύπρο'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>22</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2719680503067579652</id><published>2011-02-21T00:23:00.003+02:00</published><updated>2011-02-26T20:45:03.326+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="βιβλιοπαρουσιάσεις"/><title type='text'>Τάσου Γαλάτη, &quot;Ανιπτόποδες και σφενδονήτες&quot;</title><content type='html'>&lt;div dir=&quot;ltr&quot; style=&quot;text-align: left;&quot; trbidi=&quot;on&quot;&gt;&lt;div class=&quot;separator&quot; style=&quot;clear: both; text-align: center;&quot;&gt;&lt;a href=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh7we945Mm6ijvJ-vvgqlP0_tPPtjpXYbQ2byhR16WXcrsOgShSYGAequkjLBdP4-jatju1YUk-mXKHf0wk364bh4NswVqhwqMD8dWT5CPfdAKCQruCLC3-ylfjy8PXYtksrJ3RTgaAiIhS/s1600/%25CF%2584%25CE%25AC%25CF%2583%25CE%25BF%25CF%2582+%25CE%25B3%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25AC%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%25821.jpg&quot; imageanchor=&quot;1&quot; style=&quot;clear: left; cssfloat: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;&quot;&gt;&lt;img border=&quot;0&quot; j6=&quot;true&quot; src=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh7we945Mm6ijvJ-vvgqlP0_tPPtjpXYbQ2byhR16WXcrsOgShSYGAequkjLBdP4-jatju1YUk-mXKHf0wk364bh4NswVqhwqMD8dWT5CPfdAKCQruCLC3-ylfjy8PXYtksrJ3RTgaAiIhS/s1600/%25CF%2584%25CE%25AC%25CF%2583%25CE%25BF%25CF%2582+%25CE%25B3%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25AC%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%25821.jpg&quot; /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;Έξ όνυχος τον λέοντα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άμεση- φρέσκια ματιά είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης του Τ. Γ. Στο βιβλίο του «Aνιπτόπoδες και σφενδονήτες», βιβλίο αποκάλυψη, καθώς ήρθε αθόρυβα να μας θυμίσει την άξία της αληθινής ποιητικής φωνής, μιας φωνής αστόλιστης, εν πολλοίς, και ανεπιτήδευτης, γεμάτης, ωστόσο, χυμούς και φυλλωσιές, ήχους και γεύσεις, οσμές και χρώματα και αφές και, πάνω απ&#39; όλα, μνήμες και νοσταλγία, στοχασμό και υπαρξιακή ρέμβη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ό Τ. Γ. μεταφέρει στην ποίησή του την προσωπική του μυθολογία με τρόπο άμεσο και απροσποίητο δίχως διλήμματα και αναστολές, επείγεται να μιλήσει για όλα, με αφoπλιστική ειλικρίνεια. Γι αυτό και ο λόγος του είναι ουσιαστικός, μας κεντρίζει, τα ειδώματά του μας ενδιαφέρουν, ο κόσμος του αποτελεί μέρος του δικού μας. Τα εργαλεία του είναι καθαρά καλλιτεχνικά, αλλά ή αξία τους έγκειται στο ότι είναι σύμφυτα του ψυχισμού του, δεν τα επινοεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι αρετές της ποίησης του Τ-Γ. επισημαίνονται αμέσως από τον επαρκή αναγνώστη και δεν είναι λίγες. Παίρνω ενδεικτικά., το ποίημα της σελ. 149 «&#39;Ένας Ζουρτσάνος». Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Πρόθεση μου είναι να παρουσιάσω τον ποιητή. Το παραθέτω ολόκληρο:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
ΕΝΑΣ ΖΟΥΡΤΣΑΝΟΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γεννήθηκα στο Αργοστόλι άλλά δεν έγινα Κεφαλλονίτης,&lt;br /&gt;
Δεν έχω τίποτα με τούς Έπτανήσιους μεγαλουσιάνους&lt;br /&gt;
και τούς κόντηδες&lt;br /&gt;
έκτός από τον ιππότη Διονύσιο κόμητα Σολωμό.&lt;br /&gt;
άλλη άρχονται δεν έχω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έμένα ή δική μου ή σειρά κρατάει κάτω από τ&#39; αυλάκι &lt;br /&gt;
παρέμεινα σάν τούς γονιούς μου βέρος Ζουρτσάνος &lt;br /&gt;
αν και δεν ξεκαθάρισα ποτέ ακριβώς Ζούρτσα τι θα πει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσοι επαίρονται ώς Ευρωπαίοι&lt;br /&gt;
πιστεύουν ότι έτσι τη βάφτισαν οι Φράγκοι τών Bιλλαρδουϊνων&lt;br /&gt;
για τα ποτάμια και τα κεφαλάρια της&lt;br /&gt;
άλλοι λένε πώς είναι σλάβικο απομεινάρι&lt;br /&gt;
γι&#39; αυτό αργότερα επί τό ευπρεπέστερον&lt;br /&gt;
μετονομάστηκε σε Κάτω και Νέα Φιγαλία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ξέρω τι να διαλέξω ούτε νοιάζομαι&lt;br /&gt;
άλλωστε μπορεί να είμαι τουρκόσπορος&lt;br /&gt;
Όπως υποψιάζομαι από τούς Κουζουμαίους και Γιαβρούμηδες&lt;br /&gt;
το σόι του πατέρα μου&lt;br /&gt;
ή να κατάγομαι από τούς αραπάδες του Ιμπραήμ&lt;br /&gt;
πού όργωσαν πέρα για πέρα τον Μωριά&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν ήμουνα δάσκαλος στό Μισίρι&lt;br /&gt;
κανένας ντόπιος δεν με ρώτησε για τη σκούφια μου&lt;br /&gt;
το σκούρο μούτρο μου δεν ξένιζε, αράπης ήμουνα κι εγώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φράγκος ή Σκλαβηνός, τουρκόσπορος ή αράπης, αδιάφορο&lt;br /&gt;
για ένα πράγμα είμαι σίγουρος&lt;br /&gt;
τη γλώσσα πού μου έμαθε ή μάνα μου&lt;br /&gt;
αυτή πού δίδαξε στο γιό της ή σκοτεινή Αγγελική Νίκλη &lt;br /&gt;
κι έφτασε μόνο γι&#39; αυτό να γίνει το βλαστάρι της&lt;br /&gt;
ο ψάλτης των Ελλήνων και της λευτεριάς τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ποια είναι ή Ζούρτσα, ποιος είναι ό Ζουρτσάνος. Τό πρώτο πρόσωπο στό ποίημα σηκώνει όλο τό βάρος της ευθύνης, δεδομένη λοιπόν ή αμεσότητα του λόγου. Πρoxωρώντας, μάς κερδίζει το εύρος του ποιήματoς, εύρος γεωγραφικό, ιστορικό, γλωσσικό: Από τη Ζάκυνθο στη Ζούρτσα της Αρκαδίας κι ακόμα πιο κάτω, στο Μισίρι. Μια διαγώνια γραμμή ενώνει δύση- νότο, το ταξίδι μας γεμίζει ευφορία. Παράλληλα ή μνήμη συναγείρεται: Σκλαβηνοί, Φράγκοι, Τούρκοι, Αραπάδες, η νεότερη ιστορία μας παρούσα, κι όλα ειπωμένα με τη γλώσσα μας εκτεταμένη ως τά όριά της, από την απλοϊκή κουβέντα του δρόμου ( δεν έχω τίποτα, ή σειρά μου κρατάει, κανένας δεν με ρώτησε για τη σκούφια μου, κι έφτασε μονάχα γι αυτό κ. α.) ως τη λόγια ( επαίρονται, επί το ευπρεπέστερον, μετονομάστηκε κ.α.) γλώσσα δουλεμένη κι αφομοιωμένη, ικανή να αφηγείται αλλά και να συμπυκνώνει στο έπακρον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι αντιθέσεις, εξ άλλου, πού λογχίζουν το ποίημα, εξωτερικά και εσωτερικά, (γεννήθηκα στο Αργοστόλι- δεν έγινα Κεφαλλονίτης, δεν έχω τίποτα με τούς Έπτανήσιoυς μεγαλουσιάνoυς και τούς κόντηδες- παρέμεινα βέρος Ζουρτσάνος, μπορεί να είμαι τουρκόσπορος, αράπης- για τη γλώσσα μου όμως είμαι σίγουρος) συμβάλλουν στην κλιμάκωση της έντασης, ενώ, παράλληλα, ο αυτοσαρκασμός αποφορτίζει, διαχέοντας ιλαρότητα και ευφροσύνη. Το τελευταίο αυτό στοιχείο αποτελεί μεγάλη αρετή, γιατί ή ποίηση όπως και κάθε τέχνη, δεν σοβαροφορεί, παίζει, ας θυμηθούμε τους Αρχαίους λυρικούς μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εν τέλει, ποια είναι η Ζούρτσα; Είναι ή Σκιάθος του Παπαδιαμάvrη, είναι ό ομφαλός της γης, είναι ή εσωτερική στέγη του καθενός μας; Και ό Ζουρτσάνος;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είναι μόνο ο ποιητής, ο κάθε Έλληνας, είναι ο άνθρωπος όπου γης, πού δικαιούται να έχει μια ρίζα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ποίημα ρέει «με τις αισθήσεις όλες στα πρόσω»*, μας συγκινεί, και γι αυτό μας μετακινεί. Τι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Φτάνει πού μιλάμε τη γλώσσα της μάνας μας, αυτή από μόνη της αποτελεί πατρίδα, αδιαπραγμάτευτη εθνική μας ταυτότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οί καταληκτικοί στίχοι του ποιήματος θριαμβικοί στην αναφορά τους για τον «ψάλτη των Ελλήνων και της λευτεριάς τους», κορυφώνουν τη συγκίνηση και τη ρέμβη, στοιχεία απαραίτητα της λυτρωτικής λειτουργίας της αληθιvής τέχνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ό ποιητής, αθώα, και με βιωματικό τρόπο, μέσα σε τριάντα στίχους απάντησε σε θεμελιακής σημασίας ερωτήματα και, το σπουδαιότερο, οι απαντήσεις του ενισχυμένες με το «δίκαιον» της καρδιάς, δεν σηκώνουν αντίλoγo. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;• στίχος από ποίημα του Λουκά Κούσουλα&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[&lt;em&gt;Τάσου Γαλάτη Ανιπτόποδες και σφενδονήτες, ποιήματα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα&lt;/em&gt;]&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2719680503067579652/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2719680503067579652' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2719680503067579652'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2719680503067579652'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2011/02/blog-post.html' title='Τάσου Γαλάτη, &quot;Ανιπτόποδες και σφενδονήτες&quot;'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh7we945Mm6ijvJ-vvgqlP0_tPPtjpXYbQ2byhR16WXcrsOgShSYGAequkjLBdP4-jatju1YUk-mXKHf0wk364bh4NswVqhwqMD8dWT5CPfdAKCQruCLC3-ylfjy8PXYtksrJ3RTgaAiIhS/s72-c/%25CF%2584%25CE%25AC%25CF%2583%25CE%25BF%25CF%2582+%25CE%25B3%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25AC%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%25821.jpg" height="72" width="72"/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-1788562811225862028</id><published>2009-05-27T23:32:00.002+03:00</published><updated>2009-05-27T23:40:20.646+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Φωνές Χρωμάτων [δ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Κούκλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τήν ἤθελα γλυκειά&lt;br /&gt;νά μ&#39; ἀγαπάει&lt;br /&gt;σάν δροσοστάλα νά γλιστρᾶ&lt;br /&gt;κι ἡ μέρα μου ν&#39; ἀνθίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νά μή γερνᾶ&lt;br /&gt;Νά μή λυγάει&lt;br /&gt;Νά μήν κλαίει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νά &#39;χω μιά κόρη ἀπίστευτη&lt;br /&gt;σάν κούκλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ἐλιές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;α.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἅρπα παμπάλαιη&lt;br /&gt;μελωδεῖς&lt;br /&gt;κι ὁ φόβος - λάδι ρέει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;β.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἑσπερινοί τῆς μνήμης μου&lt;br /&gt;Ἀσημοκαπνισμένοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Κοντογεννάδα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σέ κακοτράχαλη πλαγιά&lt;br /&gt;βγαίνεις Κυρά σεργιάνι&lt;br /&gt;σέ ἀγκαλιάζει ὁ οὐρανός&lt;br /&gt;μά ὁ κάμπος δέ σέ φτάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Παλιά σπίτια&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;α. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χρῶμα τό χρῶμα ξόδεψα&lt;br /&gt;ν&#39; ἁρπάξω τήν ψυχή σου&lt;br /&gt;σέ τόνους μώβ μοῦ δόθηκες&lt;br /&gt;στέγη τοῦ Παραδείσου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;β.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βήματα ζωηρά...&lt;br /&gt;Λικνίζονται σ&#39; ἕνα ταγκό&lt;br /&gt;καί σβήνουν&lt;br /&gt;ἥσυχα&lt;br /&gt;τρυφερά&lt;br /&gt;ὑποταγμένα στοῦ ρυθμοῦ&lt;br /&gt;τήν τελευταία νότα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Μονοπωλάτα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀνηφοριές - κατηφοριές&lt;br /&gt;κι αὐλές χαριτωμένες&lt;br /&gt;κι ἡ ἐκκλησιά - Παράδεισος&lt;br /&gt;στό χάρτη τῆς καρδιᾶς μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στίς ὀμορφιές ν&#39; ἀνοίξουμε&lt;br /&gt;πάλι τήν ἀγκαλιά μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Νεοκλασσικό&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα θά σύρει&lt;br /&gt;τήν κουρτίνα ἡ κόρη&lt;br /&gt;κι ἀπό τίς γρίλιες&lt;br /&gt;ἄγρια λάμψη&lt;br /&gt;θά ξαναφέξει τοῦ ἔρωτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγες ἀκόμη νότες&lt;br /&gt;σιγανές&lt;br /&gt;σάν νά πατοῦν στά νύχια&lt;br /&gt;καί τό μπαλκόνι&lt;br /&gt;πάλι ἀπόψε θά ὀργώσει&lt;br /&gt;τό στερέωμα.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/1788562811225862028/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/1788562811225862028' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/1788562811225862028'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/1788562811225862028'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Φωνές Χρωμάτων [δ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-8474791858842832888</id><published>2009-04-29T22:51:00.002+03:00</published><updated>2009-04-29T22:56:42.890+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Φωνές χρωμάτων [γ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Μάρθα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλαίουσα ἰτιά...&lt;br /&gt;Πελάγωσες&lt;br /&gt;Σάν τήν ἀγάπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Κάστρο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οἱ δυνατοί σέ παίξανε&lt;br /&gt;στό κομπολόϊ τους χάντρα.&lt;br /&gt;Ἐγώ τήν ὀμορφιά σου&lt;br /&gt;ἴσα ν&#39; ἀγγίξω θάρρεψα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Εἶναι κάτι δέντρα...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀφ&#39; ὑψηλοῦ&lt;br /&gt;τήν ἄβυσσο κοιτῶ&lt;br /&gt;λυγώντας ἐλαφρά&lt;br /&gt;μέ χάρη εὐκάλυπτου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Γυμνό κορίτσι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλῶνε λυγερέ&lt;br /&gt;μέ τ&#39; ἄνθη σου ὅλα&lt;br /&gt;Κόσμου&lt;br /&gt;ἀμάραντο καθρέφτισμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Λαϊκή ἀγορά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἐξέγερση ζωῆς&lt;br /&gt;σ&#39; ἄναιμες πόλεις.&lt;br /&gt;Ἀνάβουν τά κορμιά&lt;br /&gt;κι ἀχνίζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δέν ξεχωρίζεις&lt;br /&gt;τόν ἄνθρωπο ἀπ&#39; τό φροῦτο&lt;br /&gt;μῆλα καί πρόσωπα&lt;br /&gt;στήθη καί πορτοκάλια&lt;br /&gt;γάμπες, ροδάκινα, γοφοί&lt;br /&gt;σέ σμίξιμο δοξαστικό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ἕνα &quot;χαῖρε&quot;&lt;br /&gt;λεβέντικη γυροβολιά&lt;br /&gt;στήν πλάτη τοῦ θανάτου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 0, 0);&quot;&gt;Κοριτσάκια&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μηλίτσες μου&lt;br /&gt;πλεξοῦδες φυλλωσιές μου&lt;br /&gt;ὁ κόσμος γύρω φρύγανο&lt;br /&gt;κι ἐγώ μαζεύω μῆλα.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/8474791858842832888/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/8474791858842832888' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8474791858842832888'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8474791858842832888'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/04/blog-post_29.html' title='Φωνές χρωμάτων [γ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-4917000981871644640</id><published>2009-04-20T22:49:00.001+03:00</published><updated>2009-04-20T22:54:09.107+03:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Φωνές Χρωμάτων [β]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 0);&quot;&gt;Ἡ Ἄσος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;α.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νερένιο θαῦμα...&lt;br /&gt;Σέ ποιᾶς ζωῆς ἀνάβρυσμα&lt;br /&gt;Σ&#39; ἔχω ξαναδεῖ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;β. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποιοί κόσμοι Κόσμε&lt;br /&gt;Γλιστρᾶνε στά νερά σου&lt;br /&gt;Ἀλλοπαρμένοι...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;γ. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θαλασσώνομαι&lt;br /&gt;Στοῦ ἔρωτα τούς δρόμους&lt;br /&gt;Ἔκθαμβη βάρκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 0);&quot;&gt;Ἡλιοτρόπια&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;α. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γέρνουν σάν προσευχή&lt;br /&gt;χρυσόπαιδα στόν ἥλιο&lt;br /&gt;πρίν νά πλαγιάσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;β.  &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἔκρηξη τοῦ Ἥλιου!&lt;br /&gt;Μικροί χιλιάδες ἥλιοι&lt;br /&gt;στή γῆ γλιστρᾶνε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;γ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πῶς μᾶς κοιτάζει ὁ ἥλιος&lt;br /&gt;Μέ ἄπειρα πρόσωπα...&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/4917000981871644640/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/4917000981871644640' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4917000981871644640'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4917000981871644640'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/04/blog-post.html' title='Φωνές Χρωμάτων [β]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2098926637534121012</id><published>2009-03-26T14:13:00.002+02:00</published><updated>2009-03-26T14:23:20.879+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Φωνές Χρωμάτων [α]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Αγιογραφία (Παναγία)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στόν πόνο Σου&lt;br /&gt;τον πόνο μου γυμνάζω&lt;br /&gt;να τον αντέχω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς&lt;br /&gt;στ&#39; αναμμένα κάρβουνα&lt;br /&gt;να χορέψω&lt;br /&gt;Αναστενάρης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Ζωγράφος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στόν κήπο&lt;br /&gt;σε περπάτησα ψυχή μου&lt;br /&gt;γλυκά τρυγώντας χρώματα&lt;br /&gt;και χάρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όλα τ&#39; αφήνω εδώ:&lt;br /&gt;Του ονείρου μου αστραπές&lt;br /&gt;Νιότης δοξάρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Εσύ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;α.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καντήλι εντός μου καις&lt;br /&gt;ήμερο φως&lt;br /&gt;στην ορφάνια της νύχτας&lt;br /&gt;γλυκασμός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;β.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περβόλι σ&#39; έχω γύρω μου&lt;br /&gt;κι ας λείπεις&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Παιδιά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νιότη πώς τρέχεις;&lt;br /&gt;Όμορφη λύπη...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα σε κρατώ&lt;br /&gt;φρέσκο μπουκέτο&lt;br /&gt;στης ζωής το πέτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Καραβόμυλος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νερά της μνήμης θολερά&lt;br /&gt;Δεντροστεφανωμένα&lt;br /&gt;Υγρής ζωής ώ μυστήριο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Τριαντάφυλλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα λουλούδι αρκεί...&lt;br /&gt;Δάκρυ να στάξει ο κόσμος&lt;br /&gt;Ροδοπέταλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Φισκάρδο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέτοια μιά χάρη&lt;br /&gt;Να μού δοθεί στο τέρμα&lt;br /&gt;Του ταξιδιού μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Λιμάνι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκπληκτη μνήμη...&lt;br /&gt;Εγώ με τον πατέρα&lt;br /&gt;στην προκυμαία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&quot;Στάσου βρέ ναύτη&lt;br /&gt;μη σπρώχνεις τη βάρκα&quot;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στέναζε&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;&quot;&lt;/span&gt;Στάσου βρέ ναύτη&lt;br /&gt;νά &#39;ρθω κι εγώ&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 51, 255);&quot;&gt;Καράβι στην τρικυμία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;α.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μέσα χάος&lt;br /&gt;σαν πέλαγος&lt;br /&gt;γερό σκαρί γυρεύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;β. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψυχή&lt;br /&gt;στήν άγρια θάλασσα&lt;br /&gt;δείξε την αντοχή σου.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2098926637534121012/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2098926637534121012' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2098926637534121012'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2098926637534121012'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post_26.html' title='Φωνές Χρωμάτων [α]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-430910242642324658</id><published>2009-03-20T18:00:00.004+02:00</published><updated>2009-03-20T18:48:01.158+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη</title><content type='html'>&lt;a onblur=&quot;try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}&quot; href=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgFWmtyuY8G1lOE3_h5sqjZqogh7h1kQC0b2r08w5pQKRfcaFwGdLOik3wccgFRkqHUnPXYBEcAtNGfK3U56G9ZiERiW91qxMYzDFuEAhzNQLTioayE_WGhzGnw7z9JIl9zb9fymgvczCsC/s1600-h/%CF%83%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%822.jpg&quot;&gt;&lt;img style=&quot;margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer; width: 136px; height: 200px;&quot; src=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgFWmtyuY8G1lOE3_h5sqjZqogh7h1kQC0b2r08w5pQKRfcaFwGdLOik3wccgFRkqHUnPXYBEcAtNGfK3U56G9ZiERiW91qxMYzDFuEAhzNQLTioayE_WGhzGnw7z9JIl9zb9fymgvczCsC/s200/%CF%83%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%822.jpg&quot; alt=&quot;&quot; id=&quot;BLOGGER_PHOTO_ID_5315300956237331026&quot; border=&quot;0&quot; /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Στην ποίηση, εκείνου που, νομίζω, μετράει είναι αυτό τούτο το ποιητικό φορτίο και όχι ο φορτισμένος αναγνώστης, γι&#39; αυτό θα επιχειρήσω μιάν ακόμη ανάγνωση της ποίησης του Σεφέρη παίρνοντας απόσταση από τα πεζά του (ημερολόγια κ.λ.π.), αλλά και από την πλούσια γύρω από αυτόν βιβλιογραφία, για να κρατήσω - όσο γίνεται - ανόθευτη τη ματιά μου σ&#39; ό,τι αφορά την παρουσία της Ελλάδας στο ποιητικό του σώμα.&lt;br /&gt;Στον Σεφέρη, ο προσεκτικός αναγνώστης ψηλαφεί την Ελλάδα ως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η χρονική αυτή σύμβαση, συμπυκνωμένη, αποτελεί τη δυναμική της ποίησής του, καθώς το οδυνηρό παρόν ανακαλεί το παρελθόν και τα δυό μαζί προβάλλονται στο μέλλον.&lt;br /&gt;Η Ελλάδα ως παρελθόν είναι &quot;αξία&quot;βαθιά βιωμένη από τον ποιητή, ικανεί να ερμηνεύσει το παρόν, αλλά οι άνθρωποι επιμένουμε στα ίδια λάθη. Πρόσωπα-σύμβολα, θετικά ή αρνητικά, παρμένα από την Ελληνική Γραμματεία, διάσπαρτα στους στίχους του στίζουν το αυτονόητο, ότι Ελλάδα για τον ποιητή είναι κυρίως εκείνη του Ομήρου, της Τραγωδίας, των Φιλοσόφων, η Ελλάδα των Ευαγγελίων, του Ερωτόκριτου, της Κυπριακής Λογοτεχνίας, του Σολωμού, του Μακρυγιάννη, η Ελλάδα του δημοτικού τραγουδιού, των ερειπίων, του λαϊκού μας πολιτισμού.&lt;br /&gt;Η Ελλάδα ως παρόν μοιάζει θρυμματισμένος καθρέπτης. Την ψαύεις με την αφή, την όραση, την ακοή. Σε άλλους ποιητές μας αποτελεί ενότητα, δηλώνεται:&lt;br /&gt;Στόν &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Κάλβο&lt;/span&gt; η Ελλάδα σπαρταράει αναγεννώμενη μπρος στα μάτια του ποιητή, οι ωδές του δεν είναι παρά παραληρήματα χαράς για τη νεκραναστημένη που δονεί την ύπαρξή του σύγκορμη, καθώς ταυτίζεται μαζί της, κατά το &quot;ελευθερία ή θάνατος&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Εγώ την λύραν κτυπάω&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;κι ολόρθος στέκομαι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;σιμά είς του μνήματός μου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;το ανοικτόν στόμα&lt;/span&gt;   (Ευχαί)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Σολωμό&lt;/span&gt; είναι η συνισταμένη της υλικής, πνευματικής και ηθικής δύναμης, μιά ενότητα θεϊκή ορίζουσα την ανθρώπινη οντότητα, αλλά και το πράγματι ελεύθερο άτομο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Χαρές και πλούτη να χαθούν και τά βασίλεια κι όλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν&#39; η ψυχή κι ολόρθη&lt;/span&gt;&quot;.   (Ελληνίδα μητέρα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Κι εφώναζα ω θεϊκιά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;κι όλη αίματα πατρίδα &lt;/span&gt; (Κρητικός)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιά τόν &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Καβάφη&lt;/span&gt; η Ελλάδα είναι έρωτας, &quot;αιθερία μορφή&quot;, είναι η Αθήνα και η Σπάρτη, το &quot;Μέγα Πανελλήνιον&quot;, &quot;ο ένδοξός  μας βυζαντινισμός&quot;, &quot;ιδιότητα δεν έχει ο κόσμος τιμιωτέραν&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στόν &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Παλαμά&lt;/span&gt; είναι εδαφικό ζητούμενο και ιδέα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Θεός είμαι &lt;/span&gt;  (στίχ. από το ποίημα Όμηρος)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Δέν χάνομαι στά Τάρταρα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;μονάχα ξαποσταίνω&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στη ζωή ξαναφαίνομαι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;και λαούς ανασταίνω &lt;/span&gt; ( Ο Διγενής κι ο Χάροντας)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στόν&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt; Σικελιανό &lt;/span&gt;είναι ιδέα και μεταφυσική, στόν &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Ρίτσο&lt;/span&gt; είναι &quot;Ρωμιοσύνη&quot;, στον &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Ελύτη&lt;/span&gt; κάλλος καί φως αενάως αναγεννώμενα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Αχ θάλασσα κάθε που ξυπνάς&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;πώς ξανακαινουργιώνονται όλα&lt;/span&gt;  (Δυτικά της λύπης: Ενδυμίων)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σεφέρης βλέπει την Ελλάδα με τα μάτια ενός πρόσφυγα, η ματιά του είναι θρυμματισμένη:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Ήταν ωραία τα μάτια σου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;χωρίς πατρίδα  &lt;/span&gt; (Όνομα δ&#39; Ορέστης)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν είναι σωστό αυτό που λένε, πως η αληθινή πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, κατανοούμε στίχους όπως:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια&lt;/span&gt;  (Μυθιστόρημα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τα σπίτια που είχα μου τα πήραν&lt;/span&gt;  (Κίχλη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς  &lt;/span&gt;   (Τελευταίος Σταθμός)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο η αναζήτηση της Ελλάδας ως παρελθόν είναι εμπειρία πικρή και επώδυνη, που του δημιουργεί υπαρξιακή αμηχανία:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ&#39; ακουμπήσω&lt;/span&gt;.  (Μυθιστόρημα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες&lt;/span&gt;   (Μυθιστόρημα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Κάτω από την προσωπίδα ένα κενό &lt;/span&gt;  (Ο βασιλιάς της Ασίνης)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκτός από την προσφυγιά που τον χάραξε, τη μελαγχολία του επιδεινώνουν γεγονότα διαλυτικά της ανθρώπινης υπόστασης: Δικτατορίες, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ν&#39; αντικρύσετε τον ήλιο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ν&#39; αντικρύσετε τον άνθρωπο&lt;/span&gt;  (Κίχλη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;είναι γιατί τ&#39; ακούς γλυκότερα, και η φρίκη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;γιατί είναι αμίλητη και προχωράει&lt;/span&gt;   (Τελευταίος Σταθμός)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελλάδα λοιπόν, ως παρόν απουσιάζει, η ανθρωπότητα δεν διδάχτηκε τίποτα, &quot;της Τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός&quot; είς ώτα μή ακουόντων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Τώρα έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο&lt;/span&gt; (Κίχλη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στην Αττική και δεν βρίσκετα πουθενά&lt;/span&gt;  (Μέ τον τρόπο του Γ.Σ.)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Κι αυτός ο άνθρωπος βηματίζει &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής&lt;/span&gt;   ( Επιφάνεια 1937)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;κανείς δεν ξέρει να πει γιατί&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;και σας μιλώ γι&#39; αυτόν γιατί δεν βρίσκω&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τίποτε που να μη το συνηθίσατε &lt;/span&gt; (Αφήγηση)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμη και οι άνθρωποι που αντιστέκονται δεν τον αναπαύουν, τους λείπει η αυτοεπίγνωση ή είναι ματαιωμένοι ήρωες του παραλόγου:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Οι σύντροι τέλειωσαν με τη σειρά,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ&#39; ακρογιάλι.  &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη. &lt;/span&gt; (Αργοναύτες)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;και τον ιδρώτα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ&#39;τα μάρμαρα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας&lt;/span&gt;&quot;  (Μυθιστόρημα ΙΕ)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Περνούσαμε στης γης την πλάτη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;σα φάγαμε καλά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;πέσαμε εδώ στα χαμηλά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ανίδεοι και χορτάτοι&lt;/span&gt;   (Οι σύντροφοι στον Αδη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Πίσω από μας;&lt;/span&gt;  (Η μορφή της μοίρας)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Στά σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά &lt;/span&gt;  ( Τελευταίος Σταθμός)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο η Ελλάδα ως μέλλον ανακλάται περισσότερο φωτεινή και, μέσα στο ζοφερό παρόν, ο ποιητής έχει στιγμές που αφήνεται σε μιά αισιόδοξη διάθεση:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Λίγο ακόμα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν&#39; ανθίζουν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τη θάλασσα να κυματίζει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;λίγο ακόμα,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα&lt;/span&gt;  (Λίγο ακόμα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τραγούδησε...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στόλισε τα μαλλιά σου με τ&#39; αγκάθια του ήλιου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;σκοτεινή κοπέλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ο τύραννος μέσα απ&#39; τον άνθρωπο έχει φύγει,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηΐδες, Γραίες&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ&#39; αγαπήσει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στο φως &lt;/span&gt;    (Κίχλη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα Κυπριακά του ποιήματα (Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ&#39;) η Ελλάδα ως μέλλον γίνεται για τον ποιητή πεποίθηση ανθοφορίας. Το θαύμα που στην Κύπρο &quot;λειτουργεί ακόμη&quot;, όπως γράφει, τον συγκινεί βαθιά, και η απελπισία μετατρέπεται σε ελπίδα, ότι η Ελλάδα δεν χάνεται, θα ξαναγεννηθεί κάποτε. Ίσως δεν έχει εντάξει τυχαία σ&#39; αυτή την ποιητική ενότητα δύο ποιήματα: Μνήμη Α΄ καί Μνήμη Β΄, στά οποία είναι εμφανής η πρόθεσή του να προφητεύσει, στό πρώτο:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;θα γίνει η ανάσταση μιάν αυγή.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;την Αφροδίτη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τελευταίος στίχος-εδάφιο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: &quot;εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει&quot; και στο δεύτερο: Ἁδης και Διόνυσος είναι το ίδιο&quot;, από το γνωστό σπάραγμα του Ηράκλειτου: &quot;Ωυτός Αίδης και Διόνυσος&quot;. Η φθορά, λοιπόν, κατά τον ποιητή, είνα φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο υπάρχει, σκέψη καθαρά Ελληνική διαπερώσα όλους τους μεγάλους στοχαστές και ποιητές μας. Η Ελλάδα, ως σημαίνον και σημαινόμενο, ταυτίζεται με τον θνήσκοντα και αναστάντα θεό. Διανύουμε, λοιπόν, την περίοδο του θανάτου. Όμως ο σπόρος θα ξαναφυτρώσει. Να προσδοκά ίσως ο ποιητής μιά πλούσια καρποφορία σε παγκόσμιο επίπεδο; Κανείς δεν το αποκλείει. Σε ό,τι αφορά πάντως την Ελλάδα, ως εθνική περιπέτεια, οι παρακάτω στίχοι στενάζουν από την πικρή αποτίμηση:&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;εξ άλλου, η γραμμή της ζωής; η μοίρα; η ιστορία; κκάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Γραμμή! αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης &lt;/span&gt;  (Οι γάτες τ&#39; άϊΝικόλα)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στά &quot;Τρία κρυφά ποιήματα&quot;, η πεποίθηση για μιάν αναγέννηση στο μέλλον γίνεται πιό δυναμική, επαφίεται στον Ελληνα και τη θέλησή του:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Καθώς έψαχνα σχήματα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;στα βότσαλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;γυρεύοντας ρυθμούς&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;&quot;εγώ είμαι ο τόπος σου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;ίσως να μην είμαι κανείς&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;αλλά μπορώ να γίνω αυτό&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;που θέλεις&quot;&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά την αναγνωριστική αυτή προσέγγιση, η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη μοιάζει πολυδύναμο δέντρο με ασυνήθιστα βαθειές ρίζες, ξεροφυλλιασμένο όμως σήμερα, δίχως χυμούς᾿  μα τα βλαστάρια που ξεπετιούνται γύρω του προοιωνίζονται πλούσια ανακορμάδα κι εύρωστη, φτάνει να σκύψει ο περιβολάρης πάνω του με γνήσιο ενδιαφέρον, σωστά να το κλαδέψει και να το ποτίσει, με την επίγνωση ότι αυτό το δέντρο δίνει στο περιβόλι του όχι μόνο την παχειά ισκιάδα του, αλλά και σφρίγος και μοναδικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδ. Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 34, Ιανουάριος-Απρίλιος 2005]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/430910242642324658/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/430910242642324658' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/430910242642324658'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/430910242642324658'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post_3158.html' title='Η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgFWmtyuY8G1lOE3_h5sqjZqogh7h1kQC0b2r08w5pQKRfcaFwGdLOik3wccgFRkqHUnPXYBEcAtNGfK3U56G9ZiERiW91qxMYzDFuEAhzNQLTioayE_WGhzGnw7z9JIl9zb9fymgvczCsC/s72-c/%CF%83%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%822.jpg" height="72" width="72"/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-7959377486204838145</id><published>2009-03-20T00:23:00.003+02:00</published><updated>2009-03-20T00:31:03.874+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Από πτερόν φτερό [ζ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt;Κεφαλονιά &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 153, 255);font-size:85%;&quot; &gt;στόν πατέρα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χέρια πέτρινα&lt;br /&gt;σφραγίζουν τη σιωπή&lt;br /&gt;σταυρώνουν τίς τύψεις.&lt;br /&gt;&quot;Τό &#39;30 κόψαμε θεμέλια,&lt;br /&gt;πέντε αδέρφια δουλέψαμε όλοι,&lt;br /&gt;μιά κάμαρα ο καθένας᾿&lt;br /&gt;εσύ γεννήθηκες σ&#39; αυτή του δρόμου᾿&lt;br /&gt;στους βομβαρδισμούς σ&#39; αφήναμε στήν κούνια&lt;br /&gt;ζεις από τύχη.&quot;&lt;br /&gt;Ρυτίδα γέλιου στή λύπη εποχή.&lt;br /&gt;Ευγένεια πέτρας, χεριῶν᾿&lt;br /&gt;έκτισαν, χαράκωσαν, σκέβρωσαν,&lt;br /&gt;έτσι γιά γλέντι᾿  δέ χάϊδεψαν,&lt;br /&gt;από ντροπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt;Η σιωπή των Σπαρτιατών&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σπαρτιάτες ό,τι και να λέτε,&lt;br /&gt;το λακωνίζειν θάνατος εστίν.&lt;br /&gt;Ούτε δυό λόγια δεν αφήσατε για μας.&lt;br /&gt;Απόντες στα πεδία του λόγου,&lt;br /&gt;δεν αντιτάξατε μιά λέξη&lt;br /&gt;στην επερχόμενη σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt;Αντικατροπτρισμός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λάμπει ο ήλιος&lt;br /&gt;βρέχει στην Ομόνοια,&lt;br /&gt;κάτω γλιστρά ο ουρανός&lt;br /&gt;και τον ποδοπατάμε,&lt;br /&gt;τρύπιες ομπρέλες&lt;br /&gt;στάζουμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt;Η &lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt;Ελλαντίδα&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(204, 51, 204);&quot;&gt; την τρίτη χιλιετία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα πρωΐ&lt;br /&gt;η μάγισσα με τα νερένια χέρια&lt;br /&gt;τεντώθηκε&lt;br /&gt;και σάρωσε τα πάντα.&lt;br /&gt;Άστραψαν πάλι βουνά και κάμποι.&lt;br /&gt;Χρόνια μετά&lt;br /&gt;κάποιος ψαράς&lt;br /&gt;βρήκε στα δίχτια λέξεις.&lt;br /&gt;Παιδιά τις είδαν στρογγυλές,&lt;br /&gt;τις πήρανε για βώλους.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/7959377486204838145/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/7959377486204838145' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7959377486204838145'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7959377486204838145'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post_20.html' title='Από πτερόν φτερό [ζ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2541828527190375718</id><published>2009-03-18T23:57:00.002+02:00</published><updated>2009-03-19T00:01:07.380+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Από πτερόν φτερό [στ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 0, 204);&quot;&gt;Τρίστιχα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δές! Τυλίγομαι&lt;br /&gt;στη θαλασσιά πετσέτα&lt;br /&gt;καί ταξιδεύω!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παπαρούνα&lt;br /&gt;παράφορα ανθίζει&lt;br /&gt;και σπαταλιέται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φωτογραφίες...&lt;br /&gt;Ἀδιάφορα κοιτάζω&lt;br /&gt;πρόσωπα ξένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στίς τόσες γεύσεις&lt;br /&gt;ὁ έρωτας προσθέτει&lt;br /&gt;ακόμα κάτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσο θάνατο&lt;br /&gt;σαν τη ζωή, σηκώνουν&lt;br /&gt;τά κυπαρίσσια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;**&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μελισσόσυκα&lt;br /&gt;τα γινωμένα λόγια&lt;br /&gt;φρεσκοκομμένα.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2541828527190375718/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2541828527190375718' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2541828527190375718'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2541828527190375718'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post_18.html' title='Από πτερόν φτερό [στ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-4077643631736450963</id><published>2009-03-14T20:21:00.004+02:00</published><updated>2009-03-14T20:31:59.470+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Από πτερόν φτερό [ε]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;Μιά ζωή σκοτάδι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιά ζωή δε σε φτάνει&lt;br /&gt;Να δεις πως&lt;br /&gt;το δίκιο του ζώου&lt;br /&gt;Κατοικεί στην παλάμη σου,&lt;br /&gt;Στα μάτια η λύπη του,&lt;br /&gt;Ίδια η δική σου&lt;br /&gt;Να δεις&lt;br /&gt;Την αράχνη&lt;br /&gt;Κουνούπι να τρώει το φόβο σου,&lt;br /&gt;Πως αρνί είν&#39; ο λύκος&lt;br /&gt;Και λύκος ο φόβος σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;Ακρίβεια&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι κάτι λέξεις ακριβές,&lt;br /&gt;παλιό μετάξι,&lt;br /&gt;λίγο να τις φρεσκάρεις,&lt;br /&gt;τρίζουν.&lt;br /&gt;Έτσι και ταιριάσουν στην υφή,&lt;br /&gt;στους τόνους,&lt;br /&gt;αν ο συνδυασμός τους δώσει,&lt;br /&gt;όπως λέν, προοπτική,&lt;br /&gt;ατσάκιγες, της ώρας,&lt;br /&gt;τις φοράει το ποίημα&lt;br /&gt;και φυσάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;Ματαίωση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σελάννα -&lt;br /&gt;Ποιόν να σκεπάσουν,&lt;br /&gt;τα λουσμένα της μαλλιά;&lt;br /&gt;Ποιόν να ζεστάνουν&lt;br /&gt;τ&#39; αχνιστά της μέλη;&lt;br /&gt;Ο Ενδυμίων -&lt;br /&gt;Τον γράπωσε η πόλη᾿&lt;br /&gt;τον έριξε σε λερούς δρόμους,&lt;br /&gt;σε σάπιες αγκαλιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;Ποτάμι ρόδινο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κελαρύζουν στα έγκατα οι πηγές του.&lt;br /&gt;Την εποχή των πλημμυρών&lt;br /&gt;κατηφορίζει αθέατες πλαγιές,&lt;br /&gt;σεισμογενείς περιοχές, χαράδρες&lt;br /&gt;και χύνεται στον κόλπο με τα βρύα&lt;br /&gt;ρόδινο, αχνιστό, σήμα θριάμβου.&lt;br /&gt;Σαν το φεγγάρι έρχεται και φεύγει.&lt;br /&gt;Στην ξηρασία κλιμακωτά στερεύει&lt;br /&gt;πηγές και κοίτη χάνονται στο χώμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποτάμι σκοτεινό, ρόδινο τρέχεις...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 102, 204);&quot;&gt;Κάθοδος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόνοι του μώβ&lt;br /&gt;κυκλάμινο&lt;br /&gt;και πασχαλιά&lt;br /&gt;και φούξια&lt;br /&gt;κι ακόμα πιό βαθύ&lt;br /&gt;βελούδο του πανσέ&lt;br /&gt;και πιό πολύ βαθύ,  προς μπλέ,&lt;br /&gt;ωκεανός&lt;br /&gt;βυθός&lt;br /&gt;τα έγκατά μου.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/4077643631736450963/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/4077643631736450963' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4077643631736450963'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4077643631736450963'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post_14.html' title='Από πτερόν φτερό [ε]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-8826296673756604657</id><published>2009-03-04T11:49:00.002+02:00</published><updated>2009-03-04T12:36:40.200+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="κριτική"/><title type='text'>Σπύρος Κατσίμης</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center; font-style: italic;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ο ποιητής του φευγαλέου και της ρέμβης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Ο Σπύρος Κατσίμης έκαμε την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα τη δεκαετία του &#39;50. Μπορούμε λοιπόν να τον εντάξουμε, ως ποιητική περίπτωση, στους ποιητές της Β΄Μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του διαθέτει τα γνωρίσματα της μοντέρνας ποίησης: ελεύθερο στίχο, εσωτερικό ρυθμό, ονειρικό στοιχείο, αντηχήσεις από την παραδοσιακή ποίηση - ιδίως  τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Ευτυχώς δεν πέφτει στην παγίδα του υπερρεαλισμού, παίρνει από αυτόν ό,τι της χρειάζεται, ίσα για ν&#39; αποκτήσει -μέσα στη λιτότητά της- περισσότερη ελευθερία. Έτσι ο Σ.Κ. δημιουργεί ένα ποιητικό τοπίο προσωπικό και αναγνωρίσιμο, με κύρια χαρακτηριστικά: τα απαλά χρώματα, τό γκρίζο της βροχής και της ομίχλης, την ευγένεια του παλιού, τη ζωγραφική ματιά του πίνακα που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογικής έκδοσης των ποιημάτων του. Αρκετά ποιήματά του αφήνουν την αίσθηση μιάς μαγικής εικόνας χωρίς εικόνα.&lt;br /&gt;Το ποιητικό γεγονός ακολουθεί την προσωπική μυθολογία του ποιητή, σε ατομικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, αυτό που αλλιώς λέμε &quot;λυρισμό του εγώ&quot;και &quot;λυρισμό του εμείς&quot;: Η αναζήτηση του έρωτα, οι γονείς, το παλιό σπίτι, η αγαπημένη, τα παιδιά, η ομορφιά του παλιού, οι φίλοι, η ιστορία ως γεγονός βιωμένο, όπως: το Πολυτεχνείο και η μεταπολίτευση, τα οράματα, η πολιτική ως κούφια ρητορεία, η νέα εποχή ως οδύνη, η περιβαλλοντική αλλοίωση, η αλλοτρίωση από την κοινωνία της κατανάλωσης, η θλίψη για τη διαψευσμένη ζωή. Αυτά και άλλα που όμως καταθέτονται ως ψίθυροι, όχι ως κραυγές ή συνθήματα, σαν αναστεναγμοί που βγαίνουν από βαθιά κι ίσα και φτάνει ο αχός τους, ή, σαν καπνός που ταξιδεύει στον ορίζοντα από κάτι που κουφοκαίει.&lt;br /&gt;Στις πρώτες συλλογές παρακολουθούμε μια ματαίωση, ένα σπάραγμα ζωής αδικαίωτο, μιάν ευαισθησία που αγωνίζεται να βρει την έκφρασή της. Ήδη, κάποιοι στίχοι - όχι ολόκληρα ποιήματα - προοιωνίζονται την κατοπινή ανθοφορία:&lt;br /&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 0);&quot;&gt;ό,τι αγαπιέται δεν πεθαίνει&lt;/span&gt;&quot; από το ποίημα &quot;Το λυκόφως του καλλιτέχνη&quot;.&lt;br /&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Κείτομαι εδώ αποζητώντας έναν ήρεμο ύπνο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;κάτω απ&#39; τά γυμνά δέντρα,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;το φθινόπωρο γλυκά ν&#39; αποκοιμήσω&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;να ονειρευτεί την Άνοιξη και Σένα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;(από το ποίημα &quot;Μεθυσμένο Φθινόπωρο&quot;)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιά πιό ξεκαθαρισμένη ποιητική πρόθεση επισημαίνουμε στο ποίημα &quot;Η κούκλα&quot;.&lt;br /&gt;Το 1964 κυκλοφορεί η συλλογή &quot;Έξοδος&quot;, όπου είναι, ευκρινώς πλέον, μιά πιό ώριμη φωνή. Τα ποιήματα συντομεύουν, η ποιητική ιδέα γίνεται διαυγέστερη, ο ποιητής ελέγχει τα ποιητικά του μέσα, κατακτάται σιγά-σιγά η απαραίτητη οικονομία, με αποτέλεσμα ποιήματα που μας αιφνιδιάζουν με την αρτιότητά τους:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Η ζωγραφιά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμεινες όσο να τελειώσω&lt;br /&gt;τη ζωγραφιά μου αγαπημένη&lt;br /&gt;μπρός από τη θάλασσα, τα ρόδα και τά στάχυα&lt;br /&gt;με τα κόκκινα χείλη, τα ξανθά μαλλιά&lt;br /&gt;και τα γαλάζια μάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τώρα δεν υπάρχεις πιά,&lt;br /&gt;Γιατί ήσουν μόνο της αγάπης&lt;br /&gt;η θάλασσα, τα ρόδα και τα στάχυα&lt;br /&gt;που θέλησα να ζωγραφίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη συλλογή &quot;Οι Ρήτορες&quot; (1974), η ποιητική τέχνη του Σ.Κ. παρουσιάζει σταθερή πορεία, μιά σιγουριά -θά&#39;λεγα_, και, εδώ, κάνουν την εμφάνισή τους ποιήματα αιχμής για τους αγώνες των νέων για ελευθερία και δικαιοσύνη. Σε στίχους δραστικούς μνημειώνεται η εξέγερση των νέων στο Πολυτεχνείο:&lt;br /&gt;Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μας κυνηγούσαν στα σκοτεινά πάρκα και τις παρόδους&lt;br /&gt;γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη&lt;br /&gt;με τον ήλιο που κρύβαμε.&lt;br /&gt;(από το ποίημα &quot;Μας ξάφνιασε η νύχτα&quot;).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρκετά ποιήματα αποτυπώνουν την αμηχανία για την αποξένωση ανθρώπων και τόπων:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Το δωμάτιο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Το δωμάτιο μου φάνηκε σαν ξένο,&lt;br /&gt;άλλ&#39; όταν έστρωσα&lt;br /&gt;το παλιό μου χαλί, τοποθέτησα&lt;br /&gt;το φθαρμένο τραπέζι στη μέση&lt;br /&gt;και τη μοναδική καρέκλα, τότε&lt;br /&gt;γίνηκε ίδιο με τ&#39; άλλο που εγκατέλειψα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, κι από το παράθυρο η θέα&lt;br /&gt;του δρόμου ήταν ίδια και οι γείτονες&lt;br /&gt;σαν πρόσωπα γνωστά που μ&#39; ακολούθησαν&lt;br /&gt;στη νέα μου συνοικία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλα ποιήματα αποπνέουν σαρκασμό για το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Το νεόχτιστο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γέροι έχτιζαν το σπίτι για το μέλλον,&lt;br /&gt;φροντίζοντας πολύ να μεγαλώσουν το χώρο&lt;br /&gt;των ανατολικών δωματίων, τα παράθυρα&lt;br /&gt;-με θέα τα πράσινα περιβόλια-&lt;br /&gt;να είναι το σπίτι καλά προφυλαγμένο&lt;br /&gt;απ&#39; τις βροχές και τους ανέμους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβαψαν, ύστερα, τους τοίχους&lt;br /&gt;μ&#39; ανοιξιάτικα χρώματα κι απόμειναν&lt;br /&gt;ετοιμοθάνατοι... προσμένοντας&lt;br /&gt;τους συγγενείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις συλλογές που ακολουθούν 1983 έως και 2004, τα ποιήματα γίνονται ακόμη πιό συμπαγή, επιτυγχάνεται συχνά αυτό που λέμε συμπύκνωση, ενώ η αιχμή και ο σαρκασμός, ευκρινέστερα τώρα, κυριαρχούν:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Ο λόφος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιά μέρα πέρασαν τις γειτονιές με τα χαλάσματα&lt;br /&gt;Και βρέθηκαν στον μοναδικό πράσινο λόφο, κυκλωμένοι&lt;br /&gt;από τους οικοπεδοφάγους...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα άλλο στοιχείο που διατρέχει ολόκληρο το ποιητικό σώμα του Σ.Κ. είναι ο έρωτας, στην αληθινή του διάσταση: άπιαστος, περιπόθητος, βαθύτατα υπαρξιακός. Ο Σ.Κ. δεν παίζει μαζί του, δεν τον αντιμετωπίζει εγκεφαλικά, δηλ. ψεύτικα, αντιθέτως, διάχτυη είναι η ανάγκη της ψυχής του να σμίξει την άλλη ψυχή, να ταυτιστεί μέσω αυτής με την ψυχή του κόσμου. Η Ελληνική σκέψη για το μέγα μυστήριο του έρωτα, απ&#39; όπου αντλεί την υπόστασή της η Σολωμική αγαπημένη αλλά και η Καβαφική &quot;αιθέρια μορφή&quot; είναι μιά κατάσταση βαθιά βιωμένη στην ποίηση του Σ.Κ. και υποβάλλεται με ευκρίνεια σε ποιήματα όπως: &quot;Η ζωγραφιά&quot;, &quot;Η φράση&quot;, &quot;Όταν ο ήλιος&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πόλη είναι μιά άλλη τέμνουσα της ποίησής του, γοητευτική και ερωτική στην παλιά της μορφή, σύμβολο του παλιού κόσμου, άσχημη και απωθητική στη νέα της μορφή, σύμβολο του νέου κόσμου, στον οποίο ο ποιητής νιώθει μετανάστης, ξένος. Σ&#39; ένα ποίημά του από τη συλλογή του &quot;Μετανάστης&quot; (2004), ο παλιός κόσμος συμβολίζεται με μιά παλιά μελωδία:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Η μελωδία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι μια εικόνα που γυροφέρνω στο μυαλό μου.&lt;br /&gt;Κάθομαι στη γέρικη πολυθρόνα και ακούω&lt;br /&gt;τη μελωδία του παλιού ραδιοφώνου μέσα&lt;br /&gt;στο μισοσκόταδο.&lt;br /&gt;Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εδώ και ποιόν&lt;br /&gt;θα συναντήσω.&lt;br /&gt;Τη μελωδία την αναζητώ σε όλα τα δισκάδια&lt;br /&gt;μα δεν έχω στοιχεία και καθώς&lt;br /&gt;τη σιγοψιθυρίζω, άγνωστη στους άλλους,&lt;br /&gt;έμεινε, δίχως τέλος, στην καρδιά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε άλλο ποίημα διαφαίνεται καθαρά η αδυναμία του ποιητή να ενσωματωθεί στο νέο κόσμο:&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Είσαι αυτός που μπορεί να ξανανιώνει&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;σ&#39; ένα παλιό κόσμο που τελειώνει.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλού ανιχνεύεται η θεραπεία διά της ποίησης:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Η μοναξιά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέτοιες βραδιές αγαπούσε&lt;br /&gt;Την προσμονή την πεντάμορφη.&lt;br /&gt;Άνοιγε το παράθυρο&lt;br /&gt;να μπει, καθώς του την έστελναν&lt;br /&gt;τ&#39; άστρα και το φεγγάρι&lt;br /&gt;στο μοναχικό δωμάτιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ύστερα την έπαιρνε απ&#39; το χέρι&lt;br /&gt;για ένα περίπατο στο δάσος&lt;br /&gt;ή στ&#39; ασημένιο ακρογιάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ματιά του πέφτει συχνά σε ερημικά τοπία, σε ερημικούς ανθρώπους, μιά μοναχική γυναίκα με τη λάμπα πίσω από ένα τζάμι, μιά γριούλα σ&#39; ένα σπίτι αποξεχασμένο, ένα σκυλί που πάει κι έρχεται ή κάποιον περιμένει. Ο σκύλος, ζώο της καρδιάς όπως φαίνεται για τον ποιητή, ξεχειλίζει θύμηση και του χαρίζει ένα εξαιρετικό σε δομή και αισθαντικότητα ποίημα με τίτλο: &quot;Για ένα σκύλο που πέθανε&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε άλλα ποιήματα κυριαρχεί η μουσική, ένα γραμμόφωνο παίζει, ένα παλιό ραδιόφωνο, μιά μπάντα στην πλατεία, κιθάρες και βιολιά.&lt;br /&gt;Το ποιητικό τοπίο του Σ.Κ., σε μεταφορική γλώσσα είναι ένα περιβόλι στο οποίο μπαίνεις και χαίρεσαι τη διακριτική παρουσία σπάνιων λουλουδιών. Αν είσαι απρόσεκτος περιπατητής, δεν θα τα δεις, γιατί τα χρώματά τους είναι απαλά, τό άρωμά τους διακριτικό. Σ&#39; αυτό το περιβόλι δεν συναντάς μεγάλα δέντρα, περνάς και φεύγεις γοητευμένος, σάν νά σ&#39; άγγιξε πνοή φευγαλέα, απροσδιόριστη. Ο Σ.Κ. είναι ο ποιητής του φευγαλέου.&lt;br /&gt;Το ίδωμά του, κάθε φορά, το σμιλεύει με υπομονή, ψάχνοντας την κατάλληλη λέξη, έτσι ώστε να μοιάζει με κουβέντα που δεν έχει αρχή ούτε τέλος, καλεί τον αναγνώστη να τη συμπληρώσει, απαιτεί τη συμμετοχή του.&lt;br /&gt;Ο Σ.Κ. κατέχει την ποιητική μας παράδοση, την έχει επισκεφτεί, για να φτάσει όμως στη δική του ποίηση, ανοίγει ένα δικό του μονοπάτι που το ξέρει μόνο αυτός. Καταλαβαίνω γιατί οι παλιότεροι αλλά και οι σύγχρονοί του έχουν μιλήσει θετικά για τη δουλειά του. Ιδίως στή σύγχυση που ακολούθησε τον &quot;υπερρεαλισμό&quot; στη χώρα μας, ο ποιητής αυτός, καταφέρνει να κρατήσει καθαρή τη ματιά του, προσηλωμένη στο μέσα του τοπίο, ένα τοπίο μνήμης και νοσταλγίας, διάψευσης αλλά και ελπίδας, αιχμής γιά ό,τι άσχημο αλλά και άπειρης κατανόησης, ένα τοπίο Τσεχωφικό, όπου τα συναισθήματα υποβάλλονται, δεν προκαλούνται, υπηρετούν την ανθρωπιά μας.&lt;br /&gt;Ο Σ.Κ. δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, δεν καταφεύγει σε κούφια λεκτικά σχήματα, αφήνει το συναίσθημα να οδηγεί, δίχως εκζήτηση. Συχνά καταφέρνει ένα καλό αποτέλεσμα με τη χρήση της αντίθεσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Η κίνηση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνηθισμένες κινήσεις ενός συνηθισμένου ανθρώπου&lt;br /&gt;στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένο τηλεφώνημα&lt;br /&gt;συνηθισμένη μουσική...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ξαφνικά, με μιά κίνηση ασυνήθιστη&lt;br /&gt;πέφτει στο δρόμο απ&#39; το παράθυρό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε γενικές γραμμές ο Σ.Κ. λέει όχι στην ευκολία, καταθέτει με ειλικρίνεια, δεν καμώνεται, η ποίησή του υπηρετεί την αλήθεια και την ομορφιά, το κλασικό δηλαδή ιδεώδες στην τέχνη. Όπου ο στίχος του ευτυχεί, μας παίρνει, κάνοντάς μας κοινωνούς μιάς ήρεμης μελαγχολίας, μιάς &quot;ρέμβης&quot;, που κατά τον Έμερσον, αποτελεί &quot;σφραγίδα ποιότητας&quot;. Συνοπτικά συνεχίζει επάξια τον εφτανησιώτικο ποιητικό λυρισμό.&lt;br /&gt;Ένα σιγανό τραγούδι -είναι η φωνή του- αρχινημένο αφνίδια, χωρίς προετοιμασία, ξυπνάει μνήμες, ανασταίνει τις παλιές γειτονιές, τους παλιούς φίλους, τις παλιές αγάπες, αλλά και τις καταστροφές, τα ερείπια, τα δύσκολα χρόνια, την προσφυγιά, τη μετανάστευση, τα ματωμένα όνειρα, τους ανυπεράσπιστους αγώνες, τη χαμένη τιμή του νέου ανθρώπου, αλλοτριωμένου από τα τερτίπια της νέας εποχής. Ένα γραμμόφωνο ξεχασμένο σε κάποια πλατεία της Κέρκυρας είναι η ποίηση του Κατσίμη, παίζει νοσταλγικές μελωδίες, απόκοσμες. Όποιος θέλει να τις ακούσει, δεν έχει παρά να ταξιδέψει ως εκεί, να σκύψει δηλαδή στα ποιήματά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold;&quot;&gt;Το ραντεβού&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένας απλός περίπατος και είχα αργήσει&lt;br /&gt;με τόσους σταθμούς που έκανα, τόσα χρόνια&lt;br /&gt;που έζησα σ&#39; αυτή την πόλη.&lt;br /&gt;Συνέχισα το δρόμο μου, μπήκα στο καφενείο&lt;br /&gt;και σε περίμενα να πιούμε καφέ, να με ρωτήσεις&lt;br /&gt;αν το χειμώνα θ&#39; αλλάξω κλίμα ή πώς&lt;br /&gt;θ&#39; αποφύγω το κρύο&lt;br /&gt;να με ρωτήσεις για τη διαδρομή μου.&lt;br /&gt;Είναι καιρός που έρχεσαι στο καθημερινό μας ραντεβού&lt;br /&gt;καιρός που τρέχω μες στη βροχή&lt;br /&gt;πηδώντας τον φράχτη, διασχίζοντας τον κήπο&lt;br /&gt;προς το ανοικτό παράθυρο του ισογείου&lt;br /&gt;καιρός που διανύω μεγάλες αποστάσεις&lt;br /&gt;σ&#39; ένα κόσμο μικρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι καιρός που σ&#39; αγαπώ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 36, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2005]&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/8826296673756604657/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/8826296673756604657' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8826296673756604657'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8826296673756604657'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='Σπύρος Κατσίμης'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-4461342472734022271</id><published>2009-02-24T23:09:00.004+02:00</published><updated>2009-02-24T23:42:47.640+02:00</updated><title type='text'>Διδακτόν η Αρετή;</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 204, 102);&quot;&gt;Με αφορμή ένα άσημο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 255);&quot;&gt;Ανάμεσα στα εκατοντάδες γυναικεία πρόσωπα που συναντά κανείς περιδιαβάζοντας τον κόσμο του Παπαδιαμμάντη, η Αρετή η Μπόζαινα ξεχωρίζει για &quot;τήν απλήν και σύντομον ιστορίαν της ασήμου ζωής της&quot;. Έχει φροντίσει ωστόσο ο συγγραφέας να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον, από την αρχή ακόμα του διηγήματος, με το συγκλονιστικό διάλογο: &quot;σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με!&quot; &quot;Θεός σχωρέσ, πατέρα!&quot; &quot;Με όλη την ψυχή σ, κορίτσι μ, Αρετώ!&quot; &quot;Μέ όλη την ψυχή μ&#39; πατέρα σχωρεμένος νά &#39;σαι!&quot;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τό διήγημα υπό τον τίτλο: &quot;Η στοιχειωμένη καμάρα&quot; σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Η Παπαδιαμαντική γλώσσα, ένα με τα συμφραζόμενα, γι&#39; αυτό κι αμεταγλώττιστη - οι όποιες απόπειρες είναι καταδικαστέες - ήσυχη, δήθεν ταπεινή, σαρκάζουσα, υπαινικτική και μυστικοπαθής όπου επιβάλλεται, λυρική και κελαρύζουσα αλλού, σε μαγεύει. Ο κόσμος του διηγήματος - ο γνωστός κόσμος του συγγραφέα:Απλοί άνθρωποι του νησιού του, λίγο πριν το τέλος του προηγούμενου αιώνα, με τις αρετές και τα πάθη τους, τη φτώχεια και τις προκαταλήψεις τους, τις &quot;άσημες ζωές τους&quot;. Αλήθεια, ποιές είναι άραγε οι διάσημες ζωές;&lt;br /&gt;Διάλεξα το διήγημα αυτό, ακριβώς γιατί είναι μικρό και άσημο, σαν τη ζωή της Αρετής, και δεύτερο, γιατί συγκεντρώνει όλες τις αρετές ενός άρτιου διηγήματος: Ευσύνοπτο, τίποτα περιττό, ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα τα μέσα του, εκτελεί με ακρίβεια, προσέχει ακόμη και την αναπνοή του. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα διήγημα με τρομερές ποιότητες, συμπαγές, εκρηκτικό, χαρακτηριστικό δείγμα της απαράμιλλης παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας.&lt;br /&gt;Το θέμα του διηγήματος είναι καθαυτό σκληρό: Ένας πατέρας επιχειρεί να πνίξει το παιδί του. Εδώ όμως βρίσκεται και η τέχνη του συγγραφέα. Όλα συμβαίνουν στο περίπου: Ήθελε να το πνίξει; γιατί δεν τό &#39;πνιξε; Γιατί το άφησε στην αμμουδιά; Μήπως είχε σκοπό να γυρίσει να το πάρει; Κ&#39; η κακή μητρυιά; Ήταν άραγε τόσο κακή; ΄Η μήπως, σαν τη Φραγκογιαννού, τή βάραινε η μοίρα της γυναίκας; Όλα μέσα στο διήγημα παίζονται. Ακόμη και τα φοβερότερα πράγματα υπονομεύονται από την ίδια τη φύση τους. Ο Παπαδιαμάντης ψαύει τό αόρατο, συναπαντιέται με το άπιαστο, γι&#39; αυτό και διαχρονικός και διανθρώπινος.&lt;br /&gt;Στο διήγημα καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Οι συνθήκες που το ορίζουν, δυστυχώς και τον προσδιορίζουν κι αυτό αυτό το γνωρίζει περισσότερο απ&#39; όλους ο Παπαδιαμάντης. Άνθρωποι που γεννιούνται και ζουν κατά τύχη, το ένστικτο της επιβίωσης - ο ανώτερος νόμος γι&#39; αυτό και &quot;ο σώζων εαυτόν σωθήτω&quot;. Οι λεγόμενοι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας - υποτυπώδεις έως ανύπαρκτοι. Παιδεία - ούτε κάν στοιχειώδης, κρατική φροντίδα - ούτε σαν ορολογία, εκκλησία - απούσα. Σίγουρα, υπάρχουν και οι ήμερες φύσεις, είναι οι χωρικοί που περιμαζεύουν το άτυχο κορίτσι, είναι πρώτ&#39; απ&#39; όλα, η Αρετή, - δεν είναι τυχαίο το όνομά της - η Αρετή είναι το ξεχωριστό ανθρώπινο είδος, την έχει σφραγίσει η αντίδικη μοίρα της αρετής - για να θυμηθούμε τον Σεφέρη - δέχεται καρτερικά την κακότητα, δεν μνησικακεί, έχει επίγνωση του κακού που της κάνουν, αλλά είναι έτοιμη να συγχωρήσει.&lt;br /&gt;Έτσι ο Παπαδιαμάντης καταθέτει τη δική του Αρετή που διαθέτει, ως προσωπικότητα, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την πλατωνική αρετή: Σύνεση, σοφία, δικαιοσύνη, ανδρεία, οσιότητα. Η ηρωΐδα του Παπαδιαμάντη, μέσα από δικούς της δρόμους, δίνει την ταπεινή της απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα: &lt;span style=&quot;font-style: italic; font-weight: bold; color: rgb(255, 153, 255);&quot;&gt;Διδακτόν η αρετή&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 255);&quot;&gt;;&lt;/span&gt; Ο Παπαδιαμάντης διαλέγεται με το Σωκράτη και τον Πρωταγόρα φωτίζοντας ακόμα μιά πτυχή: Εκείνη της ατομικής ευθύνης και λεβεντιάς. Ο πατέρας είναι ο άνθρωπος που γίνεται άθυρμα στα χέρια της γυναίκας του. Δεν είναι κακός, είναι άβουλος και ρευστός. Η επίκληση για συγχώρηση στο τέλος, όχι μόνο τον εξιλεώνει, αλλά μας κάνει και να τον αγαπήσουμε. Ο άντρας της Αρετής δεν ξέρει τι σημαίνει ευθύνη, είναι η προσωποποίηση του ενστίκτου. Η μητρυιά, η κακή της ιστορίας, δεν αφίσταται του μυθολογικού της μοντέλου: Σκληρή και αδίστακτη, γυναίκα του παρασκηνίου, βυσσοδομεί συνεχώς κατά της ορφανής, της βρίσκουε όμως ελαφρυντικά, είναι κι αυτή θύμα, ως θηλυκό, μιάς τραυματικής εμπειρίας, που την ορίζει απόλυτα και την κάνει να παραφρονεί. Έτσι ο Παπαδιαμάντης σαν άλλος Θεός, πονάει τους ήρωές του και τους περισώζει. Τό άσπρο και το μαύρο, η μανιχαϊστική δηλαδή αντίληψη του κόσμου, δέν έχει θέση στο έργο του, όπως δέν έχει θέση και στη ζωή.&lt;br /&gt;Εξάλλου και στο υπό συζήτηση διήγημα, όπως και σ&#39; ολόκληρο το έργο του, ο κύρ-Αλέξανδρος αναδεικνύεται μέγας κοινωνικός αναμορφωτής. Τα όπλα του δεν είναι τα συνθήματα, είναι η ικανότητά του να ρίχνει άπλετο φως στην αθλιότητα, τόσο, ώστε να φαίνονται και οι ρίζες της αθλιότητας. Έτσι η λογοτεχνία του, εμπεριέχει και μιά τεράστια δυναμική που θα τη ζήλευαν και τα πιό ριζοσπαστικά μανιφέστα. Πολύ σωστά παραλληλίζουν τον Παπαδιαμάντη με τον Ντοστογιέφσκι, γι&#39; αυτό και οι δυο παραμένουν αξεπέραστοι. Δεν είναι τυχαίο, που, παρά τα αναμενόμενα, μας βρίσκει η νέα χιλιετία με τα έργα τους στα χέρια μας.&lt;br /&gt;Στο συγκεκριμένο μάλιστα διήγημα, κοινό στοιχείο στους δύο συγγραφείς, εκτός των άλλων, είναι και η περιπέτεια της συνείδησης, στην περίπτωση του Ρασκόνλικωφ στον Ντοστογιέφσκι και του πατέρα Κουμενή στον Παπαδιαμάντη. Ο γέρο-Κουμενής &quot;εψυχομάχει επί ημέρας κι εβδομάδας, κι εβασανίζετο φρικτά... πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν&#39; αποπνιγή επεκαλείτο την ευχή, την συγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του Αρετής...&quot;.  Είναι αυτός ο ίδιος που κάποτε αποπειράθηκε να πνίξει την οκτάχρονη μικρή, αλλά δεν την έπνιξε, είναι η ίδια εσωτερική πάλη που τον εμποδίζει τώρα να αποπνιγεί. Η επίκληση της συγνώμης είναι στην ουσία ομολογία αγάπης, και είναι αυτό που τελικά τον λυτρώνει, όπως λυτρώνει τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι όχι τόσο η αυτοπαράδοσή του στην αστυνομία, όσο όταν συνειδητοποιεί μέσα από την αγάπη του για τη Σόνια, τη συμπόνια του για την γριά τοκογλύφα που σκότωσε.&lt;br /&gt;Η μοίρα λοιπόν της αρετής, &quot;η στοιχειωμένη καμάρα&quot;, πρέπει κάποτε να ξεστοιχειωθεί και θα ξεστοιχειωθεί, αν δίνουμε στη νεολαία τέτοια λογοτεχνία. Είναι απαίτηση του κυρ-Αλέξανδρου, του άσημου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό &quot;Φιλοσοφία και Παιδεία&quot; τεύχος 8, Μάϊος 1997]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/4461342472734022271/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/4461342472734022271' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4461342472734022271'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4461342472734022271'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/02/blog-post_24.html' title='Διδακτόν η Αρετή;'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-7623443774314259664</id><published>2009-02-22T19:19:00.002+02:00</published><updated>2009-02-22T19:32:30.829+02:00</updated><title type='text'>Από πτερόν φτερό [δ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102); font-style: italic;&quot;&gt;Ενότητα &quot;Αισθήσεις&quot;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;Τίποτα μά κάτι...&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σέ ψάχνω&lt;br /&gt;όχι όπως στα τραγούδια, νά σε βρώ,&lt;br /&gt;μά έτσι, όπως στο λέω, σέ ψάχνω᾿&lt;br /&gt;στις δειλινές ακτές σου,&lt;br /&gt;στους αμμόλοφους, στά σπήλαια,&lt;br /&gt;στων βουνών σου τά διάκενα.&lt;br /&gt;Κάποτε&lt;br /&gt;ανάμεσα σε κυπαρίσσια,&lt;br /&gt;ώρα μεσημεριού,&lt;br /&gt;διακρίνω κάτι,&lt;br /&gt;μιά παρουσία θάλεγα,&lt;br /&gt;κάτι ανεπαίσθητο,&lt;br /&gt;πες ένα κλείσιμο ματιού,&lt;br /&gt;ένα φιλί, ας πούμε, στον αέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;Αίσθηση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τά δέντρα ούτε στιγμή δέ στέκουνε᾿&lt;br /&gt;ας πούμε η λεύκα ή το κυπαρίσσι&lt;br /&gt;ταξιδεύουν᾿&lt;br /&gt;ωραία τινάζουν την κορφή&lt;br /&gt;κ&#39; υψώνονται&lt;br /&gt;απλώνουν τα κλαριά και πάνε.&lt;br /&gt;Αράζουν κάποτε στον ύπνο μας&lt;br /&gt;μπαίνουν στα όνειρα&lt;br /&gt;και στον καφτό της νύχτας ήλιο&lt;br /&gt;μας ισκιώνουν.&lt;br /&gt;Τέλος μας ερωτεύονται&lt;br /&gt;γι&#39; αυτό κ&#39; η πράσινη καρδιά τους&lt;br /&gt;σχίζεται σε χίλια φύλλα&lt;br /&gt;στρώνεται χαλί και την πατάμε.&lt;br /&gt;Όταν τα λησμονάμε ανθίζουνε,&lt;br /&gt;διεκδικούν τα βλέμματά μας,&lt;br /&gt;γιατί, ό,τι τα μάτια δε χαϊδεύουνε,&lt;br /&gt;μαραίνεται.&lt;br /&gt;Ταξίδι είναι τα δέντρα κ&#39; έρωτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;Από πτερόν φτερό&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτερό,&lt;br /&gt;ωραία πετούσες&lt;br /&gt;κι αποσπάστηκες&lt;br /&gt;σαν νυχτερίδα ξάφνιασες&lt;br /&gt;έπεσες στη γη.&lt;br /&gt;Μαύρο (αλλιώς θα μου διέφευγες)&lt;br /&gt;άγγιξες το παιδί&lt;br /&gt;έπαιζε βώλους&lt;br /&gt;δεν κατάλαβε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όργανο πτήσης&lt;br /&gt;πέταγμα ζωής&lt;br /&gt;πουλί᾿&lt;br /&gt;μετά τήν πτώση&lt;br /&gt;κατ&#39; όνομα μόνον πτερόν&lt;br /&gt;κύτταρο αλλιώς νεκρό&lt;br /&gt;-φτερό-&lt;br /&gt;έτοιμο πάντως γι&#39; απογείωση&lt;br /&gt;με τον αέρα.&lt;br /&gt;Μάταιο ίσως πέταγμα,&lt;br /&gt;πέταγμα όμως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(πτερόν: πάν το πτερωτόν πλάσμα,&lt;br /&gt;τό φέρον πτέρυγας (Λεξικόν&lt;br /&gt;Σταματάκου))&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 102);&quot;&gt;Γάτα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 153);&quot;&gt;Ι. Ο μεταξένιος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιά τούφα όνειρο᾿&lt;br /&gt;σκάλωσες κοντά μας.&lt;br /&gt;Μας ξαγκαθιάζεις.&lt;br /&gt;Το σπίτι ξεχειλάει μετάξι.&lt;br /&gt;Ρονρονίζουμε...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 153);&quot;&gt;ΙΙ. Το χάδι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ταξιανθία στην παλάμη μου μπιγκόνιας,&lt;br /&gt;ράχη μιας μέρας καλοκαιρινής,&lt;br /&gt;σκίρτημα χνουδωτό,&lt;br /&gt;μέ λύνεις και γλιστρώ στη χλόη&lt;br /&gt;και πιάνω τις ανάσες&lt;br /&gt;κείνων που πεθάναν,&lt;br /&gt;σαν να μη χάθηκε&lt;br /&gt;ποτέ κανείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χάδι-χνούδι,&lt;br /&gt;βλάστησης αιώνιας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 204, 153);&quot;&gt;ΙΙΙ.  Ο γάτος της φυγής&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφυγες όπως ήρθες,&lt;br /&gt;Αύγουστο με πανσέληνο.&lt;br /&gt;Ίσως να κυνηγάς ακόμα μιάν Ελένη,&lt;br /&gt;ίσως η νύχτα,&lt;br /&gt;άστρο της και σ&#39; άρπαξε.&lt;br /&gt;Πάντως το απόγευμα,&lt;br /&gt;στον κήπο, στα περβάζια,&lt;br /&gt;πάνω στη σιωπή μας,&lt;br /&gt;γραμμή μεταξένια&lt;br /&gt;κυματίζεις,&lt;br /&gt;χάνεσαι.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/7623443774314259664/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/7623443774314259664' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7623443774314259664'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7623443774314259664'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/02/blog-post_22.html' title='Από πτερόν φτερό [δ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-8741679622072482555</id><published>2009-02-07T10:35:00.004+02:00</published><updated>2009-02-07T10:51:37.635+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Ἀπό πτερόν φτερό [γ]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(204, 0, 0);&quot;&gt;Ἑνότητα &quot;Ὄνειρα&quot;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;α. Μετά τήν ἐκφορά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σπίτι σου&lt;br /&gt;οἱ συγγενεῖς&lt;br /&gt;φωτογραφία πού ξάσπρισε&lt;br /&gt;καί μόνη ἐσύ, ξεκάθαρη,&lt;br /&gt;δεχόσουν συλληπητήρια&lt;br /&gt;γιά τό δικό σου θάνατο.&lt;br /&gt;Τά μάτια σου δυό πύλες&lt;br /&gt;- τί κοίταζαν -&lt;br /&gt;κ&#39; ἀρχή, τέλος καί πένθος&lt;br /&gt;ὅλα ἐσύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στίς στῆλες τοῦ Κεραμεικοῦ&lt;br /&gt;κόρες καί κοῦροι, μόνοι,&lt;br /&gt;δέν ξέρεις:&lt;br /&gt;κοιτάζουν πεθαμένοι τή ζωή&lt;br /&gt;ἤ ζωντανοί τό θάνατό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;β. Τό ξόδι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στό πατρικό μου&lt;br /&gt;πρόσωπα θαμπά&lt;br /&gt;- γείτονες ἴσως -&lt;br /&gt;πηγαινέλα᾿&lt;br /&gt;κ&#39; ἡ μάνα μου&lt;br /&gt;κάτι νά κάνει,&lt;br /&gt;κάτι νά λέει καί νά γελάει.&lt;br /&gt;Τά μάτια της κράτησα μονάχα,&lt;br /&gt;γαλάζια κ&#39; ἥσυχα, σχεδόν ἀπόντα.&lt;br /&gt;Θά γινόταν ἡ κηδεία της σέ λίγο&lt;br /&gt;κ&#39; εἶχα μιάν ἔγνοια ἐγώ&lt;br /&gt;μιάν ἀγωνία&lt;br /&gt;τί νά πῶ στόν κόσμο᾿&lt;br /&gt;ἡ κάσα της ἔχασκε ἄδεια&lt;br /&gt;κ&#39; ἡ μάνα (ἕνα γέλιο ὅλη)&lt;br /&gt;σάμπως νά γυρίζει ἀκόμα&lt;br /&gt;νά βοηθάει καί στό δικό της ξόδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;γ. Τά μαλλιά&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἔφεγγαν τά ὡραῖα μαλλιά&lt;br /&gt;στίς σκάλες,&lt;br /&gt;στήν αἴθουσα ζωγραφικῆς,&lt;br /&gt;στούς διαδρόμους τοῦ μεγάλου᾿&lt;br /&gt;ὅλα μές στ&#39; ὄνειρο μουντά&lt;br /&gt;ἔπαιρναν φῶς ἀπ&#39; τά μαλλιά της.&lt;br /&gt;Στήν ἔξοδο χαθήκαμε&lt;br /&gt;Μισόφωτο...&lt;br /&gt;Συνωστισμός...&lt;br /&gt;Περίμενα...&lt;br /&gt;Εἶπα: τώρα θά τή δῶ,&lt;br /&gt;θά λάμψει!&lt;br /&gt;Τό κτήριο σιωπηλό σκοτάδι.&lt;br /&gt;Κόρη μου, λέω,&lt;br /&gt;λαμπερά μαλλιά μου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;δ. Τό σπίτι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εἴχαμε, λέει, κουβαλήσει ἀλλοῦ᾿&lt;br /&gt;ἡ διαρρύθμιση ἐντάξει:&lt;br /&gt;Ἕνα τετράγωνο ἤτανε ἡ σάλα&lt;br /&gt;κ&#39; ἡ κουζίνα κύκλος.&lt;br /&gt;Σκόνταφταν τά παιδιά στά πράγματα,&lt;br /&gt;γελοῦσαν,&lt;br /&gt;κ&#39; ἐσύ, πανευτυχής,&lt;br /&gt;σέ κάποιους φίλους ἔδειχνες τούς χώρους&lt;br /&gt;κ&#39; ἐπιδοκιμάζανε&lt;br /&gt;καί μόνο ἐγώ&lt;br /&gt;φαινότανε νά βλέπω&lt;br /&gt;κι ἀποροῦσα&lt;br /&gt;πῶς θά τά καταφέρναμε&lt;br /&gt;σέ σπίτι δίχως τοίχους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;ε. Στό περιθώριο μέ μολύβι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σέ διαγωνισμό ἔλαβα μέρος&lt;br /&gt;γιά κάποιες θέσεις στό δημόσιο, νομίζω.&lt;br /&gt;Τοιχοκολλούσανε τ&#39; ἀποτελέσματα&lt;br /&gt;κ&#39; ἔσπρωχνεν ὁ κόσμος᾿&lt;br /&gt;δέν ἔβλεπα ὅμως τ&#39; ὄνομά μου&lt;br /&gt;κι ἀγωνιοῦσα.&lt;br /&gt;Τέλος τό βρῆκα στό περιθώριο&lt;br /&gt;μέ μολύβι - καί δίπλα:&lt;br /&gt;&quot;διηπόρει&quot; καί &quot;διεπληκτίζετο&quot;᾿&lt;br /&gt;κ&#39; οἱ ἄλλοι ὅλοι-ἀποτυχόντες, μέ μονάδα,&lt;br /&gt;εἶχαν τουλάχιστο βαθμό καί τή σειρά τους.&lt;br /&gt;&quot;Διηπόρει&quot; καί &quot;διεπληκτίζετο&quot;...&lt;br /&gt;Κ&#39; οἱ θέσεις;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;στ. Στό παλιό σπίτι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἔκλεβαν, λέει, τή μπουκαμβίλια μας!&lt;br /&gt;Ξερίζωναν τήν παιδική μου μνήμη᾿&lt;br /&gt;ἀκόμη ἀκούω τό σούρσιμό της στήν αὐλή.&lt;br /&gt;Ἤτανε λίγο τό φεγγάρι&lt;br /&gt;κ&#39; ἔτρεχα στά χαλάσματα,&lt;br /&gt;νά τόν ἁρπάξω,&lt;br /&gt;νά τόν σκοτώσω, ἤθελα, τόν κλέφτη...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δρασκέλαε τό φράχτη,&lt;br /&gt;ὅταν ἔφτασα,&lt;br /&gt;κ&#39; ἤμουν ἐγώ ὁ κλέφτης&lt;br /&gt;στό φεγγάρι&lt;br /&gt;κι ἅπλωνε γύρω ἡ μπουκαμβίλια&lt;br /&gt;μιάν ἐρημία ρουμπινιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 102, 102);&quot;&gt;ζ. Ἀναπάντεχα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φλεβάρης&lt;br /&gt;καί νά τρώγω μοῦρα...&lt;br /&gt;Ἄσπρα μεγάλα μοῦρα, μέλι...&lt;br /&gt;Εἶχε βρέξει&lt;br /&gt;κ&#39; ἔλαμπε ἡ μουριά στόν ἥλιο&lt;br /&gt;κάθε της φύλλο καί μιά λίμνη...&lt;br /&gt;Ἐγώ νάμαι ψηλά σ&#39; ἕνα κλαρί της&lt;br /&gt;καί στάλες νά ξαφνιάζουνε τό πρόσωπό μου...&lt;br /&gt;Ἡ ρίζα της νά χάνεται στό χάος,&lt;br /&gt;σκοτάδι κάτω μου νά χάσκει,&lt;br /&gt;νά μή φοβᾶμαι&lt;br /&gt;καί στόν ἥλιο&lt;br /&gt;μοῦρα φρεσκοπλυμένα νά μαζεύω...&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/8741679622072482555/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/8741679622072482555' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8741679622072482555'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8741679622072482555'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/02/blog-post_07.html' title='Ἀπό πτερόν φτερό [γ]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-3684575392832546311</id><published>2009-02-06T16:27:00.003+02:00</published><updated>2009-02-06T16:41:50.162+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Ἀπό πτερόν φτερό [β]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Τό &quot;ἄχ&quot;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;font-size:85%;&quot; &gt;μνήμη Β.Κ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τό πιάνο σου&lt;br /&gt;σέ κρατάει σάν μυστικό.&lt;br /&gt;Τά πλῆκτρα του&lt;br /&gt;ἀκόμα εἶναι ζεστά&lt;br /&gt;ἀπό τά δάχτυλά σου.&lt;br /&gt;Μαῦρο γιαλιστερό κουβούκλι᾿&lt;br /&gt;τύμβος᾿&lt;br /&gt;κλείνει τό κάτι τῆς ζωῆς σου,&lt;br /&gt;τήν ψίχα της&lt;br /&gt;αὐτό μονάχο ἀκούει&lt;br /&gt;ἐκεῖνο τό &quot;ἄχ&quot;&lt;br /&gt;πού ἄηχο&lt;br /&gt;ἀντηχεῖ στή σκοτεινιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ὁ λόγγος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε πού βλέπω τόν πατέρα μου,&lt;br /&gt;σκέφτομαι: λόγγος.&lt;br /&gt;Ψάχνω γιά μονοπάτι&lt;br /&gt;μά τίποτα.&lt;br /&gt;Κι ὅμως ἀκούω τίς κραυγές του,&lt;br /&gt;ὅταν ἑφτά χρονῶν&lt;br /&gt;βόσκοντας γίδια, τό δεκάξι,&lt;br /&gt;κάπου παγιδεύτηκα,&lt;br /&gt;σάν τό πουλί στό ξόβεργο.&lt;br /&gt;Γιά σκέψου νύχτα&lt;br /&gt;ἕνα παιδί στό λόγγο!&lt;br /&gt;Κ&#39; ἔφτασε ἡ μάνα του τρελή&lt;br /&gt;μέ λαδοφάναρο, τόν γλίτωσε.&lt;br /&gt;Ὅμως ἐγώ, πατέρα,&lt;br /&gt;πῶς νά σέ γλιτώσω,&lt;br /&gt;ἀκούω τίς κραυγές&lt;br /&gt;μά πῶς νά φτάσω...&lt;br /&gt;Οἱ λόγγοι πιά δέν ἔχουν μονοπάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ἡ Ἀλεξάνδρα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τή νιώθω πάντα στό δωμάτιό της&lt;br /&gt;νά γράφει, νά ὀνειρεύεται.&lt;br /&gt;Ὅμως στή ντουλάπα&lt;br /&gt;βρίσκω τά ροῦχα μου ἄθικτα,&lt;br /&gt;φοῦστες καί πουκαμίσες&lt;br /&gt;στή θέση τους ἀκύμαντες.&lt;br /&gt;Ἡ κολώνια της μόνο&lt;br /&gt;ἐπιμένει στά φουλάρια μου&lt;br /&gt;ἀλλά κι αὐτή&lt;br /&gt;μέρα τή μέρα ἐξατμίζεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα ἡ ντουλάπα μου&lt;br /&gt;ὑπόκυψε, θαρρεῖς, σέ μιά γαλήνη᾿&lt;br /&gt;ἄραξε᾿&lt;br /&gt;δίχως πιά τόν πειρατή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ἀνθισμένο ἀγκάθι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φίλοι μου,&lt;br /&gt;ἀποφάσισα: θά φύγω.&lt;br /&gt;Πάρτε τή θέση μου,&lt;br /&gt;ἁπλωθεῖτε,&lt;br /&gt;ὅ,τι ἀκόμη θάλεγα&lt;br /&gt;μοιράστε.&lt;br /&gt;Ἐγώ πηγαίνω μακριά&lt;br /&gt;κρατώντας ἀπό σᾶς&lt;br /&gt;πυράκανθο γιά μνήμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φίλοι μου, εἶστε φίλοι μου,&lt;br /&gt;μά φεύγω.&lt;br /&gt;Ἐγώ μεταναστεύω&lt;br /&gt;ἐντός μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Δέν εἶναι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χῶροι&lt;br /&gt;πού παίχτηκε τό χτές σου,&lt;br /&gt;ἥρωες κομπάρσοι&lt;br /&gt;προσπερνᾶνε᾿&lt;br /&gt;βλέπεις δέ σέ  κοιτᾶν,&lt;br /&gt;κανείς δέν ἔχει μάτια&lt;br /&gt;γιά κανένα᾿&lt;br /&gt;σκιές&lt;br /&gt;πού κάποτε φοβόσουν&lt;br /&gt;- μάταιοι φόβοι -&lt;br /&gt;σκιά κ&#39; ἐσύ τοῦ χτές&lt;br /&gt;σκιάχτρο τῶν ἄλλων&lt;br /&gt;δίχως νά τό ξέρεις!&lt;br /&gt;Ἕνας αἰώνας, χίλια χρόνια&lt;br /&gt;ἐχθροί καί φίλοι εἶναι φίλοι,&lt;br /&gt;ἐχθροί καί φίλοι&lt;br /&gt;τίποτα δέν εἶναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ἡ θραύση&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οἱ πιό πολλοί τοῦ κράταγαν λουλούδια,&lt;br /&gt;μά δέ βαριέσαι,&lt;br /&gt;ἡ φαρμακίλα δέσποζε&lt;br /&gt;κ&#39; ἡ σήψη.&lt;br /&gt;Κάποιος ἀνυποψίαστος&lt;br /&gt;τοῦ ἄφησε στό μαξιλάρι&lt;br /&gt;μιά συλλογή ποιήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀμίλητος ἐκεῖνος κι ἄθραυστος&lt;br /&gt;μᾶς κοίταζε ἕναν-ἕναν&lt;br /&gt;ἀτελείωτα᾿&lt;br /&gt;θραύοντας τέλος&lt;br /&gt;τήν μιάν ἄκρη τῶν χειλιῶν του&lt;br /&gt;&quot;σκατά&quot; εἶπε μόνο&lt;br /&gt;κ&#39; ἔγειρε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;25η Μαρτίου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρωΐ - πρωΐ&lt;br /&gt;νά φτιάξω τήν ἀλιάδα,&lt;br /&gt;μπάς καί δέ δώσω τό παρόν.&lt;br /&gt;Ἀπό τό alium - σκόρδο&lt;br /&gt;ξόρκι&lt;br /&gt;φυλαχτό&lt;br /&gt;φλάμπουρο&lt;br /&gt;καριοφίλι&lt;br /&gt;τό κοπανάω στῶν Τουρκῶν τά στίφη!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀλιά-, βάϊ, ἀλιά-&lt;br /&gt;Ἑλλάδα πούσαι στό γκρεμό&lt;br /&gt;ό-κέϊ φορτωμένη!..&lt;br /&gt;ὤ, καίει...&lt;br /&gt;Ἔ, μήν καίγεσαι!&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/3684575392832546311/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/3684575392832546311' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/3684575392832546311'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/3684575392832546311'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/02/blog-post.html' title='Ἀπό πτερόν φτερό [β]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-7112145509878082591</id><published>2009-01-25T19:59:00.003+02:00</published><updated>2009-01-25T21:00:39.459+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="ποιητικές συλλογές"/><title type='text'>Ἀπό πτερόν φτερό [α]</title><content type='html'>&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Α καί α&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&quot;Ἄνθρωπος μέ ἄλφα κεφαλαῖο&quot;&lt;br /&gt;Σχεδόν σάν πυραμίδα,&lt;br /&gt;μπάρα στήν πόρτα, θάφτηκες.&lt;br /&gt;Ἔ, ὄχι μωρέ μάνα,&lt;br /&gt;μ&#39; ἄλφα μικρό!&lt;br /&gt;Τό στρογγυλεύεις πρῶτα&lt;br /&gt;κάνεις, πού λέει, τό χρέος σου&lt;br /&gt;καί τοῦ κολλᾶς κατόπιν&lt;br /&gt;ἕνα ἡμικύκλιο&lt;br /&gt;κάτι ἀνοιχτό&lt;br /&gt;σάν ἀγκαλιά&lt;br /&gt;σάν πρόκληση&lt;br /&gt;ἤ καί σάν ἀνταρσία᾿&lt;br /&gt;ἕνα &quot;ἔτσι θέλω&quot; δηλαδή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ὁ βῶλος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ θειά μου ἡ Γνώση&lt;br /&gt;μοῦ χάρισε μιά κούκλα λαστιχένια.&lt;br /&gt;Ἔπαιζα μέ τίς πάνινες ὡς τότε.&lt;br /&gt;Τή σήκωσα, ὅπως ἡ νέα μαμά τό βρέφος,&lt;br /&gt;κι ἀκούστηκε κάτι μέσα της,&lt;br /&gt;ρεβύθι σ&#39; ἀδειανό σπιρτόκουτο.&lt;br /&gt;Σά νά μήν εἶχε μάτια, χείλη,&lt;br /&gt;ρόδια μάγουλα,&lt;br /&gt;σά νάχα μπουχτίσει τέτοια δῶρα&lt;br /&gt;μόνη μου τώρα ἔγνοια&lt;br /&gt;Νά δῶ&lt;br /&gt;Νά πιάσω τό ἀόρατο.&lt;br /&gt;Μιά ψαλιδιά λοιπόν καί νάτο!&lt;br /&gt;Ἕνας βῶλος&lt;br /&gt;κύλησε... πάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;... Κ&#39; οἱ αὐτόχειρες,&lt;br /&gt;- ἀλήθεια, τί περίεργοι! -&lt;br /&gt;ἀφοῦ τά ψάξουν ὅλα,&lt;br /&gt;πατᾶν μιά ψαλιδιά στό θάνατο,&lt;br /&gt;νά δοῦν τί ἔχει μέσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Τό κράκ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ πίστα&lt;br /&gt;πάντα σέ ἀναμονή μέ ὑπομονή:&lt;br /&gt;χορός, φιγοῦρες, νούμερα.&lt;br /&gt;Μά κάτι χτές,&lt;br /&gt;νά, κάποιο κράκ,&lt;br /&gt;κάτι σάν δόντια πούτριξαν,&lt;br /&gt;τούς ξάφνιασε.&lt;br /&gt;Κρῖμα - εἶπε κάποιος -&lt;br /&gt;κ&#39; εἶναι καί δρύϊνη.&lt;br /&gt;Γρανίτης... Μόνο αὐτός...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Οἱ δεκοχτοῦρες&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φιλικά πουλιά&lt;br /&gt;τρυπώνουν στά κλαριά μου&lt;br /&gt;μικρές ἀνάσες, τρέμουλα,&lt;br /&gt;μάτια μ&#39; ἀντανακλᾶνε.&lt;br /&gt;Νύχια - βελόνες&lt;br /&gt;κεντᾶνε τόν κορμό μου,&lt;br /&gt;ν&#39; ἁρπαχτοῦν, μήν πέσουν.&lt;br /&gt;Κέντημα ἔτσι γίνομαι&lt;br /&gt;μέ τό δικό μου αἷμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Ἄπιαστο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παγιδεύομαι&lt;br /&gt;μέσα σέ τζάμια κάθε τόσο,&lt;br /&gt;σέ νερά, σέ μέταλλα στιλπνά,&lt;br /&gt;σέ μάτια ξένα καί τρομάζω.&lt;br /&gt;Κι ὅμως τό στόμα,&lt;br /&gt;τό τυχαῖο βλέμμα&lt;br /&gt;δέν εἶναι δικό μου᾿&lt;br /&gt;πρόσωπο ἄλλου κόσμου᾿  τό ἀψηφάω.&lt;br /&gt;Τό ἀληθινό μου πρόσωπο, τό ζωντανό&lt;br /&gt;τά μάτια μου δέ γίνεται νά δοῦν&lt;br /&gt;κι αὐτό φοβᾶμαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Περίλυπες μορφές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στή μνήμη μου&lt;br /&gt;φίλοι καί γνωστοί&lt;br /&gt;ἔχουν μιά τέτοια λύπη,&lt;br /&gt;πού τήν ὅποιαν ἀτέλειά τους&lt;br /&gt;καταργεῖ.&lt;br /&gt;Ἄνθρωποι συνήθως γελαστοί&lt;br /&gt;ἀποτυπώνονται ἐκεῖ&lt;br /&gt;σάν νά μήν ἔχουν βλέμμα&lt;br /&gt;ἤ σάν τό βλέμμα τους&lt;br /&gt;νάχει στή λύπη τους χαθεῖ.&lt;br /&gt;Στή μνήμη μου ὅλοι&lt;br /&gt;λές καί δέν εἶναι ζωντανοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Πνιγμός&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μωρά τῆς νύχτας&lt;br /&gt;ψάχνουμε θηλή&lt;br /&gt;ἤ μιάν ὀσμή ἔστω ρούχου,&lt;br /&gt;ὑποψία χαδιοῦ,&lt;br /&gt;νά μᾶς πάρει ὁ ὕπνος.&lt;br /&gt;Τό πρωΐ&lt;br /&gt;ἐνήλικες πιά ἤ καί γέροι&lt;br /&gt;- κατά περίσταση - τήν καρδιά μας&lt;br /&gt;πνιγμένο γατί κουβαλᾶμε&lt;br /&gt;- λέει -, νά ζήσουμε.&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/7112145509878082591/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/7112145509878082591' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7112145509878082591'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/7112145509878082591'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_25.html' title='Ἀπό πτερόν φτερό [α]'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-302480842190415469</id><published>2009-01-23T21:43:00.003+02:00</published><updated>2009-01-23T22:08:35.179+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Ὁ &quot;Μενέξενος&quot; τοῦ Πλάτωνα</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt; &lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153); font-style: italic;&quot;&gt;Ὁ &quot;Μενέξενος&quot; εἶναι γνωστός ὄχι γιά τήν ἀξία του καθαυτή - ἀνάμεσα στ&#39; ἄλλα μεγάλα ἔργα τοῦ φιλοσόφου χάνεται σχεδόν - ἀλλά, ἐπειδή περιέχει ἕναν ἐπιτάφιο λόγο τόν ὁποῖο ἀπαγγέλειμάλιστα ὁ Σωκράτης.&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153); font-style: italic;&quot;&gt;Ἔτσι προσφέρεται γιά μελέτη προκειμένου νά διαπιστωθεῖ ἡ ὁμοιότητά του ἤ μή πρός ἄλλους κανονικούς ἐπιταφίους. Ὁ Ἐπιτάφιος, ἄς ποῦμε, τοῦ Περικλῆ στό Θουκυδίδη μᾶς ὁδηγεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων στόν ἐπιτάφιο τοῦ Λυσία γιά τούς πεσόντες στόν Κορινθιακό πόλεμο, σ&#39; ἐκεῖνον τοῦ Δημοσθένη γιά τούς πεσόντες στή Χαιρώνεια, τοῦ Ὑπερείδη γιά τούς πεσόντες τοῦ Λαμιακοῦ πολέμου καί τέλος στό &quot;Μενέξενο&quot; τοῦ Πλάτωνα, πού δέ γράφηκε, βέβαια, γιά νά ἐκφωνηθεῖ, ἀλλά γιά λόγους προσωπικούς τοῦ συγγραφέα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα, δέν ἀμφισβητεῖ κανείς τή γνησιότητα τοῦ Πλατωνικοῦ αὐτοῦ ἔργου. Τό πρόβλημα ἔχει λυθεῖ ὁριστικά. Διΐστανται ὅμως οἱ γνῶμες σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χαρακτήρα του. Σέ ἀντίθεση μμέ τούς παλιούς, νεότεροι μελετητές του (Lesky, Tailor) διατύπωσαν τήν ἄποψη πώς ὁ Πλάτων ἔγραψε τόν Μενέξενο, γιά νά σατιρίσει τήν κοινοτοπία καί κενολογία τῶν ἐπιταφίων, στηλιτεύοντας ἔτσι τούς ρήτορες τῆς ἐποχῆς του πού σέρβιραν στούς ἀκροατές τους φουσκωμένα λόγια καί ἀναλήθειες καί συνέβαλλαν στήν ἡμιμάθεια καί ἀποχαύνωσή τους. Γι&#39; αὐτούς λοιπόν ὁ Μενέξενος δέν εἶναι παρά μιά παρωδία ἐπιταφίου.&lt;br /&gt;Ἄλλοι συμφωνοῦν ὡς πρός τή σατιρική διάθεση πού διέπει τό ἔργο, καταλήγουν ὅμως πώς το ἐγκώμιο εἶναι σοβαρό. Ἐναπόκειται ἄρα στήν κρίση καί τήν εὐαισθησία τοῦ ἀναγνώστη νά διαμορφώσει τήν προσωπική του ἄποψη.&lt;br /&gt;Ἐκεῖνο πού φαίνεται καθαρά εἶναι τό ἀνάλαφρο καί φιλοπαῖγμον ὕφος τοῦ διαλογικοῦ μέρους στήν ἀρχή τοῦ ἔργου. Ἐκεῖ ὁ Σωκράτης εἰρωνεύεται ἀπροκάλυπτα τούς ρήτορες καί δή τούς κατασκευαστές ἐπιταφίων. Γι&#39; αὐτό καί δηλώνει πώς ὁ λόγος πού θά ἀπαγγείλει ὁ ἴδιος εἶναι ἔργο τῆς Ἀσπασίας, ἀπό κομμάτια μάλιστα πού τῆς περίσσεψαν ἀπό τόν ἐπιτάφιο τοῦ Περικλῆ. Μ&#39; αὐτόν τόν τρόπο ὁ Πλάτων ἀφαιρεῖ ἀπό τό λόγο τό βάρος πού ἔπρεπε νά ἔχει, ἄν ἦταν τοῦ Σωκράτη. Μοιάζει λοιπόν σάν νά λέει στούς ρήτορες, πού καμώνονταν τούς σπουδαίους, πώς δέν ἀξίζουν δά καί πολλά πράγματα, ἀφοῦ αὐτά πού περιεῖχε συνήθως ἕνας ἐπιτάφιος ἦταν τόσο γνωστά, πού ὁ  καθένας μποροῦσε νά τά γράψει - κι ἡ Ἀσπασία στό πόδι, τόν ἔγραψε - καί τό ἴδιο νά ἐντυπωσιάσει.&lt;br /&gt;Ἔτσι ἑξηγοῦνται, ἄλλωστε καί οἱ ἀνακρίβειες, ἀλλά καί οἱ ἀναχρονισμοί πού συναντᾶ κανείς στό &quot;Μενέξενο&quot;. Ἐντάσσονται δηλαδή στήν πρόθεση τοῦ φιλοσόφου πού ἐπισημαίνουμε: Μοιάζει σάν νά τούς λέει πώς, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ λόγοι αὐτοί εἶναι &quot;ἑτοιματζίδικοι&quot; καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, προσθέτει κανείς ἤ ἀφαιρεῖ, ἑπόμενο εἶναι νά περιέχουν καί ἀνακρίβειες, - δέν μπορεῖ κανείς νά τά θυμᾶται ὅλα -, μά καί ἀναχρονισμούς, π.χ. ἡ Ἀσπασία ζεῖ καί γράφει λόγους, ὁ Σωκράτης ζεῖ καί ἐκφωνεῖ λόγους (ὡς γνωστό ὁ Σωκράτης πέθανε τό 399 π.Χ., λίγο μετά πέθανε καί ἡ Ἀσπασία, ἐνῶ ὁ λόγος ἀναφέρεται στούς νεκρούς τοῦ Κορινθιακοῦ πολέμου, 395-386 π.Χ.). Ἔτσι ἐνισχύει τή σάτιρά του πρός τούς ρήτορες, τούς δίνει δηλ. ἕναν καθρέφτη νά δοῦν τό πρόσωπό τους.&lt;br /&gt;Ἡ σατιρική συνεπῶς διάθεση τοῦ Πλάτωνα δέν ἀφορᾶ τόσο στό περιεχόμενο ἑνός τέτοιου λόγου, ὅσο στούς ρήτορες, πού ἐξ ἄλλου καί σ&#39; ἄλλα του ἔργα συναντᾶται.&lt;br /&gt;Φυσικά, ἡ ἐπανάληψη τῶν ἴδιων καί τῶν ἴδιων κάθε φορά, ὁ ἐγκωμιαστικός τόνος, ἡ ὑπερβολή καί ἀπόκρυψη, ἡ παραποίηση τῶν γεγονότων γιά εὐνόητους λόγους, χαρακτηριστικά παρόμοιων λόγων καί τότε καί σήμερα, - ἀλλιῶς τί ἐγκώμια θά ἦταν -, σίγουρα, ἐνοχλοῦσαν τό μεγάλο στοχαστή, ὅπως ἐνοχλοῦν καί σήμερα ἀνάλογα πράγματα τό γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο. Ὅμως ἡ ἱστορία τῆς Ἀθήνας δέν ἦταν τυχαία ὑπόθεση. Γι&#39; αὐτό, μ&#39; ὅλες τίς ὑπερβολές καί τίς παραποιήσεις, τά ἀληθινά γεγονότα πού συνιστοῦν τήν ἱστορία τῆς πόλης, ἀποτελοῦν ἀπό μόνα τους ἐγκώμιο καί ἐπιβάλλονται. Αὐτά, καθώς καί οἱ βασικές ἰδέες πού διατρέχουν τό κείμενο, πάνω στίς ὁποῖες στήριξε ἡ Ἀθήνα τό πολιτισμικό της οἰκοδόμημα καί πού ἀναδύονται κάθε τόσο, ἰδίως στό παραινετικό καί παραμυθητικό μέρος, καθιστοῦν ἐν τέλει τό λόγο σοβαρό, συγκινοῦν καί μᾶς ἀμείβουν. Γι&#39; αὐτό, στό τελευταῖο διαλογικό μέρος, οἱ συζητητές δέν ἔχουν πιά διάθεση γιά εἰρωνεῖες. Φαίνονται σοβαροί καί ὁμολογοῦν κι οἱ δυό πώς ὁ δημιουργός τοῦ λόγου εἶναι μακάριος.&lt;br /&gt;Στό &quot;Μενέξενο&quot; λοιπόν ὁ Πλάτων, ναί μέν σατιρίζει τούς ρήτορες καί τήν προχειρότητα πού τούς διακρίνει μέ τόν τρόπο πού παραπάνω ἀναπτύξαμε, ἀλλά, ἴσως καί δίχως νά ἦταν στήνν πρόθεσή του, ἡ ἴδια ἡ σοβαρότητα τῶν πραγμάτων, γιά τά ὁποῖα κάνει ἀναγκαστικά λόγο, τοῦ ἐπιβάλλεται, τόν συνεπαίρνει καί καταλήγει σ&#39; ἕνα ἀκόμη ἐγκώμιο γιά τήν Ἀθήνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 5, Μάϊος 1996&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/302480842190415469/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/302480842190415469' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/302480842190415469'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/302480842190415469'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_7952.html' title='Ὁ &quot;Μενέξενος&quot; τοῦ Πλάτωνα'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-135833853432966553</id><published>2009-01-23T21:05:00.002+02:00</published><updated>2009-01-23T22:09:32.284+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="βιβλιοπαρουσιάσεις"/><title type='text'>Ἡ Φιλοσοφία - Οὐρανός ἐλεύθερίας</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Οἱ Ἕλληνες ἀνήγαγαν τή φιλία σέ θεσμό κι ὁ Ἀριστοτέλης μάλιστα τῆς παραχώρησε θέση λαμπρή στό φιλοσοφικό του σύμπαν. Τό περιοδικό μας, κοντινό πάντα κι ἀνοιχτόν στόν ἀπανταχού ἄνθρωπο, ὑποδέχεται μέ χαρά στίς σελίδες του τόν Πέρση ποιητή καί συγγραφέα Φερεϋντούν Φαριάντ καί τόν χαιρετίζει, καθώς πρόσφατα ἀπόκτησε καί τήν ἑλληνική ὑπηκοότητα.&lt;br /&gt;Ὁ &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 153, 0);&quot;&gt;Φερεϋντούν  Φαριάντ&lt;/span&gt; ζεῖ στήν Ἑλλάδα καί δηλώνει Πέρσης Ἕλλην. Μιλάει θαυμάσια τά Ἑλληνικά καί μαθαίνει μέ ἔμμονο πεῖσμα καί Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Βιβλία του ἔχει μεταφράσει ὁ &lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 51);&quot;&gt;Γιάννης Ρίτσος&lt;/span&gt;, πού ὑπῆρξε καί προσωπικός του φίλος. Τά ποιήματα τῆς συλλογῆς του &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 51);&quot;&gt;Οὐρανός χωρίς διαβατήριο&lt;/span&gt;&quot;, ἐκδ. Κέδρος, ἔχουν γραφεῖ ἀπ&#39; εὐθείας στά ἑλληνικά καί ἀποτελοῦν εὐφρόσυνη κατάθεση ἑνός Πέρση ποιητῆ στήν Ἑλληνική Λογοτεχνία. Ἡ &quot;Φιλοσοφία καί Παιδεία&quot;, ἕνας ἐπίσης οὐρανός χωρίς διαβατήριο, προσφέρει στούς ἀναγνῶστες της μερικά ἀπ&#39; αὐτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold; color: rgb(255, 255, 51);&quot;&gt;Οὐρανός χωρίς διαβατήριο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Φύτεψα λέξεις στό χαρτί&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Φύτρωσε ἕνα δέντρο μέ πλατιά φύλλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Ἄν ποίηση εἶναι αὐτό πού λείπει, οἱ παραπάνω στίχοι τό ὑπογραμμίζουν. Διαβάζεις καί βρίσκεσαι κι ὅλας κάτω ἀπό ἕνα βαθύσκιωτο πλατάνι, χάνεσαι στήν ἅπλα τοῦ ποιήματος. Γιατί τό ποίημα κτίζεται, συχνά, εὐρύχωρο καί εὐήλιο, μέ ἐλάχιστα ὑλικά, φτάνει ὁ μάστορας νά &#39;χει μεράκι, δήλ. ψυχή. &quot;Φιλοκαλοῦμεν μέτ&#39; εὐτελείας&quot;.&lt;br /&gt;Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθησή μου ἀπό τά ὀλιγόστιχα ποιήματα τῆς συλλογῆς &quot;Οὐρανός χωρίς διαβατήριο&quot; τοῦ Φ.Φ. Καί τά ὀνομάζω ποιήματα, γιατί σχεδόν ὅλα περιέχουν τό ξάφνιασμα, πού δέν εἶναι μόνο γλωσσικό παιχνίδι ἀλλά συνάμα καί ἀποκάλυψη, ἀπόκλιση δηλ. ἀπό τήν κοινή ἀνθρώπινη πείρα.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἡ μοναξιά μ&#39; ἔφερε κοντά στά πουλιά&lt;br /&gt;Μ&#39; ἔμαθε νά πετάω.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ἡ μεταφορά λειτουργεῖ θαυμάσια: Ἡ μοναξιά -δυσάρεστο συναίσθημα ἐν πολλοῖς- γινεται ἐδῶ &quot;μάθημα πτήσης.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Καλύπτω τίς τρύπες&lt;br /&gt;μέ φεγγάρι, μέ ποιήματα&lt;br /&gt;ἤ μέ τά φιλιά σου.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Πάντα ὑπάρχουν τρόποι νά καλύπτεις τό κενό. Ἀρκεῖ νά εἶσαι ἀνοιχτός στόν κόσμο τῆς φύσης καί τῶν αἰσθήσεων.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Στόν μαυροπίνακα τῆς νύχτας&lt;br /&gt;μ&#39; ἕνα κομμάτι κιμωλία γράψε:&lt;br /&gt;φῶς, φῶς, φῶς.&lt;br /&gt;Ποιητής εἶσαι.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ἡ δυνατότητα τοῦ ποιητῆ &quot;νά γράψει στό νερό&quot;.&lt;br /&gt;Θά μποροῦσα νά συνεχίσω ἔτσι, ἀλλά οἱ ὁρίζουσες στήν ποίηση τοῦ Φ.Φ. εἶναι πολλές: Ἡ μοναξιά, ὁ πόνος γιά τά δεινά τῆς πατρίδας, ἡ ἀγάπη γιά τούς δικούς, ἡ νοσταλγία γιά ὅ,τι χάθηκε, ὁ ἔρωτας, ἡ ὀμορφιά, ἡ ἀγωνία τῆς ὕπαρξης ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπέρβασης:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἔρημα σπίτια&lt;br /&gt;Ἔρημοι δρόμοι&lt;br /&gt;πολλά πηγάδια.&lt;br /&gt;Ἐγώ&lt;br /&gt;ἔπεσα στόν οὐρανό.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Πάλι ἐδῶ ἡ σωτηρία διά τῆς ποήσεως.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μιά μαύρη γάτα πέρασε&lt;br /&gt;Σκοτεινός οὐρανός τῆς Περσίας&lt;br /&gt;Ἄϊ σκοτωμένα καναρίνια μου.&lt;br /&gt;Ἕνα ἐξωτερικό ἐρέθισμα, γιά ν&#39; ἀρχίσει ὁ θρῆνος&lt;br /&gt;Μά ἐγώ εἶμαι ξένος&lt;br /&gt;Μιλάω στά δέντρα περσικά&lt;br /&gt;Τά δέντρα μοῦ ἀποκρίνονται.&lt;br /&gt;Μέσα σ&#39; αὐτή τή συγγένεια&lt;br /&gt;δέν εἶμαι ξένος.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Αἴσθηση βελούδου, μιά ἤρεμη μελαγχολία, σύμβολα ἀπό τή φύση-γεμίζουν τό ἄδειο, χρωματίζουν τό ἄχρωμο.&lt;br /&gt;Ἄλλα ποιήματα ἀποτελοῦν στιγμές τοῦ ποιητῆ, πιασμένες γιά πάντα στά δίχτια τῶν λέξεων, τίς ψαύουμε, μᾶς μεταδίδουν τό ἴδιο αἴσθημα πού τίς γέννησε: ψυχική εὐφορία, ἀπόγνωση κάποτε, ἀφόρητο πόνο πού τόν ἁπαλύνει ἡ λυτρωτική χρήση τῆς γλώσσας.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ξένος τοῦ γαλάζιου&lt;br /&gt;Ξένος τῶν νερῶν&lt;br /&gt;Στή γῆ πεσμένα&lt;br /&gt;πέντε μῆλα,&lt;br /&gt;Ποῦ νά πάω;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ξεφυλλίζοντας, ἡ μιά ἔκπληξη διαδέχεται τήν ἄλλη. Στήνεται ἕνας κόσμος ὀμορφιᾶς, ρίχνοντας σκάλες ἐπικοινωνίας πάνω ἀπό τήν ἀπουσία, ἀναδύεται μιά πατρίδα γιά ὅλους, μιά ποίηση οὐρανός. Σύννεφα ταξιδεύουν ἄσπρα, τά ποιήματα τοῦ Φαριάντ.&lt;br /&gt;Οὐρανός, γῆ, δέντρο, ἥλιος, πουλί, ποίημα, πανσέληνος: Λέξεις πού ἐπανέρχονται, ὑλικό παμπάλαιο, οὐσιαστικά πού ὑπηρετοῦν μιά ποίηση οὐσιαστική ἐκ τῶν πραγμάτων, δηλ. εἰλικρινή. Καί ἡ εἰλικρίνεια, καί μόνη αὐτή, ἔχει τή δύναμη νά ξανακαινουργιώνει τίς λέξεις, νά τίς καθιστᾶ εὐέλικτες καί δραστικές. Τίποτα περιττό, οἰκονομία ἀφοπλιστική, τό καίριο βίωμα -στήν καίρια γλώσσα, στήν ποίηση τῶν ἡμερῶν μας πού, συχνά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἔρχεται ἀπό τήν καρδιά, ἐπικρατεῖ ἡ κενολογία ἤ ἡ ἐκζήτηση. Ἡ ποίηση τοῦ Φ.Φ. ξεχωρίζει, δείχνοντας τό δρόμο τῆς σωστῆς δημιουργίας.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Οὔτε φεγγάρι οὔτε ἄστρο, οὔτε τριζόνι.&lt;br /&gt;Κλείσιμο δίχως τοίχους.&lt;br /&gt;Μέ τήν αἰχμή τοῦ μολυβιοῦ μου&lt;br /&gt;ἀνοίγω μιά τρύπα στή νύχτα.&lt;br /&gt;Ἐκτινάζεται φῶς.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ἄψογοι στίχοι, δραστικοί, κυριολεκτικά &quot;ἐκτινάσσουν τό ποίημα&quot;.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Τό πουλί στόν οὐρανό εἶναι γαλάζιο,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;στό δέντρο πράσινο,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;στό νοῦ σου κόκκινο.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Στό κλουβί;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Στό κλουβί δέν ἔχει χρῶμα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;*&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Πατρίδα μου εἶναι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ἕνας οὐρανός χωρίς διαβατήριο,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;χωρίς πύλη.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μπαίνω ἀπ&#39; τόν ἀέρα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Τέτοια διαμάντια, γραμμένα στή γλώσσα μας, ἀπό ἕναν Πέρση ποιητή. Κατά τό &quot;μουσικές ἀσκήσεις&quot;. Τά προτείνω γιά &quot;ποιητικές ἀσκήσεις&quot;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό κείμενο δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 17-18, Ἰανουάριος 2000&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/135833853432966553/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/135833853432966553' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/135833853432966553'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/135833853432966553'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_8103.html' title='Ἡ Φιλοσοφία - Οὐρανός ἐλεύθερίας'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-4351983448956184927</id><published>2009-01-23T18:17:00.004+02:00</published><updated>2009-01-23T18:42:40.898+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Ἀντήχηση τοῦ Σωκράτη στή Σεφερική ποίηση</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Στό ποιητικό σῶμα τοῦ Σεφέρη ἀντηχεῖ συχνά ἡ ἀρχαία ἑλληνική σκέψη καί τέχνη: Ὅμηρος, Προσωκρατικοί, Τραγικοί, Φιλόσοφοι. Ὁ Σωκράτης ἐμφαίνεται καθρά στό &quot;Μυθιστόρημα&quot; (Ἀργοναύτες), στό ποίημα: &quot;Πάνω σ&#39; ἕναν ξένο στίχο&quot;, καί στήν ποιητική σύνθεση &quot;Κίχλη&quot; (Τό ναυάγιο τῆς Κίχλης).&lt;br /&gt;Καί στίς τρεῖς αὐτές περιπτώσεις ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης δύναται ν&#39; ἀνιχνεύσει τόν ψυχισμό τοῦ ποιητῆ διακατεχόμενο ἀπό τόν λόγο περί ἀρετῆς καί δικαίου τοῦ Ἕλληνα Φιλοσόφου, σέ ἀντιπαραβολή πάντα πρός τά συμβαίνοντα στόν ἰδιωτικό καί δημόσιο βίο, διαχρονικά.&lt;br /&gt;Οἱ &quot;Ἀργοναύτες&quot;, θύματα μαζί καί θύτες ἀνά τούς αἰῶνες, &quot;κοιμοῦνται στ&#39; ἀκρογιάλι&quot;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Κανείς δέν τούς θυμᾶται. Δικαιοσύνη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;ὡστόσο, &quot;ἤτανε καλά παιδιά οἱ σύντροφοι&lt;/span&gt;&quot;&lt;br /&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Κάποτε τραγούδησαν μέ χαμηλωμένα μάτια&quot;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;εἰς ψυχήν βλεπτέον, ἔλεγαν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;καί τά κουπιά χτυποῦσαν τό χρυσάφι τοῦ πελάγου&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;μέσα στό ἡλιόγερμα&lt;/span&gt;&quot;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Οἱ ἐναρκτήριοι στίχοι τοῦ ποιήματος - αὐτούσιο ἀπόσπασμα ἀπό τόν Πλατωνικό &quot;Ἀλκιβιάδη&quot;- παραπέμπουν στά λόγια πού ἀπευθύνει ὁ Φιλόσοφος στόν φιλόδοξο νεανία, ὅταν ἐκεῖνος ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία του, νά γίνει πολιτικός:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153);&quot;&gt;Καί ψυχή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153);&quot;&gt;εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153);&quot;&gt;εἰς ψυχήν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153);&quot;&gt;αὐτῆ βλεπτέον&lt;/span&gt;&quot; τοῦ ἐπισημαίνει.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ἔχει προηγηθεῖ ὁ λόγος γιά τήν ὀρθοφροσύνη καί τήν ἐν γένει ἀρετή, κι ἔρχεται ἐδῶ νά τοῦ ἀναλύσει τό &quot;γνῶναι σ&#39; αὐτόν&quot;, πού ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ὅποιος θέλει νά γνωρίσει τόν ἑαυτό του πρέπει νά κοιτάζει κατάματα τόν ἄλλον, καί τότε θά δεῖ πώς ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός του. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Τόν ξένο καί τόν ἐχθρό τόν εἴδαμε στόν καθρέφτη&lt;/span&gt;&quot;, παραφράζει ὁ Σεφέρης. Μ&#39; αὐτή τή γνώση ἀναδείχνεται ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος, ὁ δίκαιος πολιτικός πού δέν ἐπιδιώκει ἁπλῶς τό ὠφέλιμον, ἀλλά τό δίκαιον, τό ὁποῖο ἐμπεριέχει τό ὠφέλιμον. Οἱ σύντροφοι ὅμως στό ποίημα τοῦ Σεφέρη &quot;εἶχαν χαμηλωμένα τά μάτια&quot;, δέν ἦταν ἄγρυπνο τό βλέμμα τους, τούς ἔλειπε ἡ συναίσθηση τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Δικαιολογημένα λοιπόν &quot;δέν τούς θυμᾶται κανείς&quot;. Ἀκροτελεύτια λέξη στό ποίημα:Δικαιοσύνη.&lt;br /&gt;Ἡ Σωκρατική ἀναζήτηση δικαίου-ἀρετῆς πυροδοτεῖ τόν Γιῶργο Σεφέρη καί στό ποίημα &quot;Πάνω σ&#39; ἕνα ξένο στίχο&quot;. Ἐδῶ ἡ &quot;ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς κατεβαίνει τά μαρμαρένια σκαλοπάτια&quot;. Εἶναι ἡ Ἀρετή τοῦ Ἐρωτόκριτου, εἶναι ἡ ἀρετή τῶν Ἑλλήνων Φιλοσόφων, εἶναι, ἐν τέλει, ἡ προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς, ὁ Σωκράτης, μέ τή δική του ἀντίδικη μοίρα. Ἐπειδή λοιπόν, οἱ Ἀργοναύτες ἐφησυχάζουν, ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Πάλι τό θέμα τοῦ δικαίου, ὡς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ καθενός μας.&lt;br /&gt;Τέλος, στό συνθετικό ποίημα &quot;Κίχλη&quot; μέ τήν ἐνδεικτική χρονολογία 31 Ὀχτώβρη 1946, ὁ Σεφέρης, στούς τρισκότεινους ἐκείνους καιρούς, ἀκούει καθαρά τά λόγια τοῦ Σωκράτη, αὐτούσια σχεδόν ἀπό τήν Πλατωνική ἀπολογία&lt;br /&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(102, 255, 153);&quot;&gt;Κι ἄν μέ δικάσετε νά πιῶ φαρμάκι, εὐχαριστῶ. Τό δίκιο σας θά &#39;ναι τό δίκιο μου. Ποῦ νά πηγαίνω γυρίζοντας σέ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλό λιθάρι. Τόν θάνατο τόν προτιμῶ. Ποιός πάει γιά τό καλύτερο ὁ Θεός τό ξέρει&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Χῶρες τοῦ ἥλιου καί δέν μπορεῖτε ν&#39; ἀντικρίσετε τόν ἥλιο&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καί δέν μπορεῖτε ν&#39; ἀντικρίσετε τόν ἄνθρωπο&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Πάλι τό δίκαιον ἐδῶ. Γιατί καταδικάστηκε ὁ Σωκράτης; Ὁ Σεφέρης ἔχει δώσει ἤδη τήν ἀπάντηση: Ἡ μοίρα τῆς ἀρετῆς εἶναι ἀντίδικη. Γιατί ὁ Σωκράτης ἀποδέχτηκε τήν καταδίκη του; Ὁ ποιητής ἀπαντᾶ μέ τό τέλος τῆς &quot;Ἀπολογίας. Ὁ Φιλόσοφος εἶδε τό μάταιον τοῦ ἀγώνα του γιά τήν ἀρετή. Ἀποδέχεται λοιπόν τήν καταδίκη του ἀπό ἀπελπισία, ἀπό ἀπόγνωση. &quot;Τό δίκιο σας εἶναι τό δίκιο μου&quot;, ἡ ἀπόλυτη μονάδα.&lt;br /&gt;Ὡστόσο, κατά τόν Σεφέρη πάντα, ὁ Σωκράτης δέν ὁδηγεῖται μοιραῖα στόν θάνατό του, τόν ἐπιλέγει ἔναντι μιᾶς ἀναξιοπρεποῦς ζωῆς. Ἐξ ἄλλου, γιά τόν Φιλόσοφο, τί εἶναι ζωή, τί εἶναι θάνατος; Γιατί τό τελευταῖο εἶναι ὑποχρεωτικά τό χειρότερο;&lt;br /&gt;Ὁ τρόπος πού ὁ ποιητής εἰσπράττει τόν Σωκράτη τῆς Ἀπολογίας εἶναι, πιστεύω, διαχρονικός: Οἱ ξεχωριστοί ἄνθρωποι, ἔτσι ὅπως στέκουν πάνω ἀπό σχήματα, σκοπιμότητες κάι μικροπολιτικές, προσηλωμένοι στή δική τους ὑψηλή αἴσθηση τοῦ κόσμου, ἀφήνονται στή διάθεση τοῦ πλήθους συνειδητά, γιατί δέν ἔχουν ἄλλη ἐπιλογή. Ἔτσι, ὁ ἄδικος θάνατός τους, ὡς σημεῖον ἀντιλεγόμενον, γίνεται αἴνιγμα τῆς ἱστορίας, τροφοδοτώντας συζητήσεις καί γόνιμους προβληματισμούς. Ὁ Σωκράτης, μέ τό τέλος του, θέτει τό ἑκάστοτε σήμερα ὑπόλογο ἀπέναντι στήν ὑψίστη τῶν ἀρετῶν, τή δικαιοσύνη. Σ&#39; ἕνα συμβολικό ἐπίπεδο, θάλεγα, ὁ Σωκράτης στήν ποίηση τοῦ Σεφέρη εἶναι τό σπαθί πού ἐπικρέμαται πάνω ἀπό κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα καί τήν ἐπικυρώνει ἤ τήν ἀκυρώνει.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/4351983448956184927/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/4351983448956184927' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4351983448956184927'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4351983448956184927'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_5649.html' title='Ἀντήχηση τοῦ Σωκράτη στή Σεφερική ποίηση'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-5408524529758359541</id><published>2009-01-23T17:06:00.002+02:00</published><updated>2009-01-23T17:38:35.575+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="βιβλιοπαρουσιάσεις"/><title type='text'>Πεζογραφία τολμηρή ἀλλά καί  ἐκρηκτικά τρυφερή</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic;&quot;&gt;Ὅταν οἱ ρίζες τῆς Λογοτεχνίας, εἰσχωρώντας βαθιά, φτάνουν στό ἀπύθμενο, τότε ἡ ζωή προβάλλεται στόν οὐρανό τῆς φιλοσοφίας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Ἡ κουνιστή πολυθρόνα&lt;/span&gt;&quot;, πρώτη συλλογή διηγημάτων τοῦ Μυκονιάτη ποιητῆ &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Παναγιώτη Κουσαθανᾶ&lt;/span&gt;, εἶναι βιβλίο γεγονός. Κι εἶναι πολύ εὐφρόσυνο, μέσα στήν ἐκδοτική ὑπερπαραγωγή τῶν ἡμερῶν νά συναντᾶς τό ἄξιο. Ὄχι πώς κάνουμε κακό πού γράφουμε, ἀλλά δέν πρέπει νά ὑπάρχει καί μιά πυξίδα γιά τόν ἀναγνώστη;&lt;br /&gt;Εἶχα λοιπόν τήν τύχη νά διαβάσω τά διηγήματα τοῦ Παναγιώτη Κουσαθανᾶ. Ἀνεπιφύλακτα λέω πώς πρόκειται γιά μιά λογοτεχνία πού γρήγορα θά πάρει τή θέση της δίπλα σ&#39; ἐκείνη τῶν καλύτερων πεζογράφων μας. Εὐτυχῶς πού ἔχουμε κάποιους &quot;ἀνοξείδωτους&quot;, π.χ. ἕναν Παπαδιαμάντη, τουλάχιστον νά μή χάνουμε τό μέτρο.&lt;br /&gt;Ἡ σπουδαιότερη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ οἰκονομία. Ἔχοντας μακρά θητεία στήν ποίηση ἔχει ἀσκηθεῖ στό καίριο, τίποτα περιττό, κατ&#39; εὐθείαν στό ψαχνό - πού λέμε. Πράγματι, χαίρεσαι αὐτόν τόν κρουστό νεοελληνικό λόγο, διανθισμένο ποῦ καί ποῦ ἀπό λέξεις μυκονιάτικης ντοπιολαλιᾶς, σμιλεμένες στό στόμα ἀνθρώπων του Αἰγαίου, ὅπως τά βότσαλα στή θάλασσα. Ἡ ἴδια αὐτή ἀρετή βοηθάει τό συγγραφέα νά ὁλοκληρώνει τή σύλληψή του εὐσύνοπτα, μέ ἀποτέλεσμα μικρά, κατά τό πλεῖστον, διηγήματα, ἀρκετά τῶν ὁποίων θεωρῶ ἀριστουργήματα (Ἡ μάνα μου, Ὁ πατέρας, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης).&lt;br /&gt;Μιά ἄλλη ἀρετή τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ μαεστρία νά μετατρέπει τό ἰδιωτικό σέ πανανθρώπινο. Ἔτσι, ἐνῶ τά περισσότερα διηγήματά του ἔχουν χαρακτήρα βιωματικό, νιώθεις πώς πατᾶς σέ ἔδαφος οἰκεῖο, ἀναγνωρίσιμο.&lt;br /&gt;Ὁ τρόπος γραφῆς, ἀνάλογα μέ τό θέμα, κινεῖται ἀπό τό ρεαλισμό ὡς τό νατουραλισμό (Ὁ πατέρας, Ἡ μάνα μου, Μέ χαμηλωμένα μάτια), χωρίς νά λείπει ὅμως καί ἡ ποίηση πού συχνά ὁδηγεῖ στό συμβολισμό (Ἡ φωτογραφία, Οἱ ἀδελφές, Ὁ ρακοσυλλέκτης). Ἕνα ποιητικό ἐπίσης ρίγος διαπερνᾶ τά διηγήματα: &quot;Τό σπίτι τοῦ ἀγέρα καί τῆς βροχῆς&quot;καί &quot;Τό σκοτάδι πέφτει πάντα μέ τόν ἴδιο τρόπο&quot;, ὁριακά καί τά δυό, καθώς τόν πυρήνα τους συνιστοῦν θεμελιώδη ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὕπαρξης καί κοινωνικοῦ ὄντος.&lt;br /&gt;Ὁ κόσμος τοῦ βιβλίου εἶναι ὁ γνωστός Νεοελληνικός, ὅπως διαμορφώθηκε τά πενήντα τελευταῖα χρόνια, κοιταγμένος ἀπό μιά συνείδηση ὥριμη, κατασταλαγμένη, τολμηρή, δίχως &quot;χαμηλωμένα μάτια&quot;, ἀλλά συνάμα ἐκρηκτικά τρυφερή καί εὐαίσθητη.&lt;br /&gt;Σ&#39; ὅλα τά διηγήματα, ἀκόμη καί τά πιό ὀνειρικά καί ἄπιαστα, ὅπως π.χ. &quot;Ἡ κουνιστή πολυθρόνα&quot; ἤ &quot;τό μπαλσαμωμένο πουλί&quot;, πιάνουμε ἕνα ἄχ γιά ὅ,τι χάσαμε, δίχως ἐλπίδα νά τό ξαναβροῦμε, μιά νοσταλγία ἀφόρητη πού καταντᾶ βασανιστική. Αὐτή ἡ αἴσθηση κορυφώνεται στό διήγημα &quot;Ὁ ρακοσυλλέκτης&quot;, ὅπου ὁ ἥρωας ἀναζητᾶ στά σκουπίδια παλιά χαρτιά καί φωτογραφίες, ὥσπου τόν παίρνουν γιά ὕποπτο καί τόν τραβολογοῦν στήν ἀστυνομία, γιά νά ξεκαρδιστοῦν στά γέλια, ὅταν τά διαβάζουν. Τρομακτική μπεκετική σύλληψη τῆς μοίρας τοῦ καλλιτέχνη ἀλλά καί τῆς τέχνης γενικότερα μέσα σ&#39; ἕνα κόσμο ἀνίκανο νά κατανοήσει, πολλῶ μᾶλλον νά ἐκτιμήσει, &quot;τό καλό&quot;, παρελθοντικό κάι σύγχρονο.&lt;br /&gt;Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο πού χαράζεται ἔντονα στήν πεζογραφία τοῦ Π.Κ. εἶναι ἡ σχέση τοῦ εὐαίσθητου ἀνθρώπου μέ τά ζῶα: Στό διήγημα &quot;Τό κυνήγι&quot; ὁ ἥρωας, ὕστερα ἀπό μιά φρικτή ἐμπειρία πού εἶχε παιδί ἀπό δύο σκοτωμένα τρυγόνια, τήν ὥρα πού ἐρωτοτροποῦσαν, καταλήγει: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Παραληρώντας, ρωτοῦσα πότε θά σηκώσουν τά ζῶα κεφάλι νά φωνάξουν τό δίκιο τους... Οἱ καρδερίνες δέν κελαϊδοῦν στά κλουβιά, κλαῖνε. Καί οἱ δεσμῶτες τους, ἔχουν κι αὐτοί τήν καρδιά τους φυλακισμένη σέ κλουβί&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Μέ σαρκασμό, κάποτε βάναυσο, δίχως ποτέ ὅμως νά γίνεται κραυγή ἤ σύνθημα, ὑπερασπίζεται ὁ συγγραφέας τό δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι διαφορετικός, χλευάζει καί πονάει συγχρόνως γιά τήν ἔκπτωσή μας, ἰδίως τή λεγόμενη &quot;τουριστική ἀνάπτυξη&quot;, τήν &quot;κουνιστή πολυθρόνα&quot; δηλαδή, πού ὅπως κι ἐκείνη τοῦ ὁμότιτλου διηγήματος, καί εἶναι - καί δέν εἶναι, ἐνῶ ἀποτελεῖ ξεγέλασμα μαζί καί ἀπειλή μας, ἀντιμετωπίζει μέ σκεπτικισμό κάποια ἔθιμα πού τά γελοιοποίησε ἡ πραγματικότητα, ἀσκώντας παράλληλα καυστική κοινωνική κριτική ( &quot;σπασμένα πιάτα&quot;) καί χαμογελάει σαρδόνια κάποτε γιά τή ζωή πού ἐπιχειροῦμε νά τήν &quot;ξαναστήσουμε&quot;, κι ὅταν ἀκόμα τά κότσια μᾶς ἐγκαταλείπουν (&quot;τά σκαλοπάτια&quot;, ἕνα διήγημα κλαυσίγελως).&lt;br /&gt;Ἐκεῖνο πού εἶναι ἐπίσης ἀξιοπρόσεκτο, εἶναι ἡ ἀποφθεγματική συχνά φράση πού ὑπογραμμίζει τήν οὐσία συνήθως τοῦ διηγήματος, ἀλλά καί ἐξασφαλίζει στή λογοτεχνία κύρος καί διαχρονικότητα. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Ξεσκάτωσα τή μάνα μου, πού μ&#39; εἶχε ξεσκατώσει&lt;/span&gt;&quot;, &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Οἱ νεκροί νιώθουν ἄνθρωποι, ὅπως κι ἐμεῖς&lt;/span&gt;&quot;. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Ὅλο κι ὅλο πού ζητοῦν εἶναι νά τούς πᾶμε μέχρι τόν Ἅϊ Λουκᾶ&lt;/span&gt;&quot;. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Πέφτει ὁλοένα πέφτει ἡ σκόνη πάνω στόν κόσμο, μά κανένας δέν τή βλέπει ἔτσι ἀθόρυβα πού κάθεται, κόκκο τόν κόκκο&lt;/span&gt;&quot;. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Δέν μπορεῖ ἐπιτέλους νά μένει ἀτιμώρητη ἡ ἔλλειψη μειλιχιότητας πρός τό παιδί&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Δίχως νά ἐξαντλοῦμε ὅσα ἔχουμε νά ποῦμε γιά &quot;τήν κουνιστή πολυθρόνα&quot; - ἴσα καί τήν προσεγγίσαμε, - τήν προτείνουμε ὡς ἕνα ἀπό τά καλύτερα βιβλία πού κυκλοφόρησαν τά τελευταῖα χρόνια στόν τόπο μας. Ὁ Π.Κ. ἔρχεται κατ&#39; εὐθείαν ἀπό τόν Παπαδιαμάντη, ἔχοντας ὅμως ὡς δάσκαλο στήν οἰκονομία τοῦ λόγου τόν Καβάφη, στόν ὁποῖο, ἐξ ἄλλου, συχνά παραπέμπει, ἀλλά καί τή δική του ποίηση, πού εἶναι ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσα.&lt;br /&gt;Κοντολογίς &quot;Ἡ κουνιστή πολυθρόνα&quot; - θά προτιμοῦσα τόν τίτλο &quot;Ὁ ρακοσυλλέκτης&quot; - εἶναι μιά λογοτεχνία πού συνιστᾶ ἄποψη δίχως νά ὑπηρετεῖ καμμιά ἄποψη, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, σ&#39; αὐτή, κρίνεται ἀπό τήν εὐαισθησία του ἀπέναντι σέ θεμελιακές ἀξίες πού ἡ ἴδια ἡ ζωή ὁρίζει ὡς τέτοιες καί ὄχι ἡ συμβατική καί στεγνή ἀντίληψη τῆς ὀργανωμένης κοινωνίας. Ἔτσι, ἡ πεζογραφία τοῦ Π.Κ. ἀποτελεῖ κατάθεση στήν ὑπόθεση τοῦ ἀνθρώπου, ἀναδεικνύοντας τό οὐσιαστικό καί καταγγέλοντας τό ὑποκριτικό καί ψεύτικο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό κείμενο γράφηκε γιά τήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου  καί δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 14, Ἰανουάριος 1999&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/5408524529758359541/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/5408524529758359541' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/5408524529758359541'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/5408524529758359541'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_4299.html' title='Πεζογραφία τολμηρή ἀλλά καί  ἐκρηκτικά τρυφερή'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2712226304375158810</id><published>2009-01-23T09:46:00.003+02:00</published><updated>2009-01-23T10:49:06.582+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="βιβλιοπαρουσιάσεις"/><title type='text'>Νίκος Φωκᾶς: Ἕνας αἰσθησιοκράτης ποιητής</title><content type='html'>&lt;a onblur=&quot;try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}&quot; href=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPI09WKrlptCoiYU4cBftAp9GnwFts8YwvxYZN6aoZMwLnO5IqzQvHWbXxoUtudG82h6C1q_XN0QxTLLrAJ6gzUPcAaFXSly_3Wx6CEfz9YW8qwn4OlvEQDBR7z9Rkz3xNuEgUri3ggTzx/s1600-h/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg&quot;&gt;&lt;img style=&quot;margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer; width: 138px; height: 200px;&quot; src=&quot;https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPI09WKrlptCoiYU4cBftAp9GnwFts8YwvxYZN6aoZMwLnO5IqzQvHWbXxoUtudG82h6C1q_XN0QxTLLrAJ6gzUPcAaFXSly_3Wx6CEfz9YW8qwn4OlvEQDBR7z9Rkz3xNuEgUri3ggTzx/s200/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg&quot; alt=&quot;&quot; id=&quot;BLOGGER_PHOTO_ID_5294406875571038850&quot; border=&quot;0&quot; /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&quot;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Στόν ποταμό Κολύμα&lt;/span&gt;&quot;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Στόν Πλάτωνα, ἡ ψυχή, στή θέα τοῦ ὡραίου, ἀναμιμνήσκεται ὅ,τι θαύμαζε πρίν ἐκπέσει. Καί πῶς ὁ παλαιός αὐτός, ποιητής πρωτίστως, ζώντας στήν Ἀθήνα, πλάϊ στίς χλοερές ὄχθες τοῦ Κηφισοῦ καί τοῦ Ἰλισσοῦ, πῶς νά μή θεᾶται τό οὐράνιο, ἀνεβασμένος καθώς ἦταν στό πιό ψηλό σκαλί τοῦ γήϊνου κάλλους;&lt;br /&gt;Ὁ Ν. Φωκᾶς ζεῖ στήν Ἀθήνα. Ποῦ ποτάμια καί ποῦ κάλλος! Ἀφήνει λοιπόν τίς οὐράνιες πολιτεῖες σέ ἄλλους, πιό ἀλαφροΐσκιωτους, κι ἐκεῖνος ἀναζητάει σπαραχτικά τόν κόσμο πρίν ἐκπέσει, ὅπως δηλ. πρόλαβε νά τόν γευτεῖ στή νεότητά του, ὅταν ὁ τόπος ἀπόπνεε ἀκόμα κάτι ἀπό τήν παλιά του εὐγένεια, σάν &quot;κληματίδα σκαρφαλωμένη στόν ἑτοιμόρροπο γωνιόλιθο&quot;.&lt;br /&gt;Ἡ τραυματική λοιπόν σχέση τοῦ ποιητῆ μέ τόν τόπο, ὡς περιέχοντα ἀλλά καί περιεχόμενον, εἶναι μιά βασική ὁρίζουσα τῆς συλλογῆς &quot;Στόν ποταμό Κολύμα&quot; καί ἀνιχνεύεται σέ πολλά ποιήματα (&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μυστήριο, Πλεύση, Χαμομήλια κι Ἀγριόσταχια, Δεκέμβρης, Ἀστραπές μές στή νύχτα, Λεπτομέρεια, Ὑδρότοπος&lt;/span&gt;). Στό τελευταῖο μάλιστα αὐτό, ἡ διάσταση ἀνθρώπου-τόπου εἶναι τόσο ὁριακή, πού συνιστᾶ τό τραγικό, καθώς στήν ἔκπτωση τοῦ πισσοστρωμένου Ἡριδανοῦ βλέπει ὁ καθένας τή δική του ἔκπτωση.&lt;br /&gt;Ἡ σχέση μας μέ τό χρόνο εἶναι ἄλλη μιά ὁρίζουσα. Ὁ Ν.Φ. δέν φοβᾶται τό θάνατο, πού τόν θεωρεῖ ἀπόδραση πρός τήν ἐλευθερία. Φοβᾶται τό χρόνο, ὅπως τόν βιώνει ὡς ἀνθρώπινο ὄν, δηλ. μέ τή γέννηση, τήν ἐνηλικίωση καί τό τέλος. Καθώς ὁ ποιητής ἀσφυκτιᾶ σ&#39; αὐτό τό χῶρο τῆς γήϊνης ζωῆς του - κουβαλώντας κι ὅλας τή μνήμη ἀγαπημένων νεκρῶν - παραπαίει ἀνάμεσα στήν τρέλα καί τήν αὐτοχειρία (&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Ἀντιθέσεις, Ἐωθινή ὠδή&lt;/span&gt;). Ἀλλοῦ ὁ χρόνος τόν καταδιώκει ἀνηλεῶς, εἶναι ἀδήλωτος ἐχθρός του, κινεῖ φονιάδες ἐναντίον του κι ὅπως παραμονεύουν στή γωνία τά γηρατειά, τί εἶναι ἡ ζωή; &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Λυγμός τῆς χτεσινῆς ξεφάντωσης&lt;/span&gt;&quot;(ἐπαναλαμβανόμενο νυχτερινό μιμόδραμα).  Κάποτε, γίνεται πιό εὐφρόσυνος: Στό ποίημα &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Κορύφωμα&lt;/span&gt;&quot; παραλληλίζει τήν τυχαία πληρότητα στή φύση (ἕνα πουλί π.χ. στήν κορυφή τοῦ δέντρου ἀλλάζει τά δεδομένα) μέ τή στιγμιαία πληρότητα στή ζωή μας πού καταργεῖ τό ἄδειο καί πυροδοτεῖ τήν ἐλπίδα μας. Ὁ Καβάφης δέν βρίσκει κἄν στιγμιαία πληρότητα: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;καί καταντᾶ τό αὔριο πιά σάν αὔριο νά μή μοιάζει&lt;/span&gt;&quot;. Ὡστόσο, ἡ ζωή, ὡς ἄλλη ὁρίζουσα στήν ποίηση τοῦ Ν. Φωκᾶ, &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ἄν καί χωρίς ἀξία, δέν ἐκχωρεῖται μέ κανένα ἀντάλλαγμα&lt;/span&gt;&quot; (&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Μάντις ἤ ἀλογάκι τῆς Παναγίας&lt;/span&gt;&quot;).&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Σέ ἄλλα ποιήματα ἀναδεικνύονται οἱ δυνατότητες πού ἐξασφαλίζουν ἡ μνήμη καί ὁ συνειρμός, ἡ φαντασία καί τό ὄνειρο, ἡ παραίσθηση καί, πάνω ἀπ&#39; ὅλα, οἱ αἰσθήσεις. Θά &#39;λεγα μάλιστα ὅτι ὁ Ν.Φ. εἶναι ἕνας αἰσθησιοκράτης ποιητής. Μέ ἀσκημένες τίς αἰσθήσεις, ἰδίως τήν ἀκοή καί τήν ὄσφρηση, &quot;σάν φίδι&quot;, στή μοναξιά καί τή σιωπή, ἀλλά  καί μέ τή βοήθεια τῆς μνήμης, ὁ ποιητής ἀκούει ἀλλόκοσμους κελαηδισμούς (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Μελοποιημένη κλήση&lt;/span&gt;), καμπάνες ὑπεργειες (&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 255);&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;ἐωθινή ὠδή&lt;/span&gt;)&lt;/span&gt; καί μέσω τῆς μουσικῆς, βιώνει ἐμπειρίες σχεδόν ὑπερβατικές: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἡ ἐπανάληψη στή μουσική μοιάζει μέ ἀνάκληση κάποιου χαμένου παρελθόντος&lt;/span&gt; (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Μουσικό σχόλιο α&#39;&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;)&lt;/span&gt;&quot;, &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἡ μουσική φτάνει στ&#39; αὐτιά σάν ἐμπειρία ἀποκτημένη ὅσων ποτέ του κανένας δέν ζεῖ&lt;/span&gt;&quot; (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Μουσικό σχόλιο β&#39;&lt;/span&gt;). Μέ τίς αἰσθήσεις παρά πόδας καί τή μνήμη τοῦ χαρίζεται κι αὐτό πού λέμε θαῦμα ἤ μυστήριο, ἀφοῦ καί τή νεκρή μητέρα του φέρνουν κάποιες εὐωδιές καί &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;τ&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ή μυριστική ἀκόμα ἄβυσσο τῆς γέννας του&lt;/span&gt;&quot;. (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Μυστήριο&lt;/span&gt;). Ἀκόμα, ξαναζεῖ τό παρελθόν σάν γοητεία πού ἀνακαλεῖται ἤ, στή θάλασσα, - πανδαισία αἰσθήσεων, ἰδίως τῆς ἀφῆς - ξαναγεννιέται. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ὡς μικροσύμπαν, εἶναι ἐπίσης μιά ἰσχυρή ὁρίζουσα στόν &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Ποταμό Κολύμα&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Στό ποίημα &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Νέα Ὑόρκη&lt;/span&gt;&quot; ὁ Ν.Φ. ἀνατρέπει τήν κοινή κλίμακα τῶν ἀξιῶν προτείνοντας τή δική του: Τί σημαίνει ἐπώνυμος καί ἀνώνυμος, σπουδαῖος καί ἀσήμαντος; Ὁ καθένας εἶναι ἐξίσου σημαντικός γιά τή ζωή, ἀφοῦ μπορεῖ νά χαρεῖ τή φύση, νά ἐρωτευτεῖ καί νά πονέσει τόν ἄλλον, ὅποιος κι ἄν εἶναι. Ἐξ ἄλλου τή σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο ἐκφράζει ἀκόμα πιό ἄμεσα στό ποίημα &quot;Αὐτοβιογραφία&quot;, ὅπου ἀναγνωρίζει στόν ἄλλον τόν ἑαυτό του:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Σάν εἴδωλό μου τόν κοιτάζω καί ταυτόχρονα τόν μελετῶ σάν ἕνα κείμενο &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Καί πράγματι διαβάζεται σάν μυθιστόρημα μέ τή μαγεία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;τῆς ζωῆς τῶν ἄλλων&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μά καί μαζί σάν προσωποιημένη αὐτοβιογραφία μου&lt;/span&gt;.&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Ἡ ἐμμονή στήν ἀποδοχή καί κατανόηση τοῦ ἄλλου κορυφώνεται στό ὁμότιτλο τῆς συλλογῆς ποίημα &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Στόν ποταμό Κολύμα&lt;/span&gt;&quot;, ὅπου καί ὁ Στάλιν &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;θύμα κι αὐτός τῆς γέννησής του&lt;/span&gt;&quot; μπορεῖ νά γίνει συμπαθής. Ἡ ἀσκημένη συνείδηση τοῦ ποιητῆ ἐλέγχεται ἀκόμα καί γιά ἕνα κουνούπι πού, χωρίς λόγο ἤ ἀπό κακή προηγούμενη ἐμπειρία, σκότωσε (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Ἀνέκδοτο&lt;/span&gt;). Ἡ βαθειά ἐπιθυμία νά δεῖ τόν ἄνθρωπο σέ ἑνότητα μέ τόν ἄλλον τοῦ δημιουργεῖ &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;φευγαλέες παραισθήσεις&lt;/span&gt;&quot; πώς &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ἡ ἀνθρωπότητα θά &#39;ρθει ἐποχή/Νά μή διαιρεῖται σέ θρησκεῖες, ἔθνη, τάξεις, φυλές/ἀλλά καθώς στό κέντρο τώρα τοῦτο &#39;δῶ/Σέ τοπικές παρέες, σέ διπλανά τραπέζια συζητήσεων&lt;/span&gt; (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Βράδυ σ&#39; ἕνα κέντρο&lt;/span&gt;).&lt;br /&gt;Ὅσο ὅμως ὁ ποιητής πονᾶ τόν ἄνθρωπο καί τή μοίρα του, τό ἴδιο καί τόν μυκτηρίζει γιά τήν ἔκπτωσή του, ἀπό δική του ὑπαιτιότητα. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τόν ἀποκαρδιώνει. Βλέπει &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;τόν Κόσμο κατειλημμένον ἤδη, βεβηλωμένο, ἀτιμασμένο ἀπό τόν ἄνθρωπο&lt;/span&gt;&quot; καί &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Τό αὔριο ἀνάξιο σάν αὐτόν&lt;/span&gt;&quot;. Ποιό μέλλον λοιπόν, ποιό αὔριο... Γι&#39; αὐτό &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;εὐτυχισμένος ὅποιος ἔχει συνεχῶς τήν αἴσθηση τῆς πλεύσης/Δίχως ξηρά καί δίχως αὔριο στόν ὁρίζοντα&lt;/span&gt;&quot; (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Πλεύση&lt;/span&gt;). Ὁ Καβάφης συνανεῖ τουλάχιστον στήν ἐμπειρία τοῦ ταξιδιοῦ &quot;Ἡ Ἰθάκη σ&#39; ἔδωσε τ&#39; ὡραῖο ταξίδι&quot;, τό ἴδιο καί ὁ Σεφέρης &quot;Εὐτυχισμένος πού ἔκανε τό ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα&quot;. Ὁ Ν.Φ. καταφάσκει μόνο στήν αἴσθηση τοῦ ταξιδιοῦ. Εἶναι λοιπόν ὁ ποιητής ἕνας ἀπελπισμένος; Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν Ἄνθρωπο: Ναί. Καί ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν ποιητή, ἐπιβαίνει τοῦ Κόσμου, εἶναι ἀπελπισμένος καί γιά τόν Κόσμο. Καί τό χειρότερο: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Νά μή μποροῦμε νά τόν ἀρνηθοῦμε παρ΄αμόνο μέ τό θάνατο&lt;/span&gt;&quot;. (&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Σύγχρονο πολεμικό τοπίο&lt;/span&gt;&quot;). Ὡστόσο, ὅ,τι παλιό τόν συγκινεῖ μέχρι δακρύων, καθώς ταυτίζεται μέ τό &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ξεπερασμένο&lt;/span&gt;&quot;, ἀφοῦ, σάν τέτοιο, δέν εἶναι πιά ἀγοραῖο (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Δακτυλογράφος&lt;/span&gt;). Περιφρονεῖ τήν πολιτική τῶν διεκδικήσεων, ἔτσι, καθώς ἐπιβλήθηκε ὡς μόνο νόημα ὕπαρξης καί νοσταλγεῖ ἄλλες συνάξεις, ὑπό τόν ἦχο τῆς καμπάνας, ἀφοῦ αὐτές τουλάχιστον εἶχαν χαρακτήρα ἑνωτικό καί ἀνιδιοτελή (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;ἐ&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;ωθινή ὠδή&lt;/span&gt;). Καί ἡ πατρίδα; Τί εἶναι ἡ πατρίδα; Τό τοπίο, φυσικά καί ἡ παράδοση, ρημαγμένα σήμερα καί τά δύο (&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Λεπτομέρεια&lt;/span&gt;). Πῶς βγαίνουμε ἀπό τό ἀδιέξοδο; Ἡ ἀπελπισία ὑπερβαίνει τόσο τά ὅριά της, πού ὁ ποιητής, ἀπευθυνόμενος σ&#39; ἕνα φανταστικό σύντροφο προτείνει ἕνα νέο Δεκέμβρη. Τό ποίημα &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Δεκέμβρης&lt;/span&gt;&quot; - ἕνα κομμάτι καθαρῆς ποίησης, καθώς εἶναι φορτισμένο ἀπό τήν ἀρχή - ἀποτελεῖ κραυγή κάθε εὐαίσθητης συνείδησης. Τό παραθέτω ὁλόκληρο:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Δεκέμβρης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Εὐχαρίστως θά κατέβαινα ἀκόμα καί σήμερα, ναί,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἰδίως σήμερα μάλιστα, ἰδίως σήμερα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας ἄν μοῦ δινόταν μιά εὐκαιρία,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἄν εἶχα ἕνα σύντροφο, ἄν εἶχα ἕνα μυδράλιο, θαρραλέος,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἀποφασισμένος νά σκοτώσω καί νά σκοτωθῶ σέ μιά νέα μάχη,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Στό ἴδιο ἀντίκρυ μου οὐρανό-περιθωριακό στοιχεῖο τῆς θύμησης,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Εὐχαρίστως θά &#39;δινα τή ζωή μου γιά τήν ἴδια αὐτή σημαία&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Τόν δίχως σύνορα αἰθέρα μιᾶς εὐωδίας χειμερινῆς,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἄν ἦταν μέρα τό γαλάζιο κι ἄν ἦταν σούρουπο τό κόκκινο,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Σημαία ἤ λάβαρο ἀπό πάνω μας πού κανείς δέν κρατᾶ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Κι ἴσως, σύντροφε ἐσύ φανταστικές - τό ὑπογραμμίζω - μαχητή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἴσως, μέ λίγη τύχη, τή φορά τούτη, ἐσύ κι ἐγώ νικούσαμε.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ἄνθρωπος καί συνάνθρωπος, ἄνθρωπος καί Κόσμος, παλιός καί σύγχρονος κόσμος, πατρίδα, εἶναι πράγματα πού ὁρίζουν τά ποιήματα τῆς συλλογῆς, καθώς ὁρίζουν, ἐξ ἄλλου, τή διάθεση κάι τό στοχασμό τοῦ ποιητῆ.&lt;br /&gt;Ἡ μόνη ἀντίσταση κατά τῆς ἐκδοχῆς αὐτῆς τοῦ Κόσμου, ἡ μόνη ἀνταρσία εἶναι ὁ ἔρωτας, σκέτο σκάνδαλο. Ὁ ἔρωτας ὑπερβαίνει τοῦ Κόσμου, παραμένοντας μυστήριο ἀκατανόητο: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μήπως ὁ Κόσμος ἔδωσε ποτέ ἑξηγήσεις σέ κανέναν/ὥστε κι ἐμεῖς νά τοῦ χρωστάμε τώρα δά ἑξηγήσεις γι&#39; αὐτόν τόν/σιωπηλό ἐναγκαλισμό;&lt;/span&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt; &lt;/span&gt;(&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Σκάνδαλο&lt;/span&gt;).&lt;br /&gt;Ὁ Ν. Φωκᾶς ἀπό τόν δικό του ποταμό Κολύμα ἐξομολογεῖται, ρεμβάζει, ἀποκαλύπτει, ὀργίζεται, σαρκάζει, προσκαλεῖ, σέ μιά γλώσσα πού διαθέτει τό κύρος τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας, ἐκτεταμένης ὡς τά ὅριά της, δίχως νά φτάνει ποτέ στήν ἐκζήτηση. Ὑπηρετώντας μέ προσήλωση τό ποιητικό του ἴδωμα, χειρίζεται μέ τόλμη τό ὑλικό του, εὐτυχώντας σέ εἰκόνες κάι μεταφορές πρωτότυπες, κατακυρωμένες πάντα ἀπό τήν ὁμιλούσα γλώσσα μας. Ἡ λέξη τοῦ παραδίνεται, γιατί δέν τήν προδίδει, τήν ψάχνει ἐπίμονα σάν ἐρωτευμένος τήν ἀγαπημένη. Ἔτσι ἡ ποίησή του ἄν καί καθαρά λυρική, φέρνει κάτι ἀπό τήν πλατειά ἀφήγηση τῆς ἐπικῆς μας παράδοσης κάι συγχωνεύοντας ἀριστοτεχνικά στοιχεῖα τῆς νεώτερης, Ἑλληνικῆς καί Παγκόσμιας, ἐκτινάσσεται νέα καί λαμπερή, κατάθεση ἀνανεωτική τῆς ποίησής μας καί ποιητικός κανόνας γιά νέους ποιητές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό κείμενο ἐκφωνήθηκε στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου &quot;Στόν ποταμό Κολύμα&quot; καί δημοσιεύθηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 13, Ὀκτώβριος 1998&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2712226304375158810/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2712226304375158810' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2712226304375158810'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2712226304375158810'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_23.html' title='Νίκος Φωκᾶς: Ἕνας αἰσθησιοκράτης ποιητής'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media="http://search.yahoo.com/mrss/" url="https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgPI09WKrlptCoiYU4cBftAp9GnwFts8YwvxYZN6aoZMwLnO5IqzQvHWbXxoUtudG82h6C1q_XN0QxTLLrAJ6gzUPcAaFXSly_3Wx6CEfz9YW8qwn4OlvEQDBR7z9Rkz3xNuEgUri3ggTzx/s72-c/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CE%B1.jpg" height="72" width="72"/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-4220155133588271444</id><published>2009-01-22T20:08:00.002+02:00</published><updated>2009-01-22T21:03:15.523+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Φιλοσοφική διάθεση στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη</title><content type='html'>&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;(Μιά ἀναφορά στόν Παπαδιαμάντη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;Ξεφυλλίζοντας τίς συλλογές τοῦ Ἐλύτη, μία πρός μία, ἀπό τίς πρῶτες ἐφηβικές του συνθέσεις ὥς καί τήν τελευταία, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ ποιητής παραμένει ἕνας καί ἀδιαίρετος: Λάτρης τῆς ὀμορφιᾶς πού τήν ταυτίζει μέ τή δικαιοσύνη καί τήν ἀλήθεια, ὁραματιστής ἑνός κόσμου πού δύναται ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκρυπτογραφήσει καί νά τόν βιώσει βαθιά, ἀρκεῖ νά θελήσει. Μάλιστα, ὁ ἕλληνας ἄνθρωπος εἶναι προνομιοῦχος τῆς ζωῆς γιά χίλιους λόγους καί πρωτίστως: Γιά τήν παράδοσή του, τήν ἰδιοσυγκρασία του, τό τοπίο του. Ὅλα αὐτά συνιστοῦν ἕναν Παράδεισο. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Η Μεσόγειος&lt;/span&gt;&quot; γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά, &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;εἶναι μία ζώνη πού οἱ τερατολογικές παραμορφώσεις τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ Νότου παίρνουν ἀνθρώπινο σχῆμα, ὅταν φθάσουν ἀκριβῶς ἐκεῖ. Ἐκεῖ ἀκριβῶς γεννήθηκε ἡ Λυρική τέχνη, ἐκεῖ πρωτοδημιουργήθηκε ἡ Δημοκρατία, ἐκεῖ ἀξιώθηκαν νά διδάξουν ἕνας Σωκράτης κι ἕνας Ἰησούς. Ἡ ζώνη αὐτή εἶναι μιά ἀκριβής στιγμή πού ὅλες οἱ συνθῆκες, ὅλοι οἱ παράγοντες δίνουν τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σταθεῖ ἀκέραιος&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Ὁ Ἐλύτης, παρά πού ἔζησε σέ μιά ἐποχή ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, δέν συγκινήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπό καμμιά. Τό μόνο κίνημα πού τόν ἐξέφρασε ἦταν ὁ ὑπερρεαλισμός καί μάλιστα ὄχι πρός ὅλες τίς παραμέτρους του. Πῆρε ἀπ&#39; αὐτόν ὅ,τι θεωροῦσε γόνιμο γιά τήν τέχνη του, προσαρμόζοντάς το κάθε φορά σέ ὅ,τι κουβαλοῦσε μέσα του ἀπό τήν ἑλληνική ποιητική παράδοση. Γι&#39; αὐτό κι οἱ &quot;Προσανατολισμοί&quot;του (1939) ἐπαινέθηκαν ὁμοφώνως ἀπό τήν κριτική ὡς δρόμος πού ἔπρεπε ν&#39; ἀκολουθήσει ἡ Νέα Ἑλληνική ποίηση. Πίστη καί στάση ζωῆς καί ἰδεολογία στάθηκε γι&#39; αὐτόν τό ποιητικό του ὅραμα. Κι αὐτό διαμορφώθηκε σύμφωνα μέ τήν αὐθεντική του φύση, τά διαβάσματά του, τά βιώματά του. Ὁ ἑλληνικός χῶρος, μέ ὅ,τι τόν ὁρίζει, αὐτός καί τόν προσδιόρισε. Γι&#39; αὐτό καί &quot;ποιητής τοῦ Αἰγαίου&quot;, ὅπως τόν ἀποκαλοῦν, γι&#39; αὐτό καί &quot;ἡλιοπότης&quot;, παρότι βρίσκω συμβατικούς τούς χαρακτηρισμούς, γιατί  ὑπάρχει κίνδυνος νά θεωρήσουμε τόν Ἐλύτη ἕναν ποιητή πού μπαίνει σέ καλούπια. Τόν στενεύουμε. Δέν εἶναι μόνο αὐτό. Οὔτε καί ποιητή τῆς ἑλληνικότητας καί τῆς ὀρθοδοξίας μποροῦμε νά τόν ποῦμε. Πάλι τόν στενεύουμε.&lt;br /&gt;Ἡ ἑλληνικότητά του ἔγκειται κυρίως στό ὅτι νιώθει κομμάτι τοῦ τόπου, στόν ὁποῖο ἔτυχε νά γεννηθεῖ, στήν ἱστορική συνείδηση τῆς ἐλευθερίας, στόν ἥλιο, στή θάλασσα, τόν οὐρανό, τούς βράχους καί τόν ἀσβέστη τοῦ Αἰγαίου καί πάνω ἀπ&#39; ὅλα, στή γλώσσα, πού τή θεωρεῖ ἦθος. Γράφει στά &quot;Δημόσια καί Ἰδιωτικά&quot; (Ἵκαρος 1990) &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Εἶναι μιά γλώσσα μέ πολύ αὐστηρή γραμματική, πού τήν ἔφτιασε μόνος του ὁ λαός, ἀπό τήν ἐποχή πού δέν ἐπήγαινε ἀκόμα σχολεῖο. Καί τήν τήρησε μέ θρησκευτική προσήλωση κι ἀντοχή ἀξιοθαύμαστη, μέσα στίς πιό δυσμενεῖς ἑκατονταετίες. Ὥσπου ἤρθαμ&#39; ἐμεῖς, μέ τά διπλώματα καί τούς νόμους, νά τόν βοηθήσουμε. Καί σχεδόν τόν ἀφανίσαμε. Ἀπό τό ἕνα μέρος τοῦ φάγαμε τά κατάλοιπα τῆς γραφῆς του καί ἀπό τό ἄλλο τοῦ ροκανίσαμε τήν ἴδια του τήν ὑπόσταση, τόν κοινωνικοποιήσαμε, τόν μεταβάλαμε σέ ἕναν ἀκόμα μικροαστό, πού μᾶς κοιτάζει ἀπορημένος ἀπό κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας τοῦ Αἰγάλεω&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Μέ τήν ὀρθοδοξία ἐξ ἄλλου ἡ σχέση του εἶναι κυρίως αἰσθητική. Δανείζεται σύμβολα ἀπό τό τελετουργικό της, λέξεις καί σχήματα ἀπό τήν ὑμνολογία της, τόν συγκινεῖ ἡ ταπεινή πίστη πού φτιάχνει, ἄς ποῦμε, ἕνα μικρό κάτασπρο ἐκκλησάκι, δέ φαίνεται νά τόν ἐνδιαφέρει τό δογματικό της μέρος.&lt;br /&gt;Ὁ Ἐλύτης δοξάζει τίς αἰσθήσεις, στίς ὁποῖες προσδίδει ἠθική διάσταση. Ὀνειρεύεται μιά ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος, καθαρισμένος ἀπό τά λέπια πού κόλλησε πάνω του ἡ κοινωνική περίσταση, θά ζήσει ὅπως ἡ ἀληθινή του φύση ὁρίζει καί τότε θά εἶναι εὐδαίμων. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Θέλουμε δέ θέλουμε&lt;/span&gt;&quot; γράφει στά Ἀνοιχτά Χαρτιά &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;εἴμαστε ὅλοι δέσμιοι μιᾶς εὐτυχίας, πού ἀπό δικό μας λάθος ἀποστερούμαστε. Κι ὅτι δέν ὑπάρχει χρυσόμαλλο δέρας εἶναι ψέματα. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι τό χρυσόμαλλο δέρας τοῦ ἑαυτοῦ του&lt;/span&gt;&quot;. &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἡ Ποίηση&lt;/span&gt;&quot; συνεχίζει &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;μᾶς ξεμαθαίνει ἀπό τόν κόσμο τῆς φθορᾶς τέτοιον πού τόν βρήκαμε: τόν κόσμο τῆς φθορᾶς. Πού ἔρχεται κάποια στιγμή νά δοῦμε ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδός γιά νά ὑπερβοῦμε τή φθορά, μέ τήν ἔννοια πού ὁ θάνατος εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν Ἀνάσταση&lt;/span&gt;&quot;.&lt;br /&gt;Ἔχει ἐνδιαφέρον τό πῶς περνάει ὁ θάνατος στήν ποίησή του. Στό &quot;Ἡμερολόγιο ἑνός ἀθέατου Ἀπριλίου&quot; ὑπάρχει διάχυτη ἡ αἴσθηση τοῦ ποιητῆ γιά τό σκοτεινό μέρος τῆς ζωῆς. Σ&#39; αὐτά τά ποιήματα ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ τό θάνατο, ἀλλά τόν προσπερνᾶμε ἁπαλά, λυτρωτικά σχεδόν. Διαβάζουμε στή σελίδα 10:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Κεῖ κατά τά μεσάνυχτα εἶδα τίς πρῶτες φωτιές&lt;br /&gt;πάνω ἀπ&#39; τ&#39; ἀεροδρόμιο.&lt;br /&gt;Πιό δῶ τό μαῦρο κενό.&lt;br /&gt;Ὕστερα φάνηκε νά &#39;ρχεται ἡ flora mirabilis ὀρθή πάνω&lt;br /&gt;στό ἅρμα της καί ἀδειάζοντας ἀπό &#39;να πελώριο χωνί&lt;br /&gt;λουλούδια.&lt;br /&gt;Τά θύματα ἔσκυβαν κι ἔπαιρναν τή στάση πού εἶχαν&lt;br /&gt;πρίν χωρίσουν ἀπό τή Μητέρα.&lt;br /&gt;Στό κοτσάνι τῆς νύχτας ἡ σεληνη σπάραζε.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Στή συλλογή &quot;Τά ρώ τοῦ ἔρωτα&quot; τό ποίημα &quot;Ἡ ποδηλάτισσα&quot;ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό παράδειγμα αἰσθητικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ θανάτου:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Τό δρόμο πλάϊ στή θάλασσα περπάτησα&lt;br /&gt;πού &#39;κανε κάθε μέρα ἡ ποδηλάτισσα.&lt;br /&gt;Βρῆκα τά φροῦτα πού &#39;χε τό πανέρι της&lt;br /&gt;τό δαχτυλίδι πού&#39; πεσε ἀπ&#39; τό χέρι της.&lt;br /&gt;Βρῆκα τό κουδουνάκι καί τό σάλι της&lt;br /&gt;τίς ρόδες, τό τιμόνι, τό πεντάλι της.&lt;br /&gt;Βρῆκα τή ζώνη της, βρῆκα σέ μιάν ἄκρη&lt;br /&gt;μιά πέτρα διάφανη πού &#39;μοιαζε μέ δάκρυ.&lt;br /&gt;Τά μάζεψα ἕνα ἕνα καί τά κράτησα&lt;br /&gt;κι ἔλεγα ποῦ &#39;ναι ποῦ&#39;ναι ἡ ποδηλάτισσα.&lt;br /&gt;Τήν εἶδα νά περνᾶ πάνω ἀπ&#39; τά κύματα&lt;br /&gt;τήν ἄλλη μέρα πάνω ἀπό τά μνήματα.&lt;br /&gt;Τήν τρίτη νύχτωσ&#39; ῎εχασα τ&#39; ἀχνάρια της&lt;br /&gt;στούς οὐρανούς ἀνάψαν τά φανάρια της.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Κάτι παρόμοιο συναντᾶμε στόν Παπαδιαμάντη. Πλῆθος διηγημάτων του ἔχουν θέμα τό θάνατο, συνήθως ἑνός μικροῦ παιδιοῦ, ἑνός νέου ἄντρα, μιᾶς νέας κοπέλας. Αὐτοί οἱ θάνατοι τελοῦνται συνήθως μέσα στήν ἄπειρη ὀμορφιά τῆς φύσης, μέσα στήν ἄπειρη, θάλεγα, ὀμορφιά περιγραφῆς τους ἀπό τό συγγραφέα πού ὁ Ἐλύτης ἀπεριόριστα θαύμασε. Θάνατοι ποιητικοί, δηλ. λυτρωτικοί. Ἡ μόνη διαφορά τους εἶναι ὅτι, ἐνῶ καί οἱ δυό γνωρίζουν τήν &quot;ἀνθρώπινη περίσταση&quot;, ὁ ποιητής τήν καταργεῖ, ὁ συγγραφέας τήν ὑπογραμμίζει.&lt;br /&gt;Ὁ Ἐλύτης ἀρνεῖται νά τοποθετήσει μέσα στόν Παράδεισό του τόν ἄνθρωπο δυστυχισμένο. Τόν φτιάχνει λοιπόν ὅπως τόν θέλει, νά χαίρεται καί νά βιώνει βαθιά τό μυστήριο τοῦ κόσμου. Ἔτσι, ἄνθρωπος καί φύση συναποτελοῦν μιά ἠθική δύναμη πού συνιστᾶ μιά νέα μεταφυσική.&lt;br /&gt;Ὁ Παπαδιαμάντης στήνει ἕναν κόσμο πού πεθαίνει μές στήν ὀμορφιά, γιά νά ξαναγίνει ὀμορφιά: λουλούδια, δέντρα, βράχοι, μυροβόλημα. Ὁ Ἐλύτης στήνει ἕναν κόσμο ἰδανικῆς ὀμορφιᾶς τέτοιον, πού δέν πεθαίνει, γιατί ἀρχή καί τέλος ταυτίζονται: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος, ἐδῶ ἡ ζωή ἀρχίζει&lt;/span&gt;&quot;, στίχος ἀπό τό νεανικό του ποίημα &quot;Ἆσμα ἡρωϊκό καί πένθιμο γιά τό χαμένο ἀνθυπολοχαγό τῆς Ἀλβανίας&quot;, (1943), αἴσθηση πού δέν ἀλλοιώνεται ὡς καί τήν τελευταία του συλλογή &quot;Δυτικά τῆς λύπης&quot; (1995), βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τόν σκοτεινό Ἐφέσιο:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἡ ὕλη ἡλικία δέν ἔχει. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μόνο ν&#39; ἀλλάζει ξέρει. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Θές πάρτην ἀπό τήν ἀρχή&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;θές ἀπ&#39; τό τέλος.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Ἤρεμα κυλάει ἐμπρός ἡ ἐπιστροφή καί σύ τήν&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;παρακολουθεῖς δῆθεν ἀδιάφορος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;... Ἄχ θάλασσα πάνω πού ξυπνᾶς πώς ξανακαινουργιώνονται ὅλα!&lt;/span&gt;&quot; (ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα &quot;Ὡς Ἐνδυμίων&quot;)&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Κορίτσια κι ἀγόρια στόν Ἐλύτη ἔχουν μιάν ἀλεγρία, κάτι ἀτίθασο, εἶναι κομμάτι τοῦ τοπίου. Σ&#39; ὁλόκληρο σχεδόν τό ἔργο του φυσάει ἕνας ἄνεμος σάν ὅλα νά λικνίζονται στό φῶς, ὅλος ὁ κόσμος στήν ποίησή του εἶναι ἕνας λεβέντης ἄνεμος, ξέρει μόνο νά ζεῖ, ἀγνοεῖ τό θάνατο.&lt;br /&gt;Κυνηγός τῶν χρωμάτων στή ζωγραφική του, ἐξομολογεῖται: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;ξυπνάω τίς νύχτες ἀνήσυχος γιά κάποια ἀπόχρωση τοῦ μώβ, ποτέ μου ὅμως γιά τό τί μπορεῖ νά γίνεται στά ἐμπορεῖα τῆς Ἀγορᾶς&lt;/span&gt;&quot;. Πράγματι, παρά τήν πολιορκία πού κατά καιρούς τοῦ ἔγινε νά συμμετάσχει στήν ἐνεργό πολιτική ζωή, δέν ἐνέδωσε. Παρέμεινε προσηλωμένος στό ποιητικό του ὅραμα, μέ ἐπιμονή καί πεῖσμα, κραδαίνοντας τά σύμβολά του, τή θεά Φυτώ καί τή θεά Εὐδάνη, δυό γυναικεῖες φιγούρες πού ἐνσαρκώνουν ἡ πρώτη τό φυτικό κόσμο καί ἡ δεύτερη τό θαλάσσιο. Στό βιβλίο του &quot;Τά δημόσια καί τά ἰδιωτικά&quot; ἐξομολογεῖται: &quot;&lt;span style=&quot;color: rgb(51, 255, 255);&quot;&gt;Μετατρέποντας τό φυτό ἀπό οὐδέτερο σέ θηλυκό, καί θεωρώντας το σαν Κόρη, περίπου, ἁγία ἤ θεά, ζωγράφισα, χωρίς νά εἶμαι ζωγράφος, καί μάλιστα σέ πολλές παραλλαγές, μιά θεά Φυτώ, πού τῆς ἔβαλα βυσσινιά δυνατά καί χρυσά καί φωτοστέφανο στό κεφάλι, μέ τήν ἐλπίδα νά μπορεῖ δίπλα μου νά ἐνσαρκώνει κεῖνον τόν ἀέρα πού ἔρχεται σάν ἀπό θαῦμα μέσ&#39; ἀπ&#39; τά ἔγκατα τῆς γῆς καί νά ὑποκαταστήσει ὅσα καί σάν εἰδωλολάτρες καί σάν χριστιανοί διακονήσαμε στό βωμό τοῦ Ποσειδώνα καί τῆς Παρθένου&lt;/span&gt;&quot;. Ἔτσι ἔστησε τό δικό του εἰκονοστάσι.&lt;br /&gt;Ὁ ποιητής ἔρχεται ἀπό τόν κόσμο τῶν Ὀρφικῶν, τῶν Προσωκρατικῶν, τοῦ Πλάτων, τοῦ Πλωτίνου, τή μυστικοπάθεια τοῦ Βυζαντίου, ἡ ψυχή δέν χωράει μόνο στή γήϊνο, προεκτείνεται στό ἀθέατο, ἴσως νάρχεται κι ἀπό κεῖ, διασκορπίζεται στό σύμπαν, ὅπως ἡ ποίησή του, ἡ γλώσσα του, ὅ,τι τόν συνιστᾶ.&lt;br /&gt;Τό πόσο ἡ ποίησή του κατάφερε νά ὑπηρετήσει μέ δεξιοσύνη τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό εἶναι πάντα πρός συζήτηση. Ὅσο γιά τό ποιητικό του ὅραμα, αὐτό καθαυτό, τολμῶ νά ὑποστηρίξω πώς σέ μιά ἐποχή χρεοκοπίας, σάν τή δική μας, μπορεῖ νά ἀποτελέσει νόημα ζωῆς, γιατί εἶναι βαθιά ἀνθρώπινο, δηλαδή ἀληθινό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη εὐρύτερης παρουσίασης καί δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 6, Ὀκτώβριος 1996&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/4220155133588271444/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/4220155133588271444' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4220155133588271444'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/4220155133588271444'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_1821.html' title='Φιλοσοφική διάθεση στήν ποίηση τοῦ Ἐλύτη'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2615433851579493543</id><published>2009-01-22T14:21:00.003+02:00</published><updated>2009-01-22T14:58:36.157+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Ὁ Ἡράκλειτος σ&#39; ἕνα ποίημα τοῦ Σεφέρη</title><content type='html'>(Ἀπό τό ἡμερολόγιο Καταστρώματος Γ΄)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold; font-style: italic;&quot;&gt;Μνήμη Β&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-weight: bold; font-style: italic;&quot;&gt;Έφεσος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Μιλοῦσε καθισμένος σ&#39; ἕνα μάρμαρο&lt;br /&gt;πού ἔμοιαζε ἀπομεινάρι ἀρχαίου πυλώνα&lt;br /&gt;ἀπέραντος δεξιά κι ἄδειος ὁ κάμπος&lt;br /&gt;ζερβά κατέβαιναν ἀπ&#39; τό βουνό τ&#39; ἀπόσκια:&lt;br /&gt;&quot;Εἶναι παντοῦ τό ποίημα. Ἡ φωνή σου&lt;br /&gt;καμιά φορά προβαίνει στό πλευρό του&lt;br /&gt;σάν τό δελφίνι πού γιά λίγο συντροφεύει&lt;br /&gt;μαλαματένιο τρεχαντήρι μές στόν ἥλιο&lt;br /&gt;καί πάλι χάνεται. Εἶναι παντοῦ τό ποίημα&lt;br /&gt;σάν τά φτερά τοῦ ἀγέρα μές στόν ἀγέρα&lt;br /&gt;πού ἄγγιξαν τά φτερά τοῦ γλάρου μιά στιγμή.&lt;br /&gt;Ἴδιο καί διάφορο ἀπό τή ζωή μας, πῶς ἀλλάζει&lt;br /&gt;τό πρόσωπο κι ὡστόσο μένει τό ἴδιο&lt;br /&gt;γυναίκας πού γυμνώθηκε. Τό ξέρει&lt;br /&gt;ὅποιος ἀγάπησε, στό φῶς τῶν ἄλλων&lt;br /&gt;ὁ κόσμος φθείρεται, μά ἐσύ θυμήσου&lt;br /&gt;Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο&quot;.&lt;br /&gt;Εἶπε, καί πῆρε τό μεγάλο δρόμο&lt;br /&gt;πού πάει στ&#39;  ἀλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα&lt;br /&gt;πέρα στά βοῦρλα. Τό λυκόφως&lt;br /&gt;θά &#39;λεγες γιά τό θάνατο ἑνός ζώου,&lt;br /&gt;τόσο γυμνό.&lt;br /&gt;Θυμᾶται ἀκόμη,&lt;br /&gt;ταξίδευε σ&#39; ἄκρες ἰωνικές, σ&#39; ἄδεια κοχύλια θεάτρων&lt;br /&gt;κι ἐγώ τόν ρωτοῦσα: &quot;Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;&quot;&lt;br /&gt;Καί μ&#39; ἀποκρίθηκε: &quot;Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου.&lt;br /&gt;Κι ἔτρεξε στήν ὀρχήστρα οὐρλιάζοντας:&lt;br /&gt;&quot;Ἀφῆστε με ν&#39; ἀκούσω τόν ἀδερφό μου!&quot;&lt;br /&gt;Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας&lt;br /&gt;κι ἀτάραχη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου&quot;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div style=&quot;text-align: justify;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(0, 0, 0);&quot;&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;Ἡ μεταμόρφωση, ὡς πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς, συναντᾶται στήν ποίηση καί τή φιλοσοφία ἀπό πολύ παλιά. Ἐξ ἄλλου τό ποίημα ὅοπως καί μιά σύλληψη φιλοσοφική μεταμορφώσεις εἶναι. Ὁ ποιητής πάσχει, ὁ φιλόσοφος ἐνορᾶται καί οἱ δύο αἰσθητοποιοῦν μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει μέ λέξεις ὅ,τι τούς συμβαίνει, ὁ καθένας μέ τό δικό του τρόπο. Συχνά, οἱ δύο αὐτές ἰδιότητες συνυπάρχουν στό ἴδιο πρόσωπο. Χαρακτηριστική περίπτωση εἶναι αὐτή τῶν Ἰώνων φιλοσόφων. Στά σπαράγματά τους ποίηση καί φιλοσοφία συγχέονται. Μελετώντας π.χ. Ἡράκλειτο, σ&#39; ὅ,τι μᾶς ἔχει διασωθεῖ, διαπιστώνει κανείς πώς ἡ συμπύκνωση καί ἡ μεταφορά ἀλλά καί τό ἀποκαλυπτικό στοιχεῖο, γνωρίσματα κατ&#39; ἐξοχήν τῆς ποίησης, σφραγίζουν τό φιλοσοφικό στοχασμό τοῦ Ἐφέσιου.&lt;br /&gt;Δέν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι ποιητές ξένοι καί δικοί μας, παραπέμπουν συνειδητά ἤ ἀσύνειδα στόν Ἡράκλειτο. Ἀναφέρω ἐνδεικτικά τόν Ἔλιοτ, τόν Σικελιανό, τόν Σεφέρη, τόν Ἐλύτη. Ὁ Ἐλύτης μάλιστα στήν τελευταία ποιητική συλλογή του: &quot;Δυτικά τῆς λύπης&quot; ἀποχαιρετᾶ τόν κόσμο πεπεισμένος γιά τήν ἀέναο μεταμόρφωση καί ἐπιστροφή.&lt;br /&gt;Ὁ Σεφέρης, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, στό ποίημα &quot;Ἔφεσος&quot; θεωρεῖ τόν Ἡράκλειτο ὄχι μόνο ὁμότεχνό του ἀλλά καί δάσκαλό του, καθώς τόν φαντάζεται νά ὑποβάλλει τρόπους μέ τούς ὁποίους θά τοῦ χαριστεῖ τό ποίημα. Ὁ φιλόσοφος, ὡς εἰδικός τῆς ποιητικῆς λειτουργίας - κατά τόν ποιητή - τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι συχνά ἡ φωνή καί στήν καθημερινή ἀκόμη κουβέντα, φέρει τό ποίημα᾿ κι ἀκόμα ὅτι τό ποίημα βρίσκεται παντοῦ, φτάνει νά μπορεῖς νά βλέπεις ποιητικά τόν κόσμο. Τό ποίημα εἶναι ἡ αἰώνια νεότητα τοῦ κόσμου, ἀφοῦ ὁ ποιητής ἔχει ἀκριβῶς αὐτή τή δυνατότητα: Νά τόν ξανακαινουργιώνει. &quot;Ὠφτός Ἀΐδης καί Διόνυσος&quot; &quot;Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο&quot;.&lt;br /&gt;Μετά τόν ἀποκαλυπτικό γιά τό ποίημα λόγο τοῦ φιλοσόφου ὁ ποιητής ἐνθαρρυμένος ἀφήνει τό βλέμμα του νά χαϊδέψει τά ἀρχαῖα θέατρα στίς ἰωνικές ἀκτές: &quot;Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;&quot; &quot;Μπορεῖ, τήν ὥρα τοῦ θανάτου&quot;.&lt;br /&gt;Ὁ ποιητής ἔμπλεος ἀπό τά Ἡρακλείτεια φθέγματα περιδιαβάζει τή σύγχρονη Ἰωνία, δηλαδή τόν Ἄδη, ἀναζητώντας ἀπελπισμένα τό Διόνυσο, δηλαδή τή δική του Ἰωνία. Καί, ἀφοῦ Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο, γιατί ὄχι; Μπορεῖ νά τήν ξαναβρεῖ &quot;τήν ὥρα τοῦ θανάτου&quot;. Ἡ πιθανότητα πού ἐγγυᾶται ἡ ποίηση ὁδηγεῖ σέ ἐπώδυνη ἀδημονία, γι&#39; αὐτό καί τό οὐρλιαχτό. &quot;Ἀφῆστε με ν&#39; ἀκούσω τόν ἀδελφό μου&quot;. Ἐδῶ ποιητής καί φιλόσοφος ταυτίζονται, ἄλλωσε ὁ λόγος τοῦ Ἡράκλειτου δέν εἶναι παρά ἡ μυστική φωνή τοῦ ποιητῆ, ἔτσι, καθώς ἀναδύεται ἀπό τά βάθη τοῦ προγονικοῦ παρελθόντος, ἀποκαλυπτική καί μεταμορφωτική.&lt;br /&gt;Τό ποίημα αὐτό ἀποτελεῖ &quot;παλίνδρομον ἁρμονίην&quot;:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;φιλόσοφος-ποιητής-ποιητής-φιλόσοφος&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;Ἄδης-Διόνυσος-Διόνυσος-Ἄδης&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center;&quot;&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;χθές-σήμερα-σήμερα-χθές&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Ὁ Διόνυσος Ζαγρέας ἐδῶ, διαμελισμένος ὁ ἴδιος καί ξαναγεννημένος, θεός τελικά τοῦ Ἄδη, συμβολίζει τή ζωή στό σύμπαν. Ἡ φθορά εἶναι φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο ὑπάρχει, γι&#39; αὐτό κι ὁ φιλόσοφος καί ὁ ποιητής σ&#39; αὐτόν τόν &quot;ἀναστάντα&quot; Διόνυσο ὁρκίζονται: &quot;Στό φῶς τῶν ἄλλων ὁ κόσμος φθείρεται; μά ἐσύ θυμήσου/Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο&quot;.&lt;br /&gt;Ὁ Σεφέρης στό ποίημα θέτει τό πρόβλημα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας: -Ποῦ πᾶμε; -Χανόμαστε. &quot;Ἀνίδεοι καί χορτάτοι&quot; (στίχος τοῦ Σεφέρη ἀπό τό ποίημα &quot;Οἱ σύντροφοι στόν Ἄδη&quot;) Θά ξαναβρεθοῦμε; &quot;Μπορεῖ. Τήν ὥρα τοῦ θανάτου&quot;. Ὁ Παλαμᾶς εἶπε τό ἴδιο μέ τόν τρόπο του:&lt;br /&gt;&lt;div style=&quot;text-align: center; color: rgb(153, 255, 255);&quot;&gt;Καί μή ἔχοντας πιό κάτω ἄλλο σκαλί&lt;br /&gt;νά κατρακυλήσεις πιό βαθιά&lt;br /&gt;στοῦ Κακοῦ τή σκάλα&lt;br /&gt;γιά τ&#39; ἀνέβασμα ξανά πού σέ καλεῖ&lt;br /&gt;θά αἰστανθεῖς νά σοῦ φυτρώνουν, ὤ χαρά!&lt;br /&gt;τά φτερά&lt;br /&gt;τά φτερά τά πρωτινά σου τά μεγάλα!&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;Σ&#39; ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, οἱ ἰωνικές ἀκτές συμβολίζουν ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα. Ὅπως καί τά ἀρχαῖα θέατρα, τόσο ἴδια μέ τούς πασίχαρους μικρούς κολπίσκους της, συμβολίζουν τήν πνευματικότητα πού ἀποπνέει τό ἑλληνικό τοπίο, ἀλλά καί τήν καλλιτεχνική δημιουργία, ἔκφραση τοῦ Ἕλληνα ἀνθρώπου. Σ&#39; ἕνα εὐρύτερο ἐπίπεδο ἡ Ἔφεσος τοῦ ποιήματος μπορεῖ νά εἶναι ὁ παγκόσμιος χῶρος ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ λογισμός δρᾶ καί κινεῖται, ἀνθοφορεῖ καί μαραίνεται, γιά νά ξανανθίσει: &quot;εἴμαστε ὁ σπόρος πού πεθαίνει&quot; λέει σ&#39; ἕνα ἄλλο του ποίημα.&lt;br /&gt;Δέν πρόκειται λοιπόν γιά χαμό, γιά μεταμόρφωση πρόκεται. Ἀλλάζουμε, μέ τά πολλά ἤ λίγα λάθη μας. Θά &#39;λεγα μάλιστα πώς βιαζόμαστε νά γίνουμε κάτι ἄλλο, ἴσως ἔχουμε κι ὅλας γίνει &quot;ἄλλοι&quot;. Ὅμως ὑπάρχει πάντα τό ἀναλλοίωτο, κάτι πού λάμπει: &quot;ὡσάν τά δόντια αὐτοῦ τοῦ σκύλου&quot; (ἀπό τό ποίημα &quot;Ἄγραφον&quot;, τοῦ Σικελιανοῦ) κι αὐτό εἶναι ἡ μαγιά κάθε φορά γιά μιά εὐφρόσυνη ἀνανέωση. Πρός τό παρόν ἐξουσιάζει ἡ σιωπή: &quot;Κι ἦταν σκληρή ἡ σιγή τριγύρω μας / κι ἀχάραχτη στό γυαλί τοῦ γαλάζιου&quot;.&lt;br /&gt;Ὁ ὑποφήτης ἔσκισε σάν κεραυνός τό ποίημα καί ἐξαφανίστηκε. Σέ μᾶς ἔμεινε ἡ καταλυτική μνήμη, ζωοποιός, ἐλπιδοφόρα. Ἡ ποίηση, μέ τή μεταμορφωτική της δύναμη, τήν ἀνέσυρε ἀπό τή σκοτεινή της κρύπτη καί τήν πρόσφερ λάμπουσα πάλι στή δική μας μνήμη, στή μνήμη ὅσων τουλάχιστον κρατοῦν τήν Ἑλλάδα ὡς ἀξία καί τήν περιφρουροῦν. Στή μνήμη, ἐντέλει, ὅσων πασχίζουν γιά τήν πνευματική προκοπή -τή μεταμόρφωση- ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[&lt;span style=&quot;font-size:85%;&quot;&gt;Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεῦχος 11, Ἰανουάριος 1998&lt;/span&gt;]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 255, 153);&quot;&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2615433851579493543/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2615433851579493543' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2615433851579493543'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2615433851579493543'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_6623.html' title='Ὁ Ἡράκλειτος σ&#39; ἕνα ποίημα τοῦ Σεφέρη'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-8193084726140428410</id><published>2009-01-22T13:30:00.002+02:00</published><updated>2009-01-22T13:35:26.743+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="γνώμη"/><title type='text'>Γιά τή γλώσσα</title><content type='html'>Συχνά διαβάζω στόν Τύπο ἄρθρα γιά τή γλώσσα, ἀλλά καί στήν τηλεόραση ἐνίοτε παρακολουθῶ συζητήσεις γι’ αὐτήν ἀπό ἐπωνύμους καί μή, σχετικούς ἤ ἄσχετους μέ τό θέμα, πάντως ὁπωσδήποτε πρόσωπα ποῦ ἔχουν κάποια ἄποψη νά καταθέσουν, νά καταρρίψουν μιάν ἄλλη, νά συμφωνήσουν ἤ νά διαφωνήσουν, ἤ καί νά κατακεραυνώσουν. Ἄλλοι ἀπό αὐτούς – κάποιας ἡλικίας συνήθως – χρησιμοποιοῦν ἀκόμη τήν ἀντίθεση: δημοτική – καθαρεύουσα καί ἀποπνέουν ἐν γένει ἕνα πνεῦμα μπαρουτοκαπνισμένο. Ἄλλοι μιλᾶν γιά τήν ἑνιαία γλώσσα μέ τόση εὐκολία ποῦ ἔχεις τήν ἐντύπωση ὅτι νά, τό νέο παιδί δέν ἔχει παρά νά ἀνοίξει τό στόμα του καί θ’ ἀρχίσει κι ὄλας νά ρέει ἄνετα ἀπό ‘κεῖ ὁ Ὅμηρος, ὁ Θουκυδίδης, ἡ Ἄννα Κομνηνή, ὁ Παπαδιαμάντης, τό δημῶδες ἄσμα.&lt;br /&gt;Ἄς ἀφήσουμε τ’ ἀστεία. Ἡ γλώσσα μας, ὅπως ἐξ ἄλλου κάθε γλώσσα, πολύ περισσότερο ἡ δική  μας, γιά τούς γνωστούς λόγους, δικαιοῦται νά εἶναι τά πάντα: καί δημοτική καί καθαρεύουσα καί ἀρχαία καί βυζαντινή καί μικτή καί ὅ,τι θέλει. Σήμερα δέν ὑπάρχει γλωσστικό πρόβλημα. Γλώσσα μᾶς εἶναι ἡ καθομιλουμένη καί σίγουρα ὅλοι τή γνωρίζουμε, ἀπό τό μικρό παιδί ποῦ τή μαθαίνει ἀπό τή μητέρα του ὡς τόν ἐνήλικα ποῦ συνεχῶς τήν πλουτίζει μέ χίλιους τρόπους, καί τήν παιδεία φυσικά. Ἡ καθομιλουμένη κουβαλάει πάνω της ὅλη τήν ἱστορία τῆς γλώσσας μας, διαμορφούμενη συνεχῶς καί ἐξελισσόμενη κατά τά ἑκάστοτε παρόντα, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλα τά πράγματα στή ζωή.&lt;br /&gt;Οἱ ἄνθρωποι ποῦ πάλεψαν, ἔστω κι ἀπό διαφορετικά χαρακώματα, γιά τή γλώσσα, σέ ἐποχές δύσκολες, εἶναι ὅλοι δικαιωμένοι καί ὅ,τι πέρασε, πέρασε καλά. Δέν ὑπάρχουν ριψάσπιδες. Ἡ φύση τῆς γλώσσας μας καί ὁ ἀνώμαλος ἱστορικός μας βίος ἐπέβαλαν τίς ἀντιπαραθέσεις, στίς ὁποῖες χρωστᾶμε τό σημερινό γλωσσικό μας ὄργανο. Δέν ὑπάρχει σκοταδιστές καί διαφωτιστές. Οἱ μέν χαλιναγωγοῦσαν τους δέ, σ’ αὐτούς ὀφείλουμε σήμερα τή γλώσσα ποῦ μιλᾶμε.&lt;br /&gt;Τί ζητάει ἡ γλώσσα ἀπό μας; Πρῶτα-πρῶτα νά ἀποδεχτοῦμε αὐτή τήν ἀλήθεια, νά θεωρήσουμε γνήσια παιδιά τῆς ὅλες τίς ἐκφάνσεις της, νά τίς σπουδάζουμε ὅσο μποροῦμε καί νά τίς σεβόμαστε. Μακάριος ὅποιος μπορέσει νά τίς προσεγγίσει ὅλες, ἀλλά κι ἐκεῖνος ποῦ δέ θά μπορέσει, νά ξέρει τουλάχιστον πῶς ἔχει χάσει πολλά.&lt;br /&gt;Κι ἄν, τέλος πάντων, πρέπει νά μεταφράζουμε τούς ἀρχαίους, γιά νά εἶναι προσιτοί, ε, ἄς μή μᾶς πιάνει πρεμούρα νά μεταφράζουμε καί κείμενα τοῦ αἰώνα μᾶς π.χ. Παπαδιαμάντη, γιατί αὐτό καταντᾶ, ἄν ὄχι ἀσέβεια, πάντως ὁπωσδήποτε ἐπιπολαιότητα ἤ καί ὕβρη. Ἄς κρατήσουμε μία εὐαίσθητη στάση ἀπέναντι σ’ ὅ,τι μάς ὁρίζει (τί ἄλλο ἔχουμε;), μία ποίηση, γιατί νά ὑποτάσσουμε τά πάντα στήν εὐκολία;&lt;br /&gt;Οἱ φιλόλογοι βλάπτουμε συχνά τήν ὑπόθεση τῆς γλώσσας μας μέ τεχνητές ἀντιπαραθέσεις. Γιατί; Τό πρόγραμμα μιλάει μόνο του. Ἄς ἀκούσει τουλάχιστον τό παιδί ἀπό τό δικό μας στόμα στή φράση: «Χαρά σ’ ἐκεῖνον ποῦ μπορεῖ καί προσεγγίζει ὅσο γίνεται περισσότερα κείμενα». Αὐτή δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ἀπό κεῖ καί πέρα, ὁ καθείς καί τά ὄπλα του. Αὐτός χάνει ποῦ δέν ξέρει π.χ. τή χρήση τοῦ πολυτονικοῦ. Γιατί ἐπιμένουμε νά παράγουμε «ἱππεῖς»;&lt;br /&gt;Τά πράγματα λοιπόν εἶναι ἁπλά. Ἡ σπουδή τῆς γλώσσας εἶναι ἔργο ἐπίπονο, ὅσο κι ἄν προσπαθεῖ νά τά ἁπλουστεύσει ὁ ὅρος ἑνιαία γλώσσα, ὅπως καί ἡ καθομιλουμένη χρειάζεται συνεχῆ φροντίδα, ἐγρήγορση καί στοργή. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, ἐκ τοῦ πονηροῦ ἤ, τό λιγότερο, ἐπιπολαιότητες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Τό ἄρθρο δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Φιλοσοφία καί Παιδεία, τεύχος 9-10, Ὀκτώβριος 1997]&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel="related" href="www.wikipedia.org" title="Γιά τή γλώσσα"/><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/8193084726140428410/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/8193084726140428410' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8193084726140428410'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/8193084726140428410'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_1842.html' title='Γιά τή γλώσσα'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4835736222836661521.post-2888174681967236728</id><published>2009-01-22T11:31:00.007+02:00</published><updated>2009-01-22T14:10:37.044+02:00</updated><category scheme="http://www.blogger.com/atom/ns#" term="δοκίμια"/><title type='text'>Από την Ἑλληνίδα Ιδέα&quot; στην &quot;Ελληνίδα μητέρα&quot;</title><content type='html'>Μια ιδέα συνέχει ολόκληρο το Σολωμικό έργο: Είναι ό,τι συνιστά και ορίζει τον υλικό, πνευματικό και ηθικό κόσμο. Οι τρεις αυτοί κόσμοι βρίσκονται σε αρμονική σχέση μεταξύ τους και υψώνουν τη ζωή σε σφαίρες ουράνιες. Ο άνθρωπος, ως υλικό σώμα, πνεύμα και ψυχή, αποτελεί ενότητα ικανή και υπερβεί ακόμα και το θάνατο. Αυτή η ενότητα αισθητοποιείται στο σολωμικό έργο με τη μορφή μιάς γυναίκας που παρουσιάζεται από τα νεανικά του ακόμη ποιήματα ως και την ώριμη δημιουργία του, σε στιγμές οριακές της ζωής.&lt;br /&gt;Στον Εθνικό Ύμνο η γυναικεία μορφή υποδύεται την ελευθερία, σ’ αυτήν συγκλίνει η ανθρώπινη ομάδα που στο ποίημα αυτό δρα και συγκρούεται, προκειμένου να διασώσει την ανώτερη ουσία της.&lt;br /&gt;Στο γνωστό επίγραμμα &lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;«Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη&lt;/span&gt;» η γυναικεία μορφή, φορώντας στεφάνι από χορτάρι δόξας, αποτιμά το χώρο της θυσίας και τον εξαγιάζει.&lt;br /&gt;Στα έργα της ώριμης περιόδου η γυναικεία  μορφή γίνεται πιο μυστηριακή, φεγγαροντύνεται στον «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Κρητικό&lt;/span&gt;» και ξυπνάει στον ήρωα μνήμες τρυφερές, ταυτίζεται με την Παναγία, τη μητέρα, την αγαπημένη, τον κοιτάζει τρυφερά κι ένα δάκρυ της στάζει στο χέρι του. Έτσι του δίνεται η χάρη να νιώσει μέρος μιάς ουσίας οικείας, σπλαχνικής που τον περιέχει και την περιέχει και που μέρος αυτής της ουσίας είναι και η αγαπημένη του, αλλά και η πατρίδα, η ελευθερία, ο έρωτας και γιατί όχι, ο χάρος. Με τη συνείδηση, λοιπόν μιάς τέτοιας λαμπερής πραγματικότητας, σε λίγο θα νικήσει την οδύνη από το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Κι ετάραξε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Κι εφώναξα ω θεϊκιά, κι όλη αίματα Πατρίδα!&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τά χέρια με καμάρι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Καλή ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;..   .. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 102);&quot;&gt;Πόρφυρα&lt;/span&gt;» ο νέος που κολυμπάει πανευτυχής αποτελεί ο ίδιος ενσάρκωση της Ιδέας, της αρμονικής δηλ. ενότητας που συνέχει τα πάντα, ιδίως τη συγκεκριμένη στιγμή, παραδομένος στη γήϊνη Παράδεισο, μια Παράδεισο κάλλους ο ίδιος, δέχεται την επίθεση του θηρίου αλλά προλαβαίνει να υπερβεί το θάνατο, καθώς «άστραψε φως και γνώρισε ο νιός τον εαυτό του».&lt;br /&gt;Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» μια μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα βγαίνει από την καπνίλα της μάχης και ψάλλει το ένδοξο Μεσολόγγι, ενώ στον «Πειρασμό» στο 3ο σχεδίασμα, να την πάλι η φεγγαροντυμένη να υποβάλλει τη θελκτική της παρουσία, θυμίζοντάς τους όμως συνάμα τη θεία ουσία, μέρος της οποίας είναι και οι ίδιοι, πολιορκώντας τους δηλαδή, από τη μια, αλλά και βοηθώντας τους, από την άλλη, να συνειδητοποιήσουν την ανωτερότητά τους έναντι του θανάτου που τους περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Αλαφρωΐσκιωτε καλέ, για πές απόψε τι ‘δες;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;font-style: italic; color: rgb(153, 153, 255);&quot;&gt;κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο ιταλικό σχεδίασμα «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;La donna velata&lt;/span&gt;» η γυναίκα παίρνει τη μορφή της Αγαπημένης που, αν και νεκρή, το ερών υποκείμενο την ξαναβρίσκει στ’ όνειρό του.&lt;br /&gt;Έτσι η πνοή του κόσμου αενάως γεννιέται και πεθαίνει – για να ξαναγεννηθεί, σύλληψη καθαρά ελληνική αλλά και χριστιανική, περασμένη φυσικά από τον ευρωπαϊκό στοχασμό, που κι αυτός πάλι με τη σειρά του έχει την πηγή του στην αρχαία ελληνική σκέψη και παράδοση.&lt;br /&gt;Αντιπέρα προς την Ιδέα, που αντιπροσωπεύει ισότιμα στο Σολωμό τα τρία στοιχεία: φύση, άνθρωπο, θείο, βρίσκεται η γυμνή φύση (Πόρφυρας), η άρρωστη συνείδηση (Η γυναίκα της Ζάκυνθος), η άγνοια (Λάμπρος), η ύβρις (οι πολιορκητές του Μεσολογγίου), οι σαϊτιές της μοίρας (Ελληνίδα μητέρα). Όλα αυτά αντιμάχονται τον ηθικό αγώνα του ανθρώπου, αλλά στη σύγκρουση εκείνο που μετράει δεν είναι το αποτέλεσμα, όσο η προετοιμασία του ηθικού υποκειμένου για τη σύγκρουση. Η Ελληνίδα μητέρα είναι ακριβώς αυτό: Η προσωποποίηση καθαυτή του ηθικού αγώνα.&lt;br /&gt;Σε ρεαλιστικό επίπεδο η «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Ελληνίδα μητέρα&lt;/span&gt;» έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γυναίκας που γαλουχήθηκε με τις αξίες που συνιστούν την ελληνικότητα, μια δηλαδή ιδιότητα που ορίζει τον οικουμενικό άνθρωπο, μ’ άλλα λόγια τον Ελληνα. Διαθέτει λοιπόν συνείδηση της ιστορίας του έθνους της, δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση για τη μοίρα της και έχει πλήρη επίγνωση της αποστολής της.&lt;br /&gt;Είναι η Μεσολογγίτισσα των «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;Ελεύθερων Πολιορκημένων&lt;/span&gt;» περασμένη όμως τώρα από το καμίνι της θυσίας. Είναι η χήρα του πολεμιστή που πρέπει να μεγαλώσει το παιδί του. Ώριμη, αποφασισμένη, δεν έχει δικαίωμα επιλογής. Αντί για  τρυφερό νανούρισμα, απαιτεί από το κοιμισμένο βρέφος να μεγαλώσει γρήγορα, για να συνεχίσει το έργο του πατέρα του, να χτυπηθεί δηλ. με τη μοίρα, αυτό την ενδιαφέρει, όχι το αποτέλεσμα. Όνειρό της είναι να γίνει ο γιός της αντάξιος της ιστορίας του, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι’ αυτόν. Ο Έλληνας ένα μόνο δρόμο έχει: Να αναδειχθεί Έλληνας με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλιώς είναι καταδικασμένος στον αφανισμό.&lt;br /&gt;Ο Σολωμός έχει βιώσει βαθιά το νόημα της Ελλάδας και αυτό το νόημα το εμπιστεύεται στην Ελληνίδα μητέρα, μ’ αυτό να γαλουχήσει το παιδί της, για να μπορέσει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων «Κλείσε μεσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείας κάθε είδους μεγαλείο».&lt;br /&gt;Το ιταλικό σχεδίασμα «&lt;span style=&quot;color: rgb(255, 255, 153);&quot;&gt;La Madre Graeca&lt;/span&gt;» έγραψε ο Σολωμός το 1849, είκοσι δηλ. χρόνια, αφ’ ότου η Ελλάδα έγινε ελεύθερο κράτος, γι’ αυτό και το ξέσπασμα πολεμικής διάθεσης που το χαρακτηρίζει κάνει, προς στιγμήν, εντύπωση. Ενταγμένο όμως στο όλο έργο του, δεν είναι παρά φυσική συνέχεια εκείνου. Θα λέγαμε μάλιστα ότι αποτελεί συμπύκνωση του ποιητικού του σύμπαντος. Η γυναικεία μορφή που αισθητοποιεί την ενότητα του κόσμου «μητέρα μεγαλόψυχη στον πόνο και τη δόξα» παίρνει εδώ σάρκα και οστά, συγκεκριμενοποιείται. Η Ελληννίδα ιδέα που συνέχει τη Σολωμική ποίηση γίνεται εδώ Ελληνίδα μητέρα, ψυχή ξεχωριστή, άξια ξεχωριστών ανθρώπων, πλάσμα τεράστιου ηθικού κύρους. Εκείνο που την καίει, δεν είναι να προκόψει το παιδί της, κατά το κοινώς λεγόμενο, αλλά να αναδειχθεί άξιο του ανθρώπινου προορισμού του, που βρίσκεται πέρα από τη μικρή ανθρώπινη ζωή του και κατοικεί στον υπερούσιο κόσμο των μεγάλων αξιών.&lt;br /&gt;Ο ήρωας λοιπόν, κατά τον ποιητή, είναι ένας άνθρωπος που θέτει τη μικρή προσωπική του ιστορία στην υπηρεσία της μεγάλης ανθρώπινης περιπέτειας. Η Ελληνίδα ψυχή του Σολωμού φλεγόμενη, υποβάλλει σ’ ολόκληρη την ποιητική του δημιουργία την Ελληνίδα ιδέα, που καλείται να την μεταλαμπαδεύσει στα τέκνα της η Ελληνίδα μητέρα, απόλυτα πεπεισμένη για την οικουμενικότητα της αποστολής της.&lt;br /&gt;«&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 153, 255); font-style: italic;&quot;&gt;Όλα τα πλούτη να χαθούν και τα βασίλεια κι όλα&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style=&quot;color: rgb(153, 153, 255); font-style: italic;&quot;&gt;Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη&lt;/span&gt;».&lt;br /&gt;Ο Σολωμός δεν πρόλαβε να μετασχηματίσει το ιταλικό σχεδίασμα σε ποίημα, ωστόσο ο ποιητικός πυρήνας δεν χάνει σχεδόν τίποτε από την ουσία του. Ακόμη και μια κατά λέξη μετάφραση, μας αμείβει. Η πυγολαμπίδα, όσον και αν κακοποιηθεί, φωσφορίζει. Εξάλλου το ίδιο ισχύει για όλα του τα σχεδιάσματα που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι αυθεντικά ποιήματα και προιωνίζονται έναν ποιητή πιο μοντέρνο από τους μοντέρνους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλοσοφία και παιδεία, τεύχος 12, Μάϊος 1998]&lt;div class=&quot;blogger-post-footer&quot;&gt;908-786-9839&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/feeds/2888174681967236728/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment/fullpage/post/4835736222836661521/2888174681967236728' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2888174681967236728'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4835736222836661521/posts/default/2888174681967236728'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://mariamarkantonatou.blogspot.com/2009/01/blog-post_6510.html' title='Από την Ἑλληνίδα Ιδέα&quot; στην &quot;Ελληνίδα μητέρα&quot;'/><author><name>Νατάσα Ζ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/02856912976523611250</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='//blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhqu8d-8q-AWtAXUTw87SPidqtwmSuBRAbYofs098puD4a7bD2G0FdYJcrF3krUMCJMnf_wmSAlUFFvJJrp-bKxvVgEv2xm8UVw0JFMUlP0VAgOPPjdby4pQDp8HVcG7w/s113/%CE%BD%CE%B6.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>