Ανατροπή της Nομολογίας για την επίσχεση εργασίας από τον Άρειο Πάγο (απόφαση 114/2017)!!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

19/7/2017

Ανατροπή της Nομολογίας για την επίσχεση εργασίας από τον Άρειο Πάγο (απόφαση 114/2017)!!

 

Επιδεινώνεται η θέση των εργατοϋπαλλήλων!

 

Ιδού η απόφαση!

 

 

Σύμφωνα με την υπ’αριθ. 114/2017 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου «…από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις».

Ιδού ολόκληρο το κείμενο της απόφασης!

Αριθμός 114/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: ……
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ……
Της αναιρεσίβλητης: ……
(……)
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1438/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2030/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
(……)
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/10/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά το πρώτο σκέλος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου, καθώς και των δεύτερου και τρίτου λόγων της ως άνω αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα , κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ Μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ . Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ . Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1, 498 παρ. 1 και 621 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το νόμο 4335/2015, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη Κ. Α. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Τσαντίνη, στον οποίο, με την από 21-10-2016 εξουσιοδότηση, χορήγησε πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να θεωρείται δικονομικά απούσα. Από την …/20-5-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 2030/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ’ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στην αναιρεσίβλητη, νομίμως και εμπροθέσμως. Περαιτέρω, από την …/22-9-2016 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του από 21-9-2016 πρόσθετου λόγου αναίρεσης με την κάτω από αυτόν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 621 παρ. 2 ΚΠολ.Δ.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ’ αυτόν παροχή εργασίας (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επισχέσεως δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ’ αυτόν αντιπαροχής. Κατ’ ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξιώσεώς του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επισχέσεως. Εξ άλλου, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά. Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014). Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ . 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι’ αυτόν επιπτώσεις.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης-εργαζόμενης, επί αγωγής αυτής για την καταβολή των αποδοχών της από την υπερημερία της αναιρεσείουσας-εργοδότριάς της, στην οποία αυτή περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας της εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της, αλλά και μετά από τη λήξη της επίσχεσης, δέχθηκε, όπως από αυτή προκύπτει, ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 31/1/1986 μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη για να εργασθεί ως βοηθός κομμωτή σε ένα από τα κομμωτήρια που διατηρούσε η εργοδότρια στην περιοχή των Αθηνών. Ο μηνιαίος μισθός της συμφωνήθηκε σε ποσοστό 25% επί της παραγωγής της και, εφόσον υπολειπόταν, συμφωνήθηκε να της καταβάλλεται ο μισθός που θα καθοριζόταν από την εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας. Την 1-7-2005 οι όροι της εργασιακής σύμβασης των διαδίκων μεταβλήθηκαν και καθορίσθηκε η ειδικότητα της ενάγουσας ως κομμώτρια και ως τόπος παροχής της εργασίας της ορίσθηκε το κομμωτήριο που διατηρούσε η εναγομένη στην …- Αθήνα, διατηρουμένου του δικαιώματος της εναγομένης να μεταφέρει την ενάγουσα σε οποιοδήποτε άλλο από τα τρία κομμωτήρια που είχε στην Αθήνα. Ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίσθηκαν σε ποσοστό 40% επί της παραγωγής της και προβλέφθηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο μισθός της δεν θα ήταν κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην εκάστοτε ισχύουσα εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, τον Ιούλιο δε του 2011 ο μηνιαίος συμβατικός μισθός της καθορίσθηκε τουλάχιστον στο ποσό των 1.161,75 ευρώ. Ότι η εναγομένη εταιρεία ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1950 και δραστηριοποιείται στο χώρο της κομμωτικής και των συναφών υπηρεσιών. Ότι διατηρεί κομμωτήρια στην Αττική και συγκεκριμένα επί της οδού … στο Σύνταγμα, επί της οδού … στο κέντρο της Αθήνας, επί της Πλατείας … στο Κολωνάκι και επί της Λεωφόρου … στο Χαλάνδρι. Ότι λόγω της μακροχρόνιας υψηλής ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών της είχε αποκτήσει φήμη και πελατεία. Το έτος 2009, λόγω της ύφεσης που άρχισε να πλήττει την ελληνική οικονομία, παρουσίασε μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής της. Ότι, επειδή η μείωση του κύκλου εργασιών συνεχίστηκε με επίταση και τα έτη 2010 -2011, από τον Αύγουστο του έτους 2010 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της κατά ένα μήνα περίπου και περί τα μέσα του έτους 2011 σταμάτησε τη λειτουργία του καταστήματος, που διατηρούσε στην οδό …. Ότι, από το προσωπικό που απασχολούσε στο συγκεκριμένο κατάστημα, απέλυσε ορισμένους εργαζόμενους, τους περισσότερους, όμως, τους μετέφερε στα άλλα τρία κομμωτήριά της. Ότι στις 30 Νοεμβρίου 2011, αποσκοπώντας να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012 χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απολύσεις εργαζομένων, με έγγραφη ανακοίνωσή της κάλεσε όλους τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση, προκειμένου να εφαρμόσει το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησής τους για τους επόμενους εννέα μήνες, επιφυλασσόμενη να λάβει και κάθε άλλο μέτρο που θα έκρινε αναγκαίο για την επιβίωση της επιχείρησής της. Επίσης, το Δεκέμβριο του 2011 πρότεινε σε ορισμένους μισθωτούς της, μεταξύ των οποίων ήταν και η ενάγουσα, να συνάψουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, η πρότασή της όμως αυτή δεν έγινε αποδεκτή τουλάχιστον από την ενάγουσα. Εν τω μεταξύ κατέβαλε με καθυστέρηση άλλοτε τριών και άλλοτε τεσσάρων μηνών τις δεδουλευμένες αποδοχές του προσωπικού της, στο οποίο κατέβαλε τον μισθό του Αυγούστου του 2011 το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, καταβάλλοντας μέσα στον ίδιο μήνα (εμπρόθεσμα) και το Δώρο Χριστουγέννων. Έτσι, την 1/1/2012 όφειλε στην ενάγουσα τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου καθώς και το μεγαλύτερο τμήμα του μισθού του Δεκεμβρίου, αφού εκκρεμούσε μόνο η εκκαθάριση της διαφοράς που τυχόν υπήρχε μεταξύ του οφειλομένου ποσοστού επί της παραγωγής της και του συμφωνηθέντος μισθού της. Εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής, η ενάγουσα από κοινού με άλλες οκτώ συναδέλφους της στις 2/1/2012 κοινοποίησε στην έδρα της εναγομένης την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, στην οποία ανέφερε ότι η εργασία της αποτελούσε το αποκλειστικό μέσο συντήρησης και διαβίωσής της, με συνέπεια το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο μέχρι και το Δεκέμβριο του 2011, που δεν πληρώθηκε, αν και εργάσθηκε κανονικά, να καταφύγει στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών της και στο δανεισμό της από συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές της ανάγκες. Επίσης, την κάλεσε μέχρι και την 3/1/2012 να της καταβάλει τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μισθούς, τους οποίους υπολόγισε στο ελάχιστο συμφωνηθέν ποσό των 1.161,75 ευρώ το μήνα και της δήλωσε ότι σε περίπτωση μη καταβολής από 4/1/2012 θα ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, αρνούμενη να παρέχει την εργασία της από την ημερομηνία αυτή (δηλαδή από 4/1/2012) και μέχρις ότου εξοφληθούν οι αποδοχές της. Ότι η εναγομένη απάντησε στη πιο πάνω δήλωση με την από 4/1/2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία -δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, που κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 5/1/2012, ισχυριζόμενη ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών δεν είναι μακροχρόνια και σημαντική και δεν δικαιολογεί την εκ μέρους της ενάγουσας (και των οκτώ συναδέλφων της) επίσχεση εργασίας, η οποία είναι καταχρηστική, ότι η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις και ότι η εν γένει συμπεριφορά της οφείλεται σε κακοβουλία της με σκοπό ιδίως να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης. Με το ίδιο έγγραφο η εναγομένη δήλωσε ότι η αποχή της ενάγουσας από την εργασία της ήταν αδικαιολόγητη, ότι η συνέχισή της συνιστά αντισυμβατική εκ μέρους της συμπεριφορά, που την καθιστά υπερήμερη ως προς την παροχή εργασίας και, τέλος, την κάλεσε να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από τη λήψη της επιστολής της, δηλώνοντας ότι άλλως θα θεωρήσει ότι κατήγγειλε η ίδια τη σύμβαση εργασίας της. Ότι μετά την κοινοποίηση της από 4/1/2012 δήλωσης της εναγομένης, η ενάγουσα, (καθώς και οι λοιπές οκτώ συνάδελφοί της) συνέχισε την επίσχεση εργασίας της και στις 9/1/2012 κοινοποίησε στην εναγομένη την από 5/1/2012 εξώδικη απάντηση- πρόσκληση, στην οποία δήλωσε ότι εμμένει στην επίσχεση εργασίας της, η οποία δεν συνιστά εκ μέρους της καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, αλλά αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος, μέχρις ότου η εναγομένη της καταβάλει τους δεδουλευμένους μισθούς. Στη συνέχεια, στις 11/1/2012, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 9/1/2012 εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία- δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων, με την οποία δήλωσε ότι έναντι των οφειλομένων θα της κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 μόλις θα προσερχόταν προς ανάληψη εργασίας και για τους υπόλοιπους οφειλόμενους μισθούς των μηνών Οκτωβρίου 2011, Νοεμβρίου 2011, καθώς και για το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάρισή του, τη διαβεβαίωσε ότι θα προβεί «σε κάθε δυνατή νόμιμη ενέργεια» προκειμένου να την εξοφλήσει το συντομότερο. Με το ίδιο έγγραφο, μεταξύ άλλων, την κάλεσε να προσέλθει να αναλάβει εργασία, δηλώνοντας κατά λέξη ότι «άλλως θα θεωρήσουμε ότι καταγγείλατε οριστικά και αμετάκλητα εσείς τη σύμβαση εργασίας σας και μάλιστα χωρίς να τηρήσετε την εκ του νόμου προθεσμία, και θα ασκήσουμε παν νόμιμο δικαίωμά μας». Ότι στις 12/1/2012 η ενάγουσα, (καθώς και οι λοιπές οκτώ συνάδελφοί της) δεν προσήλθε να εργασθεί, αλλά συνέχισε την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της, αφού με το τελευταίο έγγραφο της εναγομένης δηλωνόταν σαφώς η πρόθεσή της να μην καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών της. Απάντησε, όμως, στην εργοδότριά της με την από 12/1/2012 κοινή με τις συναδέλφους της εξώδικη πρόσκληση, που στις 16/1/2012 κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, δηλώνοντας ότι εμμένει στην από 4/1/2011 επίσχεση εργασίας, η οποία δεν συνιστά αδικαιολόγητη απουσία και «πολλώ μάλλον δεν συνιστά εκ μέρους μας καταγγελία της σύμβασης εργασίας μας» και καλώντας την εργοδότρια να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, προκειμένου να επανέλθει στην εργασία της και να αναλάβει τα καθήκοντά της. Ακολούθησε η από 17/1/2012 «εξώδικη απάντηση -διαμαρτυρία-δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων» της εναγομένης, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 18/1/2012, με την οποία, για πρώτη φορά, εκαλούντο η ενάγουσα και οι συνάδελφοί της που ασκούσαν επίσχεση εργασίας να προσέλθουν στο λογιστήριο της εργοδότριας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξουν τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011. Ειδικότερα, η εναγομένη δεσμευόταν να καταβάλει στην ενάγουσα στις 24/1/2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου του 2011, στις 7/2/2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13/3/2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17/4/2012 το μισθό του Δεκεμβρίου του 2011. Στο έγγραφό της αυτό, η εναγομένη, αν και με λεπτομέρεια εξέθετε την πρόταση που της είχε κάνει για εκ περιτροπής εργασία και παρέθετε το ακριβές κείμενο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης, που είχε προτείνει να το υπογράψουν ορισμένοι από τους υπαλλήλους της, συμφωνώντας στην αλλαγή των εργασιακών τους όρων, καθώς και το κείμενο της από 30/11/2011 «ανακοίνωσης μετά ενημερώσεως και προσκλήσεως σε διαβούλευση», που είχε απευθύνει προς το σύνολο των εργαζομένων στα καταστήματά της (κομμωτήρια), δεν περιέλαβε και την από 13/1/2012 «αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού» , την οποία υπέγραψε μόνο αυτή και την ίδια ημερομηνία κατέθεσε στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και στην οποία δήλωσε στον ως άνω αρμόδιο Οργανισμό ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρησή της μέχρι τις 13/1/2012 με την ειδικότητα «κομμωτής», οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Απαντώντας στην από 18/1/2012 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, η ενάγουσα σε κοινή «εξώδικη απάντηση- πρόσκληση» με τις λοιπές οκτώ συναδέλφους της, που στις 20/1/2012 επιδόθηκε στην εναγομένη, δήλωσε στην τελευταία ότι, επειδή καλόπιστα πιστεύει ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή της για εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών της στις προαναφερθείσες ημερομηνίες και ότι στο μέλλον θα τηρήσει την υποχρέωσή της για έγκαιρη καταβολή της μισθοδοσίας της, στις 24/1/2012 διακόπτει την επίσχεση εργασίας της και αναλαμβάνει τα καθήκοντά της αμέσως μετά την καταβολή του μισθού του Σεπτεμβρίου του 2011 από το λογιστήριο της εργοδότριας. Η εναγομένη, όμως, με την από 22/1/2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας στις 23/1/2012, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία της, επικαλούμενη την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, τη μειωμένη απόδοσή της και κατά λέξη ότι «η αδικαιολόγητη προβαλλόμενη δυσπιστία σας που ήταν όψιμη και μαρτυρούσε για ακόμη μία φορά την έλλειψη εκ μέρους σας του απαραίτητου και ελάχιστου πνεύματος συνεργασίας, η μόνιμη άρνησή σας να επιδείξετε την τόσο απαραίτητη για την παρούσα συγκυρία και αληθώς για πρώτη φορά ζητηθείσα εκ μέρους της εταιρείας μας καλή πίστη, συμπεριφορά πόρρω απέχουσα από αυτήν της συντριπτικής πλειοψηφίας του προσωπικού μας, σε συνδυασμό και με την παγιωθείσα μειωμένη απόδοσή σας, επισφραγίσατε τη στάση σας και επιβεβαίωσε τη βούλησή σας για τη λύση της εργασιακής σχέσης». Παρά την τελευταία εξώδικη δήλωση της εργοδότριας, στις 24/1/2012 η ενάγουσα εμφανίσθηκε στο κατάστημα – κομμωτήριο της εναγομένης, που βρίσκεται στην Πλατεία … στην Αθήνα για να εργασθεί, αλλά δεν της επιτράπηκε η είσοδος από τον υπεύθυνο του καταστήματος, ο οποίος ενήργησε κατ’ εντολή της εναγομένης. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι την ίδια ημέρα η ενάγουσα προσέφυγε στο τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα Αθηνών και κατέθεσε αίτηση για να ορισθεί ημερομηνία συζήτησης της εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτής και της εναγομένης, που αφορούσε στη μη καταβολή των μισθών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011 και στη μη αποδοχή της εργασίας της μετά την διακοπή της επίσχεσης εργασίας, στην οποία προέβη λόγω της υπόσχεσης της εργοδότριας για τμηματική καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων μισθών της. Ότι η διαφορά αυτή συζητήθηκε στις 27/1/2012 και κατ’ αυτή οι διάδικοι, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ενέμειναν στις θέσεις που είχαν διατυπώσει στις εξώδικες δηλώσεις που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους το διάστημα από 3/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, τις επανέλαβαν δε και με τις από 25/1/2012 εξώδικες δηλώσεις, που εκ νέου αντάλλαξαν. Ότι η ενάγουσα, που είναι έγγαμη και μητέρα δύο παιδιών, κάλυπτε τις βιοτικές της ανάγκες με το μισθό που εισέπραττε από την εργασία της στην εναγομένη. Ότι η τελευταία από τις αρχές του έτους 2011 είχε προγραμματίσει συστηματικά να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της, και μόνο όσοι εργαζόμενοι είχαν ζητήσει κάποια καταβολή μισθού πριν από την προγραμματισμένη καθυστέρηση ή κάποια οικονομική ενίσχυση γενικώς λόγω πιεστικών οικονομικών αναγκών των ίδιων ή της οικογένειάς τους η εταιρεία ικανοποιούσε το αίτημά τους, ενώ ως μόνη εξόφληση των οφειλομένων μισθών αναφέρει η μάρτυρας Θ. Φ. την περίπτωση του εργαζόμενου Α. Π., επειδή χρειαζόταν χρήματα για νοσηλεία σε νοσοκομείο. Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα επί αρκετό χρονικό διάστημα παρουσίαζε μειωμένη απόδοση, επιδείκνυε μη επαγγελματική συμπεριφορά σε πελάτες και άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας για να διαταράξει την εργασιακή ειρήνη με στόχο να εξαναγκάσει την εργοδότρια να καταγγείλει την εργασιακή τους σύμβαση και να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, αν και επιβεβαιώνεται από τις ένορκες βεβαιώσεις κυρίως των Α. Λ. και Α. Κ., που εργάζονταν στο ίδιο κατάστημα με την ενάγουσα, δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος, διότι, εάν της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας είχε προηγηθεί μειωμένη απόδοση και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της ενάγουσας, με σκοπό τον εξαναγκασμό της εργοδότριας να την απολύσει και να της καταβάλει την σχετική αποζημίωση, αυτό θα είχε επισημανθεί άμεσα στην από 4/1/2012 απάντηση της εναγομένης στην από 2/1/2012 έγγραφη αναγγελία της επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, στην από 9/1/2012 εξώδικη απάντησή της, στην οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «ουδέποτε σας θίξαμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο ως εργαζόμενες και ως προσωπικότητες» και στην από 17/1/2012 εξώδικη απάντησή της, η οποία, μάλιστα, συντάχθηκε και κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα μετά τη δήλωση της εναγομένης στον αρμόδιο ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησης της πρώτης. Ότι, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί αδιαφορίας, πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων της ενάγουσας και δηλώσεων της τελευταίας «ας απολυθώ να τελειώνουμε», κρίνεται οψιγενής και μη αληθής, διότι περιέχεται για πρώτη φορά στην από 22/1/2012 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία απαντά στην από 19/1/2012 έγγραφη γνωστοποίηση της ενάγουσας ότι στις 24/1/2012, και μετά την καταβολή του μισθού του Σεπτεμβρίου του 2011, θα διέκοπτε την επίσχεση και θα επανερχόταν στην εργασία της. Εξάλλου, αν και τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνουν ένορκα, ως έχουσες προσωπική γνώση, οι προαναφερθείσες υπάλληλοί της, οι τελευταίες δεν καταθέτουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για να τον θεμελιώσουν, αλλά αρκούνται να επαναλαμβάνουν τους όψιμους ισχυρισμούς της εργοδότριάς τους και η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας δεν περιγράφεται στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Α. Π., ο οποίος επί δέκα οκτώ έτη απασχολείται ως υπεύθυνος στο κατάστημα της …, στο οποίο εργαζόταν και η ενάγουσα, αφού ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν κατέθεσε για αδιαφορία της, για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και για άσκηση εκ μέρους της του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας αποσκοπώντας να διαταράξει την εργασιακή ειρήνη και να εξαναγκάσει την εργοδότρια να την απολύσει και να της καταβάλει αποζημίωση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται εναργώς από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, όταν στις 4/1/2012 η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εναγομένης, σχετική με την παροχή της εργασίας της, δηλαδή είχε αξίωση για την καταβολή των ελάχιστων συμφωνηθέντων και δεδουλευμένων μισθών που αφορούσαν το διάστημα από 1/9/2011 μέχρι 31/12/2011. Επομένως, μέσα στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής της παροχής, απέχοντας από την εργασία της, ώσπου η εναγομένη-εργοδότρια να της καταβάλει τους ληξιπρόθεσμους μισθούς, οι οποίοι ήταν η κύρια πηγή του εισοδήματός της και τους οποίους η εναγομένη προγραμματισμένα και συστηματικά (και όχι εξαιτίας πρόσκαιρης δυσπραξίας) καθυστερούσε να της δώσει στα πλαίσια της προσπάθειάς της να διαχειρισθεί τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε επί ένα και πλέον έτος. Κατά συνέπεια, η επίσχεση εργασίας, στην οποία η ενάγουσα προέβη το διάστημα από 4/1/2012 μέχρι και 23/1/2012, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συγκεκριμένου δικαιώματος. Επιπλέον, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε σιωπηρώς τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση, εμμένοντας στην επίσχεση εργασίας και αρνούμενη να παρέχει τις υπηρεσίες της και μετά την από 9/1/2012 «εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-δήλωση μετ’ επιφυλάξεως δικαιωμάτων» της εναγομένης, με την οποία την καλούσε να προσέλθει και να αναλάβει εργασία την επομένη από τη λήψη της, αφού η εναγομένη, όπως η ίδια δήλωνε, δεν εκπλήρωνε την υποχρέωση που τη βάρυνε ως εργοδότρια, δηλαδή δεν προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στην ενάγουσα, αλλά της προσέφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011. Συνακόλουθα, το διάστημα από 4/1/2012 μέχρι 23/1/2012, που η ενάγουσα προέβη σε επίσχεση εργασίας, η εναγομένη, που κατά τη διάρκειά της δεν κατέβαλε τις καθυστερούμενες αποδοχές, κατέστη υπερήμερη και οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές της σαν να εργαζόταν κανονικά. Ότι η υπερημερία της αυτή συνεχίστηκε και το διάστημα από 24/1/2012, που η ενάγουσα προσήλθε για να εργασθεί, αλλά αυτή δεν αποδέχθηκε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, μέχρι και τις 30/5/2012, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν καταγγέλθηκε από την ενάγουσα. Κατόπιν τούτου, για μισθούς υπερημερίας του ως άνω διαστήματος η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.808,75 ευρώ (δηλαδή 1.161,75 ευρώ το μήνα Χ 5 μήνες). Επίσης, οφείλει να της καταβάλει για δώρο Πάσχα του έτους 2012 το ποσό 605,08 ευρώ (δηλαδή 1.161,75 Χ 1/2 Χ 1,041666) και για επίδομα αδείας του ιδίου έτους το ποσό των 580,87 ευρώ και συνολικά οφείλει να της δώσει 6.994,70 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για επίσχεση εργασίας και κατόπιν τούτου ότι δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα άσκησε νόμιμα το διάστημα από 4-1-2012 έως 23-1-2012 το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας αυτής και υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα στη θέση εργασίας που κατείχε πριν την άσκηση της επίσχεσης εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας του έτους 2012 το συνολικό ποσό των 6.884,87 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη τoυ άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφενός μεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως. Ειδικότερα, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) η αναιρεσίβλητη εργαζόταν στην αναιρεσείουσα εταιρεία από το έτος 1986 και ουδέποτε μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2010 είχε η τελευταία καθυστερήσει την καταβολή των αποδοχών της, β) εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που έπληξε τη χώρα από το έτος 2009, η αναιρεσείουσα παρουσίασε από το έτος 2010 μείωση του κύκλου εργασιών της και οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της, γ) το έτος 2011 αναγκάσθηκε να σταματήσει τη λειτουργία του καταστήματός της επί της οδού … στο Σύνταγμα και από τους εργαζόμενους που απασχολούσε σ’ αυτό κατήγγειλε τις συμβάσεις ορισμένων εργαζομένων της και μετέφερε τους υπόλοιπου,που ήταν και οι περισσότεροι, στα άλλα τρία καταστήματά της, δ) το Νοέμβριο του έτους 2011, προκειμένου να μειώσει το κόστος μισθοδοσίας του προσωπικού της κατά το επερχόμενο έτος 2012, χωρίς να προβεί σε απολύσεις άλλων εργαζομένων της, με έγγραφη ανακοίνωσή της κάλεσε τους υπαλλήλους της σε διαβούλευση για την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής απαχόλησης για τους επόμενους εννέα μήνες, ε) το Δεκέμβριο του έτους 2011 πρότεινε σε ορισμένους μισθωτούς της, μεταξύ των οποίων και στην αναιρεσίβλητη, να συνάψουν σύμβαση μερικής απασχόλησης με ανάλογη μείωση των αποδοχών τους και αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την τελευταία, στ) στις 2-1-2012, που επιδόθηκε η δήλωση επίσχεσης εργασίας στην αναιρεσείουσα, η τελευταία είχε καθυστέρηση στην καταβολή των αποδοχών της αναιρεσίβλητης των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2011, μέρους των αποδοχών του Δεκεμβρίου 2011, οι οποίες δεν ήταν ληξιπρόθεσμες, αφού κατά τα συμφωνηθέντα έπρεπε να εξοφληθούν μέσα στο πρώτο τετραήμερο του επόμενου μήνα (Ιανουαρίου 2012), ενώ είχε καταβάλει εμπρόθεσμα το δώρο Χριστουγέννων 2011, ζ) η αναιρεσίβλητη, που είναι έγγαμη με δύο τέκνα από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2011, που δεν πληρώθηκε, κατέφυγε στην ανάλωση των ελάχιστων αποταμιεύσεών της και στο δανεισμό της από συγγενικά και φιλικά πρόσωπα για να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες της, η) αυτή, με τη δήλωση επίσχεσης κάλεσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές την επόμενη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης επίσχεσης, δηλαδή στις 3-1-2012, δηλώνοντάς της ότι σε περίπτωση μη καταβολής των οφειλομένων θα ασκήσει από τις 4-1-2012 το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας, θ) στις 11-1-2012 η αναιρεσείουσα δήλωσε στην αναιρεσίβλητη ότι μόλις θα προσέρχονταν για εργασία θα της κατέβαλε το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011 και για τους υπόλοιπους μισθούς τη διαβεβαίωνε ότι θα προβεί σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να την εξοφλήσει το συντομότερο, ι) στις 12-1-2012 η αναιρεσίβλητη δεν προσήλθε να εργασθεί, αλλά συνέχισε την επίσχεση εργασίας, αφού με το τελευταίο έγγραφο της αναιρεσείουσας δηλωνόταν σαφώς η πρόθεσή της να μην καταβάλει το σύνολο των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντων μισθών της, ια) στις 18-1-2012 για πρώτη φορά καλείται η αναιρεσίβλητη να προσέλθει στο λογιστήριο της αναιρεσείουσας σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για να εισπράξει τις δεδουλευμένες αποδοχές των ως άνω μηνών και συγκεκριμένα στις 24-1-2012 το μισθό του Σεπτεμβρίου 2011, στις 7-2-2012 το μισθό του Οκτωβρίου 2011, στις 13-3-2012 το μισθό του Νοεμβρίου 2011 και στις 17-4-2012 το μισθό του Δεκεμβρίου 2011 και ιβ) η εναγομένη από τις αρχές του 2011 είχε προγραμματίσει συστηματικά και όχι από πρόσκαιρη δυσπραξία να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της, αποβλέποντας να διαχειριστεί καλύτερα τα σοβαρά οικονομικά της προβλήματα, που διαρκούσαν επί ένα έτος, δεν δικαιολογείται η σχετική κρίση της ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας δεν παρίσταται καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ως προς την καταχρηστική ή μη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας περιστατικά, ήτοι:1) αν η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε την αναιρεσείουσα για την πρόθεσή της να ασκήσει το δικαίωμα για επίσχεση εργασίας πριν τις 2-1-2012, που της επέδωσε την εξώδικη δήλωση, με την οποία της δήλωσε ότι από 4-1-2012 ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης και γι’ αυτό παύει να παρέχει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα, ώστε να δώσει σ’ αυτή εύλογο χρόνο να τακτοποιήσει τις οικονομικές της εκκρεμότητες, 2) αν είναι χρονικά αξιόλογη η καθυστέρηση καταβολής μέχρι τις 2-1-2012 των αποδοχών των μηνών Σεπτεμβρίου- Νοεμβρίου 2011 και εν όψει της παραδοχής ότι η εξόφληση του Δεκεμβρίου έπρεπε να γίνει στο πρώτο τετραήμερο του Ιανουαρίου 2012, αφού προηγουμένως υπολογίσει η αναιρεσείουσα το ποσοστό επί της παραγωγής της αναιρεσίβλητης του μηνός Δεκεμβρίου, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να γίνει μέχρι τις 3-1-2012, 3) από πότε έγινε τρίμηνη και τετράμηνη η καθυστέρηση στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, η οποία αρχικά ήταν μηνιαία, 4) αν είναι ή όχι αξιόχρεη και αξιόπιστη η αναιρεσείουσα εταιρεία, στην οποία η αναιρεσίβλητη απασχολείται από το έτος 1986 και εφόσον αυτή δεν καθυστερούσε τις αποδοχές του προσωπικού της μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2010, που άρχισε να τις καθυστερεί κατά ένα μήνα περίπου, και αργότερα, που της καθυστερούσε από ένα έως τέσσερις μήνες, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την ελληνική οικονομία και είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κύκλου εργασιών της και την οικονομική δυσχέρεια στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας της, 5) αν η αναιρεσείουσα καθυστερούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της και έναντι άλλων οφειλετών της, όπως τους προμηθευτές της, το ΙΚΑ και το Δημόσιο, 6) αν η αντιπαροχή της αναιρεσείουσας εργοδότριας είναι ή όχι σημαντική με βάση όχι μόνο τις ανάγκες της αναιρεσίβλητης αλλά και με βάση τις λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, 7) αν η καθυστέρηση στην πληρωμή των ανωτέρω αναφερόμενων αποδοχών οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και όχι σε δικαιολογημένη ταμειακή της δυσχέρεια, καθόσον η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ‘ ‘ είχε προγραμματίσει συστηματικά να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, όπως και όλου του προσωπικού της’ ‘ δεν καταδεικνύει τι ακριβώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό και ιδίως αν μπορούσε η αναιρεσείουσα να είναι εμπρόθεσμη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, παρά τις οικονομικές αντιξοότητες που προήλθαν από την οικονομική κρίση, και παρά ταύτα από κακοβουλία δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και 8) αν η στάση της αναιρεσίβλητης προκάλεσε ή όχι δυσανάλογη ζημία στην αναιρεσείουσα σε σχέση με το επιδιωκόμενο με την επίσχεση αποτέλεσμα. Eπομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου,κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο μοναδικός λόγος των από 21-9-2016 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους επισημαίνεται η ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσίβλητης από την εργασία της από τις 13-1-2012, επειδή δεν επικαλείται: α) κλονιστικά γεγονότα, αναγκαία για την εξακολούθηση της ένδικης σύμβασης εργασίας σχέσης εμπιστοσύνης, όπως η υποβολή μηνύσεως από μέρους της αναιρεσίβλητης κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, οι ύβρεις κατ’ αυτού και η δημιουργία επεισοδίων έξω από το κομμωτήριο, παρουσία πελατών, β) περιστατικά για τη μειωμένη απόδοση της αναιρεσίβλητης σε σχέση με άλλες συναδέλφους της, εκτεινόμενα σε βάθος χρόνου, που δεν αποτελούν στιγμαίες εκδηλώσεις συμπεριφοράς αυτής, αλλά μια παγιωμένη από καιρό στάση, η οποία βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη μεμονωμένη και προσχηματική δήλωση αυτής στο εξώδικο ότι επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης της με την αναιρεσείουσα και γ) γιατί έπρεπε τα γεγονότα της μειωμένης απόδοσης και της αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης να τα περιλάβει η αναιρεσείουσα στις εξώδικες από 4-1-2012, 9-1-2012 και 17-1-2012 δηλώσεις της προς την αναιρεσίβλητη, αυτό (σκέλος) είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, πρωτίστως διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά και διότι οι αιτιάσεις αυτές, σχετικά με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν στο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά την αναιρεσείουσα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν του ότι μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας πλήττεται πλέον η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ. αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, συνάγεται ομολογία (Α.Π 447/2015, 156/2014, 1322/2014, 297/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, ότι ήταν αληθές το περιεχόμενο της δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης αυτής από την εργασία της, την οποία (δήλωση) κατέθεσε η αναιρεσείουσα στον ΟΑΕΔ, η δε εξώδικη αυτή ομολογία συνάγεται από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την Εισαγγελική Διάταξη με αριθμό ΕΓ-53-13/157/ 54Δ/13, με την οποία τέθηκε στο αρχείο για λόγους ουσιαστικούς η έγκληση της αναιρεσίβλητης σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για το έγκλημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, καθόσον κρίθηκε με την εν λόγω Εισαγγελική Διάταξη ότι η υποβολή προς τον ΟΑΕΔ της από 13-1-2012 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης δεν ήταν ψευδής και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε προσφυγή κατ’ αυτής εντός τριμήνου, όπως είχε δικαίωμα, αποδεχθείσα έτσι την αλήθεια του ως άνω γεγονότος. Και ότι αυτή επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την επίμαχη εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 13-1-2002. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και «των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι’ ‘ , σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ανωτέρω Εισαγγελική Διάταξη. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία.
Συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
6. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1056/2014, 1663/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων :α) της από 9-1-2012 εξώδικης δήλωσής της προς την αναιρεσίβλητη, που, ενώ στο ως άνω έγγραφο, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή του, η αναιρεσείουσα απευθυνόμενη προς την αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι ‘ ‘ εις ένδειξη ειλικρινούς εκ μέρους της εταιρείας μας διάθεσης θα σας καταβάλουμε έναντι των οφειλομένων την μισθοδοσία του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 σε εκάστη εξ υμών άμα τη εμφανίσει στις εγκαταστάσεις μας προς ανάληψη εργασίας… Για το υπόλοιπο των οφειλομένων μισθοδοσιών μηνών Οκτωβρίου 2011 και Νοεμβρίου 2011 και της μισθοδοσίας μηνός Δεκεμβρίου 2011 μετά την εκκαθάρισή της, σας διαβεβαιώνουμε και πάλι ότι θα προβούμε σε κάθε δυνατή και νόμιμη ενέργεια προκειμένου να σας εξοφλήσουμε το συντομότερο’ ‘ , το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε στην καταβολή όλων των ληξιπρόθεσμων μισθών που όφειλε στην αναιρεσίβλητη, αφού της πρόσφερε μόνο το μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου 2011 και β) της από 22-1-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, στην οποία εκθέτει, κατά την παρατιθέμενη αυτολεξεί περικοπή , ότι ‘ ‘ οι διαλαμβανόμενοι στις εξωδίκους σας ισχυρισμοί σας αυτοαναιρούνται και αυτοδιαψεύδονται, ευρίσκονται δε σε πλήρη αναντιστοιχία με τις ενέργειές σας και την πραγματική κατάσταση της μόνιμης πλέον, όπως εξελίχθηκε, μη παροχής εργασίας εκ μέρους σας στην εταιρεία μας. Η εταιρεία ουδέν άλλο σας οφείλει εκ της κατά τα ανωτέρω λυθείσης σχέσεως εργασίας, πέραν των αναλυομένων για την κάθε μία εξ υμών στην από 17-1-2012 εξώδικο της εταιρείας μας, ποσά που κι εσείς συνομολογήσατε ως αληθή και πραγματικά δηλώνοντας ότι αυτά τα ποσά αποδέχεστε να εισπράξετε κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο και τόπο’ ‘ , το Εφετείο όμως,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ότι από το έγγραφο αυτό αποδείχθηκε ότι ‘ ‘ η εναγομένη με την από 22-1-2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας στις 23-1-2012, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία της (ενάγουσας), επικαλούμενη την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, τη μειωμένη απόδοσή της …’ ‘ , ενώ από το έγγραφο αυτό, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της, απέχοντας από την εργασία της και αγνοώντας τις επανειλημμένες εκκλήσεις της να επανέλθει στη θέση εργασίας της και ότι δεν υπάρχει άλλη εκκρεμής οφειλή πέραν όσων είχε αναγνωρίσει η αναιρεσείουσα με προηγούμενες εξώδικες δηλώσεις της. Όμως, εν όψει της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εκτείνεται και καλύπτει το δια του σκέλους με το στοιχείο α’ πληττόμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα αυτού. Το υπό στοιχείο β’ σκέλος του τρίτου λόγου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο της από 22-1-2012 εξώδικης δήλωσης μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ορθά διέγνωσε το περιεχόμενό του και απλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, ενώ, εξάλλου, τη σχετική του κρίση το Εφετείο δεν τη στήριξε αποκλειστικά ή κύρια στο έγγραφο αυτό.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου,κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
7. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και κατά παραδοχή του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2030/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ. »

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί τους εργαζομένους, τα σωματεία τους και τους νομικούς τους συμβούλους, πριν αποφασίσουν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ή/και κατά τη διάρκειά της, να ενημερώνονται για τα νέα σε βάρος τους δικαστικά δεδομένα από την παραπάνω απόφαση αναφορικά με ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα της εργατοϋπαλληλικής τάξης στην Ελλάδα και την Ευρώπη.
Για την ΕΝΥΠΕΚΚ
Ο Πρόεδρος
Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Νόμιμη η πρόσβαση των εργοδοτών στους Η/Υ των υπαλλήλων κατά τον Άρειο Πάγο!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

19/7/2017

 

 

Νόμιμη η πρόσβαση των εργοδοτών

στους υπολογιστές των υπαλλήλων τους!!

 

Αρνητική εξέλιξη για τα δικαιώματα των Ελλήνων εργαζομένων στους χώρους εργασίας!

 

Ιδού η απόφαση!

 

 

Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπ’αριθ. 1/2017 απόφαση Ολομέλειας Αρείου Πάγου), είναι θεμιτό οι εργοδότες να αναζητούν και να χρησιμοποιούν, σε βάρος των εργαζομένων τους, στοιχεία που περιέχονται στους σκληρούς δίσκους των Η/Υ των εργαζομένων στις επιχειρήσεις τους και να μπορούν να τα χρησιμοποιούν νόμιμα σε ποινικές και αστικές δίκες εναντίον τους!!

Ιδού η απόφαση!

Αριθμός 1/2017

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: ……

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2016, …

Της αναιρεσείουσας – καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΕ …» που εδρεύει στον …

Των αναιρεσιβλήτων – καθών η κλήση: ……

(……)

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-5-2007 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και την από 5-2-2008 αγωγή των 1ου, 2ου, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5284/2009 μη οριστική που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4370/2011 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3963/2012 μη οριστική και 5901/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2014 αίτησή της (με αριθμό κατάθεσης …28-2-2014), επί της οποίας εκδόθηκε η 1155/2015 απόφαση του Α2’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγους της από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕ …» περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Με την από 16 Οκτωβρίου 2015 κλήση της αναιρεσείουσας η υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

(……)

Ο Εισαγγελέας ακολούθως, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της από 28-2-2014 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΕ …» για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών γιατί είναι βάσιμοι.

Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 12η Ιανουαρίου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ……

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 294 και 297 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ` αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 744/1982, ΑΠ 50/2014, ΑΠ 2249/2014, ΑΠ 1697/2008).

Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 παρ. 1α, 287, 288 και 290 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 286 και 287 αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εάν μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του αποβιώσαντος. Επί απλής ομοδικίας η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα ομόδικο και δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς, όπως τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 ΚΠολΔ ( ΑΠ 379/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε νόμιμα από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον δεύτερο (Γ. Π.), τέταρτη ανώνυμη εταιρεία (…) και πέμπτη ανώνυμη εταιρεία (…) των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (καίτοι ούτοι δεν κλήθηκαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί πως η εν λόγω αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και να απορριφθεί ως μη νόμιμο το περί του αντιθέτου αίτημα των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

II . Με την υπ’ αριθ. 1155/2015 ομόφωνη απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 23 παρ.2 εδ. γ’ του Ν.1756/1988 και 563 παρ.2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, τα ζητήματα, α) της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής και β) αν η συνταγματική προστασία της επικοινωνίας έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εργαζόμενος, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργοδότη του, δημιουργεί και χρησιμοποιεί, πέραν της ηλεκτρονικής διεύθυνσης που έθεσε στη διάθεση του η επιχείρηση, προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, λαμβάνοντας μέτρα που αποκλείουν την πρόσβαση σ’ αυτήν οιουδήποτε τρίτου, και δ’ αυτής αποστέλλει και δέχεται ηλεκτρονικά μηνύματα που δεν αφορούν την υπό στενή έννοια ιδιωτική του ζωή, αλλά αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάζεται πράξεις.

III. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, από το 1979 δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα εμπορίου ξυλείας, αντιπροσωπεύουσα μεγάλο αριθμό οίκων του εξωτερικού και εισάγει στην Ελληνική αγορά πολύ μεγάλο μερίδιο της εισαγόμενης στην Ελλάδα ξυλείας. Τον Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2006 παραιτήθηκαν από την αναιρεσείουσα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη πρώτοι αναιρεσίβλητοι, από τους οποίους, ο μεν πρώτος από το έτος 1987 μέχρι την 29-9-2006 ήταν Γενικός Διευθυντής της και από το Μάιο του 1996 μέχρι την 29-9-2006 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε δεύτερος, που προσλήφθηκε το έτος 1993, ως υπάλληλός της, ανέλαβε από το έτος 1996 τη διεύθυνση πωλήσεων και από τον Ιούνιο του 2005 εξελέγη και διετέλεσε, μέχρι την 15-11-2006, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Οι δύο αυτοί αναιρεσίβλητοι προσχώρησαν στη συνέχεια ως υψηλόβαθμα στελέχη σε άλλη εταιρεία εμπορίας ξυλείας, ανταγωνιστική της αναιρεσείουσας, και έγιναν ο πρώτος πρόεδρος και ο δεύτερος αντιπρόεδρος αυτής. Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, όταν κλήθηκε κατά την αποχώρησή του, να ενημερώσει και να παραδώσει στον επόμενο γενικό διευθυντή της αναιρεσείουσας το αρχείο των συμβάσεων πελατών, τη σχετική αλληλογραφία με τους αντιπροσωπευομένους οίκους και τους πελάτες, τις παραγγελίες και όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν μηχανογραφηθεί και τύχει επεξεργασίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που του είχε διαθέσει η αναιρεσείουσα και ήταν ιδιοκτησίας της, αρνήθηκε κάθε συνεργασία, υποστηρίζοντας ότι τα σχετικά αρχεία δεν υπήρχαν πλέον, διότι είχαν διαγραφεί και καταστραφεί από αυτόν. Τον Νοέμβριο του 2006, τρεις από τους σημαντικότερους οίκους, που η αναιρεσείουσα αντιπροσώπευε αποκλειστικά στην Ελλάδα, κατήγγειλαν την συνεργασία τους μαζί της. Ταυτόχρονα, αποφάσισαν να συνεργασθούν με την εταιρεία στην οποία είχαν προσχωρήσει οι άνω αναιρεσίβλητοι. Η αναιρεσείουσα ζήτησε στις 17-1-2007 από τρεις ειδικούς πραγματογνώμονες, διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος, να επιχειρήσουν να αναζητήσουν και να επαναφέρουν από τους σκληρούς δίσκους των εταιρικών υπολογιστών των άνω αναιρεσιβλήτων τα διαγραμμένα αρχεία και να ταξινομήσουν τα αποτελέσματα στους αντίστοιχους φακέλους. Μετά από τη σχετική έρευνα οι πραγματογνώμονες παρέδωσαν στην αναιρεσείουσα το πόρισμά τους. Από το πόρισμα προέκυψε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι οι άνω αναιρεσίβλητοι, ήδη από το 2004, προέβησαν σε σωρεία αθέμιτων ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της αναιρεσείουσας δια μέσου εταιρειών δικών τους συμφερόντων -μιας κυπριακής και μιας ελληνικής- και είχαν από έτους και πλέον μεθοδεύσει την μεταπήδησή τους στην ελληνική ανταγωνίστρια εταιρεία, παρασύροντες σε αυτήν ξένους οίκους, τους οποίους αντιπροσώπευε αποκλειστικά η αναιρεσείουσα. Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα άσκησε τις από 11-5-2007 δύο αγωγές κατά των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της, κατά της κυπριακής εταιρείας, κατά της ελληνικής ανταγωνιστικής εταιρείας στην οποία αυτοί προσχώρησαν, και κατά των ξένων οίκων που η αναιρεσείουσα προηγουμένως αντιπροσώπευε, διεκδικώντας αποζημίωση λόγω αθεμίτου ανταγωνισμού και λόγω ακυρότητας των γενομένων καταγγελιών των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας. Οι δύο αγωγές απορρίφθηκαν με την 4370/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αρνήθηκε να λάβει υπ’ όψη τα ανασυρθέντα έγγραφα από τους υπολογιστές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως αποτελούντα παρανόμως συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ακολούθως, ασκήθηκε έφεση από την αναιρεσείουσα και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι τα ως άνω έγγραφα, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του. Ειδικότερα σε σχέση με τους παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγους, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει και επικαλείται, εκτός των άλλων, αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων κειμένων και μηνυμάτων, τα οποία ,όπως αποδεικνύονται, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την από την ίδια, έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, αποτέλεσαν αντικείμενο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του δεύτερου αναιρεσίβλητου, με τρίτα, πλην της αναιρεσείουσας, πρόσωπα, που έλαβε χώρα διαμέσου προσωπικού λογαριασμού του τελευταίου, ενώ στη συνέχεια αποθηκεύθηκαν στους σκληρούς δίσκους υπολογιστών ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας αποκλειστικής χρήσης των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, από όπου και διαγράφηκαν πριν την παράδοση των υπολογιστών στην αναιρεσείουσα, ότι τα αρχεία αυτά περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συναίνεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και ότι κατ’ ακολουθία, τα έγγραφα αυτά συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση αίτηση, δύο εκ των λόγων της οποίας και δη οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ’ ΚΠολΔ ( ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος και για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των άνω εγγράφων), ως αναφερόμενοι σε ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος παραπέμφθηκαν στην πλήρη Ολομέλεια.

  1. Κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος : «1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής). Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α».

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του εκτελεστικού του Συντάγματος ν.3115/2003: «1. Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο». Περαιτέρω η συνταγματική προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας ολοκληρώνεται με τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με το άρθρο 370 Α του Ποινικού Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παραγράφου 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών ( ΣτΕ 1091/2015). Στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει κατ’ αρχήν το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ’ εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος., που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων. Το άρθρο 19 παρ.1 του Συντάγματος προστατεύει μόνο την «επικοινωνία σε οικειότητα και όχι την επικοινωνία σε δημοσιότητα». Αν και χαρακτηρίζεται ως «απόλυτο», το απόρρητο αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδιο συνταγματική διάταξη. Το ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής, δεν έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ενώ στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις.

Σύμφωνα με μία άποψη, που αποτελεί μειοψηφία, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εκτείνεται και μετά τη λήξη της επικοινωνίας και μέχρι να εκφραστεί αντίθετη θέληση των επικοινωνούντων. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν οι Κ. Χρυσόγονος, στο έργο του, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2006, σελ.256 επ., και ο Στ. Τσακυράκης, στη μελέτη του, Το απόρρητο της επικοινωνίας, ΝοΒ 1993, σελ. 995. Σύμφωνα με την άλλη άποψη, που είναι η κρατούσα και δέχεται ως ορθότερη, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται και λήγει με τη λήξη της. Η προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων ( άρθρα 9 και 9 Α του Συντάγματος, αντιστοίχως ), αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου. Τούτο δέχονται από παλιά η συνταγματική θεωρία και η νομολογία στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ( βλ. μεταξύ άλλων, Ν.Ν. Σαρίπολο, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου της Ελλάδος, 1923 σελ. 146-147, Αρ. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, Α’ Ατομικές ελευθερίες, δ’ έκδοση, 1982, σελ. 232 επ., Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά δικαιώματα, 2012, δ’ έκδοση, σελ. 353 επ., Ν. Παπαδόπουλο, Προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, Ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 19 του Συντάγματος, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 390 επ., Παν. Τσίρη, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, 2002, σελ. 100-101, Ν.Κ. Αλιβιζάτο, στη Γνωμοδότησή του από 17.10.2011). Έτσι και τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που όπως προαναφέρθηκε εμπίπτουν και αυτά στο απόρρητο των ανταποκρίσεων, προστατεύονται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 19 Συντάγματος μόνο κατά το στάδιο της επικοινωνίας. Μετά την ολοκλήρωσή της, ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ.1 Συντάγματος, αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9 Α του Συντάγματος. Ειδικά για τα ηλεκτρονικά μηνύματα και το ότι αυτά δεν καλύπτονται από τις εγγυήσεις του απορρήτου, μετά την ανάγνωσή τους, έχει εκδοθεί η από 2-3-2006 απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω μηνύματα, από τη στιγμή που έχουν αποθηκευθεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραλήπτη τους δεν προστατεύονται από το απόρρητο των επικοινωνιών (άρθρο 10 παρ.1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης), αλλά με βάση το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (άρθρο 1 παρ.1 και 2 παρ.1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης). Αντιθέτως, το προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής, όπως έχει αποτυπωθεί σε μαγνητοταινία, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 19 παρ.1 του Συντάγματος, διότι δεν μπορούσε να συλλεγεί παρά μόνο κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας, και για το λόγο αυτόν και η αυστηρή μεταχείριση της χρήσης και ειδικότερα της αναμετάδοσης του προϊόντος υποκλοπής όχι μόνο τη στιγμή που αυτή πραγματοποιείται ,αλλά και πολύ μεταγενέστερα. Να σημειωθεί τέλος ότι στην υπ’ αριθ. 6/2008 Γνωμοδότησή του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δέχεται ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή δεν αποτελεί είδος επικοινωνίας και ότι, συνεπώς, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα αναζητηθέντα και επανεφερθέντα (ανασυρθέντα) αρχεία, δεν υπεκλάπησαν κατά την διάρκεια επικοινωνίας και δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας εταιρείας με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν. Και τούτο, μετά την άρνησή τους να παραδώσουν στην αναιρεσείουσα τα σχετικά έγγραφα–είτε τυπωμένα είτε ως ηλεκτρονικά αρχεία– προκειμένου η τελευταία να συνεχίσει απρόσκοπτα την επιχειρηματική δράση της. Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία δεν καλύπτονταν από το απόρρητο των ανταποκρίσεων και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος.

  1. Περαιτέρω, επικουρικά, για τα ζητήματα, α) αν τα ως άνω επίμαχα ανασυρθέντα αρχεία και τα ηλεκτρονικά μηνύματα καλύπτονται από το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των προσωπικών δεδομένων και β) αν η συνταγματική προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων έχουν εφαρμογή και στην άνω περίπτωση που τα ανασυρθέντα αρχεία και τα ηλεκτρονικά μηνύματα δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας εταιρείας με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν και τα οποία (ηλεκτρονικά μηνύματα ) αφορούν αθέμιτες και επιζήμιες για τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εργάσθηκαν πράξεις, πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Συντάγματος : «Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας». Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ ,σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος : «Κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται επέμβαση δημοσίας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος αυτού παρά μόνο στο μέτρο που αυτή η επέμβαση προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο δια την εθνική ασφάλεια, την δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προστασία της ιδιωτικής ζωής περιλαμβάνει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου. Κατ’ αντιδιαστολή προς την κοινωνική ζωή του ατόμου, ως ιδιωτική ζωή του νοείται το σύνολο των σχέσεων και των δραστηριοτήτων του εκείνων που το ίδιο θέλει να κρατήσει μακριά από τη δημοσιότητα, είτε αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε για έναν στενό κύκλο, τον οποίο ο ίδιος κάθε φορά προσδιορίζει. Έτσι, εκτός από την ερωτική ζωή, τα ζητήματα υγείας και την οικογενειακή ζωή του ατόμου, που βρίσκονται στον πυρήνα του προστατευτέου δικαιώματος, στην έννοια της ιδιωτικής ζωής εμπίπτει ένας ευρύτερος κύκλος υποθέσεών του, ο οποίος ενδέχεται να συμπλέκεται και με την επαγγελματική ζωή. Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει ότι τα τηλεφωνήματα και η ηλεκτρονική αλληλογραφία από τον χώρο της δουλειάς ενδέχεται να θεωρηθούν ιδιαίτερες εκφάνσεις της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου και να προστατεύονται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το ίδιο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, πρώην ΔΕΚ), που, ενώ στην αρχή ( 1989) είχε αποφανθεί ότι το αντικείμενο της προστασίας του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ «αφορά το πεδίο της ανάπτυξης της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου και, επομένως, δεν μπορεί να επεκταθεί στους χώρους εμπορικών δραστηριοτήτων», στη συνέχεια (2008) προσέγγισε την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Στην προκειμένη περίπτωση, τα ανασυρθέντα αρχεία, περιελάμβαναν όχι μόνον έγγραφα της εργοδότριας αναιρεσείουσας, αλλά και (προσωπικά) ηλεκτρονικά μηνύματα και επιστολές, τις οποίες είχαν απευθύνει προς τρίτους–πελάτες της αναιρεσείουσας, ανταγωνιστές της, αλλά και αντιπροσωπευομένους από αυτήν–οι παραιτηθέντες πρώην υπάλληλοί της, προετοιμάζοντας την αποχώρησή τους. Αν και στενά συνδεδεμένη με την εμπορική και την εν γένει επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας, η σχετική αλληλογραφία είναι «προσωπική» «ιδιωτική», δηλαδή εμπίπτει στην έννοια της «ιδιωτικής ζωής». Και τούτο, για το λόγο ότι η εν λόγω αλληλογραφία απέβλεπε στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων των παραιτηθέντων υπαλλήλων (εις βάρος βέβαια των συμφερόντων της τελευταίας).

Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή των αναιρεσιβλήτων και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 παρ.1 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ.

  1. Κατά το άρθρο 9 Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο : «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων ,όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή ,που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου «πληροφοριακού αυτοκαθορισμού» ή «αυτοδιάθεσης των πληροφοριών». Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες ( ΣτΕ 1616/2012). Το άτομο δικαιούται πλέον να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τον ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προστατευτέα προσωπικά δεδομένα είναι μόνον όσα αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα. Τούτο προκύπτει από τις περ. (α) και (γ) αντιστοίχως του άρθρου 2 του ν.2472/1997, οι οποίες ορίζουν ως προσωπικά δεδομένα «κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων» και ως «υποκείμενο των δεδομένων», «το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. δ’ του άνω ν. 2472/1997 ως «επεξεργασία» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα νοείται «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση, η αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή» (ΑΠ 474/2016). Να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, έχει εφαρμογή ο άνω ν. 2472/1997 και όχι ο ν. 3471/2006 «Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών …», ο οποίος στο άρθρο 3 με τίτλο «Πεδίο Εφαρμογής», όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 169 Ν.4070/2012, ορίζει :

«1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του παρόντος νόμου έχουν εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών, στο πλαίσιο της παροχής διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών περιλαμβανομένων αυτών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης. Για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μη διαθεσίμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφαρμόζεται ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει. 2. Ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει, και οι εκτελεστικοί του άρθρου 19 του Συντάγματος νόμοι, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται για κάθε ζήτημα σχετικό με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που δεν ρυθμίζεται ειδικότερα από τον παρόντα νόμο». Στην προκειμένη περίπτωση, οι πληροφορίες, που περιλαμβάνονται στα ως άνω αρχεία, που ανασύρθηκαν από τους εταιρικούς υπολογιστές τους οποίους χρησιμοποιούσαν οι πρώην παραιτηθέντες υπάλληλοι, αν και αφορούσαν και την επιχειρηματική δράση της εργοδότριας αναιρεσείουσας εταιρείας και τις υποθέσεις της, συνιστούν προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων. Και τούτο, για το λόγο ότι η ηλεκτρονική αυτή αλληλογραφία και ανταλλαγή των κρισίμων πληροφοριών εξυπηρετεί προεχόντως τα προσωπικά συμφέροντα και σχέδια των υπαλλήλων. Συνεπώς, τα επίμαχα αρχεία πρέπει να χαρακτηρισθούν ως προσωπικά δεδομένα των υπαλλήλων και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 Α του Συντάγματος 3.Τα δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, δεν είναι απόλυτα. Όπως και κάθε άλλο συνταγματικό δικαίωμα, μπορούν να περιορισθούν αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και αν η άσκησή τους προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων. Και τούτο, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, την οποία το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει πλέον ρητά, ορίζοντας «Τα δικαιώματα του ανθρώπου …τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί….πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο…και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, θα πρέπει να είναι αντικειμενικοί και απρόσωποι και να προβλέπονται από τον νόμο, ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι τυπικός. Τέλος, τα ατομικά δικαιώματα δεν προστατεύονται μόνον έναντι της πολιτείας και των οργάνων της, αλλά και έναντι ιδιωτών που τα προσβάλλουν, αφού πλέον, κατά την ως άνω παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 25 του Συντάγματος, «τα δικαιώματα ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν». Πρόκειται για την λεγόμενη «τριτενέργεια» των συνταγματικών δικαιωμάτων, στην οποία εμπίπτει κατ’ εξοχήν η σχέση εργοδότη και εργαζομένου. Κατά πάγια πλέον νομολογία ,ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς την προσωπική και ιδιωτική ζωή, η εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχων, οι οποίοι, εκτός εργασίας θα ήταν ανεπίτρεπτοι. Έτσι, όπως έχει κριθεί, είναι θεμιτή η μαγνητοσκόπηση ταμιών καταστήματος εν ώρα εργασίας, διότι η εργασία την οποία αυτοί παρέχουν υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη, δεδομένου ότι η παραπάνω μαγνητοσκόπηση δεν ανάγεται στην σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων ( ΑΠ 874/2004, η οποία αφορά τη γνωστή υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων από το παγκάρι του ιερού ναού προσκυνήματος …). Προς την ίδια κατεύθυνση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι, στο πλαίσιο της λειτουργίας της επιχείρησης και, ειδικότερα, στον χώρο εργασίας, είναι επιτρεπτές πιο εκτεταμένες επεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή των εργαζομένων απ’ ό,τι εκτός αυτού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού «απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 991/2014 ,ΑΠ 249/2014). Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ` επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 991/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 652 και 288 ΑΚ και 16 του ν. 146/1914 προκύπτει ότι ο μισθωτός, ο οποίος έχει καθήκον πίστης προς τον εργοδότη του, υποχρεούται να μη ενεργεί ανταγωνιστικές πράξεις, οι οποίες βλάπτουν τα συμφέροντα του εργοδότη. Τέτοιες πράξεις, πλην άλλων, είναι η άσκηση για δικό του λογαριασμό, με άγνοια του εργοδότη, εμπορικών εργασιών, ομοίων προς τις πράξεις του τελευταίου, ως και η εξυπηρέτηση πελατών του εργοδότη απ` ευθείας από τον μισθωτό ( ΑΠ 1285/1984). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 εδ. α’ , β’ και γ’ του ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα «για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. «. Έτσι ο σκοπός της συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων επιτρέπεται αποκλειστικά καταρχήν για τους σκοπούς που συνδέονται άμεσα με τη σχέση απασχόλησης και την οργάνωση της εργασίας. Η διαπίστωση της «συμβατότητας» μεταξύ της συλλεγόμενης πληροφορίας και της σχέσης απασχόλησης δεν μπορεί να γίνει σε αφηρημένη βάση αλλά θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά στάθμιση in concreto των συμφερόντων των εργαζομένων και των δικαιωμάτων των εργοδοτών, λαμβάνοντας υπόψη ζητήματα όπως το είδος της εργασίας για την οποία γίνεται η συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων ή το εάν η συλλογή και επεξεργασία γίνεται κατά το στάδιο της πρόσληψης ή το στάδιο της λειτουργίας της σχέσης εργασίας. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά χρειάζονται, ενόψει των σκοπών επεξεργασίας. Η συλλογή και επεξεργασία πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επεμβαίνει όσο το δυνατόν λιγότερο στην προσωπική ζωή του εργαζόμενου, με ηπιότερα μέσα επίτευξης του σκοπού για τον οποίο συγκεντρώνονται οι πληροφορίες. Για να είναι νόμιμη η επεξεργασία θα πρέπει να διενεργείται για τον σκοπό για τη θεραπεία του οποίου αποσκοπεί και όχι για άλλο σκοπό (ΣτΕ 1616/2012). Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω ν. 2472/1997 ορίζει: «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του». Ο θεμελιώδης όμως αυτός κανόνας, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συναίνεση του υποκειμένου, δεν είναι απόλυτος. Έτσι ο ίδιος ο ν. 2472/1997 -ο οποίος επαναλαμβάνει, εν προκειμένω, την κοινοτική Οδηγία 95/46/ΕΚ -ορίζει στο άρθρο 5 παρ.2 α’ έως ε’ ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου, οσάκις αυτή «είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας…..και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών». Έτσι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εξικνείται μέχρι της πλήρους απαγορεύσεως της επεξεργασίας τους, αλλά στη θέσπιση όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επεξεργασία τους, ούτως ώστε να επιτευχθεί μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος αυτού, και της ικανοποιήσεως και άλλων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (ΣτΕ 1616/2012, ΣτΕ 2254/2005), όπως είναι το δικαίωμα της έννομης προστασίας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος) και της επιχειρηματικής ελευθερίας (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος). Τέτοιο έννομο συμφέρον αποτελεί η άσκηση της οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη καθώς και η άσκηση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου και ιδίως η περίπτωση ,κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσκόμιση των προσωπικών δεδομένων από τον εργοδότη ενώπιον του δικαστηρίου και διοικητικών ή ανεξάρτητων αρχών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του. Μπορεί να είναι κάθε είδους δικαστήρια, πολιτικά, ποινικά ή διοικητικά, με οποιαδήποτε διαδικασία, και με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν μετέχει ο εργοδότης, όπως ενάγων ή εναγόμενος. Ειδικότερα, όπως έχει κρίνει κατ’ επανάληψη η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η χρήση ενώπιον δικαστηρίου προσωπικών δεδομένων που έχουν συλλεγεί χωρίς προηγούμενη συναίνεση του ενδιαφερομένου είναι θεμιτή αν «ο επιδιωκόμενος σκοπός της προάσπισης των δικαιωμάτων δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα» (Αρχή Προστασίας Δεδομένων, 8/2005, 9/2005 και 57/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, τα κρίσιμα αρχεία περιλαμβάνουν έγγραφα και άλλα στοιχεία τα οποία οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας συνέταξαν, απέστειλαν ή και παρέλαβαν στον χώρο εργασίας τους με χρήση εταιρικών υπολογιστών. Επί πλέον, δεν χρησιμοποιούσαν προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, αλλά εταιρική, την οποία η αναιρεσείουσα τους είχε παραχωρήσει για τις ανάγκες της εργασίας τους. Ακόμη δεν τέθηκε ζήτημα επιτήρησης ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρακολούθησης των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Ελέγχθηκαν απλώς εκ των υστέρων οι εταιρικοί υπολογιστές μετά την αποχώρησή τους και την άρνησή τους να παραδώσουν τα αρχεία που χρησιμοποιούσαν στην αναιρεσείουσα εργοδότριά τους. Εξάλλου, τα κρίσιμα δεδομένα δεν ήταν «ευαίσθητα» κατά την έννοια του ν.2472/1997 (άρθρο 2 περ. β’ ). Η συλλογή και επεξεργασία τους από την αναιρεσείουσα δεν απέβλεπε μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) αλλά στην διασφάλιση της εμπορικής πίστης και, εν τέλει, στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πράγματι, η απόδειξη ενώπιον δικαστηρίου της άνω αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς που επέδειξαν οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αποκάλυψη στοιχείων της καθαρά προσωπικής ζωής τους, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, οι ερωτικές προτιμήσεις τους, τα θρησκευτικά τους πιστεύω και οι φιλοσοφικές η πολιτικές τους πεποιθήσεις. Γιατί, αν και η συμπεριφορά αυτή ανάγεται στην προσωπική ζωή τους, η προετοιμασία του επαγγελματικού μέλλοντος των εν λόγω υπαλλήλων βρίσκεται προδήλως στην περιφέρεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή σε πολύ μεγάλη απόσταση από τον πυρήνα της τελευταίας. Επομένως, η αποκάλυψη των κρίσιμων δεδομένων για την άσκηση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας της εργοδότριας αναιρεσείουσας (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας της (άρθρα 5 και 106 παρ.2 Συντάγματος) είναι καθ’ όλα θεμιτή, η δε, κατά τα άρθρα 9 και 9 Α του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επίκληση των πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, είναι αθέμιτη, αφού η άσκησή τους προσβάλλει δικαιώματα της αναιρεσείουσας που υπερέχουν προφανώς. Τέτοια δικαιώματα ήταν τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ.1 Συντάγματος και γενικότερα η διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που η αποτελεσματική υπεράσπισή τους ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 20 παρ.1 Συντάγματος), επέβαλε την απόδειξη της αντισυμβατικής, αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων πρώην υπαλλήλων της. Άρα η ανάσυρση των κρισίμων αρχείων από τους εταιρικούς υπολογιστές που αυτοί χρησιμοποιούσαν και η χρήση τους ενώπιον δικαστηρίου ήταν νόμιμη.

VI . Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα ως άνω αρχεία, που ανασύρθηκαν από την αναιρεσείουσα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, που χρησιμοποιούσαν οι αναιρεσίβλητοι, και ήλθαν σε γνώση της, χωρίς τη συγκατάθεση των τελευταίων και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου και ότι επομένως τα έγγραφα αυτά, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Άρα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 και 11 γ’ ΚΠολΔ , με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παράβασης του νόμου και της παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, και οι οποίοι παραπέμφθηκαν ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας, ως ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

VII. Κατά τη γνώμη, όμως, του αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου, οι λόγοι που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και έπρεπε να απορριφθούν. Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο (εδ. α’ ) και ότι νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων (εδ. β). Επίσης στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α του Συντάγματος. Το άρθρο αυτό κατοχυρώνει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε μορφής ιδιωτικής (μη δημόσιας) επικοινωνίας οπουδήποτε και αν αυτή γίνεται (κατοικία, χώρος εργασίας ή άλλου), και ειδικότερα προστατεύει την ελευθερία και το απόρρητο κάθε προσωπικής ή επαγγελματικής επικοινωνίας, την οποία το υποκείμενο του δικαιώματος εννοεί και επιθυμεί ως μυστική ή εμπιστευτική. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β’ του Σ., κατά την οποία η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη και η οποία προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή σφαίρα, απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την οπτική ή ακουστική παρακολούθηση ή καταγραφή ή άλλης μορφής προσβολή της ιδιωτικής ζωής με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, εκτός από ενέργειες που επιχειρούνται στο νόμιμο πλαίσιο για τη διερεύνηση, αποκάλυψη και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του οικιακού ασύλου και της ελεύθερης επικοινωνίας προστατεύεται και από το άρθρο 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ με την επιφύλαξη του περιορισμού, που προβλέπεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, για θεμιτή επέμβαση της δημόσιας αρχής, εφόσον αυτή (επέμβαση) προβλέπεται με (εθνικό) νόμο και αποτελεί μέτρο που, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη ποινικών αδικημάτων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Ενώ, με το άρθρο 9Α του Σ., κατοχυρώνεται το δικαίωμα προστασίας του ατόμου από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει, η οποία (προστασία) διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ. (κατά την οποία απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί – από δημόσιες αρχές ή ιδιώτες – κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ.), είναι κανονιστικά πλήρης με άμεση εφαρμογή, δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα ανεξάρτητα από την έκδοση ή όχι σχετικού νόμου και ισχύει σε όλες τις δικαστικές και διοικητικές αρχές. Η εν λόγω απαγόρευση, αυτονοήτως, δεν αφορά αποδεικτικά μέσα, που αποκτήθηκαν υπό τους όρους του άρθρου 19 παρ.1β’ του Σ., για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, με σύννομη άρση του απορρήτου κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994. Κατά ορθότερη άποψη, το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται και μετά την πραγμάτωσή της μέχρι να εκδηλωθεί αντίθετη βούληση αυτών που επικοινωνούν, καθόσον η ratio της σχετικής συνταγματικής διάταξης είναι η προστασία της οικειότητας και εμπιστευτικότητας μεταξύ των ατόμων που επικοινωνούν ως εκδήλωσης της προσωπικής τους ελευθερίας για όσο χρόνο η σχετική επικοινωνία διατηρεί τον μυστικό ή εμπιστευτικό χαρακτήρα της, ο οποίος δεν παύει με μόνη την πραγμάτωση της επικοινωνίας, ούτε ατονεί η ανάγκη για την προστασία του απορρήτου αυτής. Η αντίθετη άποψη, ότι το απόρρητο της επικοινωνίας προστατεύεται μόνο κατά το στάδιο της διεξαγωγής της, που στη σύγχρονη ηλεκτρονική και ψηφιακή μορφή της εξαντλείται συνήθως σε ελάχιστο χρόνο, περιορίζει σημαντικά και αδικαιολόγητα την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, ενώ, αντίθετα, επιβάλλεται η πλήρης και ουσιαστική διασφάλισή του, καθόσον η ευρύτατη οικονομική εκμετάλλευση προσωπικών πληροφοριών και η εμφάνιση πολλών νέων πηγών και μορφών ηλεκτρονικής εγκληματικότητας έχουν πολλαπλασιάσει τους κινδύνους προσβολών του απορρήτου της επικοινωνίας και της ιδιωτικής ζωής και καθιστούν επιτακτικότερη την προστασία τους. Έτσι, η σύγχρονη ηλεκτρονική αλληλογραφία (e-mails) εμπίπτει και προστατεύεται από το απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ. κατά το στάδιο της πραγμάτωσής της αλλά και μετά για όσο χρονικό διάστημα τα μέρη που επικοινωνούν διατηρούν και διασφαλίζουν τον μυστικό ή εμπιστευτικό χαρακτήρα της, με χρήση σχετικού κωδικού αποκλειστικής πρόσβασης. Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ. εισάγεται περιορισμός στο δικαίωμα απόδειξης ως ειδικότερης έκφανσης του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, που κατοχυρώνεται (με επιφύλαξη νόμου) στο άρθρο 20 παρ.1 του Σ., και συγχρόνως εισάγεται περιορισμός σε δικαιώματα των οποίων επιδιώκεται εκάστοτε δικαστική προστασία, που ενδέχεται να έχουν και συνταγματική κατοχύρωση, όπως η ζωή, η τιμή, η ελευθερία (με στενή έννοια) κλπ.. Σε ακραίες μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ., εφόσον η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα απόδειξης βασανιστηρίων ή της αθωότητας κατηγορουμένου ιδίως για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, και μόνο εφόσον η εν λόγω προσβολή, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας, η οποία προστατεύεται από τη θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη (άρθρο 110 Σ.) διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η δε πρωταρχικά προστατευόμενη από το Σ. αξία του ανθρώπου συνάπτεται άμεσα και άρρηκτα με την ελευθερία της επικοινωνίας, καθόσον (η αξία του ανθρώπου) εκφράζεται και πραγματώνεται μέσω αυτής. Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησής τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Σ. και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σ. είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη. Ειδικότερα, η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου και του σκοπού που προορίζεται να εξυπηρετεί ο περιορισμός, επιβάλλει στον νομοθέτη : α) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να επιδιώκει θεμιτό σκοπό, δηλαδή τον σκοπό που ορίζει ρητά η ειδική νομοθετική επιφύλαξη ή τον σκοπό που εμπίπτει στο νόημα της γενικής νομοθετικής επιφύλαξης (προστασία του κοινωνικού συνόλου ή δικαιωμάτων τρίτων), β) το προβλεπόμενο μέσο ή ο τρόπος του περιορισμού να είναι θεμιτός, γ) ο θεσπιζόμενος περιορισμός να είναι κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού, για τον οποίο εισάγεται και δ) η συγκριτική στάθμιση των συγκρουομένων αγαθών, δηλαδή του αγαθού στο οποίο αποβλέπει ο περιορισμός και του αγαθού που προστατεύει το δικαίωμα, πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) να αποβαίνει υπέρ του πρώτου. Ο δε δικαστικός έλεγχος δεν υπεισέρχεται στη σκοπιμότητα και περιορίζεται στη συνταγματικότητα των σχετικών νομοθετικών επιλογών, εξετάζοντας μόνο μήπως ο περιορισμός που επέλεξε ο νομοθέτης είναι ακατάλληλος ή μη αναγκαίος ή δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Περαιτέρω, με τον ν. 2472/1997 (για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που εκδόθηκε σε προσαρμογή προς την Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης/10/1995) καθορίστηκαν το πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα δικαιώματα των υποκειμένων τους. Η ρύθμιση αυτή συμπληρώθηκε και εξειδικεύτηκε με τον ν. 2774/1999 (για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τηλεπικοινωνιακό τομέα σε προσαρμογή προς την νεότερη Οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου). Ακολούθως, για την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης/7/2002, θεσπίστηκε ο ν. 3471/2006 (για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών…), με τον οποίο καταργήθηκε στο σύνολό του ο ν. 2774/1999 (καθώς η σχετική Οδηγία που αυτός είχε ενσωματώσει στην ελληνική έννομη τάξη καταργήθηκε με τα άρθρα 19 και 17 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ) και διέλαβε νέες ρυθμίσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Οι σχετικές ρυθμίσεις (όπως και εκείνες του ν. 2774/1999 που καταργήθηκε) συμπληρώνουν και εξειδικεύουν τις γενικές ρυθμίσεις του ν. 2472/1997, προκειμένου, ενόψει των μεγάλων τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων, να διασφαλίζεται πληρέστερη και αποτελεσματικότερη προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής των πολιτών που χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες επικοινωνίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, δηλαδή μόνο στα δημόσια (διαθέσιμα στο κοινό) δίκτυα ηλεκτρονικής επικοινωνίας και στις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Για τις μη διαθέσιμες στο κοινό ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εφαρμόζεται ο ν. 2472/1997, όπως ισχύει, ενώ ως ηλεκτρονική επικοινωνία νοείται και εκείνη που παρέχεται μέσω διαδικτύου (βλ. σχετικά αιτιολ. έκθεση ν. 3471/2006 σε ΚΝοΒ έτους 2006 σελ. 1071-1072). Τέλος, με τον ν. 3917/2011 (για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνίας…), ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 2006/24/ΕΚ, που τροποποίησε την προγενέστερη Οδηγία 2002/58/ΕΚ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3471/2006 (ο οποίος, κατά το άρθρο 3 αυτού, έχει εφαρμογή κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών στο πλαίσιο παροχής από δημόσια δίκτυα διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών), α) προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών οποιαδήποτε χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και των διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, όπως αυτά ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, στα οποία περιλαμβάνονται η ταυτότητα σύνδεσης ή του τερματικού εξοπλισμού του συνδρομητή, οι κωδικοί πρόσβασης, ο χρόνος επικοινωνίας, τα στοιχεία εντοπισμού του τερματικού εξοπλισμού του χρήστη κλπ. και β) η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Σ. Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, απαγορεύεται η ακρόαση, υποκλοπή ή άλλο είδος παρακολούθησης ή επιτήρησης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης και θέσης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο. Επίσης στο άρθρο 5 αυτού, το οποίο ορίζει τους κανόνες επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και των δεδομένων κίνησης και θέσης, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο φορέας παροχής δημοσίου δικτύου ή και διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τα δεδομένα κίνησης και θέσης ή να τα διαβιβάζει σε τρίτους για άλλους σκοπούς, εκτός αν ο συνδρομητής ή ο χρήστης έχει δώσει τη ρητή και ειδική συγκατάθεσή του, η οποία, για τη διαβίβαση των δεδομένων σε τρίτους, πρέπει να είναι (και) έγγραφη. Στο δε άρθρο 6 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, α) ότι τα δεδομένα κίνησης, που υποβάλλονται σε επεξεργασία και αποθηκεύονται από τον φορέα παροχής δημοσίου δικτύου ή και διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών υπηρεσιών, καταστρέφονται ή καθίστανται ανώνυμα με κατάλληλη κωδικοποίηση και β) ότι, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται χωρίς (προηγούμενη) συγκατάθεση του συνδρομητή ή χρήστη η επεξεργασία των δεδομένων θέσης από τους εν λόγω φορείς, προκειμένου να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση καταστάσεων ανάγκης τις αναγκαίες πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος και μόνο γι’ αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό. Τέλος, για τους σκοπούς του ν. 3471/2006, ως «επικοινωνία» νοείται κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών μέσω μίας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενώ ως «Δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών» νοείται το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που χρησιμοποιείται εξ ολοκλήρου ή κυρίως για την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (άρθρο 2 παρ. 5 και 10). Όπως δε σημειώνεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση (βλ. ΚΝοβ τόμος 54 σελ. 1071-1074), α) ως επικοινωνία κατά το άρθρο 2 του ν. 3471/2006 θεωρείται και η παρεχόμενη μέσω διαδικτύου, καθώς και οι πληροφορίες που μεταβιβάζονται μέσω των υπηρεσιών πολυμέσων, διαλογικής τηλεόρασης και βίντεο κατά παραγγελία, εφόσον αφορούν αναγνωρίσιμο συνδρομητή ή χρήστη, β) ως προς την προστασία των επικοινωνιών, οι διατάξεις του εν λόγω νόμου συμπληρώνουν τις προϋπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ν. 2225/1994, του ν. 3115/2003 και των νομοθετημάτων που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή τους, γ) απαγορεύεται η χωρίς άδεια πρόσβαση στις επικοινωνίες από πρόσωπα άλλα πλην των χρηστών ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους, εκτός αν υπάρχει σχετική ρύθμιση στον νόμο, η οποία, πάντως, υπόκειται στις προυποθέσεις και τις εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του Συντάγματος και οι εκτελεστικοί νόμοι αυτού (ουσιαστικές εγγυήσεις, άδεια δικαστικής αρχής και έλεγχος από Ανεξάρτητη Αρχή), δ) υπόκειται στο απόρρητο κάθε χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που γίνεται από τον συνδρομητή ή/και τον χρήστη και ε’ ) οι τροποποιήσεις του ν. 2472/1997 που εισάγονται με τον ν. 3471/2006 έχουν ως σκοπό τη διατήρηση και κατοχύρωση υψηλού επιπέδου προστασίας των προσωπικών δεδομένων σε συμμόρφωση και προς το άρθρο 9 Α του Συντάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3917/2011, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων του ν. 3471/2006 (που προβλέπουν καταρχήν τη διατήρηση και επεξεργασία από τους παρόχους των δεδομένων της επικοινωνίας των συνδρομητών και χρηστών μόνο για τους σκοπούς μετάδοσης και χρέωσης αυτής, καθώς και την καταστροφή ή την ανωνυμοποίησή τους με τη λήξη της επικοινωνίας), οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημόσιου δικτύου επικοινωνιών υποχρεούνται να διατηρούν τα δεδομένα του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, όταν αυτά παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία από αυτούς κατά την παροχή των υπηρεσιών επικοινωνιών, ενώ απαγορεύεται η διατήρηση δεδομένων που αποκαλύπτουν το περιεχόμενο των επικοινωνιών. Κατά το άρθρο 4 αυτού, τα δεδομένα του άρθρου 5 παρέχονται μόνο στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις και τους όρους πρόσβασης που ορίζονται στον ν. 2525/1994. Ενώ, κατά το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου, η υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων καθιερώνεται, προκειμένου αυτά να καθίστανται διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στο άρθρου 4 του ν. 2225/1994, ενώ δεν εμπίπτει στο πεδίο ισχύος αυτού το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οι πληροφορίες, στις οποίες η πρόσβαση πραγματοποιείται με τη χρήση δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τέλος, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3917/2011 (ΚΝοΒ τόμος 59 σελ. 158 επ.) σημειώνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα : Ότι η διατήρηση των δεδομένων της επικοινωνίας αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Σ., στη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, καθώς, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ, η σχετική υποχρέωση αποσκοπεί στη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως ορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου των κρατών μελών. Ότι η διατήρηση των δεδομένων της επικοινωνίας δεν συνιστά ανακριτική πράξη, αφού αυτά παραμένουν στα αρχεία του παρόχου, δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία και γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές μόνο υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες του εκτελεστικού νόμου του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ. Ότι η ανακριτική πράξη της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών διενεργείται κατά το άρθρο 4 του ν. 2225/1994, όπως εκάστοτε ισχύει, για τη διακρίβωση των εκεί αναφερομένων εγκλημάτων στο πλαίσιο ανάκρισης ή προανάκρισης και ότι δεν επιτρέπεται προληπτική επεξεργασία των διατηρουμένων δεδομένων, η οποία θα προσέκρουε στο άρθρο 19 του Σ. και στην αρχή της αναλογικότητας. Ότι η επεξεργασία των πληροφοριών που προκύπτουν από τα δεδομένα αυτά επιτρέπεται μόνο εφόσον διαταχθεί η διενέργεια της ανακριτικής πράξης της άρσης του απορρήτου σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου για την τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η διεξαγόμενη ανακριτική πράξη είναι μη νόμιμη και άκυρη. Ότι στα διατηρούμενα δεδομένα οπωσδήποτε δεν εμπίπτουν το περιεχόμενο της επικοινωνίας και οι πληροφορίες που παράγονται από την επικοινωνία μέσω διαδικτύου, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ. Και ότι τα διατηρούμενα δεδομένα, ως εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, συνθέτουν, μαζί με το περιεχόμενο της επικοινωνίας, υπό ευρεία έννοια την έννοια του απορρήτου της επικοινωνίας και απολαμβάνουν της συνταγματικής προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως ορίζεται και στο άρθρο 4 του ν. 3471/2006. Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2472/1997, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει : α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών …. Στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Επίσης στην παρ. 2 περ. ε’ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι αυτό (έννομο συμφέρον) υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των προσώπων, στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι από τα άρθρα 5 παρ. 1, 9 και 9Α του Σ. και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνονται τα δικαιώματα της ιδιωτικότητας και της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του φυσικού προσώπου (ατόμου), ενώ από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 5Α του Σ. κατοχυρώνεται το δικαίωμα του φυσικού και νομικού προσώπου στην πληροφορία (πληροφορείν και πληροφορείσθαι). Η υπερεθνική έννομη τάξη (Οδηγίες ΕΚ) και η εσωτερική έννομη τάξη (ν. 2472/1997 και μεταγενέστεροι) θέτει σειρά περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και πληροφορείσθαι, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των αντιτιθεμένων δικαιωμάτων αυτών, με την έννοια ότι θεωρείται (καταρχήν) απαγορευμένη κάθε επέμβαση τρίτου στα προσωπικά δεδομένα του φυσικού προσώπου, αν δεν έχουν τηρηθεί οι όροι και οι διατυπώσεις που τάσσονται από τον νόμο για την άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και πληροφορείσθαι. Η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα συμπληρώνει το προυπάρχον θεσμικό πλαίσιο, συγκεκριμενοποιεί τη διάταξη προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), αν δεν έχουν τηρηθεί οι εν λόγω όροι και διατυπώσεις για την άσκηση του δικαιώματος της πληροφοριακής ελευθερίας. Ο ν. 3471/2006 (εκτελεστικός του άρθρου 9Α του Σ., το οποίο εξαίρει ρητά την ανάγκη προστασίας των προσωπικών δεδομένων από την ηλεκτρονική συλλογή, επεξεργασία και χρήση τους) περιέχει νέα ρύθμιση που αποτελεί α) συμπλήρωση και εξειδίκευση των γενικών ρυθμίσεων του ν. 2472/1997 και β) συμπλήρωση και ενίσχυση της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών, που παρέχεται από τον ν. 2225/1994 (εκτελεστικό του άρθρου 19 παρ. 1 του Σ.), τον ν. 3115/2003 (για την Α.Δ.Α.Ε) και όσα νομοθετήματα εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτών. Έτσι, με το άρθρο 4 του ν. 3471/2006, οποιαδήποτε χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (διαβίβαση ή ανταλλαγή πληροφοριών κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου), που παρέχεται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, προστατεύεται ρητά από τις ρυθμίσεις για το απόρρητο των επικοινωνιών. Η δε άρση του απορρήτου επιτρέπεται μόνο υπό τις προυποθέσεις (όρους και λόγους) και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Σ. και τον ν. 2225/1994, όπως ισχύει. Ο ν. 3471/2006 έχει αποκλειστική εφαρμογή για ζητήματα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών στο πεδίο χρήσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται από δημόσια δίκτυα και είναι διαθέσιμες στο κοινό. Ενώ, ο ν. 2472/1997 έχει εφαρμογή για ζητήματα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στο πεδίο χρήσης ηλεκτρονικών υπηρεσιών που δεν είναι διαθέσιμες στο κοινό, καθώς και για κάθε ζήτημα σχετικό με παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών που δεν ρυθμίζεται ειδικότερα από τον ν. 3471/2006. Συνακολούθως και με δεδομένο ότι στο άρθρο 5 του ν. 3471/2006 επαναλαμβάνονται οι γενικές αρχές προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής προσαρμοσμένες στη φύση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, απαριθμούνται οι περιπτώσεις που θεμελιώνουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας (σύμβαση και συγκατάθεση ηλεκτρονική ή έγγραφη ή ρητή, ειδική και έγγραφη, κατά περίπτωση) και προβλέπονται εξαντλητικά οι ειδικές προυποθέσεις υπό τις οποίες είναι νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, αποκλείεται συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 περ. ε’ του ν. 2472/1997, η οποία, όπως ήδη σημειώθηκε, επιτρέπει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων (όταν η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, εφόσον αυτό υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου ή των υποκειμένων των δεδομένων και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών). Επομένως, δεν είναι σύννομη η γνώση ή απόκτηση, από όργανα του φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας ή, πολύ περισσότερο, από οποιονδήποτε τρίτον (που διαθέτει ή προσφεύγει σε ανάλογη τεχνική δυνατότητα), πληροφοριών που ανταλλάχτηκαν, διαβιβάστηκαν ή διακινήθηκαν μέσω δημοσίου δικτύου παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε προσωπικό ηλεκτρονικό λογαριασμό, χωρίς τη συγκατάθεση του χρήστη (συνδρομητή ή μη) των συγκεκριμένων ηλεκτρονικών υπηρεσιών για προσωπικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς και χωρίς να τηρηθούν η διαδικασία, οι όροι και οι προυποθέσεις για άρση του απορρήτου κατά τον ν. 2225/1994. Επιπλέον η παρεχόμενη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενισχύεται και με αυστηρές ποινικές κυρώσεις, που προβλέπονται για οποιονδήποτε παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις, είτε αυτός συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον πάροχο ηλεκτρονικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό είτε πρόκειται για πρόσωπο άσχετο με τον πάροχο (άρθρα 15 παρ. 1 ν. 2472/2006 και 11 παρ. 1-2 ν. 3917/2011). Τα δε σχετικά αποδεικτικά μέσα, που αποκτώνται, άμεσα ή έμμεσα, μ’ αυτόν τον τρόπο, είναι παράνομα και, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 του Σ., δεν επιτρέπεται η χρήση τους σε όλες τις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες. Κατ’ εξαίρεση, είναι θεμιτή η χρήση αυτών των αποδεικτικών μέσων χάριν προστασίας άλλων δικαιωμάτων, όταν, από τη συγκριτική στάθμιση των εκάστοτε αντιτιθεμένων και συγκρουομένων δικαιωμάτων και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ο αποκλεισμός της χρήσης τους οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή των δικαιωμάτων αυτών, η οποία, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά και προσβολή της ανθρώπινης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ.. Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με τους λόγους αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, το Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, μεταξύ άλλων, τις εξής ουσιαστικές παραδοχές : Ότι η αναιρεσείουσα, για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, επικαλέστηκε και προσκόμισε αντίγραφα εκτυπώσεων ηλεκτρονικών αρχείων διαφόρων μηνυμάτων και πληροφοριών, τα οποία αρχεία, όπως προκύπτει από έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε, προέρχονται από προσωπική/ιδιωτική ηλεκτρονική αλληλογραφία και διακίνηση μηνυμάτων και πληροφοριών του δεύτερου αναιρεσίβλητου με τρίτα πρόσωπα (πλην της αναιρεσείουσας-εργοδότριας) μέσω δικτύου παροχής στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας, στον προσωπικό του λογαριασμό «…» (ατομικής ηλεκτρονικής διεύθυνσης e-mail), στον οποίο δεν είχαν οποιαδήποτε πρόσβαση η αναιρεσείουσα και τρίτοι (που δεν διέθεταν τον σχετικό κωδικό πρόσβασης). Ότι το σχετικό πληροφοριακό υλικό αποθηκεύτηκε στον σκληρό δίσκο ηλεκτρονικού υπολογιστή ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, που χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι δύο αναιρεσίβλητοι (Α. Κ. και Γ. Π.) ή πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από αυτούς (με χρήση του οικείου μυστικού κωδικού πρόσβασης). Ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος διέγραψε το σχετικό πληροφοριακό υλικό (που ήταν καταχωρημένο-ενσωματωμένο σε υλικό φορέα του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε) προτού αποχωρήσει από την αναιρεσείουσα και πριν παραδώσει σ’ αυτή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή (θέλοντας έτσι να διατηρήσει απόρρητο και ιδιωτικό το περιεχόμενο των αρχείων). Και ότι τα σχετικά αρχεία περιήλθαν στη γνώση και την κατοχή της αναιρεσείουσας, χωρίς τη συγκατάθεση του δεύτερου αναιρεσίβλητου και χωρίς να έχει τηρηθεί η διαδικασία για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών. Ακολούθως, αφού έκρινε ότι τα σχετικά έγγραφα συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε γι’ αυτόν τον λόγο υπόψη, απέρριψε (ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως αβάσιμη κατ’ ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης 4370/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμες τις αντίστοιχες αγωγές της.

Υπό τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, παραβιάστηκαν το απόρρητο της επικοινωνίας, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, με τη γνώση και απόκτηση από την αναιρεσείουσα (και με τη γνώση όσων τρίτων συμμετείχαν στην ανάκτηση) του προαναφερόμενου πληροφοριακού υλικού, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για άρση του απορρήτου της επικοινωνίας. Συνακολούθως, τα σχετικά έγγραφα που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο και προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα με επίκληση για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα. Δεν συνέτρεχε δε στην προκείμενη υπόθεση θεμιτή περίπτωση για κατ’ εξαίρεση χρήση των παρανόμων αυτών αποδεικτικών μέσων χάριν προστασίας του δικαιώματος της επιχειρηματικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας και απόδειξης της αγωγικής απαίτησής της για αδικοπρακτική αποζημίωση από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων υπαλληλικών στελεχών της, καθόσον από τη συγκριτική στάθμιση των συγκρουομένων δικαιωμάτων και αγαθών των διαδίκων μερών και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ο αποκλεισμός της χρήσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, δεν οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας, η οποία να συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., ώστε να επιβάλλεται η μη εφαρμογή της απαγορευτικής επιταγής του άρθρου 19 παρ. 3 του Σ.. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 19 του Σ. (ή και άλλες διατάξεις του Σ. ή ουσιαστικού νόμου, αυτεπαγγέλτως ερευνητέες στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και ορθά δεν έλαβε υπόψη τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της αγωγής της κατά των αναιρεσιβλήτων, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι. VIIΙ. Μετά από αυτά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 5 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης , κατά τους ως άνω λόγους (από τους αριθμούς 1 και 11 ‘ γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015). Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ( άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως η με αριθμ. καταθ. …2014 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΕ …», δεν ασκήθηκε όσον αφορά τους δεύτερο (Γ. Π.), τέταρτη ανώνυμη εταιρεία (…) και πέμπτη ανώνυμη εταιρεία (…) των αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5901/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί ως προς τους πρώτο και τρίτο αναιρεσιβλήτους την υπ’ αριθ. 5901/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.”

 

 

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Δημοσιεύθηκε η 677/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

18/7/2017

 

 

Δημοσιεύθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου

(677/2017, Τμήμα Β1 Πολιτικό)

για τη βλαπτική μεταβολή στον ιδιωτικό τομέα!

 

Ανατροπή επί τα χείρω για χιλιάδες εργατοϋπαλλήλους!

 

Ιδού η απόφαση!

 

 

Σύμφωνα με την υπ’αριθ. 677/2017 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου «μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Εφόσον δε στις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν διαλαμβάνεται ότι διαπιστώθηκε τέτοια πρόθεση της εναγομένης εργοδότριας, δεν θεμελιώνεται βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής.».

 

Ιδού ολόκληρο το κείμενο της απόφασης!

 

Αριθμός 677/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «…» και το διακριτικό τίτλο «… Α.Τ.Ε.» που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγερινό Ανδρέου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαργωμένο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 570/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2227/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 2-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή πάντως υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και ακόμη και εν μέρει το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Ολ. Α.Π. 28/2005). Εξ άλλου ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν’ ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ. Α.Π. 19/2007). Περαιτέρω με το άρθρο 7 του π.δ. 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984 «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 368/1994, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 5 ν. 2229/1994 «Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 1418/1984 και άλλες διατάξεις» καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων αυτών, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων. Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την παρ. 7 εδ. α έως ε ότι: «Όλες οι επιχειρήσεις του ΜΕΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ. Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παραγράφων 1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σ’ αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση. Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους, αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρίας ή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχείρησης. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένη από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) θεσπίζεται, εκτός των άλλων, η στελέχωσή της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα Μ.Ε.Κ., έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρουμένη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αντίθετα όμως δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις – με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο Μ.Ε.ΕΠ. οργάνου πλήρωσης μίας εκ των για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεων – και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση το χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας. Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ’ επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (Α.Π. 2242/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: «Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία, εργολήπτρια δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων. Την 1-6-2003 συνήψε προφορικώς με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] σύμβαση, βάσει της οποίας ο τελευταίος με την ιδιότητά του ως ηλεκτρολόγος μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει σε αυτήν την εργασία του κατά την εκτέλεση διαφόρων τεχνικών έργων. Ειδικότερα ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο «…» (Μ.Ε.Κ.) με αριθμό …, εντάχθηκε από της προσλήψεώς του στο μόνιμο επιστημονικό προσωπικό της εναγομένης και συνέτασσε τους προϋπολογισμούς των εξόδων των έργων, επέβλεπε δε ως βοηθός εργοταξιάρχη ή εργοταξιάρχης με την ως άνω ιδιότητά του την εκτέλεση των έργων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος (όπως η Αθήνα, η Λάρισα, η Άνδρος, η Χίος, η Λέρος), έχοντας την ευθύνη, πλην άλλων, της παροχής οδηγιών και εντολών προς το εργατοτεχνικό προσωπικό που χρησιμοποιούσε η εναγομένη για την εκτέλεση των έργων αυτών, της παραγγελίας των υλικών, της πληρωμής των εξόδων σύμφωνα με τα εγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα των έργων, τελώντας υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο της εναγομένης και δη του νομίμου εκπροσώπου της Α. Κ., όπως συνέβαινε, μεταξύ άλλων, και με τις «καταστάσεις εξόδων εργοταξίου και πιστωτικών τιμολογίων», τις οποίες συνέτασσε (ο ενάγων) και υπέγραφε μετά από έλεγχο ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κάτωθι της ενδείξεως «Έλεγχος». Εξ άλλου ο ενάγων, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την ένδικη σύμβαση εργασίας, απασχολείτο μονίμως και συνεχώς στους εκάστοτε εργοταξιακούς χώρους καθ’ όλη τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας του εργατοτεχνικού προσωπικού, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδας, κατά δε τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες η εναγομένη δεν είχε αναλάβει την εκτέλεση κάποιου τεχνικού έργου απασχολείτο στα γραφεία της με το ίδιο ωράριο και κατά τις ίδιες ημέρες, εκτελώντας διοικητικά κυρίως καθήκοντα, υπό την καθοδήγηση της εναγομένης και δη του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της. Παραλλήλως προς τα ανωτέρω καθήκοντά του ως υπάλληλος της εναγομένης ο ενάγων ασκούσε από 30-6-2003 έως τις 8-8-2008, οπότε παραιτήθηκε, κατόπιν της… …/8-8-2008 αιτήσεώς του προς το ΥΠΕΧΩΔΕ-ΓΓΔΕ (Διεύθυνση Μητρώων και Τεχνικών Επαγγελμάτων), και εκείνα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της. Η συμμετοχή του στη διοίκηση της εναγομένης εγένετο στα πλαίσια εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 7 εδ. α του π.δ. 472/1985. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η εναγομένη, ως επιχείρηση εγγεγραμμένη στο «Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων» (Μ.Ε.ΕΠ.), ώφειλε να έχει στη διοίκησή της δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της με συνεχή απασχόληση και ενεργό συμμετοχή στο έργο της, όπως ήταν και ο ενάγων… Η εναγομένη είχε υποβάλει στο ΥΠΕΧΩΔΕ ότι ο ενάγων ήταν στέλεχός της, ώστε να υποστηρίζει, βάσει του άρθρου 7 παρ. 12 του ως άνω π.δ., το εργοληπτικό πτυχίο της, όφειλε δε, κατόπιν της παραιτήσεως του ενάγοντος, να αναπληρώσει την έλλειψη εμπρόθεσμα, άλλως θα εκινείτο η διαδικασία της έκτακτης αναθεωρήσεως της επιχειρήσεως της στο Μ.Ε.ΕΠ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν σε 2.000 ευρώ, κατόπιν αυξήσεως από το Σεπτέμβριο 2007 σε 3.000 ευρώ, πλέον των νομίμων επιδομάτων, για την απόδειξη εισπράξεως του οποίου ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Το ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου) και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου, όπως η εναγομένη επικαλείται αβάσιμα, συνάγεται από όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και δη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει το αναγκαίο για το χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στοιχείο της υποβολής του ενάγοντος σε νομική, ουσιαστική και ιδίως ποιοτική εξάρτηση από την εναγομένη και δη από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Α. Κ., αφού τελούσε υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, υπέκειτο σε συγκεκριμένο ωράριο (οκτάωρο) κατά τις εργάσιμες ημέρες κάθε εβδομάδος, απασχολούμενος είτε σε χώρους που του υπεδείκνυε η εναγομένη βάσει των τεχνικών έργων που είχε αναλάβει να εκτελέσει είτε στα γραφεία της, δεν απασχολήθηκε δε κατά τη διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως σε άλλο εργοδότη, ενώ δεν ασκεί επιρροή για τον ως άνω χαρακτηρισμό της ένδικης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για την καταβολή του μισθού του, υπό την προαναφερόμενη δε ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετείχε και ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Ειδικότερα ο ανταποδεικτικός ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων από τον Ιούνιο 2003 έως τις 30-8-2007 παρείχε σε αυτήν τις υπηρεσίες του υπό τη μορφή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως εργοταξιάρχης μηχανικός και από 10-9-2007 έως 31-7-2008 δυνάμει συμβάσεων έργου/υπεργολαβιών και δη ότι αυτή (εναγομένη) υπέγραψε με την κοινοπραξία «Ε. Π.-Α. Π.», η οποία είχε συσταθεί από τον ενάγοντα και τον αδελφό του Α. Π., τις από 10-9-2007 και 15-6-2008 συμβάσεις έργου-υπεργολαβίες για την εκτέλεση των εργασιών των έργων α) «…» και β) «Ολοκλήρωση συγκροτήματος Γυμνασίου-Λυκείου …», τα οποία η ίδια είχε αναλάβει να εκτελέσει από την ανάδοχη κοινοπραξία «…» και την ανάδοχη εταιρία «… ΟΕ», αντιστοίχως, δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν αποδείχθηκε η σύσταση της επικαλούμενης από την εναγομένη κοινοπραξίας και δη ότι έχει κατατεθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό ούτε ότι έλαβε τέτοια κοινοπραξία αντίστοιχο Α.Φ.Μ. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στο υπό στοιχείο α) έργο από 3-7-2007 έως 31-8-2008 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός εργοταξιάρχη σύμφωνα με το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του έργου αυτού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τους μηνιαίους μισθούς του εκ 3.000 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-7-2008 πλέον του δώρου Πάσχα 2008, έναντι των οποίων ουδέν κατέβαλε. Έτσι, λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο «…» ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης. Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τους μηνιαίους μισθούς του από 1-1-2008 έως 31-7-2008 το ποσό των 21.000 (7μ Χ 3.000) ευρώ, για δώρο Πάσχα 2008 1.500 (3.000 Χ 1/2) ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 948 (από 1-5-2008 έως 31-7-2008, ήτοι 75 ημέρες: 19 Χ 2/25 Χ 3.000 = 948) ευρώ και για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης τις αποδοχές 3 μηνών + 1/6 για τα επιδόματα, ήτοι 10.500 [3.000 + 1/6 (3.000 : 6 = 500) 3.500 Χ 3μ] ευρώ». Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή ερήμην της, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 33.948 ευρώ (21.000 + 1.500 + 948 + 10.500). Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και συνακόλουθα ορθώς επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των (21.000 + 1.500 + 948 =) 23.448 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-7-2008.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του συνιστώντος αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ισχυρισμού της ότι δεν συνδεόταν με τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά ότι αυτός ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ήτοι: α) τις αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος των ετών 2004, 2005 και 2006, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός δεν είχε σταθερές αποδοχές, β) δύο αποδείξεις ποσού 12.000 και 9.300 ευρώ αντιστοίχως που εισέπραξε από αυτήν ο ενάγων ως προκαταβολή των δύο κοινοπραξιών που αναφέρονται στο ιστορικό της αίτησης αναίρεσης και γ) αποδείξεις συνολικού ποσού 22.146,64 ευρώ για την εκτέλεση των εργασιών αυτών και αποδείξεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-7-2008 συνολικού ποσού 25.741 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το εφετείο έγγραφα, ώστε να προκύπτει αναμφίβολα η ταυτότητά τους. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και από «όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα» σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα αποδείξεις, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με αυτήν το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 10-9-2007 και από 15-6-2008 εγγράφων, τα οποία αυτή συνυπέγραψε με τον ενάγοντα και συγκεκριμένα με την κοινοπραξία «Ε. Π.-Α. Π.» και από τα οποία αποδεικνύεται «εγγράφως και περιτράνως», όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι κατά τον επίδικο χρόνο για τον οποίο ο αναιρεσίβλητος ζητεί μισθούς ήταν συνεταίρος και υπεργολάβος της, ενώ το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αυτό δεν συμβαίνει και ότι τα έγγραφα αυτά ουδέν αποδεικνύουν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 648, 652 παρ. 1, 656 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δεν συνιστά βλαπτική, υπό την εκτεθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (Α.Π. 381/2012, 795/2007). Στην προκείμενη περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «…λόγω της εξακολουθητικής παραβάσεως της εναγομένης να εκπληρώσει την υποχρέωση της περί καταβολής των ως άνω αποδοχών του, ο ενάγων εξαναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την εργασία του στο έργο «…» ως βοηθός εργοταξιάρχη στις 31-7-2008, όπως προκύπτει από το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα του εν λόγω έργου, γεγονός που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης» και του επιδίκασε για το λόγο αυτό αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στην αρχή αυτής της σκέψης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι κατά την προαναφερθείσα έννοια των διατάξεων αυτών μόνη η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, έστω και μακροχρόνια, δεν αρκεί να θεμελιώσει την έννοια της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του, αν δεν συνδέεται και με την πρόθεση του εργοδότη να εξαναγκάσει αυτόν σε παραίτηση προκειμένου να αποφύγει την καταβολή σ’ αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης. Εφόσον δε στις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν διαλαμβάνεται ότι διαπιστώθηκε τέτοια πρόθεση της εναγομένης εργοδότριας, δεν θεμελιώνεται βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος που ισοδυναμεί με έκτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω (τετάρτου) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της (ήτοι κατά το μέρος που αφορά την αποζημίωση απόλυσης ποσού 10.500 ευρώ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθεί δε κατά τα λοιπά η δικαστική δαπάνη των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2227/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Σημαντική η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 11/2017!!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΝ.ΥΠ.Ε.Κ.Κ.

Αθήνα 17-7-2017

 

 

Δημοσιεύθηκε η απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου (Πρόεδρος Βασιλική Θάνου) με αριθμό 11/2017.

Κρίνει συνταγματικές βασικές διατάξεις του β” Μνημονίου!

 

Ιδού η απόφαση!

Αριθμός 11/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Σε Πλήρη Ολομέλεια


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ασπασία Καρέλλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Γεώργιο Σακκά και Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Ειρήνη Καλού, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα – Εισηγητή, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Μαρία Νικολακέα, Αβροκόμη Θούα, Νικήτα Χριστόπουλο, Ιωάννη Φιοράκη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Γεώργιο Μιχολιά, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Νικόλαο Τσάκο, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Τζανάκη, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως Ξένης Δημητρίου – Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας – καλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «… ΑΕ», που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων – καθών η κλήση: 1)Ε. Β. του Α., κατοίκου …, 2)Ν. Α. του Ι., κατοίκου …, 3)Ε. Ν. του Δ., κατοίκου …, 4)Ά. – Σ. Κ. του Γ., κατοίκου …, 5)Σ. Κ. του Ν., κατοίκου … και 6)της δευτεροβάθμιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία «…)», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος, 3ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ταρπινίδη, που κατέθεσε προτάσεις, ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και για την 6η παραστάθηκε ο Πρόεδρος της Θ. Α., ο οποίος διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο του την Αμαλία Κουτσοκέρα, που κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας- καθής η κλήση: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης – σωματείου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ … που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, που κατέθεσε προτάσεις της. 

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας – καθής η κλήση: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία «…), νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Α. Ρ., που δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση της ήδη έκτης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 24/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20/11/2012 αίτησή της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα «… με την από 28/8/2013 πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. 

Εκδόθηκε η 1077/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί των αιτήσεων και της παρέμβασης.
Κατόπιν της 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και με την από 7-7-2014 κλήση της αναιρεσείουσας, η υπόθεση επανήλθε στο Β1 πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου για συζήτηση. Η «…) με την από 29/10/2014 πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Το Β’ 1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 52/2015 απόφασή του με την οποία παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον, από το άρθρο 559 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Mε την από 25/9/2015 κλήση της αναιρεσείουσας, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 3/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του παραπεμφθέντος στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. της κρινόμενης αίτησης, ακολούθως δε να αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Β1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για τον οποίο το παραπάνω Τμήμα επιφυλάχθηκε με την υπ’ αριθμό 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας καθώς και ο πληρεξούσιος της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και η πληρεξούσια της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

Κατά την 18η Μαΐου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Καλαματιανός, Σοφία Ντάντου, Δημήτριος Γεώργας και Αγγελική Τζαβάρα, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδάφια γ’ και δ’ του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2331/1995, προκύπτει ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια, αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, αναιρετική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό.

Στην προκείμενη περίπτωση με την 52/2015 απόφαση του Β1’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης της από 20-11-2012 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «… ΑΕ» για αναίρεση της 24/2012 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με τον οποίο φέρεται προς κρίση το ζήτημα, εάν: 1) η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της Ελληνικής έννομης τάξης, με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα και 2) η Π.Υ.Σ. 6/2012 εκδόθηκε σύμφωνα α) με ορθή και έγκυρη ειδική κανονιστική νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, δηλαδή ότι ορθώς εξουσιοδοτήθηκε όργανο της Διοίκησης και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 του Σ και β) ότι οι κανονιστικές της ρυθμίσεις κινήθηκαν εντός των γενικών ορίων, που τέθηκαν από τον εξουσιοδοτικό νόμο και απέδωσαν ακριβώς την έννοια των διατάξεών του.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την …29-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης κλήσης μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο – καθού η κλήση Ά. Σ. Κ. για να εμφανιστεί στη δικάσιμο της 19-5-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατ’ αυτήν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου πλην όμως ο τελευταίος, ενώ όφειλε να εμφανιστεί, δεν εμφανίστηκε. Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία παρά την απουσία του παραπάνω αναιρεσιβλήτου – καθού η κλήση.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α’ του π.δ/τος 246/2006 «Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001» (ΦΕΚ Α 261/29.11.2006), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001 «Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 268/23.11.2001) και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1.1.2007 (άρθρο 39 αυτού), ορίζεται ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 3 αυτού το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και τακτικό μεν είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις, εξυπηρετεί διαρκείς και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Στο άρθρο 26 του ίδιου ως άνω π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (π.δ/μα 229/1994), ορίζεται ότι «1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους: α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κτλ.). Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών σε βαθμό πλημμελήματος, γ) εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων, που έχουν ανατεθεί σ’ αυτό, δ) εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητας του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2. Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες – οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου, που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ, ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός, που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντα του ως οδηγού». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που εντάσσονταν στο τακτικό ή το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ απολύονταν μόνον για κάποιον από τους παραπάνω περιοριστικά αναγραφόμενους στον Κανονισμό λόγους και ότι σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους γινόταν αναιτιωδώς, κατά τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν θα ήταν έγκυρη. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» (ΦΕΚ Α’ 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι «Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε` «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης» παράγραφος 4.1: «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας» του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.». Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε’ υπό τον τίτλο «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις» του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα «υφιστάμενες» σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου «existing») συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο «Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι» προβλέπει τα εξής: «Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας». Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης. Τούτο προκύπτει απερίφραστα και ανεπιφύλακτα και από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου, αποτελούν μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων και κατά συνέπεια επιβάλλεται η άμεση ενσωμάτωση των προβλέψεών τους ως κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Κάθε ειδικότερο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής προβλέπεται να ρυθμίζεται με τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν ήθελε να καταλείψει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μνημονίου αποτελούν ήδη δεσμευτικούς κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης και μάλιστα πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων του προγράμματος, προκειμένου να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία, εγκαίρως, τη διεθνή χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούσε η οξύτατη δημοσιονομική κρίση και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της χώρας. Με τον τρόπο αυτό ο Έλληνας νομοθέτης επέλυσε αυθεντικά το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των συγκεκριμένων διατάξεων του μνημονίου, κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τη νομική φύση των μνημονίων και το είδος των συγκεκριμένων διατάξεων, εξ απόψεως Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των μνημονίων στηρίζουν την κανονιστική τους ισχύ απευθείας στο άρθρο 1 παρ. 6 εδ. α’ ν. 4046/2012 και όχι στο χαρακτήρα των μνημονίων ως διεθνών συνθηκών ή κειμένων με κανονιστικό ή μη κανονιστικό χαρακτήρα. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του μνημονίου θα αποτελούσαν καθ’ εαυτές διατάξεις «αυτοδύναμης εφαρμογής» ή, κατ’ άλλη διατύπωση, διατάξεις «αυτοεκτελέσιμες», «αυτοεκτελεστές» ή «αυτόθροες», σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου των διεθνών συνθηκών (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 19 και 20). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο α’ ) ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β’ του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλΣτΕ 1892/2010). Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όριά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΟλΣτΕ 3220/2010). Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010). Στη συνέχεια, κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 38/28.2.2012, για τη «ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012». Στην τελευταία αναφέρεται, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο «Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α’ 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε’ «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις», παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης» παράγραφος 4.1: «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας» του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3. Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α’ 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει:…Άρθρο 5 1. από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α’ 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)». Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-2-2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ’ υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών [«αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις», «καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας…»] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37). Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές. Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/2012 σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας δεν εξειδικεύει, αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β’ του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων (για το λόγο αυτό άλλωστε θεσμοθετήθηκε και η μείωση αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα) και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις, στερώντας από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτής από 14-2-2012 την διάταξη του άρθρου 26 του π.δ/τος 246/2006 «Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001», η οποία προέβλεπε περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους για τη καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού αυτών (τακτικού και εκτάκτου) και κατά συνέπεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «… ΑΕ» δεν δεσμευόταν πλέον από όσα ορίζονταν στη διάταξη αυτή, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημίωσης).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση στην ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής από 4-4-2012 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων και του Α. Ρ., πρώτου ενάγοντος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, εκτίθεται, ότι αυτοί προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τους εκεί χρόνους, προκειμένου να εργαστούν οι μεν τρεις πρώτοι ενάγοντες ως εισπράκτορες, οι δε τρεις επόμενοι ως οδηγοί των λεωφορείων, που ήσαν ενταγμένα σ’ αυτήν, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών, και ότι σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλείπτως στην αναιρεσείουσα μέχρι τους εκεί χρόνους, οπότε η τελευταία, με πρόσχημα την αναδιάρθρωση της επιχείρησης με σκοπό την μείωση του μισθολογικού κόστους, κατήγγειλε τις μεταξύ τους εργασιακές συμβάσεις, καθώς και ότι οι πιο πάνω καταγγελίες είναι άκυρες γενόμενες κατά παράβαση των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ, αφού, κυρίως, δεν ασκήθηκαν για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στον εν λόγω κανονισμό λόγους και επικουρικά ως καταχρηστικές, αφού υπαγορεύθηκαν από διάθεση εκδίκησης της διοίκησης της αναιρεσείουσας και με σκοπό την κάμψη του ηθικού του προσωπικού της επιχείρησης, ώστε να αποδεχθεί τελείως αυθαίρετες μειώσεις αποδοχών, χωρίς να συντρέχουν οι επιβαλόντες τούτο οικονομικοτεχνικοί λόγοι, άλλως διότι ακόμη κι αν αυτοί συνέτρεχαν, παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο δήθεν επιδιωκόμενος σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων, άλλως και όλως επικουρικά, διότι καταβλήθηκε ελλιπώς η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Κατόπιν τούτων οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός από αυτούς, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να τους απασχολεί πραγματικά, δεδομένου, ότι η εκ μέρους αυτής άρνηση των παρεχόμενων από αυτούς υπηρεσιών προσβάλλει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας σε καθένα από αυτούς και για τα εκεί χρονικά διαστήματα τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση, που δεν κριθούν άκυρες οι γενόμενες καταγγελίες, να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά και όλα αυτά με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε αξίωση για καθέναν απ’ αυτούς. Η έκτη αναιρεσίβλητη, δευτεροβάθμια κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «…», κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το ότι οι τελευταίοι είναι μέλη σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία «Συνδικάτο Εργαζομένων …», το οποίο είναι μέλος της.

V. Επί της άνω αγωγής το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγόμενη, που ιδρύθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά τις διατάξεις του ν.δ. 102/1973 «περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών» και στη συνέχεια μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία, αποτελεί ιδιότυπη συγκοινωνιακή επιχείρηση, με σκοπό τη μεταφορά, μέσω λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων της, τα οποία έχουν εκμισθωθεί σ’ αυτήν, του επιβατικού κοινού από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χαλκιδική και αντίστροφα, καθώς και τη μεταφορά αυτού εντός των ορίων του νομού Χαλκιδικής. Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, οι τελευταίοι προσλήφθηκαν με πλήρες ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες κάθε φορά αποδοχές, προκειμένου να εργαστούν οι μεν δεύτερος και τρίτος ως εισπράκτορες, οι δε τέταρτος, πέμπτος και έκτος ως οδηγοί των λεωφορείων της. Ειδικότερα ο δεύτερος ενάγων, Ε. Β., προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 31.7.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τρίτος, Ν. Α., προσλήφθηκε την 23.9.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τέταρτος, Ε. Ν., προσλήφθηκε την 6.11.2001 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού, ο πέμπτος, Ά. – Σ. Κ., προσλήφθηκε την 17.4.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού και ο έκτος, Σ. Κ., προσλήφθηκε την 16.10.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού. Σε εκτέλεση των συμβάσεων τους όλοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους, με πλήρη απασχόληση, μέχρι την 20.3.2012 ο δεύτερος και μέχρι την 21.3.2012 οι υπόλοιποι, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε, εγγράφως, τις συμβάσεις εργασίας τους, επιδίδοντας το έγγραφο της καταγγελίας σε καθέναν απ’ αυτούς και καταθέτοντας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Πολυγύρου μέρος της αποζημίωσης απόλυσής τους, ως πρώτη δόση, έναντι του συνόλου αυτής. Συγκεκριμένα κατέθεσε υπέρ του δεύτερου το ποσό των 2.590,54 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.476,34 ευρώ, υπέρ του τρίτου το ποσό των 2.652,11 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.630,28 ευρώ, υπέρ του τέταρτου το ποσό των 3.146,31 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.865,78 ευρώ, υπέρ του πέμπτου το ποσό των 3.070,39 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.675,97 ευρώ και υπέρ του έκτου, το ποσό των 2.528,96 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.322,40 ευρώ. Ακολούθως, με εξώδικες δηλώσεις της, που επέδωσε στους ενάγοντες την 17.5.2012, καλούσε καθέναν απ’ αυτούς να λάβει ως διαφορά αποζημίωσης, το ποσό των 102,03 ευρώ ο δεύτερος, των 1.193,45 ευρώ ο τρίτος, των 2.707,47 ευρώ ο τέταρτος, των 2.409,11 ευρώ ο πέμπτος και των 822,98 ευρώ ο έκτος απ’ αυτούς, κατόπιν δε σχετικής άρνησής τους κατέθεσε τα ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι ως άνω καταγγελίες δεν επέφεραν τη λύση των συμβάσεων εργασίας των εργαζόμενων αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους έχει εφαρμογή το π.δ. 246/2006, αφού δεν αποδείχτηκε, ότι έγιναν, επειδή συνέτρεχαν κάποιες από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 26 προϋποθέσεις του Κανονισμού αυτού, παρά μόνο ότι τηρήθηκαν οι γενικές, του άρθρου 5 § 3 ν. 3198/1955, διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ισχυρίζεται η εναγόμενη, ότι, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 ν. 4046/2012, εκδόθηκε η Π.Υ.Σ. 6/28.2.2012 στο άρθρο 5 § 2 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή Κανονισμών Εργασίας, που θεσπίζουν όρους, που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας καταργούνται, τέτοια δε διάταξη είναι, και αυτή του άρθρο 26 του π.δ. 246/2006, δεδομένου, ότι μ’ αυτήν το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη υπόκειται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς. Ωστόσο, η πράξη αυτή, με την οποία εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι για το λόγο αυτό μη εφαρμοστέα και η αναιρεσείουσα όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006, η οποία ουδόλως καταργήθηκε, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου, που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία. Επιπλέον δέχθηκε, ότι οι 1-5 των αναιρεσιβλήτων (δηλ. οι 2-6 των εναγόντων) συνέχισαν να προσφέρουν την εργασία τους στην εναγόμενη, η οποία, όμως, αρνήθηκε να την δεχθεί και για το λόγο αυτόν οφείλει σ’ αυτούς μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τις εκεί διακρίσεις.

VI. Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, τελεσιδίκως, ότι 1) η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012, με την οποία, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι μη εφαρμοστέα, 2) η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 26 του Π.δ. 246/2006, οι οποίες δεν καταργήθηκαν, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου, που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία, 3) δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος καταγγελίας της σύμβασης από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού των ΚΤΕΛ και 4) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη. Στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, επιδίκασε σ’ αυτούς τα παραπάνω ποσά και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να τους απασχολεί στην εργασία τους. Έτσι, όπως έκρινε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, παραβίασε ευθέως, με την εφαρμογή τους, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του π.δ. 246/2006, 26 και 43 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ αντ’ αυτών έπρεπε να εφαρμοσθούν εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και 43 παρ. 2β του Συντάγματος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 43 του Συντάγματος «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεση τους», κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου «Υστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται μεν στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, τίθεται όμως ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Για να είναι νόμιμη η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Επομένως η εξουσιοδοτική διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη (Ολ. Σ.τ.Ε. 1210/2010). Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β του Συντάγματος «ειδικότερα θέματα» για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της διοικήσεως, αποτελούν μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη, σε γενικό έστω αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο, στο ίδιο το κείμενο του τυπικού νόμου (Ολ. Σ.τ.Ε. 1300/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 (με εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η 6/2012 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου), έχοντας το περιεχόμενο που παρατέθηκε στις σκέψεις της πλειοψηφίας, δεν αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της ελληνικής έννομης τάξεως με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα, αφού παραπέμπει σε κεφάλαια των δύο «μνημονίων» που προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στο νόμο αυτό. Ο χαρακτηρισμός των κεφαλαίων αυτών ως «κανόνων δικαίου άμεσης εφαρμογής», ο οποίος γίνεται από την ίδια την εξουσιοδοτική διάταξη, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού τα κεφάλαια αυτά δεν περιέχουν πράγματι κανόνες δικαίου αλλά απλές προγραμματικές διακηρύξεις που από τη φύση τους δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση κανονιστικής δεσμεύσεως. Επί πλέον αποδέκτης της εξουσιοδοτήσεως είναι το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρά το ότι με το άρθρο 5 της 6/2012 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου δεν ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Με βάση τα προεκτεθέντα η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 5 της 6/2012 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου) εκδόθηκε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και εκείνης του άρθρου 26 αυτού και συνακόλουθα το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εφάρμοσε αυτήν αλλά εκείνες του π.δ. 246/2006, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο παραπεμφθείς ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και έπρεπε να απορριφθεί.

Κατά τη γνώμη πέντε μελών του Δικαστηρίου (των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Τζιούβα, Σοφίας Καρυστηναίου, Δήμητρας Κοκοτίνη, Κωστούλας Φλουρή-Χαλεβίδου και Γεωργίου Αποστολάκη): Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος «ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της», ενώ «εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ’ αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΑΠ 648/2011).

Εν προκειμένω, από τον εξουσιοδοτικό νόμο 4046/2012 (άρθρο 1 παρ. 6) κρίσιμες, για τη διαπίστωση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που παρασχέθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με την αγορά εργασίας κ,λπ., είναι οι εξής δύο αναφορές που υπάρχουν στα περιλαμβανόμενα ως Παραρτήματα του ν. 4046/2012 «Μνημόνια»: α) η παρ. 29 του κεφ. Ε’ του πρώτου Μνημονίου, που ορίζει ότι: «Αφαίρεση της «μονιμότητας» σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρίες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης». Και β) η παρ. 4.1 του κεφ. 4 του δεύτερου Μνημονίου που ορίζει ότι: «Πριν την εκταμίευση, καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζεται ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας». Ουδεμία δε αναφορά γίνεται για τα ισχύοντα επί συμβάσεων αορίστου χρόνου. Είναι λοιπόν σαφές ότι με τη διπλή αυτή διατύπωση, η κάθε μία από τις οποίες εμπεριέχεται σε διαφορετικό Μνημόνιο (η παρ. 29 του Κεφ. Ε’ στο «Α» Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και η παρ. 4.1. του Κεφ. 4 στο «Β» Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής»), η παρεχόμενη στο Υπουργικό Συμβούλιο εξουσιοδότηση αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον «στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που λύονται με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη σύνταξη» του εργαζομένου. Η στόχευση του νομοθέτη και αντίστοιχα η παρεχόμενη εξουσιοδότηση είναι σαφής: Αποβλέπει στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου των ΔΕΚΟ και των Τραπεζών που αφορούν σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Ουδεμία αναφορά γίνεται στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, που συλλογικές ρυθμίσεις ή Κανονισμοί Εργασίας ή διατάξεις Νόμων έχουν προβλέψει για τη λύση τους αιτιώδη καταγγελία. Ωστόσο, με την ελεγχομένη για το κύρος της (κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα) διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 επεκτάθηκε η κατάργηση της «μονιμότητας» και σε «όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα», εννοώντας προφανώς τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, που είχαν το προνόμιο της αιτιώδους καταγγελίας, παρά το γεγονός ότι τόσο η παρ. 29 του κεφ. Ε’ του «Α» Μνημονίου, όσο και η παρ. 4.1 του κεφ. 4 του «Β» Μνημονίου, ρητά και ειδικά, επομένως αυστηρά, περιορίζουν το ρυθμιστικό τους πεδίο και την παρεχόμενη εξουσιοδότηση αποκλειστικά στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, των οποίων η λύση επέρχεται αυτοδίκαια και δίχως άλλη διατύπωση ή ενέργεια, με τη συμπλήρωση ενός ορίου ηλικίας ή τη συνταξιοδότηση του εργαζομένου. Διασταλτική ερμηνεία των προθέσεων του εξουσιοδοτούντος νομοθέτη, με τη σκέψη ότι εκφράσθηκε στενότερα απ’ ό,τι ήθελε, δεν είναι επιτρεπτή διότι πρόκειται για εξουσιοδοτικό νόμο και η συνταγματική διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 απαιτεί ο εξουσιοδοτικός νόμος να περιέχει ειδική εξουσιοδότηση (και όχι γενική και αόριστη συμπληρούμενη ερμηνευτικά) έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ασφαλώς αν και κατά πόσο η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα κανονιστική πράξη είναι ή όχι μέσα στα όρια της εξουσιοδοτήσεως.
Συνεπώς η σχετική ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρο 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ, κατά το μέρος που επεκτείνει την κατάργηση ρητρών που υποκρύπτουν μονιμότητα και σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη, ισχύει δε για την απόλυση του τακτικού προσωπικού των ΚΤΕΛ (το οποίο κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού των ΚΤΕΛ συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου), αντί γι’ αυτή η αρχική ρύθμιση του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006 και όχι το άρθρο 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, όπως θα ήταν αν η ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ καλυπτόταν από έγκυρη νομοθετική εξουσιοδότηση και ως προς τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ κρίνεται εσφαλμένο, ωστόσο το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση για την αιτία αυτή και στη συνέχεια αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για τον οποίο επιφυλάχθηκε το παραπάνω Τμήμα με την υπ’ αριθμό 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 24/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής για την αιτία που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Β1’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, για τον οποίο το παραπάνω Τμήμα επιφυλάχθηκε με την 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 29 Ιουνίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

 

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Παρουσίαση του βιβλίου «Πρώτη φορά Αριστερά» του Βασίλη Ασημακόπουλου

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (Εκδόσεις Andys)

«Πρώτη φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις,

εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ

την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις

του πολιτικού μεταμορφισμού του»

 

Νομισματικό Μουσείο, 3/7/2017

 

Κυρίες, κύριοι,

Ευχαριστώ τον παλαιό μου συνεργάτη, συμπολίτη, στενό φίλο και συνοδοιπόρο στους πολιτικούς αγώνες, Βασίλη Ασημακόπουλο, για την τιμή να συμπαρουσιάσω μαζί με άλλους, «πρώτης γραμμής», πολιτικούς διανοητές, το βιβλίο του «Πρώτη φορά Αριστερά», που αναφέρεται στο ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974-1990 και στους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς μετασχηματισμούς τής ελληνικής κοινωνίας αυτή την περίοδο.

Όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό σημείωμα υπό τον τίτλο «Ευχαριστίες και λίγα προσωπικά λόγια», το παρόν βιβλίο αποτέλεσε τη βάση τής διδακτορικής διατριβής που στήριξε ο Βασίλης Ασημακόπουλος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο τον Απρίλιο του 2016.

Για τον υπομονετικό αναγνώστη τού μεγάλου (όντως) αυτού βιβλίου, πολύ πλούσιου και διεισδυτικού στην ανάλυση και παρουσίαση των πολιτικών γεγονότων και ιδεολογικών συγκρούσεων αυτής της ενδιαφέρουσας περιόδου στην Ευρώπη και την Ελλάδα (αφού πλέον έχουμε εισέλθει στην περίοδο τής απόλυτης -έστω και ετεροχρονισμένης-  αλληλεξάρτησης), η αμοιβή θα είναι η «θέαση» του «καθ’ Όλου» τής πολιτικής θεωρίας και πράξης, απόκτημα και βίωμα που είναι απαραίτητο για την κατανόηση της σημερινής πορείας της Ελλάδας και της ΕΕ.

Μιας δηλαδή πορείας συνολικής υποχώρησης των πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων, απόσβεσης των ιδεολογικών διαφορών και συγκρούσεων και επικράτησης (ανάλογα με τη δυναμικότητα κάθε χώρας) ενός επιλεγόμενου, ή εντελώς ετερόνομου, κοινωνικο-οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, που -όπως έχω υποστηρίξει από την αρχή της κρίσης-  συγκροτούν μια συντεταγμένη αταβιστική επιστροφή στη βικτωριανή εποχή.

Περίοδος που η οικειοποίηση του πλούτου των λαών από την τότε κοσμοκράτειρα, με όλες τις μεθόδους (και ασφαλώς αυτές τής πρωταρχικής συσσώρευσης),

-αύξανε την επικυριαρχία της άρχουσας τάξης,

-κατέστρεφε τους μικρομεσαίους παραγωγούς,

-καταργούσε τους εθνικούς πολιτισμούς και τις ιδιαιτερότητές τους,

-εξαθλίωνε τη μεγάλη μάζα των εργαζομένων

-και οδηγούσε στο Κοινωνικό Κράτος των συσσιτίων, της έσχατης δηλαδή ταπείνωσης, τους νεανικούς και παιδικούς κυρίως πληθυσμούς.

Γιατί τα πράγματα πλέον είναι καθαρά:

Μετά την Ενιαία Πράξη το 1986, η Ευρώπη επέλεξε τη «μονοθεματική» ιδεολογία τού νεοφιλελευθερισμού. Στα επόμενα δε κείμενα των Συνθηκών και των Παραρτημάτων του Μάαστριχτ αλλά και της Συνθήκης της Λισαβόνας, με τους συνήθεις βεβαίως ευφημισμούς και τις πάντα «χρήσιμες» αμφισημίες, ουσιαστικά απαγορεύεται η εναλλακτική οργάνωση της παραγωγικής βάσης και κατ’επέκταση των δομουμένων επ’αυτής κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.

Και χαίρομαι ιδιαιτέρως που ο εκλεκτός φίλος Βασίλης Ασημακόπουλος αναφέρεται εκτενώς στο βιβλίο του στη δημόσια κριτική που τότε ασκήσαμε στις ιδεολογικές και κοινωνικές προδιαγραφές αυτής της …περιβόητης Ενιαίας Πράξης.

 

Αγαπητοί φίλοι,

Το γεγονός ότι αυτές οι ανησυχίες μας επαληθεύτηκαν από την πορεία των πραγμάτων (κάτι που ο Βασίλης εκτενώς τεκμηριώνει στο βιβλίο του), δεν σημαίνει ότι επανακάμπτει στη σύγχρονη πραγματικότητα ο «θεσμός των προφητών».

Απλώς υπάρχουν και ορισμένοι διανοητές, μεταξύ των οποίων και ο φίλος μου ο Βασίλης Ασημακόπουλος, που έχουν την κουραστική συνήθεια να διαβάζουν τα αυθεντικά κείμενα και να μην αρκούνται στις παραφράσεις τους από τους εκπροσώπους των κοινοτικών οργάνων αλλά και της εγχώριας δημοσιολογίας.

Να σας φέρω ένα παράδειγμα από τη δημοσιολογία των ημερών μας που, είτε με την απόκρυψη κρίσιμων επισημάνσεων στις ανακοινώσεις των κοινοτικών οργάνων, είτε με τις μεθόδους τής «συγγενούς» μετάφρασης οικονομικών ορισμών, είτε με την αποσιώπηση σοβαρών υποσημειώσεων, παρουσιάζεται μια εντελώς αντίθετη από την πραγματικότητα εικόνα:

Και η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup (15-6-2017), όπως και η περσινή (24-5-2016), αναφέρεται με πολλές ηρτημένες αιρέσεις στο ενδεχόμενο της λήψης (στο βαθμό που θα χρειαστεί) μεσοπρόθεσμων μέτρων για το ελληνικό χρέος μετά το τέλος του προγράμματος.

Ως «τέλος του προγράμματος» νοείται, όχι η κατάργηση του νομικού καθεστώτος των πάνω από εξακοσίων εξήντα εφαρμοστικών των Μνημονίων νόμων που θα συνοδεύουν (κατά τη διατύπωσή τους) διαρκώς τη ζωή των επερχόμενων γενεών, αλλά ο τερματισμός της δανειοδότησης αυτής της μορφής, δηλαδή από τον ESM, για την πληρωμή των κουπονίων των τόκων και των ομολόγων προς αυτόν και προς άλλους πρόσκαιρους ή μονιμότερους δανειστές (εξυπηρέτηση χρέους).

Κι εδώ είναι που επιχειρείται η μεγάλη συνειδησιακή παραπλάνηση:

Ενώ οικοδομείται ένα «αφήγημα» για ελάφρυνση του λαού από ένα μέρος του χρέους, όλοι οι …υπεύθυνοι τραπεζίτες, διαπραγματευτές κ.λπ. γνωρίζουν πως στα κείμενα αναγράφεται ότι, αν αυτό γίνει αναγκαίο και πραγματοποιηθεί, θα γίνει «χωρίς καμιά περαιτέρω επιβάρυνση των δανειστών-κρατών μελών». Που σημαίνει ότι τις οικονομικά μετρήσιμες συνέπειες αυτής τής θρυλούμενης αντιμετάθεσης πληρωμών ή άλλης διευκόλυνσης στην πληρωμή του χρέους, θα τις χρεωθεί ο ελληνικός λαός.

Γι’αυτό άλλωστε και ο σκληρός με τη χώρα μας, αλλά νομικά ακριβής, προτεστάντης κ.Σόιμπλε, απαντώντας προχθές στη γερμανική Βουλή σε ερωτήσεις βουλευτών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του Κόμματος Die Linke, για τον λόγο που δεν ελήφθη μια σαφέστερη απόφαση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα του ελληνικού χρέους, αυτός απάντησε: «Γιατί από τη μια πιστεύω ότι δεν θα χρειαστεί να ληφθούν εάν γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και από την άλλη γιατί, εάν τώρα συγκεκριμενοποιούνταν, τότε ο ελληνικός λαός θα επιβαρυνόταν με τριψήφιο νούμερο δισεκατομμυρίων».

Και ερωτώ: Πόσοι Έλληνες γνωρίζουν τον πλήρη περί χρέους συλλογισμό; Και γιατί η ελληνική δημοσιολογία (κυβερνητική ή μη) αποκρύπτει τους ορισμούς των κειμένων και τις συνέπειες που επιφυλάσσουν οι προδιαγραφόμενες πολιτικές;

 

Αλλά ας επανέλθουμε, κυρίες και κύριοι, στην αλληλουχία του βιβλίου και στον προκλητικό του τίτλο που βεβαίως συμμερίζομαι, αφού, για πρώτη φορά στην πατρίδα μας κατά την περίοδο 1981-1985, πράγματι εφαρμόστηκε ένα ιεραρχημένο και (με τα μέτρα της εποχής) πλήρες πρόγραμμα επανακαθορισμού των παραγωγικών σχέσεων κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα

-με την πολύπλευρη συμμετοχή των εργαζομένων στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι,

-με θεαματική αύξηση των μισθών και των συντάξεων,

-με κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών,

-με εκσυγχρονισμό της αστικής νομοθεσίας,

-με δικαίωση των εθνικών και κοινωνικών αγώνων και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης,

όπως και πολλά άλλα μέτρα κατοχύρωσης του κυρίαρχου ρεύματος των μικρομεσαίων, που κινούσε άλλωστε τον πανάρχαιο και δεσπόζοντα μικρο-ιδιοκτητικό τρόπο παραγωγής.

Έτσι παρουσιάστηκε τότε, υπό την πολιτική κηδεμονία του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, το σπάνιο σε πολλές ιστορικές περιόδους και θετικό φαινόμενο τής σύμπτωσης των συμφερόντων των μικρομεσαίων στρωμάτων με αυτών της Εργατικής Τάξης υπό τη στενή έννοια, ένα «δολοφονικό» της άρχουσας τάξης μίγμα κατά τον Μαρξ, το μόνο ικανό να κλονίσει τα θεμέλια τού αστικού καθεστώτος.

Παρά ταύτα, οι οικονομικές προσαρμογές στην Ευρώπη και κυρίως ο συμβιβασμός της κυβέρνησης Μετώπου του Μιτεράν στη Γαλλία, διέχυσαν ένα γενικότερο κλίμα αναγκαίου «συμβιβασμού» που στην Ελλάδα εισήχθη ως απαραίτητος ελιγμός για την «παραπλάνηση» «του ταξικού αντιπάλου» ενόψει της νέας εφόδου για την ουσιαστική κατάληψη της εξουσίας από την Εργατική Τάξη και τους συμμάχους της, όπως διεκήρυσσε urbi et orbi* η ηγετική ομάδα του τότε ΠΑΣΟΚ.

Τότε (και ο Βασίλης Ασημακόπουλος τα περιγράφει με μεγάλη πολιτική και ιδεολογική ακρίβεια στη σελίδες 295 επόμ. του βιβλίου) παρατηρήσαμε με παρέμβασή μας στο 1ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ την άνοιξη του 1984 ότι η κυβέρνηση «μέχρι τώρα έχει προχωρήσει σε απλό εκσυγχρονισμό των καπιταλιστικών δομών» και ότι «οι προσυνεδριακές θέσεις τού πολύ καθυστερημένου 1ου Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ δεν αναφέρουν απολύτως τίποτε για το κρίσιμο θέμα της διαδικασίας μετάβασης, με ποια συγκεκριμένα μέσα και με ποιες κοινωνικές δυνάμεις, θα πραγματοποιηθεί…».

Αναφέραμε τότε τα αποτυχημένα εγχειρήματα μετάβασης στον σοσιαλισμό, όπως «την εμπειρία της Χιλής», τονίζοντας ότι η αντίληψη «πρώτα ανάπτυξη μέσα από την άνοδο της παραγωγικότητας και σε επόμενη φάση θα εξεταστεί το ζήτημα των κοινωνικοποιήσεων, του εργατικού ελέγχου ή άλλων μορφών αυτοδιαχείρισης…» ακυρώνει οποιαδήποτε προοπτική μετάβασης στον σοσιαλισμό.

Τονίζαμε ότι η ουδέτερη τεχνική αντίληψη περί ανάπτυξης δεν είναι αθώα, αλλά ουσιαστικά σηματοδοτεί την εδραίωση και την παγίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που γίνεται ολοένα και πιο συγκεντρωτικός.

Και δίνοντας μια βαθύτερη εκτίμηση για τις ιδεολογικές ισορροπίες του κυβερνόντος πολιτικού υποκειμένου, διατυπώναμε την άποψη ότι «η ρίζα του προβλήματος είναι ότι δεν αποσαφηνιζόταν ταξικά η Εθνική Λαϊκή Ενότητα (ΕΛΕ) με αποτέλεσμα εντός της κυβέρνησης να έχουν κυριαρχήσει οι τεχνοκράτες που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας υπονομεύοντας οποιαδήποτε προοπτική σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρισης».

Και καταλήγαμε στην ανάλυσή μας ότι «εκείνο που χρειαζόταν ήταν η ανατροπή αυτής της πορείας, η ταξική αποσαφήνισή της και η σκιαγράφηση μιας νέας πορείας υπό την κηδεμονία της Εργατικής Τάξης με σαφή αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική και ασφαλώς αυτοδιαχειριστική κατεύθυνση».

Εν πάση περιπτώσει συμφωνώ με τον Βασίλη ότι τότε, και υπό την επίδραση των ευρωπαϊκών δεδομένων, έγινε η μεγάλη στροφή και η Ελλάδα έχασε την πρώτη και τελευταία (για το ορατό μέλλον) ευκαιρία αλλαγής των παραγωγικών δομών, οικοδόμησης νέων υγιών και αυτοδύναμων παραγωγικών σχέσεων και ενός εν γένει κοινωνικού και οικονομικού συστήματος που θα αξιοποιούσε τον μικρο-ιδιοκτητικό τρόπο παραγωγής, που στο βάθος των οικογενειακών και τοπικών σχέσεων αναπαρήγαγε ένα μεγάλο ποσοστό τής μισθωτής εργασίας.

 

Κυρίες, κύριοι,

Συμμερίζομαι απολύτως τη θέση του βιβλίου που πρέπει να ομολογήσουμε ότι είναι το επιστημονικότερο και συνθετικότερο για το υπό διαπραγμάτευση αντικείμενο, ότι έκτοτε η χώρα εισήλθε στον αστερισμό τής μερικής ή απόλυτης ετερονομίας. Και ότι το πολιτικό σύστημα δεν διέβλεψε ότι ο εγκλεισμός, χωρίς την κατάλληλη και συστηματική προετοιμασία, του έντιμου μεν στις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας, αλλά κατ’ουσίαν αφελούς, εύπιστου και απροσανατόλιστου «ελληνικού ποιμενικού», στο ίδιο κλουβί με το «γερμανικό ντόπερμαν», έχει προδιαγεγραμμένη έκβαση.

Και ότι η εσπευσμένη, επεκτατικού χαρακτήρα, διεύρυνση της ΕΕ στις καθημαγμένες από τον υπαρκτό σοσιαλισμό και λεηλατημένες από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, θα εγκαθίδρυε στη βάση την επίσημη πορεία απόκλισης των χωρών της ΕΕ.

Και ακόμη περισσότερο ότι η υπό γερμανική (θεσμικά και οικονομικά) κηδεμονία και καθοδήγηση Ευρωπαϊκή Τεχνοδομή θα χρησιμοποιούσε την πρώτη κρίση χρέους, ανεξαρτήτως του τρόπου που δημιουργήθηκε, για να την μετατρέψει σε κρίση δανεισμού και δι’αυτού να υποβιβάσει και παλαιές χώρες της ΕΕ στη δεύτερη ταχύτητα.

Ήταν άλλωστε βέβαιο (και αυτό αποδεικνύεται από όλες τις σοβαρές δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως) ότι μετά την πρώτη περίοδο της πιστωτικής ευφορίας με το σκληρό μεν αλλά υπερτιμημένο για τους Έλληνες ευρώ, θα ερχόταν η ωμή και σκληρή σύγκριση των ανταγωνιστικών ευρωπαϊκών οικονομιών. Όπου η χώρα (και άλλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου) θα έπαιρναν τον δρόμο της διαρκούς απόκλισης.

Σε επιστέγασμα αυτών των εξελίξεων, ήρθε η Διακήρυξη της Ρώμης για τα 60 χρόνια της Συνθήκης της ΕΟΚ στη Μάλτα στις 3-2-2017 για να διατυπώσει πλέον ανοιχτά και απροσχημάτιστα την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων και των ομόκεντρων κύκλων…

-Τώρα που η πολιτική των Μνημονίων ρευστοποιεί τον διαχρονικό άυλο και υλικό πλούτο της πατρίδας μας σε βαθμό που να μην υπάρχει κανένα σοβαρό του στοιχείο υπό ελληνικό έλεγχο σε βάθος ενός αιώνα,

-τώρα που εξατμίζεται η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ελλήνων,

-τώρα που εκδιώκεται η σπουδαγμένη νεολαία μας και αιμοδοτεί πλέον κατά εκατοντάδες χιλιάδες τις ξένες-ανταγωνιστικές οικονομίες,

-τώρα που η «συσσιτιοποίηση» του οικογενειακού βίου των Ελλήνων συναγωνίζεται στον κατήφορο την απαξίωση των ολοένα επιδεινούμενων Εργασιακών Σχέσεων της ευελιξίας, της επισφάλειας, του μισθού-«φιλοδωρήματος»,

-τώρα που οι απόγονοι των οικογενειακών περιουσιών και των οικογενειακών παραγωγικών βιοτεχνικών ή μεταποιητικών επιχειρήσεων, τις εγκαταλείπουν λόγω του συνδυασμού πολλών μνημονιακών καταστροφικών μέτρων,

-τώρα που το παιδί αποποιείται την οικογενειακή εστία, το πατρογονικό σπίτι και τη ρίζα του (στοιχεία πάνω στα οποία δομήθηκε η οικογένεια, η αυτονομία, η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης γνώμης και εν τέλει η δημοκρατία),

τώρα λοιπόν είναι καιρός να συνέλθουμε και με ακρίβεια πνεύματος και γλώσσας να προσδιορίσουμε τι είναι Αριστερά αποδίδοντας τους αρμόζοντες χαρακτηρισμούς.

Γιατί, όπως διαρκώς επαναλαμβάνει ο Βασίλης Ασημακόπουλος, αυτοί που κρατικοποιήθηκαν μετά μια περίπου οκταετή διακυβέρνηση δικαιούνται να έχουν μιαν αριστερή ανάμνηση.

Αυτοί όμως που εν μια νυκτί ενσωματώθηκαν στο κράτος, μεταγράφοντας μάλιστα αστραπιαία ως αναγκαίο συμπλήρωμα πολλούς σκοτεινούς και αισθητικά αποκρουστικούς θύλακες του δεξιού μηχανισμού, απλώς δικαιούνται μιαν αριστερή ονείρωξη, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι.

Γιατί, όπως έλεγε ο μεγάλος Φρόιντ, οι ονειρώξεις στον ύπνο είναι ελεύθερες και κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τη δημιουργία μιας αυταπάτης. Όταν όμως η αυταπάτη γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα ενός λαού, τότε ενεδρεύει η οικονομική απομείωση, η κοινωνική παρακμή, η θεσμική ετερονομία-εξάρτηση, η εθνική συρρίκνωση…

Αγαπητέ Βασίλη Ασημακόπουλε, είμαι βέβαιος ότι όποιος πλησιάσει με αγάπη και σεβασμό το βιβλίο, έχει να κερδίσει πολλά, κυρίως στο πεδίο της ιδεολογικής και πολιτικής αυτογνωσίας.

Και πάλι σ’ευχαριστώ για τις αναφορές σ’αυτό ορισμένων κρίσιμων ιδεολογικών-θεωρητικών τοποθετήσεων αλλά και πολιτικής δράσης εμού και του αδελφού μου Δημήτρη.

Καλοτάξιδο!

 

 

Περισσότερα

1 ΣΤΟΥΣ 2 ΜΕΡΙΚΩΣ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟI ΜΕ ΜΙΣΘΟ 200-300 ΕΥΡΩ!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

13/7/2017

5 στους 10 μερικώς απασχολούμενοι

με μισθό 200-300 ευρώ!!

Απειλεί ξανά η μερική απασχόληση!

Ιδού τα στοιχεία του Ιουνίου 2017!

Ανησυχητικά και καθόλου ελπιδοφόρα για το μέλλον της σταθερής και πλήρους απασχόλησης είναι τα στοιχεία που ανακοίνωσε το πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ» για το α’ εξάμηνο του 2017.

Για άλλη μια φορά η μερική και η εκ περιτροπής εργασία ξεπερνούν την πλήρη και σταθερή εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα (Ιανουάριος-Ιούνιος 2017), ενώ συνεχίζεται σταθερά, ως προς το μηνιαίο ποσοστό, για τέταρτο μήνα από τους έξι (Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος και Ιούνιος 2017)!

Συγκεκριμένα για το εξάμηνο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2017, δημιουργήθηκαν 1.197.696 θέσεις εργασίας, εκ των οποίων 578.077 πλήρους απασχόλησης (ποσοστό 48,2%) και 619.619 θέσεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης (ποσοστό 51,73%-38,07% η μερική και 13,66% η εκ περιτροπής)!!

Αλλά και από τις θέσεις της πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα μελέτης που επεξεργάζεται η ΕΝΥΠΕΚΚ, οι απολαβές ΟΣΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ανέρχεται στα 200-300 ευρώ μηνιαίως!! Γι’αυτό και το υπουργείο Εργασίας και μερίδα των ΜΜΕ, ενώ …πανηγυρίζουν για την οριακή αύξηση των θέσεων απασχόλησης, που μάλιστα την αποδίδουν στον …τουρισμό, δεν αποκαλύπτουν στοιχεία για τους εργοδότες που δεν πληρώνουν ή στοιχεία για το ύψος των μισθών των νέων προσλήψεων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Παραθέτουμε από τη σελ. 8 της Έκθεσης «ΕΡΓΑΝΗ» τον σχετικό πίνακα IV και το διάγραμμα VIII.

ΜΗΝΑΣ

ΠΡΟΣΛΗΨΕΙΣ ΑΝΑ ΕΙΔΟΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΑΠΟ 1-1-2017 ΕΩΣ 30-6-2017

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

ΕΚ ΠΕΡΙ-ΤΡΟΠΗΣ ΑΠΑΣΧΟ-ΛΗΣΗ

ΣΥΝΟΛΟ ΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟ-ΠΗΣ ΑΠΑ-ΣΧΟΛΗΣΗΣ

ΣΥΝΟΛΟ ΠΡΟΣΛΗ-ΨΕΩΝ

ΙΑΝ. 2017

58.813

49.283

18.405

67.688

126.501

ΦΕΒΡ. 2017

59.775

55.309

23.158

78.467

138.242

ΜΑΡΤ. 2017

83.935

63.897

22.978

86.875

170.810

ΑΠΡ. 2017

123.101

74.265

26.815

101.080

224.181

ΜΑΪΟΣ 2017

134.264

98.350

31.973

130.323

264.587

ΙΟΥΝΙΟΣ 2017

118.189

(43%)

114.820

40.366

155.186

(57%)

273.375

ΣΥΝΟΛΟ α” ΕΞΑΜΗΝΟΥ 2017

578.077

(48,2%)

455.924

163.655

619.619 (51,73%)

1.197.696

ΙΟΥΝΙΟΣ 2017

Α’ ΕΞΑΜΗΝΟ 2017

Σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία, τρία ευρήματα που προκύπτουν είναι άκρως ανησυχητικά:

1ον)Μονιμοποίηση της υψηλής μερικής απασχόλησης για τόσο μεγάλο διάστημα,

2ον)Έκρηξη της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης για τον μήνα Ιούνιο 2017 (57%) και με ταυτόχρονη καθήλωση των μισθών στα 200-300 ευρώ!

3ον)Οι θέσεις πλήρους απασχόλησης στο εξάμηνο 2017 είναι λιγότερες σε σχέση με το πεντάμηνο 2017 (βλ. την από 8-6-2017 ανακοίνωση της ΕΝΥΠΕΚΚ, όπου η πλήρης απασχόληση ανέρχεται σε ποσοστό 49,75%, ενώ σήμερα σε 48,27, δηλαδή οι θέσεις πλήρους απασχόλησης μειώθηκαν κατά 118.189)!

Κατόπιν αυτών, τα ανωτέρω στοιχεία του υπουργείου Εργασίας δεν είναι για πανηγυρισμούς αλλά για βαθειά ανησυχία και προβληματισμό!

Αν συνεχιστεί η σκληρή μνημονιακή πολιτική στη χώρα μας, το ορατό μέλλον της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα είναι δυσοίωνο, πολύ περισσότερο που πληθαίνουν καθημερινά οι εργοδότες που δεν πληρώνουν τους εργαζόμενους και που επηρεάζεται άμεσα το ύψος των καταβαλλομένων συντάξεων, αφού το Εργασιακό είναι συνάρτηση του Ασφαλιστικού.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ δεν θα σταματήσει να αναδεικνύει την πραγματική εικόνα της εργασίας στη σημερινή Ελλάδα, ούτε ποτέ θα προσχωρήσει στην καταστροφική …λογική της μνημονιακής ετερονομίας!

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Η Εκτελεστική Επιτροπή

Περισσότερα

Γνωμοδότηση-«κόλαφος» του ΝΣΚ!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

5/7/2017

 

Γνωμοδότηση-«κόλαφος» του ΝΣΚ!

 

Αρνήθηκε να χορηγήσει Γνωμοδότηση σε τρόικα-κυβέρνηση

για τη συμβατότητα του Συντάγματος και των περικοπών

του συμπληρωματικού Μνημονίου (ν. 4472/2017)

 

Ιδού η Γνωμοδότηση!

 

Μετά από πίεση των δανειστών η υπουργός Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης απέστειλε το υπ’αριθ. πρωτ. 26153/1961/7.6.2017 έγγραφο ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αναφορικά με τη συμβατότητα των περικοπών του συμπληρωματικού Μνημονίου (ν. 4472/2017) και ειδικότερα των περικοπών στις συντάξεις με το Ελληνικό Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Η Ολομέλεια του ΝΣΚ εξέδωσε σήμερα την υπ’αριθ. 152/2017 Γνωμοδότησή του στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι (παραδοχές 10 και 11):

«10. (…) η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. 4 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (…).

11.Σε κάθε δε περίπτωση, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή, με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου (βλ. …).»

Και η Ολομέλεια του ΝΣΚ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι:

«Ως προς τις θεσπιζόμενες, με το ν.4472/2017, περικοπές της προσωπικής διαφοράς, της οικογενειακής παροχής και του επιδόματος συζύγου, από 1-1-2019, παρίσταται, ελλείψει των αναγκαίων στοιχείων, αντικειμενικά αδύνατη η διατύπωση ανεπιφύλακτης γνωμοδοτικής άποψης ως προς την αντίθεση ή μη των σχετικών διατάξεων προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος.».

Ιδού ολόκληρη η Γνωμοδότηση του ΝΣΚ!

https://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/26533

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΝΕΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Andy’s (Ιούνιος 2017, σελ. 558) το βιβλίο του

Βασίλη Ασημακόπουλου

με τίτλο

«Πρώτη Φορά Αριστερά. Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ

την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του».

Κεντρική Διάθεση, Σόλωνος 43 και Ομήρου στην Αθήνα και στα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

 

 

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

Σύμφωνα με μια βασική διαπίστωση της εργασίας, κυρίαρχη έκφραση της ταξικής πάλης κατά την υπό εξέταση περίοδο αποτέλεσε ο αγώνας για εκδημοκρατισμό, άνοδο του βιοτικού επιπέδου του χώρου της μισθωτής εργασίας, αλλά και της αγροτιάς και όχι για ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Μια γραμμή μαχητικού ρεφορμισμού με υλικές και θεσμικές κατακτήσεις και όχι κατ” ανάγκην μια γραμμή αντιιμπεριαλιστικής ρήξης, ως προϋπόθεσης για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

Με όρους ιστορικής εξέλιξης του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού/ σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος, όπως παρουσιάζεται στο παρόν βιβλίο, στο ΠΑΣΟΚ εκδηλώνεται με τη μορφή της εσωκομματικής ή ενδοπαραταξιακής σχηματοποίησης -και εγγράφοντας τις εθνικές ιδιαιτερότητες όπως εκδηλώνονται στην κοινωνική δομή και στην κίνηση διεθνούς ενσωμάτωσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού- η πάλη μεταξύ της γραμμής της μεταπολεμικής παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη γραμμή της μεσοπολεμικής εξελικτικής σοσιαλδημοκρατίας, προσαρμοσμένη στον ελληνικό χωροχρόνο. Η αντίφαση αυτή μεταξύ σοσιαλιστικής επαγγελίας και καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού της περιόδου 1981-1985, που αποτέλεσε και βασικό πλαίσιο εσωκομματικής διαπάλης στο 1ο συνέδριο (1984), επιλύεται το 1985 με την «στροφή» της οικονομικής πολιτικής. Η παραμονή στην ΕΟΚ και η εσωτερίκευση της διαδικασίας εξευρωπαϊσμού σε υπεριμπεριαλιστική νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (‘85-‘86), σε συνδυασμό με την κρατικοποίηση του κόμματος διαμόρφωσαν τους υλικούς, κατ” αρχάς, όρους αστικοποίησης του ΠΑΣΟΚ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 υπό την καταλυτική επιρροή των τεκτονικών διεθνοπολιτικών ανατροπών και των εγχώριων εξελίξεων, το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη μετεξελιχθεί σ” ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα παραδοσιακού τύπου, με το εργατικό κίνημα συνδικαλιστικά εξημερωμένο και ελεγχόμενο, με τη συλλογική ηγετική γραφειοκρατία σε έντονη κινητικότητα και τάση σχηματοποίησης δύο ανταγωνιστικών μερίδων, με ηγετικά στελέχη του κόμματος να διαμορφώνουν σχέσεις με την αστική τάξη, εντασσόμενο στη Σοσιαλιστική Διεθνή και έτοιμο να μορφοποιηθεί σε σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα, όπως και τελικά συνέβη τη δεκαετία του ’90, συγχρονιζόμενο με τη γραμμή του νέου αναθεωρητισμού της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό αναλύεται και η εσωκομματική διαπάλη στο 2ο συνέδριο (1990).

Τέλος η παρούσα εργασία διαφοροποιείται από τις αναλύσεις του ΠΑΣΟΚ μέσα από τα σχήματα του λαϊκισμού, των πελατειακών σχέσεων, του δίπολου αρχηγισμός-αδύναμη κομματική οργάνωση, του εθνικισμού. Κυρίως γιατί τα σχήματα αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του ΠΑΣΟΚ ή δεν αποτέλεσαν κατά τη γνώμη μας τα καθοριστικά στοιχεία της εξέλιξής του. Για την παρούσα εργασία κρίσιμο στοιχείο είναι η πορεία της εσωκομματικής πάλης σε σχέση όμως με τη συνολική εξέλιξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

vas asimak

 

Περισσότερα

«Μοντέλο Παυλόπουλου» για τους συμβασιούχους!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

20/6/2017

 

«Μοντέλο Παυλόπουλου» για τους συμβασιούχους!

Εφικτή η νομοθετική λύση!

 

 

Μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (9η/10-5-2017) για τους συμβασιούχους, πολλοί διερωτώνται αν μπορεί να υπάρξει νομοθετική λύση στο ζήτημα της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αντίστοιχες αορίστου χρόνου με δεδομένη την απαγόρευση του ισχύοντος Συντάγματος (άρθρο 103 παρ. 7-8).

Η απάντηση είναι «Ναι»!

Το ίδιο θεσμικό αδιέξοδο αντιμετώπισε το 2004 ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Προκόπης Παυλόπουλος με την ιδιότητα τότε του υπουργού Εσωτερικών. Με το π.δ. 164/2004 (παρά τη ρητή συνταγματική απαγόρευση που ίσχυε από το 2001) και με την ευκαιρία της ενσωμάτωσης στο Εσωτερικό μας Δίκαιο της Οδηγίας 199/79/ΕΚ, με «λεπτό» νομικό χειρισμό, παρέσχε τη δυνατότητα σε 70.000 και πλέον συμβασιούχους χρόνου και έργου (προσλήψεις στο σύνολό τους των δύο κομμάτων εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αντίστοιχες αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, διαδοχικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ. και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος του, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1)Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις (3) τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

2)Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας των εργαζομένων να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α., στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του.

3)Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα.

4)Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση.

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του π.δ., αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α, ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης.

Το αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του π.δ.

Οι θετικές ή αρνητικές κρίσεις διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων.

Στις διατάξεις του π.δ. 164/2004 υπάγονταν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, καθώς και στις δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση των εργαζομένων σε ανώνυμες εταιρείες που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Στις διατάξεις του ίδιου π.δ. συμπεριλαμβάνονταν και οι συμβάσεις που είχαν λήξει μέχρι και τρεις (3) μήνες πριν την έναρξη ισχύος του π.δ., λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί την κυβέρνηση να ακολουθήσει την ίδια θεσμική οδό και να δώσει τέλος στο δράμα χιλιάδων εργαζομένων που δημιουργήθηκε και διογκώθηκε με αποκλειστική ευθύνη όλων των κυβερνήσεων.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα

Τριπλό δικαστικό «μπλόκο» στο δράμα των συμβασιούχων!

ΑΛΕΞΗΣ Π. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

 ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ

     ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΝΥΠΕΚΚ

 

19/6/2017

 

 

Τριπλό δικαστικό «μπλόκο» στο δράμα των συμβασιούχων!

 

Τα τρία «ΟΧΙ» του Ελεγκτικού Συνεδρίου:

OXI  στην παράταση των συμβάσεων!

OXI  στην πληρωμή των δεδουλευμένων!

OXI  στη συνέχιση της εργασίας!

 

Ευθύνονται οι κυβερνήσεις, υποστηρίζει το Ανώτατο Δικαστήριο!

 

Αναγκαία η νομοθετική λύση !

 

 

1.Ταφόπλακα στη μονιμοποίηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο!

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έκλεισε αρνητικά το ζήτημα των συμβασιούχων. Με την Απόφαση-Πρακτικά της 9ης Ολομελείας του, που δημοσιεύτηκαν αργά την παρελθούσα Παρασκευή (16-6-2017), απεφάνθη:

α)ότι η παράταση των συμβάσεων είναι αντίθετη στο Σύνταγμα (άρθρο 103), στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ και στο π.δ. 164/2004, που το ενσωμάτωσε στο εσωτερικό Δίκαιο.

Συγκεκριμένα η απόφαση αναφέρει ότι:

«(…) η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4429/2016 αντίκειται σε εκείνες του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, οι οποίες ενσωματώνουν στην εσωτερική έννομη τάξη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, συνεπώς, δεν δύναται να προσδώσει νόμιμη βάση στη γενόμενη παράταση ισχύος των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου οκτάμηνης διάρκειας για την αντιμετώπιση των αναγκών καθαριότητας των ΟΤΑ.».

 

β)ότι είναι παράνομη η καταβολή των δεδουλευμένων για το χρονικό διάστημα που οι συμβασιούχοι εργάστηκαν με βάση την παράταση του άρθρου 16 ν. 4429/2016,

γ)ότι είναι αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις και η συνέχιση της εργασίας των εργαζομένων, οι συμβάσεις των οποίων παρατάθηκαν με βάση το άρθρο 16 ν. 4429/2016 και

δ)ότι υπεύθυνες για το δράμα των συμβασιούχων είναι όλες οι κυβερνήσεις μετά το 2012 που, ενώ γνώριζαν τις σχετικές απαγορεύσεις, υπέγραφαν και παρέτειναν τις συμβάσεις εργαζομένων οι οποίοι, ενώ προσλαμβάνονταν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην ουσία κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων.

 

2.Το κοινωνικό ζήτημα που έχει ανακύψει, μετά την καταλυτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για το μέλλον χιλιάδων συμβασιούχων είναι μεγάλο!

Η απαγόρευση είναι απόλυτη.

Το πολιτικό προσωπικό που μετά το 2012 δημιούργησε και διόγκωσε το πρόβλημα οφείλει άμεσα να συνεννοηθεί και να το επιλύσει χωρίς να εμπαίζει και να καταχράται της εργασίας χιλιάδων συμπατριωτών μας, στην πλειοψηφία τους νέων ανθρώπων.

Ειδικότερα το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της χώρας μας απεφάνθη τα παρακάτω:

α)Η παράταση των συμβάσεων που δόθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4429/2016 είναι αντίθετη στο Σύνταγμα (άρθρο 103), την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ και το π.δ. 164/2014 που ενσωμάτωσε την ανωτέρω Οδηγία στο εσωτερικό μας Δίκαιο.

Επ’αυτού η απόφαση της Ολομέλειας του ΕλΣυν αναφέρει (σελ. 42) τα εξής:

«(…) η με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4429/2016 παράταση των ως άνω συμβάσεων αντιβαίνει στις συνταγματικές επιταγές, διότι: α.διαλαμβάνει μεμονωμένη ρύθμιση αναγκών που διαρκούν, διαφοροποιώντας τον τρόπο κάλυψής τους από τον ενιαίο, ομοιόμορφο, συνολικό και συστηματικό τρόπο αντιμετώπισης των πάγιων και διαρκών αναγκών των φορέων του δημοσίου τομέα, τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 103 του Συντάγματος. β. δεν προϋπήρχε των σχέσεων εργασίας, τις οποίες ρυθμίζει, αλλά τις καταλαμβάνει αναδρομικά, γ. εξαιτίας της αναδρομικότητας της ρύθμισης δεν προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία διαγωνιστική ή επιλογής προσωπικού, σύμφωνα προς το προαναφερόμενο άρθρο 103, ούτε οποιοδήποτε αντικειμενικό κριτήριο επιλογής (άρθρο 103 παρ. 7 εδ. α΄ Συντ/τος), με αποτέλεσμα να ευνοούνται τα φυσικά πρόσωπα που συμβλήθηκαν με τις οικείες, αναδρομικά παρατεινόμενες, ατομικές συμβάσεις εργασίας και να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να διεκδικήσει την πρόσληψή του, βάσει παγίων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας, μέσω τυπικής διαδικασίας για την κάλυψη αυτών των αναγκών των Ο.Τ.Α. και δ.δεν καθορίζονται οι όροι εργασίας ούτε η χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, παρά μόνο αναφέρεται το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο αυτοδικαίως παρατείνονται, αντίθετα προς τις επιταγές του άρθρου 103 παρ. 8 εδαφ. α΄ του Συντάγματος.».

Και συνεχίζει η απόφαση:

«Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αυτοδίκαιη παράταση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 του ν. 4429/2016, των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου οκτάμηνης διάρκειας του άρθρου 205 του ΚΚΔΚΥ, για την κάλυψη των αναγκών των Ο.Τ.Α. στον τομέα της καθαριότητας, αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 εδ. α΄ και 8 εδ. α΄ και β΄ του Συντάγματος, διότι οδηγεί στην κάλυψη των αναγκών αυτών με προσωπικό προσλαμβανόμενο εξαιρετικά, χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία επιλογής ή διαγωνισμού, κατά παρέκκλιση των προμνησθεισών συνταγματικών αρχών της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και της ισότητας, που διασφαλίζονται με τους όρους του άρθρου αυτού (103 Σ/τος).».

Και περαιτέρω (σελ. 44) αναφέρει επί λέξει:

«Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4429/2016 έρχεται σε αντίθεση και με τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, (Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, όπως ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το π.δ.164/2004), διότι επέρχεται ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, διαδοχικότητα συμβάσεων που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, η οποία είναι δυνατή κατ” εξαίρεση, μόνον εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι απαιτείται να εξειδικεύονται κατά περίπτωση (…). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4429/2016 δεν είναι συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που προσαρτάται στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, αφού δεν τίθενται αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, αν είναι πρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αν είναι αναγκαία προς τούτο, προεχόντως δε ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων».

 

β)Τα δεδουλευμένα (μισθοί κ.ά.) δεν πρέπει να καταβληθούν επειδή οι παρατάσεις είναι μη νόμιμες, δηλαδή άκυρες. Για το ζήτημα αυτό, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν πρέπει να καταβληθούν μισθοί και άλλες προσαυξήσεις για το διάστημα που αφορά την παράταση με βάση το άρθρο 16 ν. 4429/2016.

Ειδικότερα στη σελ. 46 αναγράφεται ότι:

«Δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να επιτυγχάνεται από τον κοινό νομοθέτη νομιμοποίηση διοικητικών πράξεων ή σχέσεων, μέσω της αναδρομικής μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος υπό την ισχύ του οποίου συντελέσθηκαν -και κατ’ αποτέλεσμα και των δαπανών που αυτές συνεπάγονται-, περί της μη νομιμότητας των οποίων έχει ήδη αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο του ασκούμενου κατά το Σύνταγμα προληπτικού ελέγχου των δημοσίων δαπανών, εφόσον προκύπτει σαφώς ότι με τη νέα διάταξη που περιέχει αναδρομική ρύθμιση, δεν επιδιώκεται η μεταβολή του σχετικού νομοθετικού καθεστώτος με τη θέσπιση γενικής και αφηρημένης ρύθμισης πάγιας εφαρμογής, η αναδρομικότητα της οποίας υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος (…), αλλά η παράκαμψη της αρχής της νομιμότητας και, συναφώς, και των εμποδίων που συνεπάγεται ο προληπτικός έλεγχος για συγκεκριμένες παράνομες εκταμιεύσεις. Η ανωτέρω δε ενέργεια του κοινού νομοθέτη συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαστικό ελεγκτικό έργο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού πρόκειται για ουσιώδη περιορισμό της κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Συντάγματος αρμοδιότητάς του για άσκηση προληπτικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να αναιρείται η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη για αποτροπή της δημοσιονομικής αυθαιρεσίας».

Περαιτέρω η ίδια απόφαση αναφέρει (σελ. 49) ότι:

«Με τη ρύθμιση του άρθρου 25 του ν. 4456/2017 επιχειρείται η νομιμοποίηση τόσο των διενεργηθεισών με τη διαδικασία αυτή δαπανών καθαριότητας, μεταξύ άλλων και των υπηρεσιών των Ο.Τ.Α., όσο και εκείνων που πρόκειται να διενεργηθούν έως τις 31.12.2017. Προβλέπεται δε η κατά προτεραιότητα εκκαθάριση των αντίστοιχων δαπανών από τα έσοδα των ανταποδοτικών τελών καθαριότητας και, αν αυτά δεν επαρκούν, από τα κάθε είδους έσοδα των Ο.Τ.Α., γενικά και μη προοριζόμενα για την κάλυψη των δαπανών αυτών. Επομένως, τίθεται κατά παράβαση των προεκτεθέντων εθνικών και κοινοτικών κανόνων δικαίου. Ειδικότερα, α. Με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται ο συνταγματικά κατοχυρωμένος στο άρθρο 98 παρ. 1 εδ. α” του Συντάγματος προληπτικός έλεγχος, διότι με αυτήν σκοπείται η αποφυγή των συνεπειών που συνεπάγεται η άσκηση του ελέγχου αυτού, η οποία καταλήγει στη μη θεώρηση των χρηματικών ενταλμάτων, με τα οποία εντέλλονται μη νόμιμες δαπάνες. Καθώς δε οι ανωτέρω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνήφθησαν κατά παράβαση τόσο του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, όσο και του άρθρου 5 του π.δ. 164/2004, είναι άκυρες (άρθρ. 21 παρ. 2 του ν. 2190/1994, 7 παρ. 1 του π.δ. 164/2004), κατά το στάδιο του προσυμβατικού ελέγχου, οι νομιμοποιητικές διατάξεις δεν δύναται να προσδώσουν αυτοτελή νόμιμη βάση στη γενόμενη παράταση ισχύος αυτών, η έλλειψη της οποίας (νόμιμης βάσης) και η, συνεπεία αυτής, απουσία έγκυρου συμβατικού δεσμού εμποδίζουν τη σύννομη εκταμίευση του δημοτικού χρήματος και την πληρωμή των σχετικών δαπανών εξ αυτής της αιτίας τόσο ως αντίτιμο της ήδη παρασχεθείσας εργασίας όσο και της εργασίας, η οποία πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον. Η έλλειψη δε της αυτοτελούς νόμιμης βάσης της παράτασής τους και της εκταμίευσης των αντίστοιχων ποσών δεν δύναται να αναπληρωθεί από την ως άνω νομιμοποιητική διάταξη, ιδίως μάλιστα για το μελλοντικό χρονικό διάστημα μετά την ενδεχόμενη έκδοση πράξης του αρμοδίου Κλιμακίου περί μη θεώρησης των αντίστοιχων χρηματικών ενταλμάτων. Και τούτο, διότι με τη θέσπιση της διάταξης του άρθρου 16 του ν. 4456/2017 επιχειρείται σαφώς η περιγραφή των εκφερθεισών οριστικών κρίσεων των αρμοδίων σχηματισμών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι είχαν επισημάνει την αντισυνταγματικότητα αντίστοιχου περιεχομένου ρυθμίσεων τόσο για την περίπτωση των συμβάσεων δίμηνης διάρκειας (Ε.Σ. Ολομ. Πρακτικά 14ης Γ.Σ./30.6.2016) όσο και για εκείνες της οκτάμηνης διάρκειας (Ε.Σ. Κλιμ. Προλ. Ελ. Δαπ. στο Ι Τμήμα πράξη 105/2016), είναι δε άλλο το ζήτημα – που δεν αφορά τον προληπτικό έλεγχο στο παρόν στάδιο – το ότι η συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων παρά την έλλειψη έγκυρου συμβατικού δεσμού, γεννά σε σχέση υποκαταστάσεως μια διαφορετική νομική κατάσταση, η οποία ως προς τις οφειλόμενες αποδοχές παρέχει αξίωση καταβολής (Α.Π. 278/2015, Τμ. Β1 Πολιτικό). β. Η διάταξη αυτή έρχεται ευθέως σε αντίθεση προς εκείνες του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, καθώς, κατά το μέρος με το οποίο επιδιώκεται καταβολή των ήδη δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων, αν και οι ρυθμίσεις της συμπίπτουν κατ’ αποτέλεσμα με τα ορισθέντα στην παράγραφο 2 αυτού, εντούτοις, δεν επάγονται των λοιπών συνεπειών του ως άνω άρθρου, που είναι, σύμφωνα με την παράγραφο 1, εκείνες της αυτοδίκαιης ακυρότητας των συναφθεισών (κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ιδίου π.δ/τος) συμβάσεων, αλλά και των βαρύτατων ποινικών ευθυνών της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώνονται με τις κυρώσεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, όπως προεκτέθηκαν».

Τέλος, επισημαίνεται ότι:

«Η ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης που αφορά στην πληρωμή των σχετικών με τις προμνησθείσες συμβάσεις δαπανών από τα κάθε είδους έσοδα των Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού (πέραν των εσόδων από τα ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας) οδηγεί σε τυχόν ανατροπή των ήδη καταρτισμένων προϋπολογισμών των εν λόγω Ο.Τ.Α. και ενδεχομένως τίθεται θέμα αντίθεσης της διάταξης αυτής και προς τις διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος.».

 

γ)Οι εργασιακές σχέσεις που παρατάθηκαν με το άρθρο 16 του ν. 4429/2016 πρέπει να διακοπούν και να μην συνεχιστούν μέχρι τη λήξη τους (31-12-2017). Σε συνέχεια των παραπάνω νομικών σκέψεων, το ΕλΣυν αποφαίνεται ότι, επειδή είναι αντισυνταγματική και άκυρη η παράταση που χορηγήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4429/2016, αυτές δεν είναι επιτρεπτό να συνεχιστούν μέχρι τη λήξη τους (31-12-2017).

Ειδικότερα η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρει (σελ. 51) ότι:

«είναι ανεπίτρεπτη από τις ως άνω διατάξεις η συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων βάσει των άκυρων συμβάσεων, κατά παραβίαση της συνταγματικώς επιτρεπόμενης (άρθρο 103 παρ. 8 εδ. α΄) εξαιρετικής διαδικασίας προσλήψεων βάσει του άρθρου 205 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, και η καταβολή των αποδοχών τους για το μέλλον.».

 

Τέλος, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι:

δ)Οι μνημονιακές κυβερνήσεις από το 2012 μέχρι και σήμερα, είναι οι υπεύθυνες για τη δημιουργία του νέου κύματος των συμβασιούχων. Ενώ γνώριζαν τις σχετικές νομικές απαγορεύσεις, εν τούτοις προσελάμβαναν εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες ΟΤΑ και άλλων φορέων.

Επί του ζητήματος αυτού, η απόφαση του ΕλΣυν χαρακτηριστικά αναφέρει:

«Περαιτέρω, επιχειρήθηκε εκ νέου η νομιμοποίηση των διενεργηθεισών δαπανών καθαριότητας των κτιρίων περισσοτέρων φορέων του δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των Ο.Τ.Α. με τη ρύθμιση του άρθρου 72 του ν. 4369/2016. Με τη διάταξη δε του άρθρου 76 του ν. 4386/2016, ο νομοθέτης τελώντας σε γνώση τής, κατά το μεσοδιάστημα, διαμορφωθείσας από τα Κλιμάκια Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών, ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 49 του ν. 4325/2015 (όπως σαφώς προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4386/2016), όρισε ρητώς ότι η αυτοδίκαιη παράταση των ατομικών συμβάσεων υπηρεσιών καθαριότητας μέχρι 31.12.2016 εφαρμόζεται – και μάλιστα αναδρομικώς από το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4325/2015, ήτοι τις 11.5.2015, και στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου δίμηνης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών, εποχικών ή πρόσκαιρων, αναγκών στον τομέα της καθαριότητας. Η εν λόγω διάταξη κρίθηκε αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος με τα Πρακτικά της 14ης/30.6.2016 Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου. Ήδη, με την τελευταία τροποποίηση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 16 του ν. 4429/2016 -από το πεδίο εφαρμογής της οποίας ρητώς εξαιρούνται οι συμβάσεις δίμηνης διάρκειας – παρατάθηκαν αυτοδικαίως μέχρι και τις 31.12.2017 όσες ατομικές συμβάσεις ήταν σε λειτουργία καθώς και όσες είχαν λήξει μέχρι και ενενήντα (90) ημέρες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4429/2016, που σχετίζονται με την καθαριότητα, μεταξύ άλλων, κάθε είδους υπηρεσίας των Ο.Τ.Α., μόνο με την έκδοση αντίστοιχων διαπιστωτικών πράξεων, άνευ άλλης διαδικασίας και απόφασης του αρμόδιου συλλογικού οργάνου διοίκησης κάθε φορέα και χωρίς να προηγείται εκτίμηση, αν εξακολουθούν να υφίστανται οι ανάγκες που επέβαλαν εξαρχής τη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Ενόψει του χρονικού ορίου που τέθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις (αρχικά 31.12.2015, ακολούθως 31.12.2016 και ήδη 31.12.2017) ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι συμβάσεις καθαριότητας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 16 του ν.4429/2016 καταρτίστηκαν αρχικά για διάστημα οκτώ (8) μηνών, κατ’ επίκληση των εξαιρετικών προϋποθέσεων του άρθρου 205 του ΚΚΔΚΥ, ανεξάρτητα και πέραν των αντίστοιχων πάγιων και διαρκών αναγκών των Ο.Τ.Α., η διατήρηση των αναγκών αυτών και η κατ’ εκτίμηση του νομοθέτη εξακολούθησή τους μέχρι τις 31.12.2017 αποδυναμώνει το χαρακτηρισμό τους ως πρόσκαιρων, εποχικών ή περιοδικών.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, οι εν λόγω συμβάσεις οκτάμηνης διάρκειας δεν δύνανται να παρατείνονται, διότι συνήφθησαν βάσει εξαιρετικής διαδικασίας, προβλεπόμενης από το Σύνταγμα (παρ. 8 εδ. Α΄ και β΄), ήτοι αυτής του άρθρου 205 του ΚΚΔΚΥ και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, για την αντιμετώπιση εποχικών, περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών. Σε περίπτωση δε παράτασης ή επανασύναψής αυτής εντός δωδεκαμήνου, επέρχονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 21 παρ. 4, 5, και 15 του ν. 2190/1994 κυρώσεις. Κατά συνέπεια, η με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4429/2016 παράταση των ως άνω συμβάσεων αντιβαίνει αυτής συνταγματικές επιταγές, διότι :

α.διαλαμβάνει μεμονωμένη ρύθμιση αναγκών που διαρκούν, διαφοροποιώντας τον τρόπο κάλυψής αυτής από τον ενιαίο, ομοιόμορφο, συνολικό και συστηματικό τρόπο αντιμετώπισης των πάγιων και διαρκών αναγκών των φορέων του δημοσίου τομέα, τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 103 του Συντάγματος.

β. δεν προϋπήρχε των σχέσεων εργασίας, αυτής οποίες ρυθμίζει, αλλά αυτής καταλαμβάνει αναδρομικά,

γ. εξαιτίας αυτής αναδρομικότητας αυτής ρύθμισης δεν προβλέπεται οποιαδήποτε διαδικασία διαγωνιστική ή επιλογής προσωπικού, σύμφωνα αυτής το προαναφερόμενο άρθρο 103, ούτε οποιοδήποτε αντικειμενικό κριτήριο επιλογής (άρθρο 103 παρ. 7 εδ. Α΄ Συντ/τος), με αποτέλεσμα να ευνοούνται τα φυσικά πρόσωπα που συμβλήθηκαν με αυτής οικείες, αναδρομικά παρατεινόμενες, ατομικές συμβάσεις εργασίας και να αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να διεκδικήσει την πρόσληψή του, βάσει παγίων διατάξεων αυτής εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας, μέσω τυπικής διαδικασίας για την κάλυψη αυτών των αναγκών των Ο.Τ.Α. και

δ. δεν καθορίζονται οι όροι εργασίας ούτε η χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, παρά μόνο αναφέρεται το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο αυτοδικαίως παρατείνονται, αντίθετα αυτής αυτής επιταγές του άρθρου 103 παρ. 8 εδαφ. Α΄ του Συντάγματος.».

 

Μετά την έκδοση αυτής απόφασης αυτής του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η κυβέρνηση οφείλει ΑΜΕΣΑ να συνεννοηθεί με τα άλλα κόμματα του μνημονιακού τόξου και να λύσει κατά τον πλέον λυσιτελή, πάντως νομοθετικά, το ζήτημα που δημιουργήθηκε.

Η ΕΝΥΠΕΚΚ καλεί την κυβέρνηση να δώσει τέλος στην αγωνία και το δράμα των εργαζομένων στους Δήμους και τους άλλους φορείς, αφού, ενώ καλύπτουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων τους, εντελώς προσχηματικά και ψευδεπίγραφα χαρακτηρίζονται ως «συμβασιούχοι».

Είναι λυπηρό που και η σημερινή κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, καταχράστηκαν -και μάλιστα σε ευρεία κλίμακα- της εργασίας αρκετών χιλιάδων συμπατριωτών μας (κυρίως νέων) που έχουν ανάγκη για εργασία, κρατώντας τους σε κατάσταση ομηρίας και διασπείροντας την ανασφάλεια για το μέλλον χιλιάδων οικογενειών.

Για την ΕΝΥΠΕΚΚ

Ο Πρόεδρος

Αλέξης Π. Μητρόπουλος

Περισσότερα