<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl" media="screen" href="/~d/styles/rss2full.xsl"?><?xml-stylesheet type="text/css" media="screen" href="http://feeds.feedburner.com/~d/styles/itemcontent.css"?><rss xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/" xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom" xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/" xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/" xmlns:feedburner="http://rssnamespace.org/feedburner/ext/1.0" version="2.0">

<channel>
	<title>Μυθοπλάστες</title>
	
	<link>http://www.mythoplastes.gr</link>
	<description>Ιστορίες φαντασίας από πολλαπλούς συγγραφείς</description>
	<lastBuildDate>Sun, 22 Aug 2010 21:01:37 +0000</lastBuildDate>
	<generator>http://wordpress.org/?v=2.8.5</generator>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
			<atom10:link xmlns:atom10="http://www.w3.org/2005/Atom" rel="self" type="application/rss+xml" href="http://feeds.feedburner.com/mythoplastes" /><feedburner:info uri="mythoplastes" /><atom10:link xmlns:atom10="http://www.w3.org/2005/Atom" rel="hub" href="http://pubsubhubbub.appspot.com/" /><feedburner:emailServiceId>mythoplastes</feedburner:emailServiceId><feedburner:feedburnerHostname>http://feedburner.google.com</feedburner:feedburnerHostname><item>
		<title>Πριν τον ύπνο</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/jsKV71JJTvQ/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 22 Aug 2010 21:01:37 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Τρομος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=367</guid>
		<description><![CDATA[Η Άρτεμις είχε μόλις βουρτσίσει τα δόντια της και κατευθυνόταν προς το δωμάτιό της. Ήταν νωρίς ακόμα και η αλήθεια ήταν, πως δεν ήθελε να πέσει για ύπνο από εκείνη την ώρα. Αυτά τα μοναχικά βράδια της είχαν γίνει πλέον αβάσταχτα. Τα σιχαίνονταν για την ακρίβεια, επειδή το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Η Άρτεμις είχε μόλις βουρτσίσει τα δόντια της και κατευθυνόταν προς το δωμάτιό της. Ήταν νωρίς ακόμα και η αλήθεια ήταν, πως δεν ήθελε να πέσει για ύπνο από εκείνη την ώρα. Αυτά τα μοναχικά βράδια της είχαν γίνει πλέον αβάσταχτα. Τα σιχαίνονταν για την ακρίβεια, επειδή το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κακομοιριάζει τον εαυτό της, να σκέφτεται τις λάθος επιλογές της και τα άσχημα παιχνίδια που της έπαιξε η μοίρα. Κι αυτό, με την σειρά του, δεν της επέτρεπε να είναι καθόλου αισιόδοξη.</p>
<p>Είχε περάσει τις τελευταίες ώρες μετακινώντας τον εαυτό της από την καρέκλα του υπολογιστή, στην πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, κι από εκεί στον καναπέ λύνοντας σταυρόλεξα, αφού είχε κάνει πρώτα ένα πέρασμα από το ντουλάπι με τα σνακ. Κι αυτό επαναλαμβανόταν κάθε τόσο. Η ίδια είχε χάσει το μέτρημα εκείνο το βράδυ. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να βάλει ένα τέλος στο μίζερο βράδυ της με το να χωθεί κάτω απ’ τα σκεπάσματα του κρεβατιού της κι ελπίζοντας ο ύπνος να ‘ρθει γρήγορα.</p>
<p>Έκλεισε την πόρτα απ’ το υπνοδωμάτιό της κι έριξε μια ματιά στο κρεβάτι που την περίμενε, πάντα ανάστατο, έτσι ώστε να είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή που εκείνη θα επιθυμούσε την συντροφιά του. Κοίταξε την ώρα στο κινητό της τηλέφωνο, το άφησε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι, και μετά ξάπλωσε στο μαλακό στρώμα και τράβηξε πάνω της την βαριά κουβέρτα. Άπλωσε το χέρι προς τα πάνω ψάχνοντας να βρει τον διακόπτη της λάμπας. <em>Λίγο αριστερά, λίγο πιο πάνω… καταραμένο… κάθε βράδυ τα ίδια&#8230;</em></p>
<p>Κλικ.</p>
<p>Το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι και η Άρτεμις έκλεισε τα μάτια της σε μια προσπάθεια να αποδιώξει όλες τις άσχημες σκέψεις, να χαλαρώσει και να αφήσει τον γλυκό ύπνο να την πάρει μαζί του όσο πιο γρήγορα γινόταν. Η ζεστασιά που μαζευόταν κάτω από την κουβέρτα ημέρευε το κορμί της και η ηρεμία της νύχτας γαλήνευε το μυαλό της. Κι ο ύπνος φάνηκε ότι έρχεται. Αλλά μαζί του έφερε και κάτι άλλο.</p>
<p>Βρισκόταν σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου όταν μια τρομακτική εικόνα συντάραξε όλο της το σώμα κι έκανε τις αισθήσεις της να δακρύσουν. Άκουσε τον εαυτό της να ουρλιάζει, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν είχε συμβεί στο όνειρό της ή αν το είχε κάνει στ’ αλήθεια. Και καθώς ο ύπνος απομακρυνόταν, προσπάθησε να αφουγκραστεί τον απόηχο του ουρλιαχτού της. Αν αντιλαλούσε μέσα στ’ αφτιά της, αν ξεσηκώθηκαν κάποιοι διπλανοί ένοικοι. Όχι, δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα τέτοιο.</p>
<p>Υπήρχε, όμως, κάτι άλλο που της γαργαλούσε ενοχλητικά τα αφτιά. Μαζί με εκείνη την εικόνα, που έσκιαξε τον ύπνο προς αποχώρηση, ακούστηκε και μια φωνή. Μια φωνή τρομακτική, ανατριχιαστική, πολύ βραχνή και πολύ μπάσα, κι αργόσυρτη, σαν να προσπαθούσε να γίνει κατανοητή με τον πιο φρικτό τρόπο. Και το μήνυμα που είχε φέρει εκείνη η φωνή ήταν απλό αλλά και προκλητικά απειλητικό: «Είμαι εδώ».</p>
<p>Η Άρτεμις έσφιξε την κουβέρτα γύρω της. Ένιωθε φοβισμένη, αγριεμένη, όπως κάθε φορά που ξυπνούσε μ’ αυτόν τον τρόπο από έναν εφιάλτη. Προσπαθούσε να διώξει εκείνη την εικόνα από το μυαλό της, ή καλύτερα, τα επακόλουθά της, επειδή δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε δει μέσα σ’ εκείνην την εικόνα. Ήταν ένα πρόσωπο, μια φιγούρα, μια σιλουέτα, μια σκιά; Δεν ήταν σίγουρη. <em>Ίσως είναι καλύτερα έτσι</em>. Ήξερε, όμως, τον τρόμο τον οποίο της είχε προκαλέσει, και το γεγονός ότι, εκείνη η αδιευκρίνιστη εικόνα, δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό της την τρόμαζε ακόμη περισσότερο.</p>
<p>Ένας περίεργος ήχος ακούστηκε από την μεριά του παραθύρου. Ήταν ο αέρας ή κάποιος που προσπαθούσε να μπει μέσα; <em>Μην κάνεις σαν μωρό, Άρτεμις. Έχεις ακούσει χιλιάδες φορές τέτοιους ήχους τα βράδια</em>. Ήταν τέτοιοι, όμως; Κράτησε για μια στιγμή την αναπνοή της προσπαθώντας να ακούσει τι συνέβαινε έξω από το παράθυρό της. Και τότε ο ήχος ξανακούστηκε. Πιο έντονος, και με μεγαλύτερη διάρκεια. <em>Είναι ο αέρας. Αν ήταν κάποιος που προσπαθούσε να μπει μέσα δεν θα έκανε τόση φασαρία</em>. Ούτε κι αυτό, όμως, την εφησύχαζε. Μια ανατριχίλα είχε εξαπλωθεί στο κορμί της και μετά από λίγο κατάλαβε πως, όση ώρα είχε διαρκέσει ο ήχος, εκείνη είχε σφίξει τόσο πολύ τους μύες του σώματός της που είχαν αρχίσει να πονάνε.</p>
<p>Ήθελε να χαλαρώσει, αλλά μόνο η ζεστασιά κάτω από την κουβέρτα δεν της ήταν αρκετή. Είχε ανοίξει τα μάτια της και κοιτούσε το δωμάτιο, χωρίς πραγματικά να βλέπει. Το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιό της ήταν αποπνικτικό. Έστρεφε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να αντικρύσει κάτι, κι αυτή δεν ήξερε τι. Μια μικρή εστία φωτός ίσως, ή κάτι, οτιδήποτε, που θα της έδειχνε ότι βρισκόταν ακόμα μέσα στο δωμάτιό της. Και τότε το ένιωσε. Μια υγρή πνοή αέρα, μια ανάσα, να γλύφει απαλά το αφτί της.</p>
<p>Τίναξε τα χέρια της, το ένα της πόδι έκανε μια κίνηση που εκείνη ερμήνευσε σαν αποτυχημένη κλωτσιά, ένα κοφτό μουγκρητό βγήκε από τα χείλη της. Το κορμί της επέστρεψε στην πρότερη σφιγμένη κατάσταση, τα μάτια της σάρωναν δεξιά κι αριστερά το σκοτάδι, αλλά, κατά τα άλλα, παρέμενε τελείως ακίνητη. <em>Είσαι ηλίθια, Άρτεμις. Απλά το αφτί σου σύρθηκε πάνω στην κουβέρτα</em>.</p>
<p>Το σκοτάδι και η ησυχία της νύχτας, που συνήθως ήταν σύμμαχοί της στον ύπνο, είχαν μετατραπεί σε αδυσώπητοι εχθροί. Μέσα σ’ εκείνο το σκοτεινό πέπλο το δωμάτιό της άλλαζε εντελώς την κατάστασή του. Μπορούσε, πλέον, να είναι μια αχανής έκταση, μέσα στην οποία θα έμενε χαμένη για πάντα, ή να είχε μετατραπεί σε κλουβί από το οποίο δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει. Οι δυνατότητες ήταν απεριόριστες και καμία δεν φαινόταν ευνοϊκή για εκείνη.</p>
<p>Ήθελε να ανάψει το φως, να σιγουρευτεί πως βρίσκεται ακόμα μέσα στο δωμάτιο της, πως δεν είχε μεταφερθεί, παρά την θέλησή της, σε μια εφιαλτική ονειροχώρα. Το να απλώσει, όμως, το χέρι της προς τα πάνω και να ψάξει να βρει τον διακόπτη έμοιαζε με ηράκλειος άθλος, με τις δεδομένες συνθήκες. Το μόνο μέρος στο οποίο ένιωθε ασφάλεια ήταν κάτω από την κουβέρτα και δεν σκόπευε να το αφήσει. Ούτε και σκόπευε να κλείσει τα μάτια της, επειδή, αν και δεν έβλεπε τίποτα, ο φόβος τής ερμήνευε πως κάτι παραμόνευε μέσα στο σκοτάδι.</p>
<p>Δεν ήξερε αν ήθελε να μάθει αν κάτι απόκοσμο και τρομακτικό βρισκόταν κάπου μέσα στο δωμάτιό της, αλλά η ανησυχία της αναμονής χωνόταν όλο και βαθύτερα στο κορμί της, κάνοντάς την να πονάει, μ’ αυτήν την άβολη στάση ακινησίας και αργής αναπνοής. Άπλωσε το χέρι της προς το κομοδίνο, πάντα καλυμμένο από την κουβέρτα, για να πιάσει το κινητό της. Οι κινήσεις της ήταν αργές και αθόρυβες, ώστε να μην την αντιληφθεί το ό,τι καραδοκούσε στο σκοτάδι. <em>Αν κάποιος με έβλεπε αυτήν τη στιγμή, θα ξεραινόταν από τα γέλια,</em> σκεφτόταν ενώ σημασία δεν έδινε στο πόσο γελοίες έπρεπε να ήταν πράξεις της.</p>
<p>Έβγαλε κάτω από την κουβέρτα μόνο τα μάτια της και πάτησε ένα κουμπί του κινητού. Αμέσως η οθόνη του φωτίστηκε, ρίχνοντας ένα αμυδρό φως μέσα στα δωμάτιο. Γνωστά αντικείμενα αποκαλύφθηκαν, το γραφείο, η ντουλάπα, η καρέκλα, αλλά χωμένα μέσα στις σκιές, ακόμη κι αυτά, έδειχναν απειλητικά.</p>
<p>Η Άρτεμις άρχισε να σαρώνει αργά το δωμάτιο, από τα δεξιά προς τα αριστερά, αναζητώντας οτιδήποτε θα έμοιαζε παράταιρο. Ξαφνικά το δωμάτιο βυθίστηκε και πάλι στο σκοτάδι κάνοντάς την να ξεφυσήσει τρομαγμένη και να χωθεί κάτω από την κουβέρτα. Το κινητό, απλά έσβησε το κινητό.</p>
<p>Ξαναπάτησε ένα κουμπί και η οθόνη φωτίστηκε ξανά, το ίδιο και το δωμάτιο, κι εκείνη, για ακόμη μία φορά, αισθάνθηκε ανόητη. Για να αποφύγει παρόμοια περιστατικά αυτο-ντροπιάσματος, η Άρτεμις, πατούσε κάθε λιγάκι το κουμπί του κινητού της ώστε να διατηρείται η οθόνη αναμμένη, ενώ συνέχιζε την σάρωση του δωματίου.</p>
<p>Δυο μαύρα μάτια άστραψαν μέσα στο αμυδρό φως του κινητού, κρυμμένα στην απέναντι, απόμακρη γωνία του δωματίου. Τα χείλη της σφίχτηκαν, η καρδιά της πετάρισε κι ένας βουβός στεναγμός βγήκε από μέσα της μαζί με μια αργή εκπνοή. Με μια απότομη κίνηση το κινητό εκσφενδονίστηκε από το χέρι της με κατεύθυνση τα μαύρα μάτια που έλαμπαν απειλητικά. Η συσκευή αστόχησε, χτύπησε στον τοίχο και προσγειώθηκε πάνω στο γραφείο, που βρισκόταν εκεί δίπλα. Η οθόνη του, όμως, παρέμεινε αναμμένη και μέσα στο λιγοστό φως που εξέπεμπε, η Άρτεμις μπόρεσε να δει αυτό την είχε τρομάξει τόσο πολύ.</p>
<p>Ήταν ένα πανέμορφο, μάλλινο αρκουδάκι που είχε ακουμπισμένο πάνω στο καλοριφέρ. Οι σκούρες χάντρες που είχε για μάτια, συνέχιζαν να λάμπουν υπό του αχνού φωτός, αλλά τώρα της μετέδιδαν μια γλυκιά ηρεμία και αγαλλίαση. Την ηρεμούσαν και έδιωχναν σιγά-σιγά τον φόβο που την είχε κυριέψει. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που είδε, επειδή εκείνη τη στιγμή, η οθόνη του κινητού έσβησε, αφήνοντάς τη μόνη μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.</p>
<p>Για έναν περίεργο λόγο, άρχισε να νιώθει καλύτερα. Ηρέμησε κάπως και τα χείλη της σχημάτισαν ένα χαμόγελο, αποδεχόμενη πλέον, το πόσο παράλογη είχε φανεί εκείνες τις λίγες στιγμές. Ανησύχησε, ακόμη και για το αν είχε πάθει καμιά ζημιά το κινητό της. <em>Καλά να πάθεις. Αφού κάνεις σαν παιδάκι</em>.</p>
<p>Μια γλυκιά χαλάρωση ήρθε και απλώθηκε στο κορμί και στο μυαλό της. Η κούραση αναδύθηκε ξανά από μέσα της, παραμερίζοντας τα υπόλοιπα ανεπιθύμητα συναισθήματα . Τα βλέφαρά της δεν ήθελα να μείνουν άλλο ανοιχτά και οι βαθιές της ανάσες την μετέφεραν αργά, στις περιοχές των ονείρων που ήθελε να βρίσκεται. Κι ενώ βρισκόταν στην τελική φάση, προτού ο ύπνος καταφέρει να απομονώσει ολοκληρωτικά τις αισθήσεις της από τον υπόλοιπο κόσμο, άκουσε εκείνον τον ανατριχιαστικό ήχο, που δυστυχώς, ή ευτυχώς, δεν την έβγαλε από την κατάστασή της, αλλά την άφησε να προχωράει στα μονοπάτια που χάραξε ο Μορφέας. Ο ήχος ήταν ένα γρατζούνισμα που ερχόταν από παντού μέσα από το δωμάτιο. Σαν να έβγαινε μέσα από τους τοίχους, τα έπιπλα και οτιδήποτε άλλο βρισκόταν εκεί μέσα. Αλλά η Άρτεμις κοιμήθηκε και ο ήχος, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει, συνεχίστηκε.</p>
<p>Ξύπνησε την επόμενη μέρα το πρωί έχοντας ξεχάσει παντελώς ό,τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Τεντώθηκε μέσα στην κουβέρτα της και χασμουρήθηκε διαμαρτυρόμενη προς τον πρωινό ήλιο, που είχε τρυπώσει μέσα στο δωμάτιό της. Κλώτσησε την κουβέρτα από πάνω της για να σηκωθεί από το κρεβάτι και το πρώτο άνοιγμα των ματιών της έκανε τα πάντα να παγώσουν, κλείνοντάς την σε μια στιγμή φρίκης. Πάνω σε κάθε επιφάνεια του δωματίου της, είτε ήταν η μπογιά του τοίχου, ή το ξύλο των επίπλων, ή το μέταλλο των καλοριφέρ, βρισκόταν χαραγμένη η ίδια φράση, επαναλαμβανόμενη ξανά και ξανά, σε ένα τρομακτικό μοτίβο: «Ήμουν εδώ».</p>
<p style="text-align: center"><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></p>
<p style="text-align: right">Ορεστιάδα, 22 Αυγούστου 2010</p>
<p>Καληνύχτα σε όλους…</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/jsKV71JJTvQ" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%cf%80%cf%81%ce%b9%ce%bd-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Η Σεραφίνα του Σρέντιγκερ</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/g3mAInVAl9U/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%81%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b5%cf%81/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 07 Aug 2010 23:11:44 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιστημονικη Φαντασια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=365</guid>
		<description><![CDATA[Η κβαντομηχανική είναι αναμφίβολα ο πιο κουλ τομέας της φυσικής. Με πάρα, μα πάρα, πολύ απλά λόγια η κβαντομηχανική λέει ότι τα πάντα είναι πιθανά και το αν θα συμβούν, ή όχι, το «επιλέγουν» τη στιγμή που θα παρατηρηθεί η συγκεκριμένη κατάσταση. Για παράδειγμα, πίσω από την κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου σας υπάρχει η πιθανότητα [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p><span><span>Η κβαντομηχανική είναι αναμφίβολα ο πιο κουλ τομέας της φυσικής. Με πάρα, μα πάρα, πολύ απλά λόγια η κβαντομηχανική λέει ότι τα πάντα είναι πιθανά και το αν θα συμβούν, ή όχι, το «επιλέγουν» τη στιγμή που θα παρατηρηθεί η συγκεκριμένη κατάσταση. Για παράδειγμα, πίσω από την κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου σας υπάρχει η πιθανότητα να βρίσκεται ένα ζευγάρι γυμνών μοντέλων (θηλυκών ή αρσενικών, ανάλογα με το φύλο και τις σεξουαλικές σας προτιμήσεις), έτοιμο να συνευρεθεί μαζί σας, και το αν θα συμβεί αυτό «αποφασίζεται» μόλις ανοίξετε την πόρτα. Βέβαια, την ίδια πιθανότητα με την εμφάνιση ενός ζευγαριού γυμνών μοντέλων την έχει και η εμφάνιση ενός γυμνού, παχύσαρκου νάνου, γι’ αυτό μη χαίρεστε.</span></span></p>
<p><span><span>Φυσικά, οι παραπάνω πιθανότητες είναι από απειροελάχιστες έως απειροαπίθανες στην κλίμακα των ανθρώπων. Η κβαντομηχανική αποκτά νόημα και εφαρμογή μόνο σε υποατομικές κλίμακες. Οι πολύπλοκες εξισώσεις, μετά από πολλές μελέτες και διορθώσεις, έχουν δείξει ότι αυτά τα μικροσκοπικά σωματίδια κάνουν ό,τι τους καπνίσει, με απόλυτη ακρίβεια.</span></span></p>
<p><span><span>Πολλοί από εσάς θα γνωρίζουν το θεωρητικό πείραμα με την γάτα που είναι κλεισμένη μέσα σε ένα κουτί, της οποίας η πιθανότητα να πεθάνει είναι πενήντα-πενήντα, και για το λόγο αυτό η κβαντική φυσική λέει, με βεβαιότητα, πως μέσα στο κουτί υπάρχει μια νεκρή και μια ζωντανή γάτα, με τις δύο καταστάσεις ισόποσα κατανεμημένες (ντόινγκ!), και η μοίρα της γάτας ορίζεται μόλις ανοιχτεί το καπάκι του κουτιού . Το θεωρητικό αυτό πείραμα προτάθηκε από το αυστριακό φυσικό Έρβιν Σρέντιγκερ ως ένας τρόπος εξήγησης της κβαντομηχανικής και είναι γνωστό ως «Η γάτα του Σρέντιγκερ». Λίγοι, όμως, ξέρουν την αληθινή ιστορία πίσω από αυτό το πείραμα…</span></span></p>
<p><span> </span></p>
<p><span><span>«Σεραφίνα;», φώναξε για τρίτη φορά ο αγανακτισμένος φυσικός. Δεν του έφτανε που είχε εκείνη την αναθεματισμένη διάλεξη να ετοιμάσει για την επόμενη βδομάδα, ήταν κι αυτό το παλιόγατο που δεν έλεγε να συμμορφωθεί επιτέλους. Είχε ορίσει το δικό της πρόγραμμα και προσπαθούσε να του το επιβάλει, και η τρομακτική αλήθεια ήταν πως σιγά-σιγά το κατάφερνε. Εκείνη αποφάσιζε τι ώρα θα έτρωγε, χωρίς να την νοιάζει αν εκείνος κοιμόταν, έκανε μπάνιο ή ήταν στα πρόθυρα της ανακάλυψης της <em>αρνητικής εντροπίας</em>*. Δικός της ήταν ο λόγος για το πότε έπρεπε να ξυπνήσει το πρωί ή αν χρειαζόταν μεσημεριανό ύπνο, και φρόντιζε να του το επιδείξει με το να χοροπηδάει πάνω του, να θρυμματίζει αντικείμενα και να ανακατώνει τις σημειώσεις του. Επίσης, εκείνη διάλεγε ποιο πρόγραμμα θα άκουγαν στο ραδιόφωνο, αφού όταν δεν της άρεζε αυτό που άκουγε ωρυόταν σαν μαινάδα.</span></span></p>
<p><span><span>Με λίγα λόγια, ο αξιότιμος Έρβιν, την είχε πατήσει από μια γάτα, της οποίας τις εξισώσεις δεν μπορούσε να λύσει με τίποτα. Αυτό, όμως, που τον έκανε να την προσέχει και να φροντίζει για τις ανέσεις και την ευημερία της ήταν πως όταν βρισκόταν κοντά στην Ρούθι, που είχε μόλις φτάσει τον ένα χρόνο ζωής, η μικρούλα κόρη του καταχαιρόταν, βγάζοντας κραυγούλες χαράς και κουνώντας ζωηρά τα χεράκια της. Για τον ίδιο, αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος για να τα έχει καλά με την γάτα του, όσο κι αν εκείνη είχε βαλθεί να του κάνει την ζωή πατίνι.</span></span></p>
<p><span><span>Εκείνη τη φορά, όμως, το είχε παρακάνει. Ήθελε να την ταΐσει για να ξεμπερδέψει μαζί της και να μπορέσει μετά να ασχοληθεί, με την ησυχία του, με κείνην τη διάλεξη, αφού ήταν σίγουρος πως η Σεραφίνα θα έβρισκε την πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή για να απαιτήσει το γεύμα της. Άρχισε να ψάχνει όλα τα δωμάτια, κάτω και πίσω από έπιπλα, για να βρει το άτακτο γατί, αλλά του κάκου, είχε επισήμως εξαφανιστεί. Με την γυναίκα και την κόρη του εκτός σπιτιού είχε την άνεση να αλωνίζει όπου ήθελε, αφού ήταν ξεκάθαρο πως ο σκοπός της ήταν να τυραννάει μόνο εκείνον.</span></span></p>
<p><span><span>«Αναθεματισμένη γάτα, πού στο καλό έχεις κρυφτεί πάλι;», παραμιλούσε ο επιστήμονας, ενώ τριγυρνούσε, ασκόπως, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τα βήματά του τον οδήγησαν μπροστά από την πόρτα του μπάνιου κι εκεί άκουσε έναν αμυδρό, πνιχτό ήχο. Σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Ο ήχος ξανακούστηκε και ήταν πλέον σίγουρος ότι ερχόταν κάπου μέσα από το μπάνιο. Μπήκε μέσα κι άρχισε να ανιχνεύει τον χώρο. Η γάτα συνέχιζε να κερδίζει αυτό το αναμεταξύ τους κρυφτούλι. Τα μάτια του έπεσαν πάνω στο κουτί όπου πετούσαν τα άπλυτα ρούχα.</span></span></p>
<p><span><span>«Λες;», αναρωτήθηκε ο φυσικός και σήκωσε αργά το καπάκι του κουτιού. Κι εκεί μέσα, ανάμεσα σε μεσοφόρια και φανέλες βρισκόταν, μισοκαλυμμένη, η Σεραφίνα, ξαπλωμένη, με τα μάτια ανοιχτά και σε μια κατάσταση περίεργης ακινησίας. Δεν κουνιόταν, απλά παρέμενε ξαπλωμένη και τον κοίταζε με ένα βλέμμα που έλεγε: «Τι θες, ρε;».</span></span></p>
<p><span><span>«Ώστε εδώ είσαι κρυμμένη τόση ώρα», είπε ο φυσικός και συνέχισε σαν να μιλά σε ένα μικρό παιδί, «Εγώ σε ψάχνω τόση ώρα για να σε ταΐσω κι εσύ τεμπελιάζεις μέσα στα βρωμόρουχα». Η γάτα συνέχιζε να τον κοιτάζει ακίνητη. «Ωραία, λοιπόν, μείνε εκεί», της είπε και έκλεισε με δύναμη το καπάκι. Περίμενε πως ο ήχος θα την τρόμαζε και θα την έκανε να βγει από το κουτί, αλλά μια άβολη ηρεμία επικρατούσε μέσα του.</span></span></p>
<p><span><span>«Μα τον Θεό, Σεραφίνα, ο μισός μου εαυτός θέλει να σε καθαρίσει», φώναξε εξοργισμένος πλέον, ο επιστήμονας και άνοιξε ξανά το κουτί, έτοιμος να αντιμετωπίσει την γάτα στα ίσια. Μια σκούρα, τριχωτή μάζα εκτοξεύτηκε μέσα από το κουτί, αφήνοντας ένα δυνατό, μακρόσυρτο σκούξιμο, και τον πέτυχε ακριβώς στο πρόσωπο. Η Σεραφίνα γραπώθηκε με τα νύχια απ’ το πουκάμισό του, τα οποία έγδαραν μαζί και το δέρμα του και στην συνέχεια πήδηξε μακριά του. Ο τρομαγμένος και ξαφνιασμένος φυσικός κοίταξε τριγύρω και είδε την γάτα να στέκεται έξω από την πόρτα και να τον κοιτάζει με βλέμμα που αυτήν τη φορά έλεγε: «Τα ‘θελε ο κώλος σου». Ήταν έτοιμος να της βάλει τις φωνές, όταν μια ιδέα καρφώθηκε στο κεφάλι του.</span></span></p>
<p><span><span>«Σεραφίνα, είσαι ιδιοφυΐα!», αναφώνησε και με μια δρασκελιά πέρασε πάνω από την γάτα κι έτρεξε με κατεύθυνση το γραφείο του.</span></span></p>
<div style="text-align: center"><strong><span><span>ΤΕΛΟΣ</span></span></strong></div>
<p> </p>
<div style="text-align: right"><span><span>Αγίασμα, 8 Αυγούστου 2010</span></span></div>
<p> <br />
<span><span>Αρνητική εντροπία, είναι όρος που εισήχθη από τον Έρβιν Σρέντιγκερ το 1943, στο βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης <em>What </em><em>is </em><em>Life?</em> Εμφανής αναχρονισμός, αφού η γάτα του Σρέντιγκερ έγινε διάσημη το 1935 <img src="http://community.sff.gr/public/style_emoticons/default/smile.gif" alt="Posted Image" /></span></span></p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/g3mAInVAl9U" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%81%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b5%cf%81/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%81%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%ba%ce%b5%cf%81/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Χρονο-Σεραφίνα</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/sWSQ9a2-WHE/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%bf-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 04 Aug 2010 08:34:23 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιστημονικη Φαντασια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=362</guid>
		<description><![CDATA[Είχε απομείνει για τρίτο συνεχόμενο βράδυ μόνος στο εργαστήριό του, σ’ ένα από τα υπόγεια του Πανεπιστημίου. Όσες ήταν και οι μέρες που ο Νίκος, ο μεταπτυχιακός φοιτητής που τον βοηθούσε στο πείραμα, είχε φύγει και τον είχε αφήσει εκεί, να παιδεύεται με τις εξισώσεις συγχρονισμού. Η μυρωδιά των ρούχων και του σώματός του τού [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Είχε απομείνει για τρίτο συνεχόμενο βράδυ μόνος στο εργαστήριό του, σ’ ένα από τα υπόγεια του Πανεπιστημίου. Όσες ήταν και οι μέρες που ο Νίκος, ο μεταπτυχιακός φοιτητής που τον βοηθούσε στο πείραμα, είχε φύγει και τον είχε αφήσει εκεί, να παιδεύεται με τις εξισώσεις συγχρονισμού. Η μυρωδιά των ρούχων και του σώματός του τού θύμιζε ότι έπρεπε, κάποια στιγμή, να φύγει από εκεί, το ίδιο και το διαμαρτυρόμενο στομάχι του. Αυτά, όμως, δεν είχαν καμία σημασία. Οι τελευταίες ρυθμίσεις και διακριβώσεις της συσκευής είχαν ολοκληρωθεί επιτυχώς, οι εξισώσεις είχαν λυθεί, ο συγχρονισμός είχε επιτευχθεί και ήταν πλέον έτοιμος να μπει στην επόμενη φάση του πειράματος.</p>
<p>Κάτι μαλακό σύρθηκε πάνω στην γάμπα του, που σχεδόν τον έκανε να αναπηδήσει τρομαγμένος από την καρέκλα του. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι της μοναδικής παρέας που είχε τον τελευταίο καιρό. Αμέσως, ένα απαλό γουργουρητό αντήχησε στο σιωπηλό δωμάτιο.</p>
<p>«Μιας κι έχεις εννιά ζωές, ελπίζω να μην σε πειράξει αν θα γίνω η αιτία να χαθεί μία από αυτές, σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά, έτσι Σεραφίνα;», είπε στην γάτα του, ενώ εκείνη νωχελικά, έτριβε την μουσούδα της μέσα στο χέρι του. Πάντα του ερχόταν να γελάσει όταν την αποκαλούσε με το όνομά της. Θυμόταν, πριν χρόνια, όταν την είχε αγοράσει από το κατάστημα κατοικίδιων ζώων, εκείνον τον αδύνατο, φαινομενικά χιλιόχρονο πωλητή, που επέμενε να της δώσει το όνομα της προ-προ-προ-προ-γιαγιάς της. Αναγκάστηκε να δεχτεί, αφού είχε λατρέψει εκείνες τις μαυρογκρί ρίγες της.</p>
<p>Πάτησε μερικά κουμπιά στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή και η πόρτα της χρονομηχανής άνοιξε αργά, αφήνοντας έναν απαλό συριστικό ήχο. Πήρε την γάτα στην αγκαλιά του και την μετέφερε στην συσκευή. Πριν την βάλει μέσα στον μικρό, ειδικό χώρο χρονομεταφοράς, την κράτησε κάτω από τα μπροστινά της πόδια, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. Την κοίταξε στα μάτια νοσταλγικά.</p>
<p>«Να ξέρεις ότι ο λόγος που σε χρησιμοποιώ είναι επειδή μόνο εσένα εμπιστεύομαι. Μπορεί εγώ να σε χάσω, αλλά ελπίζω να φανείς χρήσιμη σε κάποιον άλλον». Τοποθέτησε την γάτα στον χώρο χρονομεταφοράς και μετά έδεσε στο λαιμό της ένα χαρτάκι με ένα μήνυμα, που είχε γράψει νωρίτερα.</p>
<p>Επέστρεψε στον υπολογιστή και με το πάτημα μερικών πλήκτρων η πόρτα της συσκευής έκλεισε. Αναστέναξε μελαγχολικά. Ρύθμισε την ημερομηνία στο πρόγραμμα της χρονομηχανής και, με πολλές επιφυλάξεις, πάτησε το κουμπί «Έναρξη».</p>
<p>Και η χρονομηχανή, ωσάν γάτα, άρχισε να γουργουρίζει…</p>
<p> </p>
<p><em>Δέκα μέρες νωρίτερα…</em></p>
<p>Γέμισε ένα πιάτο με γατοτροφή και το άφησε πάνω στο γραφείο του. Μετά από μερικά «ψι ψι ψι» η Σεραφίνα, που ήδη είχε μυριστεί το λουκούλλειο γεύμα και πηγαινοερχόταν ανάμεσα στα πόδια του, πήδησε πάνω στο γραφείο και άρχισε να τρώει με βουλιμία.</p>
<p>«Καλό απόγευμα, κύριε καθηγητά», φώναξε ο Νίκος που ήταν έτοιμος να φύγει από το εργαστήριο.</p>
<p>«Γεια σου, Νίκο, θα τα πούμε σε μερικές μέρες. Τα πήγαμε περίφημα σήμερα, είμαστε πολύ κοντά», του απάντησε, δίνοντάς του ταυτόχρονα κουράγιο.</p>
<p>Κάθισε στο γραφείο του και χάιδεψε την ράχη της γάτας, που συνέχιζε να γευματίζει δίχως να την απασχολεί κάτι άλλο. Εντελώς απροσδόκητα ένιωσε κάτι να τρίβεται στην γάμπα του. Πετάχτηκε όρθιος από την τρομάρα και τραβήχτηκε μακρύτερα από το γραφείο. Κοίταξε προς τα κάτω, εκεί απ’ όπου προήλθε το απρόσμενο τρίψιμο και είδε την Σεραφίνα να τον κοιτάζει απορημένη. Έστρεψε τα μάτια του προς το γραφείο, αλλά κι εκεί υπήρχε μια Σεραφίνα, που είχε διακόψει το γεύμα της και τον κοιτούσε απορημένη.</p>
<p>«Τι στο διάλο;», αναρωτήθηκε φωναχτά, ενώ το βλέμμα του μεταφερόταν από την μια γάτα στην άλλη, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Αφού πέρασε μερικές στιγμές προσπαθώντας να χωνέψει αυτό που συνέβαινε, πρόσεξε ότι η Σεραφίνα του πατώματος είχε ένα χαρτάκι δεμένο στον λαιμό της. Γεμάτος περιέργεια σήκωσε την γάτα και έλυσε το χαρτάκι. Την άφησε πάνω στο γραφείο, μαζί με την δίδυμή της, και οι δυο τους έπεσαν με τα μούτρα στο φαΐ.</p>
<p>Εκείνος ξεδίπλωσε και κοίταξε το χαρτί. Αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα. Χαμογέλασε στην ιδέα τού τι σήμαινε αυτό. Το μήνυμα ήταν σύντομο:</p>
<p><em>Την επόμενη φορά που θα είσαι με τον Νίκο στο εργαστήριο, φρόντισε να έχεις ένα δεύτερο κλειδί μαζί σου όταν του πεις να κλειδώσει πριν φύγει. Είναι καλοκαίρι, δεν υπάρχει άλλος στο Πανεπιστήμιο κι εσύ θα πεθάνεις απ’ την πείνα μέσα σ’ αυτό το μπουντρούμι. Βλάκα, ε βλάκα.</em></p>
<p style="text-align: center"><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></p>
<p style="text-align: right">Ορεστιάδα, 30 Ιουλίου 2010</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/sWSQ9a2-WHE" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%bf-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%bf-%cf%83%ce%b5%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%bd%ce%b1/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>“Εξαφανιστείτε”…</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/ZyBGSfJQnKo/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%af%cf%84%ce%b5/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 01 Aug 2010 09:30:44 +0000</pubDate>
		<dc:creator>AnthiPsomiadou</dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%af%cf%84%ce%b5/</guid>
		<description><![CDATA[Πριν από χρόνια, είχαν κολλήσει στο μυαλό μου τρεις βασικοί φόβοι. Για την ακρίβεια, ένας ήταν ο φόβος αλλά τρεις οι διακλαδώσεις του. Η βασική εμμονή ήταν ότι θα πεθάνω νωρίς και οι τρεις υποκατηγορίες φόβου: ότι δεν θα προλάβω να γίνω ηθοποιός [αυτή την πετριά είχα φάει τότε], ότι δεν θα προλάβω να βιώσω [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Πριν από χρόνια, είχαν κολλήσει στο μυαλό μου τρεις βασικοί φόβοι. Για την ακρίβεια, ένας ήταν ο φόβος αλλά τρεις οι διακλαδώσεις του. Η βασική εμμονή ήταν ότι θα πεθάνω νωρίς και οι τρεις υποκατηγορίες φόβου: ότι δεν θα προλάβω να γίνω ηθοποιός [αυτή την πετριά είχα φάει τότε], ότι δεν θα προλάβω να βιώσω πολλές εμπειρίες και ότι δεν θα προλάβω να διαβάσω πολλά βιβλία. Τα δύο πρώτα δεν είναι της παρούσης να τα αναλύσω αλλά όσον αφορά στα βιβλία, συνεχίζω να διαβάζω μανιωδώς [ακόμα και με κόστος σε ύπνο] με μια διάθεση απέναντι στον Χάρο «θα σου δείξω εγώ που ήθελες να με πάρεις νωρίς και να μην προλάβω να εμπλουτίσω τον πνευματικό μου κόσμο»!  Το καλοκαίρι είναι ακόμα καλύτερη περίοδος να τον εκδικηθώ προκαταβολικά[που έχει το θράσος να βγαίνει παγανιά χωρίς να ρωτά αν είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε] καθώς υπάρχει λίγο περισσότερος χρόνος για διάβασμα.</p>
<p>Έχοντας ήδη ολοκληρώσει την ανάγνωση τριών βιβλίων από τις αρχές Ιουνίου έως τώρα, βρίσκομαι μιάμιση μέρα πριν, στο μπαλκόνι της κρεβατοκάμαράς μου με τον ήλιο να δύει και την ευτυχία μου που έχω λίγο ελεύθερο χρόνο να έχει χτυπήσει κόκκινο, να έχω μπροστά μου την «ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ». Συγγραφέας η CHEVY STEVENS [αν δεν κάνω λάθος, αυτό δεν είναι το αληθινό της όνομα]. Ο πρωτότυπος –προ μετάφρασης- τίτλος του βιβλίου είναι «STILL MISSING». Το βιβλίο το είδα να προτείνεται σε μια εφημερίδα και ένα περιοδικό. Η υπόθεση μύριζε μυστήριο και η διάθεσή μου χρειαζόταν κάτι τέτοιο αυτές τις μέρες, γι’ αυτό και το αγόρασα. Αυτό όμως που κέρδισα διαβάζοντάς το [το ολοκλήρωσα σε 1 ½ μέρα] ήταν κάτι παραπάνω από την ικανοποίηση της δίψας μου για μια σκοτεινή ιστορία εξαφάνισης. Πόσο μπορεί να σε εκπλήξει ένα βιβλίο!  Πώς μπορεί  ένας συγγραφέας να ανατρέψει αυτό που περίμενες ή να δώσει και μια άλλη –πολύ πιο βαθειά – διάσταση σε κάτι που φάνταζε απλώς μια προσπάθεια να γίνει κάποια η επόμενη Αγκάθα Κρίστυ!  Είναι σαν κάποιος να σου έχει λίγο πολύ μαρτυρήσει το δώρο που θα σου κάνει αλλά τελευταία στιγμή αλλάζει γνώμη και όταν εσύ ανοίγεις το περιτύλιγμα και νομίζεις πως ξέρεις ποια θα είναι η …kinder  έκπληξη, αντικρίζεις κάτι άλλο- πιο δυνατό και πιο μεγάλο!</p>
<p>Δεν θα πω περισσότερα πράγματα για την υπόθεση ή το πώς καταφέρνει μια νέα γυναίκα και νέα συγγραφέας να μας δώσει ανοιχτά μπροστά μας μια ολόκληρη πορεία αναγέννησης ψυχής μιας γυναίκας εμπλουτίζοντας όλο αυτό με πολλές δόσεις και μυστηρίου αλλά και χιούμορ και έναν πρωτότυπο τρόπο εξιστόρησης. Αξίζει να τα δείτε με δικά της λόγια!</p>
<p>Απλώς διαβάστε το!</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/ZyBGSfJQnKo" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%af%cf%84%ce%b5/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b5%ce%be%ce%b1%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%ce%af%cf%84%ce%b5/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Στην αγκαλιά των άστρων</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/bjx-HEqD0v4/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ac-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ac%cf%83%cf%84%cf%81%cf%89%ce%bd/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 28 Jul 2010 16:49:03 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιστημονικη Φαντασια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=354</guid>
		<description><![CDATA[Το πρόγραμμα ονομαζόταν «Στην αγκαλιά των άστρων», ή «Embraced by the stars» αν προτιμάτε τον τίτλο της αμερικάνικης εταιρείας που το ανακοίνωσε, της Interstellar Travel Agency (ΙΤA™). Κάπως μεγαλόπνοο το όνομά της, αφού σε καμία περίπτωση δεν προσέφερε διαστρικά ταξίδια, αλλά όντας η πρώτη εταιρεία που άνοιξε το δρόμο για επισκέψεις απλών ανθρώπων σε μέρη [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Το πρόγραμμα ονομαζόταν «Στην αγκαλιά των άστρων», ή «Embraced by the stars» αν προτιμάτε τον τίτλο της αμερικάνικης εταιρείας που το ανακοίνωσε, της Interstellar Travel Agency (ΙΤA™). Κάπως μεγαλόπνοο το όνομά της, αφού σε καμία περίπτωση δεν προσέφερε διαστρικά ταξίδια, αλλά όντας η πρώτη εταιρεία που άνοιξε το δρόμο για επισκέψεις απλών ανθρώπων σε μέρη πέραν των μορίων της ατμόσφαιρας, πρέπει να το παραδεχτείτε κι εσείς, χαλάλι το όνομα.</p>
<p>Μέχρι τότε, το μόνο παραπλήσιο ήταν τα ατομικά ταξίδια πολιτών, που οργανώνονταν από την Διαστημική Υπηρεσία της Ρωσίας με προορισμό τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό και η τιμή τους ήταν ανάμεσα στα δεκαπέντε και τα τριάντα εκατομμύρια ευρώ. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που τόλμησαν να περάσουν την εξάμηνη εκπαίδευση ώστε να αντέξουν τις συνθήκες του διαστήματος, αλλά και να καταβάλουν αυτό το «αστρικό» ποσό.</p>
<p>Για τον λόγο αυτό, η ανακοίνωση της ΙΤΑ, ότι σε ένα χρόνο θα εκτελούσε το πρώτο ψυχαγωγικό ταξίδι στο διάστημα, με ένα σκάφος που θα είναι πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες απλών ανθρώπων και με τιμή που δεν θα ξεπερνούσε τα οκτώμισι εκατομμύρια ευρώ, ανατάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του διαστημικού τουρισμού.</p>
<p>Όπως αποδείχτηκε αργότερα, η ΙΤΑ ήταν θυγατρική εταιρεία της Bigelow Aerospace, η οποία από καιρό προωθούσε την ανάπτυξη του διαστημικού ταξιδιού μέσω άλλων εταιρειών. Αυτό που κανείς δεν ήξερε ήταν ότι τα τελευταία δεκατρία χρόνια είχε στα σκαριά ένα εξαιρετικά τελευταίας τεχνολογίας διαστημόπλοιο, το οποίο προόριζε γι’ αυτόν και μόνο το σκοπό. Οι κατασκευαστές και σχεδιαστές του ανακοίνωσαν αργότερα ότι η κατασκευή του έπρεπε να σταματά για κάποια χρονικά διαστήματα, περιμένοντας την ανάπτυξη της τεχνολογίας ώστε να μπορέσουν να ενσωματώσουν στο σκάφος τις λειτουργίες που ήθελαν, με τον τρόπο που ήθελαν. Ήταν ένα τεχνολογικό αριστούργημα.</p>
<p>Το όνομα του διαστημοπλοίου ήταν Διαστημικό Γεράκι (Space Kestrel*) κι εκτός από τις καμπίνες πλοήγησης και διαμονής του πληρώματος, αποτελούταν από δέκα δωμάτια επισκεπτών, τρία εκ των οποίων δίκλινα, μια κοινόχρηστη σάλα εξοπλισμένη με στερεοφωνικό συγκρότημα, τηλεόραση πλάσμα και δυο υπολογιστές, οι οποίοι θα είχαν την δυνατότητα σύνδεσης στο διαδίκτυο, αν το επέτρεπε η θέση των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων. Επίσης, διέθετε μια κοινόχρηστη κουζίνα και ένα γυμναστήριο, σε περίπτωση που κάποιοι νιώθανε δυσφορία λόγω της έλλειψης βαρύτητας και θέλανε να τονώσουν τους μύες τους.</p>
<p>Κατά την ανακοίνωση του προγράμματος η εταιρεία ανέφερε πως τον επόμενο μήνα θα γίνονταν οι αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους. Θα έπρεπε να είναι καταρχάς υγιέστατοι, ηλικίας είκοσι-οχτώ έως σαράντα ετών και η τιμή θα κυμαινόταν από εφτά έως οκτώμισι εκατομμύρια ευρώ, εξαρτώμενη από το βάρος και την ηλικία του επιβάτη. Από εκεί και μετά, μια έμπειρη ομάδα ειδικών θα ξεσκαρτάριζε τους συμμετέχοντες, κρατώντας τους τυχερούς δεκατρείς, που θα υποβάλλονταν σε ένα τρίμηνο πρόγραμμα εκπαίδευσης, για να σταλούν στα άστρα. Την πρώτη ώρα μετά την ανακοίνωση, πάνω από εκατό άτομα είχαν ήδη δηλώσει την συμμετοχή τους.</p>
<p>Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που βρέθηκε επί του Διαστημικού Γερακιού, το οποίο ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για το πρώτο, επίσημο ταξίδι του. Τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες, με τους οποίους πέρασα τρεις καταπληκτικούς μήνες στις ειδικά διαμορφωμένες εγκαταστάσεις εκπαίδευσης του προγράμματος, θα με συνόδευαν σ’ αυτό το μοναδικό ταξίδι. Εκτός αυτών, το πλήρωμα του διαστημοπλοίου αποτελούταν από πέντε άτομα, τα οποία είχαν ως σκοπό να μας μεταφέρουν ασφαλώς στο διάστημα και πίσω, αλλά και να μας βοηθήσουν στις τυχόν απαιτήσεις του ταξιδιού.</p>
<p>Οι θέσεις που είχαμε κατά την απογείωση βρίσκονταν στην αίθουσα πλοήγησης, πίσω απ’ αυτές του πληρώματος, δίνοντάς μας μ’ αυτόν τον τρόπο μια μοναδική θέα καθώς το Γεράκι θα διέσχιζε τα στρώματα της ατμόσφαιρας για να μας μεταφέρει στο παγερό διάστημα.</p>
<p>Το Γεράκι δεν απογειωνόταν κάθετα, σαν τους τυπικούς διαστημικούς πυραύλους, αλλά άφηνε το έδαφος όπως όλα τα συμβατικά αεροπλάνα κι όταν έφτανε σε ένα συγκεκριμένο ύψος έστρεφε το ράμφος του προς τα πάνω και εκτοξευόταν με απίστευτη ορμή προς τα άστρα. Αυτό τού το επέτρεπε το μοναδικής τεχνολογίας σύστημα προώθησης σε συνδυασμό με το μίγμα καυσίμων, που μπορούσε να εξαπολύσει τεράστια ποσά χημικής ενέργειας, μετατρέποντάς τα σε κινητική. Μακριά από την βαρύτητα της Γης, οι επιβάτες δεν θα νιώθανε τόσο έντονα τα αρνητικά G της τρομακτικής επιτάχυνσης και ταχύτητας. Πάνω από έντεκα χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο, θυμήθηκα.</p>
<p>Ο δυνατός ήχος των μηχανών κάλυπτε τα πάντα και το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν οι συνομιλίες των μελών του πληρώματος, μέσα στα ακουστικά που μας είχαν φορέσει μόλις κάτσαμε και δεθήκαμε στις θέσεις μας. Μας είχαν δείξει το κουμπί που έπρεπε να πατήσουμε σε περίπτωση που θα νιώθαμε κάποια αδιαθεσία κατά την πτήση. Ήταν κάτι που είχαμε κάνει πολλές φορές κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης, αλλά αυτό ήταν πλέον η πραγματικότητα.</p>
<p>Το Γεράκι βγήκε από το υπόστεγο και μπήκε στον διάδρομο απογείωσης. Οι μηχανές του άρχισαν να λειτουργούν πιο έντονα, οι ρόδες τους κύλησαν στην άσφαλτο αναπτύσσοντας την ταχύτητα που απαιτούταν για να τις αποκολλήσει από το έδαφος. Κι έτσι βρεθήκαμε στον αέρα. Μπροστά μας, από τα μεγάλα παράθυρα του πιλοτηρίου, μπορούσαμε να δούμε την Γη να χάνεται από κάτω μας καθώς το διαστημόπλοιο ανερχόταν σε μεγαλύτερα ύψη. Η πτήση του ήταν ομαλή, χωρίς αναταράξεις, όπως άρμοζε στην στιβαρή κατασκευή του. Τα πέντε μέλη του πληρώματος ήταν αραδιασμένα μπροστά από τα όργανα ελέγχου, με τον κυβερνήτη στο κέντρο. Εκατοντάδες λαμπάκια, κουμπάκια και ενδείξεις, βρίσκονταν γύρω μας, για τα οποία δεν είχα καμία ιδέα τι έκαναν, αλλά έλπιζα πως ό,τι κι αν ήταν αυτό να το έκαναν σωστά.</p>
<p>«Ετοιμαστείτε για την επιτάχυνση. Μπαίνουμε στη δεύτερη φάση του ταξιδιού μας», μας ενημέρωσε ο κυβερνήτης. Ο ουρανός είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει λόγω του αραιώματος της ατμόσφαιρας και πολλά άστρα είχαν κάνει την εμφάνισή τους, ενώ ξέραμε ότι κάτω στην Γη, ήταν ακόμα μεσημέρι.</p>
<p>Το ρύγχος του σκάφους στράφηκε προς τα πάνω και μετά… το απίστευτο. Τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει γι’ αυτό αν δεν το νιώσεις. Ο ρυθμός αύξησης της ταχύτητας ήταν ασύλληπτος. Το σώμα μου μπερδεύτηκε. Ένιωθα ότι άφηνα τα εσωτερικά μου όργανα κάπου πίσω μου, ενώ τα χέρια μου είχαν γραπωθεί από τα μπράτσα του καθίσματος. Η ζαλάδα για την οποία μας είχαν προειδοποιήσει έκανε την εμφάνισή της, θέτοντας το κεφάλι μου σε μια κατάσταση επικείμενης έκρηξης. Αλλά αυτό που απέφυγα να κάνω με όλο μου το σθένος ήταν να κλείσω τα μάτια μου.</p>
<p>Ο ουρανός γινόταν όλο και πιο σκούρος καθώς αφήναμε την ατμόσφαιρα πίσω μας, ώσπου τελικά, το μαύρο κάλυψε τα πάντα. Μαύρο, είπα; Αυτό είναι ψέμα. Είναι η πρώτη αίσθηση ενώ αφήναμε πίσω μας το γαλάζιο και σκούρο μπλε της ατμόσφαιρας και μπαίναμε στις περιοχές του διαστήματος. Αλλά όταν κοίταξα καλύτερα τη νέα εικόνα του ουρανού, είδα όλες εκείνες τις πολύχρωμες πιτσιλιές να μας περικλείουν. Μια άποψη του ουρανού που ποτέ δεν μπορείς να φανταστείς. Άστρα, γαλαξίες, νεφελώματα κατά χιλιάδες φορές περισσότερα απ’ ό,τι μπορούσα να δω απ’ την Γη και με αποδιωγμένη τη στίλβη, η διαύγειά τους φάνταζε μοναδική.</p>
<p>Το ταξίδι μας από την ατμόσφαιρα στο διάστημα διήρκησε μόνο μερικά λεπτά. Αλλά χρειάστηκαν πολλά παραπάνω για να έρθει το σώμα μου στα καλά του. Λίγη ώρα αργότερα το πλήρωμα ξεδέθηκε από τα καθίσματα και, πλέοντας στον αέρα, ήρθε να βοηθήσει κι εμάς ώστε να λυθούμε και να βγούμε από τις ειδικές στολές. Σε λίγο γλιστρούσαμε όλοι μας, μέσα σε ένα περιβάλλον μηδενικής βαρύτητας και μεταφερθήκαμε στην μεγάλη σάλα που βρισκόταν πίσω από το πιλοτήριο.</p>
<p>Η σάλα ήταν διαμπερής, με μεγάλα παράθυρα και στις δυο πλευρές της, που επέτρεπαν στους ταξιδιώτες να απολαμβάνουν την θέα. Ξεχυθήκαμε όλοι στην αίθουσα και κολλήσαμε τα πρόσωπά μας στα τζάμια. Από κάτω μας βρισκόταν όλο το μεγαλείο και η ομορφιά της Γης. Σχεδόν όλοι κλάψαμε, τουλάχιστον τα μάτια όσων μπορούσα να δω, ήταν δακρυσμένα.</p>
<p>Μπορεί να είχα δει υδρογείους και διαστημικές φωτογραφίες χιλιάδες φορές, αλλά όταν ένα τόσο μοναδικό θέαμα σού αποκαλύπτεται μ’ αυτόν τον τρόπο, όλα τα μέτρα σύγκρισης που έχεις καταρρέουν. Η Γη είναι τεράστια και βρισκόταν, ολόκληρη, κάτω από τα πόδια μας. Πετούσαμε κάπου πάνω από την δυτική Αμερική. Στα αριστερά μας απλωνόταν ο αχανής Ειρηνικός ωκεανός, ενώ μπορούσαμε να δούμε και κομμάτια της ανατολικής Ασίας. Λευκά νέφη εμπόδιζαν το πεδίο μας, κατά μέρη. Στο σύνολό του, το τοπίο ξέφευγε από τα όρια του μαγικού και του φανταστικού. Η ίδια η φύση μπορεί και τα υπερνικά και τα δύο.</p>
<p>Το πρόγραμμα των διαστημικών διακοπών θα είχε διάρκεια εφτά γήινες ημέρες (η λέξη γήινος αποκτούσε άλλο νόημα εδώ πάνω) και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα θα εκτελούσαμε μια πλήρη περιστροφή γύρω από την Γη, ώστε να βλέπαμε όλα της τα κατατόπια από ψηλά. Στην συνέχεια θα επιστρέφαμε πίσω, με την ανάμνηση των πιο ονειρικών διακοπών να πλημμυρίζει τα κεφάλια μας, για πάντα. Πέρασαν πολλές ώρες μέχρι να αρχίσουμε να νιώθουμε την κούραση να μας καταβάλει και αυτό, εν μέρει, οφειλόταν στο απίστευτης κάλλους τοπίο που απλωνόταν από κάτω μας. Κανένας δεν ήθελε να πάρει τα μάτια του από το τζάμι. Κανένας δεν ήθελε να επωφεληθεί από τις υπόλοιπες ανέσεις που πρόσφερε το Γεράκι.</p>
<p>Τελικά, ένας-ένας αποτραβηχτήκαμε από τα παράθυρα και μεταβήκαμε, πετώντας, στην κουζίνα, όπου το πλήρωμα μάς έδειξε πώς να χρησιμοποιούμε τον εξοπλισμό και να ετοιμάζουμε φαγητό, όποτε θέλαμε. Αλλά εκείνη την πρώτη φορά, μας το ετοίμασαν οι ίδιοι. Αφού φάγαμε το κρεμώδες, αλλά όχι τελείως άνοστο φαγητό του διαστήματος κατευθυνθήκαμε προς τα υπνοδωμάτιά μας, όπου είχαμε αφήσει και τα ελάχιστα πράγματά μας. Μερικά ρούχα μαζί με την απαραίτητη φωτογραφική μηχανή.</p>
<p>Το δωμάτιο ήταν μικροσκοπικό και χωρούσε μόνο ένα υπερβολικά στενό κρεβάτι και ένα ντουλαπάκι για τυχόν προσωπικά αντικείμενα. Αλλά δεν χρειαζόταν και τίποτα παραπάνω. Για να ξαπλώσεις στο κρεβάτι έπρεπε να μπεις μέσα σε ένα ειδικό ελαστικό σεντόνι το οποίο σε κρατούσε κολλημένο στο στρώμα. Αλλιώς, η έλλειψη βαρύτητας θα φρόντιζε να αποκτήσεις αρκετούς μώλωπες κατά την διάρκεια του ύπνου σου.</p>
<p>Την πρώτη μέρα πρέπει να κοιμήθηκα πολλές ώρες. Δεν ήξερα πόσες ακριβώς, ούτε και μ’ ένοιαζε, αλλά ένιωθα ότι είχα σηκωθεί από έναν βαθύ λήθαργο. Ίσως να έφταιγε η αλλαγή του κλίματος. Βρήκα μερικούς από τους συνταξιδιώτες μου στην κουζίνα, όπου πήγα για να τσιμπήσω κάτι. Το στομάχι μου διαμαρτυρόταν πολύ έντονα. Αφού έφαγα πήγα στη σάλα και βρήκα τους υπόλοιπους να απολαμβάνουν ξανά, και χωρίς διακοπές, το πανέμορφο θέαμα κάτω από το διαστημόπλοιο.mΠλησίασα στο τζάμι και είδα πως βρισκόμασταν πάνω από τον Ατλαντικό ωκεανό και συνεχίζαμε το ταξίδι μας προς την Ευρώπη. Όσο και να κοίταζες δε μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου. Η εικόνα σε αιχμαλώτιζε.</p>
<p>Κάποιοι από εμάς θελήσαμε να δοκιμάσουμε κι άλλα πράγματα, έτσι άρχισε να υπάρχει μια κίνηση μέσα στην σάλα. Απαλή μουσική γέμισε τον χώρο και μαζί μ’ αυτήν συνομιλίες ανθρώπων, που ήταν σχεδόν ανύπαρκτες ως τότε. Κάποιοι προσπάθησαν να στείλουν e-mails από τους υπολογιστές σε αγαπημένα τους πρόσωπα, με φωτογραφίες και εντυπώσεις από το διάστημα. Το κλίμα άρχισε να γίνεται πολύ πιο ευχάριστο.</p>
<p>Υπολογίζοντας την ώρα που είχε περάσει από την στιγμή που είχα ξυπνήσει θεώρησα ότι ήταν περίπου μεσημέρι, όταν μια γυναίκα ύψωσε την φωνή της και ρώτησε τους υπολοίπους: «Τι είναι αυτό;»</p>
<p>Όλοι έστρεψαν τα βλέμματά τους και κοίταξαν. Οι γυναίκα έδειχνε κάπου μακριά, πάνω από την Γη. Δεν ήταν εύκολο να το δεις, αλλά με λίγη προσοχή μπορούσες να το διακρίνεις. Ήταν μια σκούρα μάζα, άμορφη και τεράστια. Αν και βρισκόταν σε πολύ μεγάλη απόσταση από εμάς, φαινόταν ότι κινούταν με μεγάλη ταχύτητα.</p>
<p>«Θεέ μου», ακούστηκε η φωνή μια άλλης γυναίκας, την οποία ακολούθησαν πολλοί αναστεναγμοί και κραυγές. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικό και ανεπανάληπτο, και τρομακτικό. Ο υπέρογκος μετεωρίτης αναφλέγηκε μόλις συγκρούστηκε με τα μόρια του αέρα της ατμόσφαιρας. Η λάμψη του ολοένα και μεγάλωνε καθώς η τριβή του πρόσθετε περισσότερη θερμότητα. Πίσω του άφηνε μια τεράστια ουρά στάχτης, ενώ καιγόταν. Και η βαρύτητα, μέσω ενός ταξιδιού που ξεκίνησε πολλές χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια πριν, τον οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια, σε μια πορεία σύγκρουσης με την Γη.</p>
<p>Ο μετεωρίτης έπεσε κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Η ισχύς της έκρηξης, ακόμη κι από το διάστημα, φάνηκε ότι ήταν τεράστια. Πανύψηλες γλώσσες φωτιάς έζωσαν το σημείο της σύγκρουσης και αργά ένας πύργος σκόνης άρχισε να σηκώνεται. Οι δονήσεις του ωστικού κύματος μεταδίδονταν με τρομακτική ταχύτητα, που επηρέασαν ακόμη και τα κοντινά νέφη στον ουρανό. Η σκόνη υψώθηκε και απλώθηκε περισσότερο, σχεδόν καλύπτοντας τις φλόγες της αρχικής πρόσκρουσης. Μέσα στην σάλα επικρατούσε πανικός. Κλάματα, λιποθυμίες, ουρλιαχτά δημιουργούσαν ένα αμάλγαμα φρίκης. Και πώς να μην δημιουργηθεί άλλωστε, ίσως ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου της Γης.</p>
<p>Από την πόρτα του πιλοτηρίου έκαναν την εμφάνισή τους τα μέλη του πληρώματος. Έδειχναν απολύτως ήρεμοι, σε σχέση με όλους εμάς που βρισκόμασταν σε μια κατάσταση απόλυτου σοκ.</p>
<p>«Την προσοχή σας, παρακαλώ», μίλησε ο κυβερνήτης με δυνατή φωνή, που κάλυψε ακόμα και τα διάφορα ουρλιαχτά. Οι φωνές μειώθηκαν, αλλά όχι και η ταραχή στα πρόσωπα των ταξιδιωτών. «Γνωρίζαμε ότι θα συμβεί αυτό, εδώ και είκοσι χρόνια περίπου», συνέχισε ο κυβερνήτης, αφήνοντας σύξυλους όλους εμάς. «Το κρίσιμο σημείο της τροχιάς του μετεωρίτη ήταν όταν πέρασε πίσω από τον Δία, του οποίου η βαρύτητα τον άρπαξε και το εκσφενδόνισε προς τον πλανήτη μας. Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Αυτός ήταν και ο λόγος που σχεδόν κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή του. Όσα παρατηρητήρια μπορούσαν να υπολογίσουν την τροχιά του ενημερώθηκαν ώστε να κρατήσουν σιγή ιχθύος. Όλον αυτόν τον καιρό κατασκευάζαμε μια διαστημική βάση, την οποία ήδη επανδρώνουν πάνω από τριακόσιες χιλιάδες άτομα. Στην Γη υπάρχουν αντίστοιχες υπόγειες βάσεις, οι οποίες επικοινωνούν διαρκώς με αυτήν στο διάστημα. Δεν ξέραμε ποιες ακριβώς θα ήταν οι συνέπειες αυτού του πλήγματος, αλλά ξέραμε ότι θα ήταν δραματικές και έπρεπε να ήμαστε έτοιμοι για τα πάντα. Είστε οι μόνοι πολίτες που, μαζί με όλους εμάς, θα βρείτε προστασία μέσα στην αγκαλιά των άστρων. Αυτή η ευκαιρία ήταν ένα δώρο προς όλους τους απλούς πολίτες, που αδίκως δεν ενημερώθηκαν για την απειλή, αν και γνωρίζαμε ότι μόνο μια μικρή μερίδα από αυτούς θα είχε την δυνατότητα να επιδιώξει ένα τέτοιο ταξίδι. Παρόλ’ αυτά, επιλέξαμε τους καλύτερους από αυτούς. Η Γη κι εμείς μαζί, μπορούμε να τα καταφέρουμε και να επιβιώσουμε από κάθε απειλή.»</p>
<p>Ο κυβερνήτης σταμάτησε να μιλά κι έστρεψε το βλέμμα του προς το παράθυρο του Γερακιού. Το τεράστιο νέφος σκόνης συνέχιζε να απλώνεται πάνω από την Ευρώπη. Σιγά-σιγά θα κάλυπτε ολόκληρη την υδρόγειο, ρίχνοντας τους ανθρώπους στο σκοτάδι, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια. Ποιος ξέρει πόσοι θα επιβίωναν.</p>
<p>«Πολύ φοβάμαι πως κάπου εδώ, οι διακοπές σας τελειώνουν», ανήγγειλε ο κυβερνήτης.</p>
<p style="text-align: center">ΤΕΛΟΣ</p>
<p style="text-align: right">Ορεστιάδα, 21 Ιουλίου 2010</p>
<p>Kestrel, είναι είδος γερακιού, κεγχρίς ή βραχοκιρκίνεζο.</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/bjx-HEqD0v4" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ac-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ac%cf%83%cf%84%cf%81%cf%89%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ac-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ac%cf%83%cf%84%cf%81%cf%89%ce%bd/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Μια φορά πίσω στον χρόνο</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/LtRugyLCvbE/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%ac-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 18 Jul 2010 08:56:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[fantasy]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=349</guid>
		<description><![CDATA[Κοίταξε για ακόμη μια φορά το διαμάντι που είχε στα χέρια του και μετά την νεράιδα που είχε εμφανιστεί όταν χάιδεψε το πολύτιμο πετράδι. «Νεράιδα, όχι τζίνι», τον είχε διορθώσει. Αλλά ήταν πεντάμορφη, αυτό έπρεπε να το παραδεχτεί.
«Μια φορά πίσω στον χρόνο;», την ρώτησε.
«Ναι, μία μόνο φορά. Και μπορείς να αλλάξεις, ή να κάνεις, ό,τι [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Κοίταξε για ακόμη μια φορά το διαμάντι που είχε στα χέρια του και μετά την νεράιδα που είχε εμφανιστεί όταν χάιδεψε το πολύτιμο πετράδι. «Νεράιδα, όχι τζίνι», τον είχε διορθώσει. Αλλά ήταν πεντάμορφη, αυτό έπρεπε να το παραδεχτεί.</p>
<p>«Μια φορά πίσω στον χρόνο;», την ρώτησε.</p>
<p>«Ναι, μία μόνο φορά. Και μπορείς να αλλάξεις, ή να κάνεις, ό,τι εσύ θέλεις, μόνος σου», τού το επανέλαβε ξανά κι ύστερα πέταξε ανάλαφρα στον αέρα, κάνοντας κύκλους γύρω του.</p>
<p>«Και μπορώ να το χρησιμοποιήσω είτε για δικό μου, είτε για ευρύτερο όφελος;»</p>
<p>«Δικό σου δώρο είναι, ό,τι θέλεις το κάνεις», του απάντησε βρισκόμενη ακόμα στον αέρα, ενώ εκείνος αναλογιζόταν ότι οι κλασικές τρεις ευχές θα ήταν προτιμότερες.</p>
<p>Πώς θα μπορούσε στ’ αλήθεια να εκμεταλλευτεί μια τέτοια ευκαιρία; Ανεκπλήρωτες επιθυμίες, χαμένοι έρωτες, λανθασμένες αποφάσεις, σκορπισμένα όνειρα, όλη του η ζωή. Τόσα πολλά, κι όμως, δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα σε όλα εκείνα. Τότε, κοίταξε την νεράιδα και κατάλαβε.</p>
<p>«Θέλω να πάω πίσω, στην στιγμή που φτιάχτηκε το διαμάντι σου», της είπε.</p>
<p>«Δεν καταλαβαίνω…», αποκρίθηκε παραξενεμένη, «…αλλά ας είναι», είπε και συλλάβισε λέξεις μαγικές.</p>
<p>Αμέσως, βρέθηκε μέσα σε μια σπηλιά, όπου πολλών λογιών μαγείες συγκέντρωναν υλικά, έπλαθαν σχήματα, δημιουργούσαν χρώματα, δίνοντας σιγά-σιγά ύπαρξη σ’ εκείνο το λαμπερό πετράδι. Και λίγο πριν την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ένα πλάσμα μαγικό, πρωτοδημιούργητο, προστέθηκε στο σύνολό του. Εκείνος, λίγο πριν η νεράιδα σφαλιστεί στο διαμάντι, πλησίασε και της ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Κι ευθύς, επέστρεψε στον δικό του χρόνο.</p>
<p>Βρήκε την νεράιδα στο πάτωμα, να κλαίει με αναφιλητά, δίχως να μπορεί να πάρει ανάσα. Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε με μελαγχολία που θα ράγιζε ακόμα και βράχους.</p>
<p>«”Ήθελα να είμαι ο πρώτος που θα σου πει πόσο πραγματικά όμορφη είσαι”», επανέλαβε, εκείνη, τα λόγια που της είχε ψιθυρίσει κάποτε. «Επιτέλους σε βρήκα».</p>
<p style="text-align: center"><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></p>
<p style="text-align: center"><em>…Για να πάψουμε, επιτέλους, να σκεφτόμαστε τα στραβά του παρελθόντος και να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά, για τις ομορφιές του παρόντος…</em></p>
<p style="text-align: right">Ορεστιάδα, 5 Μαΐου 2010</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/LtRugyLCvbE" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%ac-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%86%ce%bf%cf%81%ce%ac-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%bf/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Μαθηματικό φλερτ</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/Qd1sM7H3MKE/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%86%ce%bb%ce%b5%cf%81%cf%84/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 10 Jul 2010 16:40:16 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Γενικη λογοτεχνια]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=342</guid>
		<description><![CDATA[Αν αφήσετε μια μπάλα να κυλήσει από την κορυφή ενός ψηλού κώνου, η πιθανότητα να καταλήξει εκεί που θέλετε είναι μηδέν. Κι αυτό επειδή υπάρχουν άπειρες διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει. Ενώ υπάρχει η δυνατότητα η μπάλα να φτάσει τελικά στο επιθυμητό σημείο, η πιθανότητα να συμβεί αυτό εξακολουθεί να είναι μηδέν. Παραλογισμός των μαθηματικών, [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><div><span><span>Αν αφήσετε μια μπάλα να κυλήσει από την κορυφή ενός ψηλού κώνου, η πιθανότητα να καταλήξει εκεί που θέλετε είναι μηδέν. Κι αυτό επειδή υπάρχουν άπειρες διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει. Ενώ υπάρχει η δυνατότητα η μπάλα να φτάσει τελικά στο επιθυμητό σημείο, η πιθανότητα να συμβεί αυτό εξακολουθεί να είναι μηδέν. Παραλογισμός των μαθηματικών, θα πείτε πολλοί από εσάς. Πληροφορία άνευ ουσίας, θα πείτε κάποιοι άλλοι. Ποιος νοιάζεται, θα αναφωνήσουν μερικοί. Αλλά για τον Άρη, αυτό ακριβώς ήταν η αιτία του κακού.</span></span></div>
<p><span><span>Ο Άρης είναι ο τυπικός νέος που είναι ερωτευμένος με την κοπέλα που το μπαλκόνι της είναι δίπλα απ’ το δικό του, αλλά σε διαφορετική πολυκατοικία, και η οποία ακούει στο όνομα, Άνα, με ένα ν. Η Άνα έχει την συνήθεια να βγαίνει στο μπαλκόνι της, να κάθεται στο μικρό τραπεζάκι που είναι τοποθετημένο στην αριστερή άκρη του και να απολαμβάνει το καφεδάκι της με την συντροφιά του απογευματινού ήλιου. Αυτό γίνεται πολύ τακτικά από την στιγμή που άρχισαν οι ανοιξιάτικες ζέστες και είναι επίσης, ο λόγος που ο Άρης δεν μπορεί να ξεκολλήσει το βλέμμα του από το παράθυρο, περιμένοντας για την εμφάνισή της.</span></span></p>
<p><span><span>Οι φορές που, εντελώς τυχαία κατά τα λεγόμενα του Άρη, συναντιούνται οι δυο τους στα εκατέρωθεν μπαλκόνια, είναι αρκετά συχνές. Τόσο συχνές μάλιστα που η Άνα έφτασε στο ακόλουθο συμπέρασμα: η πιθανότητα ο Άρης να βρίσκεται μέσα στο σπίτι του είναι αντιστρόφως ανάλογη της πιθανότητας του να βρίσκεται η ίδια έξω, στο μπαλκόνι της. Ο Άρης, φυσικά, δεν κατάλαβε τίποτα απ’ αυτά και αρκέστηκε στο να χαμογελάσει όταν η Άνα του εκμυστηρεύτηκε τον συλλογισμό της.</span></span></p>
<p><span><span>«Έχεις το χαρτί με τους υπολογισμούς;», την είχε ρωτήσει, «Θέλω να τους μελετήσω επειδή κάτι δεν μου κάθεται σωστά»</span></span></p>
<p><span><span>«Τους έκανα στα γρήγορα με το μυαλό μου. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολοι. Οφθαλμοφανείς, θα έλεγα», του απάντησε με μια χροιά γλυκιάς ειρωνείας στον τόνο της φωνής της. Ο Άρης είχε αναρωτηθεί αν έτσι του έλεγε ότι καταλάβαινε περισσότερα απ’ όσα έδειχνε.</span></span></p>
<p><span><span>Η Άνα ήταν φοιτήτρια Μαθηματικών, κάτι που έκανε το μυαλό της να λειτουργεί με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ τον δικό του. Επίσης, ο τρόπος που εκφραζόταν χρειαζόταν, πολλές φορές, μια μικρή αποκρυπτογράφηση.</span></span></p>
<p><span><span>Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν ο Άρης τσαλαβουτούσε ξυπόλητος μέσα στα νερά που είχε αδειάσει στο μπαλκόνι του για να το καθαρίσει. Η Άνα ξεπρόβαλε εντελώς απρόσμενα μέσα από το διαμέρισμά της κρατώντας μια λεκάνη με πλυμένα ρούχα, έτοιμα για άπλωμα.</span></span></p>
<p><span><span>«Καλημέρα», της είχε πει, ήδη καταγοητευμένος από την ομορφιά της, χωρίς να πολυνοιάζεται για την εικόνα που παρουσίαζε με τα μπατζάκια του σηκωμένα ως τα γόνατα, με το λάστιχο να τρέχει νερό στο ένα χέρι και την σκούπα στο άλλο. Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε αμέσως στο πρόσωπό της, το οποίο έτεινε να μετατραπεί σε γέλιο.</span></span></p>
<p><span><span>«Καλημέρα και σε σένα», του απάντησε. «Μπορείς να περιμένεις ακίνητος μια στιγμή μέχρι να φέρω την φωτογραφική μου μηχανή;». Τα μάτια της του χαμογελούσαν περιπαιχτικά.</span></span></p>
<p><span><span>«Δεν θα με πιστέψεις αν σου πω ότι έκανα πρωινή γυμναστική, έτσι;», απάντησε ο Άρης συνειδητοποιώντας το παρουσιαστικό του.</span></span></p>
<p><span><span>«Μόνο αν πιστέψεις πως εδώ μέσα…», είπε εκείνη δείχνοντας την λεκάνη με τα πλυμένα, την οποία είχε ακουμπήσει στο τραπεζάκι, «βρίσκονται μικρά ανθρωπάκια που παίζουν μήλα»</span></span></p>
<p><span><span>Ο Άρης έκανε πως κοίταζε με ενδιαφέρον την λεκάνη της. Τελικά της είπε: «Εκείνη η ξανθιά που κρατάει την μπάλα είναι σκέτη γλύκα»</span></span></p>
<p><span><span>Γέλασαν και οι δυο τους κι όταν σταμάτησαν, ο Άρης της είπε το όνομά του.</span></span></p>
<p><span><span>«Είμαι η Άνα, με ένα ν», του απάντησε εκείνη.</span></span></p>
<p><span><span>«Το κατάλαβα. Ο τρόπος που το πρόφερες ακούστηκε με ένα ν», της χαμογέλασε, αλλά εκείνη βιάστηκε να συνεχίσει, σαν να έλεγε ένα ποιηματάκι που το είχε πει πολλές φορές.</span></span></p>
<p><span><span>«Πολλοί θα νόμιζαν ότι το σωστό θα ήταν για ν=2, αλλά για μένα το σωστό είναι ν=1», κι εκεί σταμάτησε και κοίταξε τον Άρη, περιμένοντάς τον να ανταποκριθεί στο αστείο της. Εκείνος είχε γουρλώσει τα μάτια του ψάχνοντας για μια καλή κι έξυπνη απάντηση, αλλά τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ ο τομέας του. Γι’ αυτό την ρώτησε απλά:</span></span></p>
<p><span><span>«Τι καιρό έχετε στην NASA;»</span></span></p>
<p><span><span>Η Άνα στράβωσε λίγο το στόμα της, δείχνοντας πως δεν της άρεσε και τόσο η απάντησή του.</span></span></p>
<p><span><span>«Ας μην σε κρατάω άλλο από την πρωινή σου γυμναστική. Πρέπει κι εγώ να βγάλω τα ανθρωπάκια μου να πάρουν καθαρό αέρα», τού είπε και στράφηκε προς την λεκάνη με τα ρούχα. Ο Άρης έκανε πως συνέχιζε το πλύσιμο του μπαλκονιού, ενώ κρυφοκοίταζε την μεθοδικότητα με την οποία άπλωνε τα ρούχα της. Διάλεγε ένα ρούχο μέσα από την λεκάνη, το έπιανε με τα δυο της χέρια, το τίναζε δυο φορές στον αέρα και ύστερα το έβαζε στην απλώστρα. Στην συνέχεια βουτούσε το χέρι της μέσα σε μια σακούλα με μανταλάκια τα οποία χρησιμοποιούσε για να στερεώσει τα ρούχα. Με έκπληξη ο Άρης παρατήρησε ότι τα μανταλάκια ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη χρωματική διάταξη. Μπλε, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο και μετά πάλι από την αρχή.</span></span></p>
<p><span><span>«Όπως η ακολουθία των χρωμάτων στο ουράνιο τόξο», σκέφτηκε ο Άρης, «και μάλλον πρέπει να είναι πολύ τσατισμένη που δεν μπορεί να βρει πορτοκαλί, γαλάζια και ιώδη μανταλάκια»</span></span></p>
<p><span><span>Η Άνα τέλειωσε με το άπλωμα των ρούχων και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα. Μόνο λίγο πριν εξαφανιστεί στο εσωτερικό του διαμερίσματός της έστρεψε το κεφάλι της και έριξε ένα και μόνο βλέμμα στον Άρη, που εκείνη την στιγμή προσποιούταν ότι έπλενε το μπαλκόνι του, σπρώχνοντας νερά δεξιά κι αριστερά με την σκούπα. Όταν η μπαλκονόπορτα έκλεισε ο Άρης βρέθηκε και πάλι να στέκεται με την σκούπα στο ένα χέρι και το λάστιχο στο άλλο, χωρίς όμως, αυτήν τη φορά να έχει κάποιον να τον κοιτάζει. Σκεφτόταν πως η συνάντησή του με την Άνα δεν πήγε και πολύ καλά και πως, κατά κάποιον τρόπο, ήταν δικό της το φταίξιμο, αφού δεν του είχε δώσει τις ευκαιρίες που ήθελε για να της δείξει ποιος είναι. Ίσως, από την άλλη, να το παράκανε κι εκείνος με τα σαχλά αστειάκια του. Έτσι κι αλλιώς, ήταν η πρώτη τους συνάντηση, τα πράγματα μπορεί να έφτιαχναν αργότερα. Μια κακιά σκέψη, όμως, πέρασε από το μυαλό του. Έβαλε το αντίχειρά του μπροστά από το στόμιο του λάστιχου εκτοξεύοντας μια συμπιεσμένη δέσμη νερού στο μπαλκόνι της Άνας, καταβρέχοντας την μπουγάδα της.</span></span></p>
<p><span><span>«Αυτό ήταν για ν=πάρ’ τα!», μονολόγησε.</span></span></p>
<p><span><span>Αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση του Άρη με την Άνα, η οποία σπινθήρισε τα συναισθήματά του για κείνη. Και κάθε νέα τους συνάντηση θα πρόσθετε έναν καινούριο σπινθήρα μέσα του, ώσπου τελικά ένας ορυμαγδός συναισθηματικών πυροτεχνημάτων τον κατακυρίευσε. Σιγά-σιγά συνειδητοποίησε ότι αυτό που ένιωθε ήταν πολύ δυνατό για να το αμελήσει κι άρχισε να ψάχνει τρόπους για να έρθει πιο κοντά στην γειτόνισσά του.</span></span></p>
<p><span><span>Αυτό τον οδήγησε, αρχικά, στο να παρακολουθεί το μπαλκόνι της, ώστε να εμφανίζεται μπροστά της όταν εκείνη βρισκόταν εκεί. Τις περισσότερες φορές αντάλλαζαν έναν απλό χαιρετισμό και μια-δυο τυπικές κουβέντες. Η Άνα δεν φαινόταν να πολυθέλει την παρέα του κι εκείνος δεν ήθελε να γίνεται πιεστικός και κουραστικός. Ίσως να έφταιγε η κακή πρώτη εντύπωση που είχε κάνει.</span></span></p>
<p><span><span>Στην συνέχεια άρχισε να παρακολουθεί το διαμέρισμά της. Πολλές φορές, συνήθως τις βραδινές ώρες, καθόταν στο μπαλκόνι του προς την μεριά του διαμερίσματος της Άνας και έστηνε αφτί προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε εκεί μέσα. Ήθελε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για εκείνη κι αυτός ήταν ένας από τους τρόπους, αν και λιγάκι κουλός, που είχε στην διάθεσή του. Κάθε δεδομένο θα ήταν πολύτιμο για κείνον. Τι μουσική ακούει, αν της αρέσει να τραγουδάει στο μπάνιο, τι είδους παρέες έχει. Τίποτα όμως. Το διαμέρισμά της ήταν λες και το είχε καλύψει ένα πέπλο σιωπής. Και τότε ο Άρης άρχισε να ανησυχεί μήπως η Άνα ήταν δημιούργημα της φαντασίας του. Απ’ ό,τι θυμόταν δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μπροστά από τις εισόδους των πολυκατοικιών τους, μιας και ήταν διπλανές. Απόδιωξε αυτήν την σκέψη γρήγορα.</span></span></p>
<p><span><span>«Το ότι κάποια σε αποφεύγει δεν σημαίνει ότι είσαι και τρελός», έλεγε στον εαυτό του.</span></span></p>
<p><span><span>Το κοντινότερο σε ραντεβού που είχαν οι δυο τους ήταν ένα από εκείνα τα απογεύματα που ο Άρης αντιλήφθηκε την παρουσία της Άνας στο μπαλκόνι της. Μέσα από το παράθυρό του την είδε να κάθεται στο τραπεζάκι της και να πίνει καφέ, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Έτσι λοιπόν, έφτιαξε κι εκείνος ένα φραπεδάκι και βγήκε έξω. Η Άνα είτε ήταν πολύ απορροφημένη και δεν τον κατάλαβε, ή απλά τον αγνόησε. Εκείνος σκέφτηκε πως έπρεπε να πάρει την πρωτοβουλία.</span></span></p>
<p><span><span>«Χα, για δες μας», της είπε, «σχεδόν βγήκαμε για καφέ παρέα»</span></span></p>
<p><span><span>Η Άνα σήκωσε αργά τα μάτια της από το βιβλίο και τον κοίταξε.</span></span></p>
<p><span><span>«Αυτό είναι ένα ασυμβίβαστο ενδεχόμενο», του απάντησε κι επέστρεψε στην ανάγνωση του βιβλίου της.</span></span></p>
<p><span><span>Γιατί δεν του έβγαζε μια κίτρινη κάρτα, ή δεν του έριχνε ένα άκυρο, όπως θα έκαναν όλες οι νορμάλ κοπέλες, και του έδινε αυτές τις ξερές και ακατανόητες απαντήσεις; Δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να ανταποκριθεί σ’ αυτές αφού καλά-καλά δεν καταλάβαινε την σημασία τους.</span></span></p>
<p><span><span>Ανακάτεψε με δύναμη τον φραπέ προσπαθώντας με τον ήχο από τα παγάκια να διαταράξει την ηρεμία και το διάβασμά της. Ύστερα έκανε έναν γύρο το μπαλκόνι, με αργά βήματα κι επέστρεψε στην πόρτα για να ξαναμπεί μέσα. Εκεί στάθηκε για ένα λεπτό και κοίταξε προς την Άνα. Εκείνη τον αντιλήφθηκε και πήρε τα μάτια της από το βιβλίο και τα έστρεψε προς τα δικά του.</span></span></p>
<p><span><span>«Πάω μέσα», της είπε και με βλέμμα γεμάτο σοφία πρόσθεσε, «Ενδεχομένως»</span></span></p>
<p><span><span>Παρόλη την απειρία των προσπαθειών οδηγούταν συνεχώς στο ίδιο απογοητευτικό αποτέλεσμα. Και τώρα που το καλοκαίρι πλησίαζε απειλητικά κι έφτανε ο καιρός που η Άνα θα έφευγε για τις διακοπές της, κατάλαβε ότι έπρεπε να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Έπρεπε να δημιουργήσει ένα παράδοξο, μια απροσδιόριστη μορφή, μια διαίρεση με το μηδέν. Επειδή βαθιά μέσα του ήξερε ότι μπορούσε να φτάσει εκεί που επιθυμούσε, ότι είχε αυτήν τη δυνατότητα.</span></span></p>
<p><span><span>Άνοιξε, λοιπόν, τον υπολογιστή του και με τις ελάχιστες γνώσεις που διέθετε βυθίστηκε στον ακατανόητο κόσμο των μαθηματικών. Μετά από πολλές ώρες κι έχοντας συλλέξει τις πληροφορίες που επιθυμούσε, πήρε μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισε να γράφει:</span></span></p>
<p><em><span><span>Έχω ένα πρόβλημα και νομίζω ότι εσύ είσαι το καταλληλότερο άτομο για να μου το λύσει…</span></span></em></p>
<p><span><span>Όταν τέλειωσε με το γράψιμο έψαξε μέσα στα διάφορα, παλιά πράγματά του και βρήκε ένα βελούδινο κουτάκι, απ’ αυτά που όταν τ&#8217; ανοίξει μια κοπέλα περιμένει να βρει ένα δαχτυλίδι μέσα. Δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί και το τοποθέτησε μέσα στο κουτάκι. Στην συνέχεια βγήκε στο μπαλκόνι του και το πέταξε, σε μια προσπάθεια να το στείλει πάνω στο τραπεζάκι της Άνας. Εκείνο κατρακύλησε και κρύφτηκε σε μια γωνία, κάνοντάς τον να βλασφημήσει. Αλλά αφού δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο, χώθηκε πάλι στο διαμέρισμά του, ελπίζοντας ότι το κουτάκι θα έβρισκε τελικά, την παραλήπτριά του.</span></span></p>
<p><span><span>Δυο μέρες μετά κι ενώ η Άνα δεν είχε δώσει σημεία ζωής μέχρι τότε, ακούστηκε ο ήχος του κουδουνιού, του διαμερίσματος του Άρη. Εκείνος, μη ξέροντας ποιος μπορεί να είναι, πήγε και άνοιξε την πόρτα. Έμεινε άναυδος όταν βρήκε την Άνα να στέκεται πίσω από την πόρτα του. Για μερικές στιγμές μείνανε και οι δύο αμίλητοι, κοιτάζοντας ο ένας στα μάτια του άλλου.</span></span></p>
<p><span><span>«Σίγουρα ξέρεις πώς να μιλάς σε μια κοπέλα», του είπε σηκώνοντας το χέρι της, όπου κρατούσε, ξεδιπλωμένο, το χαρτί που της είχε στείλει.</span></span></p>
<p><span><span>«Ήθελα απλά να σου πω ότι δεν θα είναι το ίδιο εδώ, χωρίς εσένα»</span></span></p>
<div><span><span>«Το κατάλαβα», είπε εκείνη και χωρίς να λάβει κανενός είδους πρόσκληση πέρασε μέσα από την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμα. Καθώς περνούσε δίπλα από τον Άρη του έδωσε το χαρτί που κρατούσε. Εκείνος το κοίταξε και είδε γραμμένο το πρόβλημα που είχε γράψει λίγες μέρες νωρίτερα.</span></span></div>
<p><span><span><a href="http://www.mythoplastes.gr/wp-content/uploads/Problem1.jpg">http://www.mythoplastes.gr/wp-content/uploads/Problem1.jpg</a></p>
<p></span></span></p>
<p><span><span>«Έλυσα το πρόβλημά σου», του είπε η Άνα μέσα από το διαμέρισμα, «Ήταν πανεύκολο. Αν και η συνειδητοποίηση της λύσης του εξέπληξε και μένα, πολύ ευχάριστα»</span></span></p>
<p><span><span>Ο Άρης είχε απομείνει να στέκει μόνος του μπροστά στην ανοιχτή πόρτα. Γύρισε το χαρτί που κρατούσε από την ανάποδη κι εκεί υπήρχε γραμμένη η λύση, από το χέρι της Άνας. Ήταν η λύση που περίμενε. Απλή και μοναδική. x=1.</span></span></p>
<p><span><span>«Αν ήταν πανεύκολο γιατί σου πήρε πέντε μήνες να το λύσεις;», φώναξε στην Άνα κλείνοντας την πόρτα.</span></span></p>
<div><span><span><strong>ΤΕΛΟΣ</strong> σχεδόν…</span></span></div>
<p> <br />
<span><span>Για όσους και όσες δεν τα πάτε καλά με τον μαθηματικό συμβολισμό ή τα έχετε ψιλοξεχάσει, στο «Σκονάκι» υπάρχει η εξήγηση και η λύση του προβλήματος του Άρη. </span></span></p>
<p><span><span> </span></span><a href="http://www.mythoplastes.gr/wp-content/uploads/Skonaki.jpg">http://www.mythoplastes.gr/wp-content/uploads/Skonaki.jpg</a></p>
<p><span><span>Ορεστιάδα, 10 Ιουλίου 2010</span></span></p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/Qd1sM7H3MKE" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%86%ce%bb%ce%b5%cf%81%cf%84/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%86%ce%bb%ce%b5%cf%81%cf%84/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Η κρυφή ματιά του Φαίδωνα</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/4Mss5R7-8to/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%ce%b1%ce%af%ce%b4%cf%89%ce%bd%ce%b1/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 26 May 2010 23:28:46 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Τρομος]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=331</guid>
		<description><![CDATA[Ο Φαίδων προχωρούσε στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι σκυμμένο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήξερε προς τα πού πήγαινε, επειδή είχε πολλή ώρα να σηκώσει τα μάτια του και να κοιτάξει μπροστά του. Αυτό που τον απασχολούσε, προς το παρόν, ήταν να πατάει ακριβώς μέσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, και ήταν κάτι που έκανε [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p><span><span>Ο Φαίδων προχωρούσε στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι σκυμμένο. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν ήξερε προς τα πού πήγαινε, επειδή είχε πολλή ώρα να σηκώσει τα μάτια του και να κοιτάξει μπροστά του. Αυτό που τον απασχολούσε, προς το παρόν, ήταν να πατάει ακριβώς μέσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, και ήταν κάτι που έκανε με ενδελεχή σχολαστικότητα.</span></span></p>
<p><span><span>Μια μικρή πέτρα βρέθηκε μπροστά στα βήματά του και αυθόρμητα, της έριξε μια δυνατή, πλην άστοχη, κλωτσιά. Η λαθεμένη τεχνική έκανε την πέτρα να λοξοδρομήσει και, αψηφώντας στιγμιαία την βαρύτητα, συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο. Αυτό έκανε τον Φαίδωνα να χάσει τον βηματισμό του, να αναπηδήσει στο ένα πόδι και, προσέχοντας ταυτοχρόνως να μην πατήσει πάνω στους, αγνώστου αιτίας, επικίνδυνους αρμούς, να προσγειωθεί πάνω σε έναν ελαφρώς στριμμένο αστράγαλο, που τον οδήγησε σε μια φαιδρότατη πτώση, καταμεσής του πεζοδρομίου.</span></span></p>
<p><span><span>«Είμαι ηλίθιος», σκεφτόταν, ενώ τα γελάκια των ελάχιστων περαστικών, τον έκαναν να αισθάνεται ντροπή, αμηχανία και ναι, γιατί όχι, ακόμη περισσότερο ηλίθιος. Κατάλαβε ότι τον πονούσε ο πισινός του, και τα χέρια του είχαν γρατσουνιστεί κι έτσουζαν απ’ την πτώση. Καλά να πάθει, ο βλάκας.</span></span></p>
<p><span><span>«Είσαι καλά;», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από πάνω του.</span></span></p>
<p><span><span>Ο Φαίδων ανακάθισε πάνω στο σκληρό πεζοδρόμιο, αντιλαμβανόμενος ότι τα μέλη του διαπερνούσαν άρδην τα όρια των πλακών. «Σταμάτα επιτέλους μ’ αυτήν την αηδία», έλεγε από μέσα του, επιπλήττοντας τον εαυτό του.</span></span></p>
<p><span><span>Σήκωσε τα μάτια του για να δει ένα γλυκό, χαμογελαστό πρόσωπο να τον κοιτάζει. Προφανώς, ήταν κι αυτή μια απ’ τους περαστικούς που διασκέδασε με το πέσιμό του, αλλά έδειχνε ένα, περίεργο για εκείνον, ενδιαφέρον.</span></span></p>
<p><span><span>Ήταν αρκετά όμορφη. Στρόγγυλο πρόσωπο, σκουροπράσινα μάτια, μαύρα μακριά μαλλιά, ροδαλό δέρμα. Ήταν νέα στην ηλικία, μερικά χρόνια μεγαλύτερη απ’ αυτόν, μάλλον. Στα χείλη της, το αδιευκρίνιστο χαμόγελο τον προσκαλούσε ευχάριστα να ανταποκριθεί. Συνήθως, τόσο όμορφες κοπέλες δεν του μιλούσαν, εκτός κι αν ήταν υπάλληλοι σε κατάστημα. Και σχεδόν πάντα, απέφευγαν να τον κοιτάζουν στα μάτια. Εκείνη φαινόταν διαφορετική.</span></span></p>
<p><span><span>«Είμαι καλά;…». Η απάντησή του ακούστηκε σαν ερώτηση. Δεν το ήθελε αυτό, αλλά ποτέ δεν ήταν σίγουρος για το τι έπρεπε να πει.</span></span></p>
<p><span><span>Η κοπέλα από πάνω του άφησε ένα αστείο γελάκι να ξεφύγει απ’ τα χείλη της και προσπαθώντας να το πνίξει το μετέτρεψε σε ροχαλητό. Κάτι που την έκανε να καλύψει το στόμα με το χέρι της και να γελάσει ακόμη πιο δυνατά. Αυτό προκάλεσε ένα εσωτερικό γαργαλητό στον Φαίδωνα, το οποίο προσπάθησε, μάταια, να αποδιώξει. Άρχισε κι αυτός να γελάει. Πολλές φορές το γέλιο του ακουγόταν σαν κλάμα, αλλά ευτυχώς, όχι αυτήν τη φορά. Και πάλι, όμως, ένιωσε το κάψιμο στο πρόσωπό του καθώς ένα κοκκίνισμα αναδυόταν και το κάλυπτε πλήρως. Ντρεπόταν τόσο πολύ να γελάει μπροστά σε άλλους.</span></span></p>
<p><span><span>«Μια χαρά μου φαίνεσαι», είπε η κοπέλα. «Έλα, θα σε βοηθήσω να σηκωθείς»</span></span></p>
<p><span><span>Το τεντωμένο χέρι της κοπέλας τον καλούσε να την αγγίξει. Η παλάμη του μυρμήγκιαζε και μόνο στην ιδέα του αγγίγματος . Κοίταξε αριστερά και δεξιά και είδε μερικούς διαβάτες να διασχίζουν το πεζοδρόμιο. Δεν ήθελε να τον δουν άλλοι να την αγγίζει. Τι θα σκέφτονταν για κείνον;</span></span></p>
<p><span><span>«Δεν θα μείνεις για πάντα στο πεζοδρόμιο, έτσι δεν είναι;», είπε η κοπέλα που διέκρινε τον δισταγμό του. </span></span></p>
<p><span><span>«Όχι», είπε και άπλωσε το χέρι του. Έστρεψε το κεφάλι του δεξιά και κάρφωσε το βλέμμα του κάπου μακριά, μήπως μπορέσει και κρατήσει την σκέψη του κάπου αλλού αντί στην επικείμενη επαφή. Ένιωσε το απαλό χέρι της κοπέλας να κλείνει γύρω από το δικό του. Ένα ελαφρύ τράβηγμα τον υποκινούσε να σηκωθεί από το πεζοδρόμιο. Έβαλε δύναμη στα πόδια του, και λιγότερη στο χέρι του, επειδή ήταν σίγουρος ότι θα φανεί αδέξιος. Σε λίγα δευτερόλεπτα στεκόταν μπροστά στην κοπέλα.</span></span></p>
<p><span><span>«Είμαι η Ναυσικά», του είπε εκείνη και κούνησε το χέρι του, που κρατούσε ακόμα μέσα στο δικό της.</span></span></p>
<p><span><span>«Φαίδων», είπε εκείνος, μεταφέροντας το βλέμμα του από τα μάτια της στον φόντο πίσω της, και μετά πάλι στα μάτια της. Οι σύντομες συνευρέσεις των βλεμμάτων τους τον έκαναν να παρατηρήσει ότι η Ναυσικά, τι ωραίο όνομα, τον κοίταζε συνεχώς στα μάτια. Ήθελε να κάνει κι εκείνος το ίδιο, αλλά έμοιαζε αδύνατο.</span></span></p>
<p><span><span>«Μου φαίνεται ότι κάτι σε προβληματίζει», είπε η Ναυσικά και πίεσε τον αντίχειρά της πάνω στην ανάστροφη του χεριού του, λίγο πριν το αφήσει.</span></span></p>
<p><span><span>«Ναι… μάλλον…», είπε ο Φαίδων, ξέροντας ότι πάντα τον προβλημάτιζε κάτι. Κάτι πολύ κακό, κάτι ανεμπόδιστο, κάτι απρόβλεπτο.</span></span></p>
<p><span><span>Η Ναυσικά κοίταξε το ρολόι που φορούσε στο χέρι της. «Έχω λίγη ώρα στην διάθεσή μου και δεν πεινάω ακόμα. Θέλεις να πάμε για καφέ παρέα;», τον ρώτησε.</span></span></p>
<p><span><span>Αυτό ήταν αναπάντεχο. Οι απαντήσεις άρχισαν να μπερδεύονται μέσα στο κεφάλι του Φαίδωνα, δημιουργώντας ένα αξεδιάλυτο κουβάρι.</span></span></p>
<p><span><span>«Θα πήγαινα μαζί σου για όλα τα χρώματα», είπε τελικά, πιστεύοντας ότι είναι η σωστότερη απάντηση που θα μπορούσε να βρει. Το γέλιο της κοπέλας, όμως, τον έπεισε για το αντίθετο.</span></span></p>
<p><span><span>«Έλα μαζί μου», του είπε και ξεκίνησε να προχωράει παρακινώντας τον. Του Φαίδωνα του ακούστηκε σαν κάτι το οποίο δεν μπορούσε να παρακούσει. Με μερικά γρήγορα βήματα έφτασε δίπλα της και την ακολούθησε σιωπηλός. Σιωπηλή ήταν κι όλη η διαδρομή μέχρι μια κοντινή καφετέρια, όπου η Ναυσικά μπήκε και διάλεξε ένα τραπέζι σε μια απόμακρη γωνία. Χαμογέλασε κι έδειξε την καρέκλα δίπλα της, στον Φαίδωνα. Εκείνος κάθισε διστακτικά, εξετάζοντας τον άγνωστο χώρο γύρω του.</span></span></p>
<p><span><span>«Πες μου, λοιπόν, τι είναι αυτό που σε απασχολεί», τον ρώτησε η Ναυσικά. Ο Φαίδων γύρισε και την κοίταξε, και τότε το είδε. Όπως με κάθε άλλον, έτσι και μ’ εκείνην, το είδε. Και ήταν τρομακτικό.</span></span></p>
<p><span><span> </span></span></p>
<p style="text-align: center"><span><span> ~ * ~ * ~ * ~ * ~ * ~</span></span></p>
<p> </p>
<div><span><span> </span></span></div>
<p><span><span>Η ταραχώδης ζωή του Φαίδωνα ξεκίνησε όταν ήταν πολύ μικρός. Η ανθρωποφοβική και κλειστή συμπεριφορά του άρχισε να σφυρηλατείτε από την τρυφερή ηλικία των δέκα ετών, με αιτία ένα γεγονός που στιγμάτισε άμεσα την ζωή του και αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα μιας σειράς παρόμοιων συμβάντων.</span></span></p>
<p><span><span>Το γεγονός εκείνο συνέβη μια όμορφη ανοιξιάτικη ημέρα, από εκείνες που σε προετοιμάζουν για το καλοκαίρι και που, σίγουρα, δεν σε γεμίζουν με όρεξη για μάθημα. Παρόλ’ αυτά, ο Φαίδων, από την τρίτη σειρά των θρανίων, είχε τα μάτια στραμμένα στον μαυροπίνακα, όπου η κ. Αθηνά ανέλυε τα σύνθετα κλάσματα. Αν και η ένταξή του στο δημοτικό σχολείο ήταν σχετικά πρόσφατη, ήξερε ότι τα μαθηματικά ήταν το αγαπημένο του μάθημα, γι’ αυτό, πάντα το παρακολουθούσε με ιδιαίτερη προσοχή.</span></span></p>
<p><span><span>«Το καταλάβατε;», ρώτησε η κ. Αθηνά, που μόλις είχε εξηγήσει την μετατροπή των σύνθετων κλασμάτων σε απλά. Περιέφερε τα μάτια στην αίθουσα για τυχόν απορίες από την μεριά των μαθητών και μόλις το βλέμμα της συνάντησε του Φαίδωνα, τότε συνέβη.</span></span></p>
<p><span><span>Το μυαλό του Φαίδωνα άρχισε να κατακλύζεται με εικόνες. Άσχημες και βίαιες. Δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια για την δημιουργία εκείνων των εικόνων, απλά, από μόνες τους, γέμιζαν το κεφάλι του, σαν ένας εφιάλτης τον οποίον δεν μπορούσε να ελέγξει κι απ’ τον οποίον δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Αν και δεν ήταν απολύτως βέβαιος, για κάποιον λόγο ήξερε πως αυτά που έβλεπε ήταν μέσα από τα μάτια της κ. Αθηνάς. Είδε έναν άντρα να μπαίνει παραπατώντας, μέσα στο δωμάτιο που αυτή καθόταν. Την αποκάλεσε με λέξεις που, ο Φαίδων, δεν ήξερε καν τι σημαίνουν, ήταν σίγουρος, όμως, ότι ήταν κακές λέξεις. Εκείνη προσπάθησε να τον ηρεμίσει, να τον ελέγξει, να τον καταλάβει, αλλά ο άντρας ήταν εκτός εαυτού. Την άρπαξε από τα χέρια και την πέταξε πάνω στον καναπέ. Άρχισε να την χτυπάει στο κορμί, ενώ εκείνη προσπαθούσε να αποκρούσει τα χτυπήματά του, αλλά ούτε κατά διάνοια να του αντεπιτεθεί. Ο άντρας την τράβηξε και την έριξε στο πάτωμα και συνέχισε να την χτυπάει, αυτήν τη φορά με πόδια του.</span></span></p>
<p><span><span>Οι εικόνες έσβησαν από το μυαλό του Φαίδωνα τόσο απότομα όπως ήταν και η εμφάνισή τους λίγο νωρίτερα. Όλη αυτήν την ώρα τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα μάτια της κ. Αθηνάς, κι εκείνης στα δικά του. Ένιωθε τρομοκρατημένος, σαν να είχε κάνει κάτι απαγορευμένο και να τον έπιασαν στα πράσα. Χωρίς να υπάρχει καμιά προφανής απόδειξη, ο Φαίδων ήξερε ότι η κ. Αθηνά κατάλαβε τι είχε μόλις παρακολουθήσει. Είχε δαγκώσει το κάτω χείλι της και τον κοιτούσε σιωπηλή, ώσπου, τελικά, στράφηκε προς την πόρτα κι έτρεξε προς τα εκεί, εγκαταλείποντας την αίθουσα.</span></span></p>
<p><span><span>Η ώρα πέρασε και το κουδούνι χτύπησε χωρίς η κ. Αθηνά να εμφανιστεί. Στο διάλειμμα, ο Φαίδων πήγε και είπε στην διευθύντρια του σχολείου πως πίστευε ότι ο άντρας της κ. Αθηνάς, την χτυπάει. Όχι, δεν είχε δει ή ακούσει κάτι. Όχι, δεν τον είχε βάλει κάποιος άλλος να το πει αυτό. Όχι, δεν ήξερε για ποιον λόγο το είχε πει αυτό. Αυτό που αποκάλυψε, σίγουρα, έκανε μεγάλη εντύπωση στην διευθύντρια, η οποία δεν το πολυπίστεψε, αλλά ούτε και το πήρε τελείως αψήφιστα. Γεγονός πάντως είναι ότι η κ. Αθηνά έκανε δυο βδομάδες να επιστρέψει στο σχολείο.</span></span></p>
<p><span><span>Όταν τελικά, η δασκάλα επέστρεψε στο σχολείο, δεν ήταν η ίδια μ’ εκείνη που ήταν κάποτε. Η νεανική ζωντάνια και λάμψη της είχαν χαθεί και είχαν αντικατασταθεί από θλίψη και πόνο. Ο Φαίδων θυμόταν πολύ καλά την μέρα που η δασκάλα του επέστρεψε, επειδή ένα άλλο ενοχλητικό γεγονός συνέβη τότε. Πήγαινε στις τουαλέτες του σχολείου και λίγο πριν ανοίξει την πόρτα ένιωσε ένα χέρι να τον αρπάζει από το σβέρκο και να τον σπρώχνει προς τα μέσα. Γύρισε και είδε ότι ήταν η ίδια του η δασκάλα, της οποίας τα δάκρυα και τα τρεμάμενα χείλη δείχνανε πως ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση. Τον έπιασε από τον γιακά και τον κόλλησε στον τοίχο, έσκυψε ώστε να έρθει στο ίδιο ύψος μ’ εκείνον και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του.</span></span></p>
<p><span><span>«Άκουσε καλά παλιο-καθαρματάκι», του είπε ψιθυριστά, αλλά φτύνοντας κυριολεκτικά τις λέξεις, «μην τολμήσεις ξανά και μπλεχτείς στα πόδια μου γιατί θα σε σκοτώσω. Κατάλαβες;»</span></span></p>
<p><span><span>Ο Φαίδων κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, τρέμοντας από φόβο.</span></span></p>
<p><span><span>«Και μην κοιτάξεις ποτέ ξανά μες στην ζωή μου. Ποτέ ξανά!». Τον είχε τραβήξει κοντύτερα στο πρόσωπό της καθώς του έλεγε αυτά τα λόγια και μετά τον έσπρωξε προς τα πίσω, χτυπώντας την πλάτη του στον τοίχο. Ύστερα τον άφησε και γύρισε να φύγει.</span></span></p>
<p><span><span>«Ήταν η πρώτη φορά που συνέβη…», ψιθύριζε ενώ έφευγε, «η πρώτη φορά…»</span></span></p>
<p><span><span>Όταν η πόρτα της τουαλέτας έκλεισε, ο Φαίδων βρισκόταν καθισμένος στο πάτωμα της τουαλέτας, κλαίγοντας και με τα παντελόνια του βρεγμένα. Όση ώρα η κ. Αθηνά του μιλούσε, εκείνος έβλεπε εκείνον τον άγριο άντρα να ορμάει στο δωμάτιο που εκείνη ήταν ξαπλωμένη κι έβλεπε τηλεόραση, να την αρπάζει απ’ τα μαλλιά και να την σέρνει πίσω του ως το μπάνιο, προτού εκείνη καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, να την πετάει μέσα στην μπανιέρα και να την καταβρέχει με παγωμένο νερό και μετά, να την κλειδώνει μόνη μέσα στο μπάνιο, αφήνοντάς την να κλαίει.</span></span></p>
<p><span><span>Όπως ήταν φυσιολογικό, ο Φαίδων δεν είπε τίποτα παραπάνω γι’ αυτά που είχε δει. Ήταν ένα μυστικό που τον βάραινε όσο τίποτα άλλο. Όμως, παρά τις όσες ενοχές ένιωθε για εκείνο το κρυφοκοίταγμα, μια περιέργεια είχε αρχίσει να σκαλίζει με ένα άλλο ενδιαφέρον αυτό το γεγονός. Γιατί είχε συμβεί αυτό; Θα συνέβαινε ξανά; Ήταν κάποιου είδους τιμωρία ή χάρισμα; Κι αν ήταν χάρισμα, γιατί το φοβόταν τόσο πολύ; Τα μέλλοντα θα έδειχναν πόσο βάσιμος ήταν ο φόβος του.</span></span></p>
<p><span><span>Η επόμενη φορά που ο Φαίδων είχε μια παρόμοια εμπειρία, ήταν μια πρωία Κυριακής. Η μητέρα του τον είχε ξυπνήσει λίγο νωρίτερα από τις προηγούμενες μέρες για να τον πάρει μαζί του στην εκκλησία. Δεν ήταν κάτι που το έκανε συχνά και η ίδια, αλλά όποτε πήγαινε της άρεσε να συνοδεύεται από τον γιο της. Άρεσε, επίσης, και στον Φαίδωνα, επειδή ερχόταν σε επαφή με ένα διαφορετικό περιβάλλον με περίεργες μυρωδιές και μυστηριώδη ακούσματα, που στα παιδικά του μάτια φάνταζαν αλλόκοσμα.</span></span></p>
<p><span><span>Η μητέρα του Φαίδωνα τον άφησε στο δωμάτιό του να ετοιμαστεί και μετά από δέκα λεπτά τον φώναξε να πάει στην κουζίνα για το πρωινό του. Είχε ετοιμάσει δυο φέτες ψωμί, αλειμμένες με βούτυρο και μέλι, κι ένα μεγάλο ποτήρι γάλα. Με μεγάλες μπουκιές, ο Φαίδων, καταβρόχθισε το ψωμί και είχε μόλις πιάσει στα χέρια του το ποτήρι με το γάλα, όταν η μητέρα του μπήκε στην κουζίνα, φορώντας τα καλά της ρούχα.</span></span></p>
<p><span><span>«Είσαι έτοιμος, καλέ μου;», ρώτησε τον Φαίδωνα κι όταν αυτός την κοίταξε για να της απαντήσει είδε κάτι που έκανε το ποτήρι να γλιστρήσει από τα χέρια του και να θρυμματιστεί στο πάτωμα, γεμίζοντας τον χώρο με σπασμένα γυαλιά και γάλα.</span></span></p>
<p><span><span>Οι εικόνες που έβλεπε, όπως με την κ. Αθηνά έτσι και τώρα, ήταν μέσα από τα μάτια της μητέρας του. Βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της μαζί με τον πατέρα του. Κανένας από τους δυο δεν φορούσε ρούχα. Άκουσε την μητέρα του να λέει λόγια πρόστυχα και τον πατέρα του να της απαντάει με τον ίδιο τρόπο. Αγγίζονταν, και τα κορμιά τους μπλέκονταν, με τρόπο που εκείνος θεωρούσε αηδιαστικό. Οι ανάσες τους και τα βογγητά τους δημιουργούσαν ένα κράμα ήχων που του προκαλούσε ναυτία.</span></span></p>
<p><span><span>Όταν οι εικόνες σταμάτησαν, ο Φαίδωνας ένιωσε ανακούφιση. Ήξερε πολύ καλά τι ήταν αυτό που είδε τους γονείς του να κάνουν, δεν περίμενε, όμως, ότι θα ήταν τόσο βρώμικο. Ο συνδυασμός της γλυκύτητας που του μιλούσε κάθε μέρα η μητέρα του, με αυτά που την είχε δει να κάνει και να λέει, τον έκαναν να νιώσει μια σιχασιά για ‘κείνη. Από εκείνη την στιγμή και μετά, ο Φαίδων δεν ξανακοίταξε την μητέρα του στα μάτια, ποτέ.</span></span></p>
<p><span><span>Παρά τις προσπάθειες των γονιών του, ο Φαίδων δεν μπόρεσε να τους δώσει μια ικανοποιητική απάντηση για το τι ήταν αυτό που είχε. Ήταν κάτι για το οποίο δεν ήθελε να μιλάει επειδή μπορεί να είχε άσχημα αποτελέσματα, όπως τότε με την δασκάλα του. Σχεδόν με χαρά, ο Φαίδων διαπίστωσε ότι η μητέρα του δεν είχε καταλάβει ότι είχε δει κάτι που αφορούσε εκείνη. Ίσως οι ενοχές της κ. Αθηνάς να ήταν εκείνες που την έκαναν να διαισθανθεί το όραμά του.</span></span></p>
<p><span><span>Από τότε και μετά, ο Φαίδων άρχισε σιγά-σιγά να αποξενώνεται από τον κόσμο. Οι επαφές του με ανθρώπους, είτε στο σχολείο είτε στον οικογενειακό κύκλο ήταν πολύ σπάνιες και, από την δική του πλευρά, ήταν καθαρά για ικανοποίηση της περιέργειάς του, πάνω σ’ αυτό που αργότερα ονόμασε «κρυφή ματιά».</span></span></p>
<p><span><span>Είχε αρχίσει να πειραματίζεται με αυτήν. Να δει αν μπορεί να την ελέγξει ή αν ήταν κάτι που γινόταν ακούσια, σαν την αναπνοή. Αναζήτησε τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτήν, ώστε να την ανακαλεί, αν το επιθυμούσε. Για τον λόγο αυτό, τα παιδιά του σχολείου, οι συγγενείς και οι οικογενειακοί φίλοι έπαψαν να έχουν τη θέση του κοινωνικού συνόλου κι έγιναν, όλοι, ένα είδος πειραματόζωων.</span></span></p>
<p><span><span>Ο εθισμός του στην κρυφή ματιά του, ολοένα και μεγάλωνε. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόταν στους άλλους, και κυρίως στους συμμαθητές του, για να πάρει αυτό που ήθελε, τον έκανε ιδιαίτερα αντιπαθή. Αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε και τόσο, του αρκούσε οι προσπάθειές του να επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και τις φορές που η κρυφή ματιά δεν «δούλευε», η συμπεριφορά του γινόταν ακόμη πιο αλλοπρόσαλλη. Φερόταν βίαια στα συγκεκριμένα άτομα, τα έβριζε και τα έλεγε ότι κάτι στραβό κι αλλόκοτο συνέβαινε μ’ αυτούς.</span></span></p>
<p><span><span>Αυτό που είχε ήταν πιο αρνητική επιρροή πάνω του, ήταν η έκθεσή του στις σκηνές που έβλεπε καθημερινά. Σίγουρα δεν ήταν κάτι που ένα μικρό παιδί μπορούσε να διαχειριστεί και όλα εκείνα μπέρδευαν και αγρίευαν το μυαλό του. Γονείς που φώναζαν και χτυπούσαν τα παιδιά τους, παιδιά που μάλωναν με άλλα παιδιά, συμμαθητές που έκλεβαν και έσπαζαν διάφορα, νέοι και νέες που αυτοϊκανοποιούνταν, συγγενείς που έκαναν σεξ. Η λίστα ήταν μεγάλη, αλλά εκείνο το μίγμα των ξένων προσωπικών στιγμών κατέστρεφε αργά την αθωότητα και την λογική του.</span></span></p>
<p><span><span>Καθώς τα χρόνια περνούσαν κατανοούσε καλύτερα το πώς λειτουργεί η κρυφή ματιά. Θα έπρεπε, καταρχάς, αυτός και το άλλο άτομο να κοιταχτούν στα μάτια για μερικές στιγμές. Μετά, δημιουργούταν ένα είδος «συντονισμού» με εκείνο το άτομο, τον οποίο δεν έλεγχε, αλλά ήταν κάτι που γινόταν από μόνο του, πάντα. Ύστερα από αυτό εικόνες και ήχοι άρχιζαν να γεμίζουν το μυαλό του. Με τον καιρό κατάλαβε ότι οι σκηνές που παρακολουθούσε είχαν όλες έναν κοινό παράγοντα. Αφορούσαν όλες περιστατικά που προκαλούσαν πολύ έντονα συναισθήματα, που μπορούσαν να είναι φόβος, πόνος, θλίψη, χαρά, απόλαυση, θυμός κι οτιδήποτε άλλο. Επίσης, ήταν σίγουρος πως αυτά που έβλεπε ήταν από το πρόσφατο παρελθόν του ατόμου. Πριν από μια μέρα ή δυο μέρες ή μια βδομάδα, δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα, αλλά το συναίσθημα θα έπρεπε να είναι «φρέσκο», ήταν απόλυτος γι’ αυτό. Αυτός ήταν και ο λόγος που μερικές φορές η κρυφή ματιά δεν έφερνε αποτελέσματα. Αν το άλλο άτομο δεν είχε ζήσει κάτι συναισθηματικά φορτισμένο τον τελευταίο καιρό, απλά αγνοούνταν από εκείνην.</span></span></p>
<p><span><span>Οι γονείς του Φαίδωνα αντιμετώπιζαν με υπομονή αλλά και με ανησυχία τον εγκλεισμό του στον εαυτό του. Περνούσε πολλές ώρες μόνος του, σπάνια έβγαινε από το σπίτι και σχεδόν ποτέ δεν έκανε παρέα με άλλα παιδιά. Οι επιδόσεις του στο σχολείο, από την άλλη, ήταν αρκετά ικανοποιητικές, γι’ αυτό και αποφάσισαν να τον αφήσουν να προσπαθήσει για κάτι, που όπως νόμιζαν, θα τον αφύπνιζε από την κατάσταση στην οποία είχε πέσει. Πρόσεχαν από κοντά την εξέλιξη της συμπεριφοράς και της προσωπικότητάς του, ώστε να επέμβουν αν αυτές ξέφευγαν αρκετά. Οι δάσκαλοι και, στην συνέχεια, οι καθηγητές του, τους έλεγαν ότι, παρά τον εσωστρεφή χαρακτήρα του, δεν δημιουργούσε προβλήματα στην τάξη και τα γραπτά του έδειχναν μια ανεπτυγμένη ευστροφία. Οι επαφές του δε, με τους συμμαθητές του ήταν σχετικά προβληματικές και, αραιά και που, δημιουργούνταν κάποια μικροεπεισόδια, τα οποία ουδέποτε ήταν ιδιαίτερα σοβαρά.</span></span></p>
<p><span><span>Όταν τελείωσε το λύκειο, οι γονείς του Φαίδωνα, άρχισαν να ψάχνουν με μεγαλύτερη επιμονή τα αίτια της παράξενης συμπεριφοράς του γιου τους, μιας και είδαν ότι η αλλαγή που περίμεναν δεν είχε έρθει με το πέρας της σχολικής του ζωής. Του επέβαλαν μερικές επισκέψεις σε έναν ψυχολόγο, μήπως μπορέσει αυτός να ξεδιαλύνει την κατάσταση, παρά τις αντιρρήσεις του. Προς μεγάλη απογοήτευση του Φαίδωνα, οι επισκέψεις γίνονταν όλο και περισσότερες, αφού ο γιατρός δεν μπορούσε καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Αυτό που είπε στους γονείς του και τους κατατρόμαξε ήταν ότι το είναι του φαινόταν να είναι καταπονημένο και γερασμένο, σαν κάποιον που είναι σε βαθιά γεράματα κι έχει ζήσει την ζωή του στα άκρα. Τους πρότεινε να τον κλείσουν σε ένα ίδρυμα για λίγο καιρό, ώστε να παρακολουθείται πιο στενά. Τους εφησύχασε λέγοντάς τους ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει φαρμακευτική αγωγή κι ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα είχαν πιο γρήγορα και πιο έγκυρα αποτελέσματα για το τι του συμβαίνει. Δεν χρειάστηκε να ακούσουν πολύ περισσότερα για να πειστούν και μετά από λίγο καιρό, ο Φαίδων βρέθηκε εσώκλειστος σε ένα ψυχιατρείο.</span></span></p>
<p><span><span>Οι δυο μήνες που πέρασε στο ψυχιατρείο αποδείχτηκαν πλέον επιβλαβείς για την ήδη καταρρακωμένη ψυχική υγεία του Φαίδωνα. Η έλλειψη σχεδόν κάθε είδους κοινωνικής επαφής και με μόνη πηγή συλλογής εμπειριών και κατανόησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την κρυφή ματιά, οδήγησαν τον Φαίδωνα σε ένα είδος αποξένωσης από κάθε μορφή επικοινωνίας. Την κατάσταση αυτή ήρθε να συνδαυλίσει η επαφή του με τους τροφίμους του ψυχιατρείου, των οποίων οι εμπειρίες ξύπνησαν νέους φόβους, μέσα στον Φαίδωνα, απομακρύνοντάς τον ακόμη περισσότερο από τους ανθρώπους.</span></span></p>
<p><span><span>Παρά την ενόχληση που του προκαλούσαν, ο Φαίδων βρήκε αρκετά ενδιαφέρον αυτό το νέο είδος εμπειριών, γι’ αυτό και περνούσε πολλές ώρες στους κοινόχρηστους χώρους του ιδρύματος, αποζητώντας τροφή για την περιέργειά του. Σ’ αυτό βοηθούσε η σχεδόν κατατονική, από τα φάρμακα, κατάσταση των περισσοτέρων τροφίμων, με τους οποίους δεν χρειαζόταν να έρθει σε καμία συνδιάλεξη. Ήταν πολλές και διάφορες οι εμπειρίες που συνέλεξε, κι όλες τού προξενούσαν από μια ξεχωριστή ανατριχίλα. Είδε μέσα από τα μάτια κάποιου που βωμολοχούσε και εκτόξευε αντικείμενα προς ένα αόρατο πλάσμα. Ένας άλλος διαπληκτιζόταν έντονα με τον εαυτό του, μπροστά από έναν καθρέφτη, κι αφού η συζήτηση δεν έβγαζε πουθενά, βάλθηκε να προσπαθεί να βγάλει τα μάτια από το είδωλό του. Ένας άντρας ήταν πεπεισμένος ότι έλιωνε όποτε πλησίαζε κοντά στις ακτίνες του ήλιου και ούρλιαζε σαν να τον βράζουν ζωντανό. Μια γυναίκα συνευρέθηκε με τον φανταστικό εραστή της. Μια άλλη γυναίκα κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι για να αποφύγει τον καθόλου φανταστικό νοσηλευτή, ο οποίος την ανακάλυψε εύκολα και την βίασε.</span></span></p>
<p><span><span>Οι γονείς του Φαίδωνα διαπίστωσαν, τελικά, ότι η παραμονή του στο ψυχιατρικό ίδρυμα του έκανε μόνο κακό, γι’ αυτό και βιάστηκαν να τον απομακρύνουν από εκεί. Σ’ αυτό που αρκέστηκαν ήταν να συνεχίσουν να στέλνουν τον γιο τους σε έναν ψυχολόγο, διαφορετικό αυτήν την φορά, και με όχι πολύ συχνές επισκέψεις, απλά και μόνο για να παρακολουθείται η κατάστασή του και να εντοπιστεί έγκαιρα η όποια σημαντική επιδείνωση. Το επόμενο πράγμα που έκαναν ήταν να του βρουν ένα μικρό διαμέρισμα, κοντά στο δικό τους σπίτι, ώστε να έχει τον δικό του χώρο, αφού ήταν εμφανές ότι χρόνος που περνούσε μόνος του ήταν αρκετά εποικοδομητικός για κείνον. Εκτός από τις τακτικές επισκέψεις που του έκαναν για τον ελέγχουν, προσέλαβαν, επίσης, και μια ιδιαιτέρα νοσοκόμα για να πηγαίνει και να τον κοιτάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ο Φαίδων φαινόταν να απολαμβάνει πραγματικά αυτήν την νέα εξέλιξη της ζωής του, γι’ αυτό και δεν διαμαρτυρόταν για τις συχνές επισκέψεις και την είσοδο ενός ξένου ατόμου στο σπίτι του.</span></span></p>
<p><span><span>Λίγο αργότερα προσπάθησαν ακόμη και να βρουν μια δουλειά για τον Φαίδωνα, ώστε να έχει κάτι καινούριο να απασχολείται. Επέλεξαν δουλειές στις οποίες δεν θα είχε πολλές επαφές με ανθρώπους, αλλά μετά από μερικές δοκιμές φάνηκε ότι του ήταν πολύ δύσκολο να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της εκάστοτε εργασίας.</span></span></p>
<p><span><span>Έτσι, ο Φαίδων μπήκε σε μια καθημερινή ρουτίνα η οποία διατηρούσε σταθερή την κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Λάμβανε αρκετά μεγάλη βοήθεια από τους γονείς του ως προς την διευθέτηση της ζωής του, αν και τον ανάγκαζαν να φροντίζει από μόνος του για μερικές από τις ανάγκες του, όπως τα ψώνια από το σούπερ-μάρκετ και η αγορά ρούχων, ώστε να μαθαίνει να παίρνει πρωτοβουλίες. Και κάπως έτσι περνούσε ο καιρός…</span></span></p>
<p><span> </span></p>
<p style="text-align: center"><span><span> ~ * ~ * ~ * ~ * ~ * ~</span></span></p>
<p><span> </span></p>
<p><span><span>Ο Φαίδων τινάχτηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν και κοίταζε έντρομος και με τα μάτια ορθάνοιχτα την Ναυσικά. Την επόμενη στιγμή άρχισε να τρέχει προς την έξοδο της καφετέριας, ρίχνοντας πολλά τραπέζια και καρέκλες στο πάτωμα, με το πέρασμά του. Βγήκε στον δρόμο και συνέχισε να τρέχει. Ήθελε να κρυφτεί από εκείνη την γυναίκα με το αγγελικό πρόσωπο και την διαβολική ψυχή. Οι εικόνες, όμως, που είχε δει, ακόμα τον κυνηγούσαν.</span></span></p>
<p><span><span>Έφτασε στην άκρη του τετραγώνου και κρύφτηκε στην γωνία. Έβγαλε προσεκτικά το κεφάλι του πίσω από τον τοίχο και κοίταξε προς την καφετέρια. Είδε την Ναυσικά να βγαίνει και να κοιτάζει αριστερά και δεξιά. Ευτυχώς δεν τον είδε. Ύστερα η κοπέλα ανασήκωσε τους ώμους κι άρχισε να περπατά, και πάλι ευτυχώς, προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που ήταν ο Φαίδων.</span></span></p>
<p><span><span>«Δεν αλλάζουν αυτά που έγιναν», σκεφτόταν ενώ δάκρυα πλημμύριζαν τα μάτια του. Οι εικόνες συνέχιζαν να βρίσκονται καθαρές μες στο μυαλό του.</span></span></p>
<p><span><span>Ήταν μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Το μοναδικό φως βρισκόταν κάπου πάνω απ’ το κεφάλι του και φώτιζε προς τα κάτω. Ακριβώς μπροστά του… <em>μπροστά της</em>… υπήρχε ένας πάγκος και πάνω στον πάγκο ήταν ξαπλωμένο ένα νέο αγόρι, περίπου στα μέσα της εφηβείας του. Το αγόρι ήταν γυμνό και τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα πάνω στον πάγκο, ενώ το στόμα του ήταν σφραγισμένο με φαρδιά κολλητική ταινία. Τα μάτια του γεμάτα τρόμο και δάκρυα.</span></span></p>
<p><span><span>Ο Φαίδων κοίταξε τα χέρια του…<em> τα χέρια της</em>… και είδε ότι κρατάει ένα νυστέρι, το οποίο πλησίαζε αργά προς το στέρνο του αγοριού. Το παιδί άρχισε να τρέμει και να χτυπιέται, όσο του επέτρεπαν τα δεσμά του.</span></span></p>
<p><span><span><em>«Κρατήστε τον, που να πάρει ο διάολος»</em>, άκουσε την Ναυσικά να λέει μες στο όραμά του. Μερικά ζευγάρια στιβαρών χεριών έκαναν την εμφάνιση τους και καθήλωσαν τον νέο πάνω στον πάγκο. Η δουλειά της Ναυσικάς έγινε πολύ πιο εύκολη από εκεί και πέρα. Το νυστέρι διέσχισε εύκολα το στέρνο του αγοριού, κάνοντας μια τεράστια τομή, μέχρι κάτω στην κοιλιά. Αίμα άρχισε να αναβλύζει μέσα από τα σωθικά του παιδιού, το οποίο μετά από λίγο σταμάτησε να μάχεται και ξεψύχησε. Η δουλειά, όμως, συνεχίστηκε χωρίς καθυστερήσεις. Με γρήγορες, αλλά ακριβείς και μεθοδευμένες κινήσεις, η Ναυσικά άρχισε να αφαιρεί τα ζωτικά όργανα του παιδιού, τοποθετώντας το καθένα σε ένα πλαστικό δοχείο και στην συνέχεια μέσα σε ένα προστατευτικό ψυγείο.</span></span></p>
<p><span><span>Όταν τέλειωσε με το αγόρι, έλυσε τα δεσμά του και απλά το έσπρωξε ώστε να πέσει από τον πάγκο. Ύστερα γύρισε και κοίταξε προς τα πίσω. Μέσα στο μισοσκόταδο μπορούσε να διακρίνει μια μικρή ομάδα παιδιών, όλα δεμένα και φιμωμένα, να κλαίνε και να τρέμουν για την μοίρα που τους επιφυλασσόταν.</span></span></p>
<p><span><span><em>«Φέρτε μου το κορίτσι»</em>, είπε η Ναυσικά, απλώνοντας το χέρι της και δείχνοντας ποια εννοούσε.</span></span></p>
<p><span><span>Ο Φαίδων μπορούσε να γευτεί την απόλαυση που προσέφερε στην Ναυσικά αυτό το μισερό και ειδεχθές έγκλημα που έπραττε. Το μυαλό του δεν είχε υπάρξει ποτέ πιο πολύ μπερδεμένο. Πώς μπορούσε κάτι το τόσο απαίσιο να δίνει σε κάποιον τόσο μεγάλη απόλαυση; Σχεδόν ηδονή;</span></span></p>
<p><span><span>Άρχισε ξανά να τρέχει. «Δεν αλλάζουν αυτά που έγιναν», σκεφτόταν καθώς τάχυνε το βήμα του όλο και πιο πολύ. «Δεν αλλάζουν αυτά που έγιναν». Η Ναυσικά ήταν μόλις λίγα μέτρα μπροστά του και περίμενε στην άκρη του δρόμου.</span></span></p>
<p><span><span>«Αλλά αλλάζουν αυτά που δεν έγιναν ακόμα», σκεφτόταν ο Φαίδων καθώς άρπαζε την Ναυσικά και την έριχνε, μαζί με τον εαυτό του, μπροστά στις ρόδες ενός διερχόμενου λεωφορείου.</span></span></p>
<p><span> </span></p>
<p style="text-align: center"><strong><span><span>ΤΕΛΟΣ</span></span></strong></p>
<p> </p>
<div><strong><span> </span></strong></div>
<p style="text-align: right"> <span><span>Ορεστιάδα, 27 Μαΐου 2010</span></span></p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/4Mss5R7-8to" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%ce%b1%ce%af%ce%b4%cf%89%ce%bd%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%b7-%ce%ba%cf%81%cf%85%cf%86%ce%ae-%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%86%ce%b1%ce%af%ce%b4%cf%89%ce%bd%ce%b1/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Μα πού πήγαν όλοι?</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/186iAsimWME/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%8d-%cf%80%ce%ae%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b9/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 09 May 2010 10:23:08 +0000</pubDate>
		<dc:creator>AnthiPsomiadou</dc:creator>
				<category><![CDATA[Αρθρα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%8d-%cf%80%ce%ae%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b9/</guid>
		<description><![CDATA[Είναι πρωί Παρασκευής και ξυπνώ στην απίστευτη ελληνική πραγματικότητα που πάντα βρίσκει τρόπο να μας εκπλήσσει ακόμα και όταν νομίζουμε ότι δεν υπάρχει άλλο περιθώριο γι’ αυτό. Είναι η μέρα που πρέπει να κάνω επίσκεψη σε κάποιο ΚΕΠ παρέα με την μητέρα μου ώστε να τακτοποιήσουμε μερικά έγγραφα και να κατοχυρωθεί το γνήσιο της υπογραφής [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>Είναι πρωί Παρασκευής και ξυπνώ στην απίστευτη ελληνική πραγματικότητα που πάντα βρίσκει τρόπο να μας εκπλήσσει ακόμα και όταν νομίζουμε ότι δεν υπάρχει άλλο περιθώριο γι’ αυτό. Είναι η μέρα που πρέπει να κάνω επίσκεψη σε κάποιο ΚΕΠ παρέα με την μητέρα μου ώστε να τακτοποιήσουμε μερικά έγγραφα και να κατοχυρωθεί το γνήσιο της υπογραφής μας. Μιλώ μαζί της στο τηλέφωνο και προσπαθούμε να βρούμε τον καλύτερο συνδυασμό των δραστηριοτήτων μας ώστε να διαχειριστούμε η καθεμία σωστά τον χρόνο της και ταυτόχρονα να διευθετήσουμε και το συγκεκριμένο θέμα. Η μόνη πληροφορία που δεν έχουμε αλλά χρειαζόμαστε οπωσδήποτε είναι το ωράριο του ΚΕΠ Πειραιά στο οποίο εξυπηρετούσε και τις δύο να βρεθούμε. Και εδώ αρχίζει η κωμωδία.<br />
Καλώ στο 11880 και ζητώ το τηλέφωνο του εν λόγω ΚΕΠ. Μου το δίνουν. Καλώ εκεί. Το μήνυμα έδινε πολλές επιλογές και μπορούσες να πληκτρολογήσεις  αριθμό για κάθε διαφορετικό τομέα που αναλάμβανε το ΚΕΠ. Το δικό μου ενδιαφέρον εστιαζόταν στο ωράριο άρα, μπορούσε να με βοηθήσει οποιοδήποτε τμήμα. Επιλέγω ένα από αυτά και αμέσως ακούω ότι το συγκεκριμένο τμήμα εκείνη την στιγμή είχε όλους τους υπαλλήλους του απασχολημένους. Μάλιστα. Κλείνω. Σε δέκα λεπτά, επαναλαμβάνω την κλήση και επιλέγω το ίδιο. Το μήνυμα επιμένει. Κλείνω και ξανακαλώ με το σκεπτικό ότι κάποιο άλλο τμήμα ίσως να είναι πιο χαλαρό. Επιλέγω λοιπόν άλλον αριθμό. Το μήνυμα είναι ίδιο.  Επίτηδες κλείνω και κάνω ξανά την κλήση πατώντας άλλη επιλογή. Το μήνυμα ίδιο. Έκανα ακριβώς την ίδια κίνηση με το εσωτερικό κάθε τμήματος αλλά όλα έδειχναν ότι οι πάντες ήταν απασχολημένοι με κάποια υπόθεση συμπολίτη μου και δεν μπορούσαν να μου απαντήσουν.  Ωστόσο, οι δουλειές μου έτρεχαν, η μέρα προχωρούσε αλλά εγώ δεν ήξερα ποιο χρονικό περιθώριο είχα να προλάβω την επείγουσα επίσκεψή μου στο ΚΕΠ.<br />
Για να κάνω την μεγάλη ιστορία μικρή, μετά από σαράντα λεπτά, τηλεφώνησα ξανά με όλα τα εσωτερικά νούμερα [τηλεφωνικά νούμερα ή ίσως όχι μόνο] να είναι απασχολημένα. Είχα μάθει το μηνυματάκι απ’ έξω κι ανακατωτά. Αποφάσισα να δράσω. Επικοινώνησα με την μητέρα μου και της είπα να ξεκινήσει προς τα εκεί. Μπήκα στο αυτοκίνητό μου με την θλιβερή διαπίστωση ότι είμαι ένας Έλληνας πολίτης που δεν μπορώ να έχω μία απλή επικοινωνία με ένα –τι ειρωνεία για το όνομά του- ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ! Μα ποια εξυπηρέτηση αγαπητοί? Σας ψάχνω και δεν σας βρίσκω! Ούτε για να βεβαιωθώ για το ωράριό σας!  Το αποκορύφωμα δε της απίστευτης κωμωδίας που σε τραγωδία είχε εξελιχθεί, ήταν αυτό που αντίκρισα φτάνοντας. Μπαίνω, το βλέμμα μου κάνει μια κυκλική βόλτα στον χώρο και διαπιστώνει ότι σχεδόν όλα τα γραφεία είναι άδεια. Η πρώτη ατάκα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν αυτή του Σπύρου Παπαδόπουλου στους ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥΣ. «Τι έγινε ρε παιδιά»? Προχώρησα και κάθισα σε μια καρέκλα στο κέντρο.  Μόλις τέσσερις υπάλληλοι βρίσκονταν εκεί και είχαν κάνει «πηγαδάκι» γελώντας και κουτσομπολεύοντας κάποια  απούσα προϊσταμένη-αν κατάλαβα καλά. Για δέκα λεπτά δεν μου έδωσε κανείς σημασία. Ήμουν ένας αόρατος πολίτης στο ΚΕΝΤΡΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ! Απίστευτο, κι όμως ελληνικό!<br />
Έμεινα εκεί βυθισμένη στις σκέψεις μου. Θυμήθηκα το ηχητικό μήνυμα που έλεγε ότι όλα τα τμήματα ήταν μη διαθέσιμα. Προφανώς και εκείνη την στιγμή κάποιος άλλος συμπολίτης μου άκουγε ακριβώς το ίδιο στο τηλέφωνο. Το ειρμό μου διέκοψε μια κυρία που μπήκε βιαστικά αλλά σταμάτησε απότομα κάνοντας με το βλέμμα την ίδια «βόλτα» που νωρίτερα είχαν κάνει τα δικά μου μάτια.  Τρεις υπάλληλοι είχαν πια απομείνει. Κατέληξε να με κοιτά και το πρόσωπό της φώναζε «μα καλά, πού πήγαν όλοι»?</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/186iAsimWME" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%8d-%cf%80%ce%ae%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b9/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%ce%bc%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%8d-%cf%80%ce%ae%ce%b3%ce%b1%ce%bd-%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b9/</feedburner:origLink></item>
		<item>
		<title>Το τέλος</title>
		<link>http://feedproxy.google.com/~r/mythoplastes/~3/S-AFM0oZjtc/</link>
		<comments>http://www.mythoplastes.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82/#comments</comments>
		<pubDate>Sun, 25 Apr 2010 18:31:51 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Άγγελος</dc:creator>
				<category><![CDATA[Επιστημονικη Φαντασια]]></category>
		<category><![CDATA[Οικολογία]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://www.mythoplastes.gr/?p=321</guid>
		<description><![CDATA[                «Το τέλος του κόσμου είπες;»
                «Το τέλους του κόσμου όπως τον ξέρουμε, είπα.»
                Τον κοίταξε παραξενεμένος. Το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια, σκέφτηκε. Κι έτσι κι αλλιώς, η λέξη  τέλος ποτέ δεν του ηχούσε καλά. Γιατί, δηλαδή, να μην γινόταν μερικές, ή έστω μπόλικες, δραστικές αλλαγές και θα έπρεπε να υπεισέλθει ένα τέλος, και [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p></p><p>                «Το τέλος του κόσμου είπες;»</p>
<p>                «Το τέλους του κόσμου όπως τον ξέρουμε, είπα.»</p>
<p>                Τον κοίταξε παραξενεμένος. Το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια, σκέφτηκε. Κι έτσι κι αλλιώς, η λέξη <em> τέλος </em>ποτέ δεν του ηχούσε καλά. Γιατί, δηλαδή, να μην γινόταν μερικές, ή έστω μπόλικες, δραστικές αλλαγές και θα έπρεπε να υπεισέλθει ένα τέλος, και μετά απ’ αυτό μια αβέβαιη αρχή;</p>
<p>                 «Το σκεφτήκατε καλά;»</p>
<p>                «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ξέρεις σε ποιο σημείο έχουμε φτάσει.»</p>
<p>                Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Το ήξερε πολύ καλά, αλλά αρνιόταν να το παραδεχτεί μπροστά στους υπόλοιπους, επειδή επιθυμούσε και επιδίωκε λύσεις όσο το δυνατόν λιγότερο επώδυνες. Αλλά αυτή η φιλική ενημέρωση του έδινε την ευκαιρία να είναι πιο ανοιχτός.</p>
<p>                «Τι έχετε στο μυαλό σας;»</p>
<p>                «Τους ανθρώπους.»</p>
<p>                Σάστισε. «Εμάς;»</p>
<p>                Ο άλλος ένευσε, χωρίς να μιλήσει. Και διατήρησε την σιωπή του, δίνοντάς του χρόνο να το χωνέψει.</p>
<p>                «Ξέρεις ότι δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό.»</p>
<p>                «Ναι, αλλά δυστυχώς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»</p>
<p>                «Είναι ενάντια στον νόμο της Προστασίας και Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Παγκοσμίου Κανονισμού.»</p>
<p>                «Θα παρακαμφθεί. Δεν είναι υπόθεση γραφειοκρατίας.»</p>
<p>                «Ο άνθρωπος σαν ον είναι μοναδικός. Ίσως ακόμη και σ’ ολόκληρο το σύμπαν.»</p>
<p>                «Οι πληροφορίες θα διασωθούν σε ψηφιακές κιβωτούς. Η αναδόμησή του θα είναι εφικτή από πολιτισμούς ανώτερους της Δεύτερης Γενιάς.»</p>
<p>                «Δεν ξέρουμε κανέναν άλλον πολιτισμό, διάβολε.»</p>
<p>                Άρχισε να τα χάνει. Και ήταν κάτι που η θέση του δεν του επέτρεπε καθόλου. Υποτίθεται ότι έπρεπε να διατηρεί την ψυχραιμία και την αμεροληψία του, όποια κι αν ήταν η περίσταση. Ακόμη και στις φιλικές κουβέντες. Όπως, ακριβώς έκανε ο συνομιλητής του.</p>
<p>                «Είναι ένα ρίσκο που είμαστε διατεθειμένοι να πάρουμε για την επιβίωση του πλανήτη.»</p>
<p>                «Γιατί να μην αρκεστούμε σε μια περικοπή;»</p>
<p>                «Ήσουν παρών στην περικοπή των 7 δισεκατομμυρίων. Μείνανε οι χειρότεροι. Κι επιπλέον η κατάσταση δεν βελτιώθηκε καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα, χειροτέρεψε. Κι έχουν περάσει μόλις 50 χρόνια.»</p>
<p>                «Θα αναπτύξουμε νέους τρόπους σωφρονισμού, σκληρότερους.»</p>
<p>                «Η εμπιστοσύνη που τρέφεις προς τους ανθρώπους φτάνει τα όρια του αστεϊσμού. Αν δεν ήξερα με ποιον μιλάω θα έλεγα ότι είσαι αφελής. Έχω, όμως, πολύ καλή επίγνωση των γνώσεων και των μελετών σου. Το βιβλίο σου <em>Περί Αυτοκαταστροφικότητας του Ανθρώπινου Είδους </em>οδήγησε στην πρώτη περικοπή. Κι ακολούθησαν κι άλλα. Θέλεις να στα απαριθμήσω;»</p>
<p>                Σήκωσε το χέρι του, κάνοντας τον συνομιλητή του να σταματήσει να μιλάει.</p>
<p>                «Πάψε. Το βιβλίο μου δεν είχε αυτόν τον σκοπό. Ήθελα να συνετίσω τους ανθρώπους, όχι να τους εξοντώσω.»</p>
<p>                «Στο βιβλίο σου γίνεται προφανές ότι θα το έκαναν από μόνοι τους, ούτως ή άλλως. Είναι απλά θέμα χρόνου. Κι εμείς θέλουμε, απλά, να προλάβουμε τα χειρότερα.»</p>
<p>                «Γνωρίζεις πως αυτό που πάτε να κάνετε επιβεβαιώνει τις προβλέψεις μου;»</p>
<p>                «Ναι, μόνο που οι προβλέψεις σου δεν ανέφεραν ότι η αυτοκαταστροφή θα γίνει για έναν ευγενή σκοπό. Ίσως αυτός είναι ένας τρόπος για να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Ίσως έτσι να δώσουμε ένα παράδειγμα σε αυτούς που θα ακολουθήσουν. Ή, ίσως, το μόνο που θα καταφέρουμε θα είναι να δώσουμε στην ζωή του πλανήτη μια νέα ελπίδα. Ας το κάνουμε να αξίζει.»</p>
<p>                «Έχετε ορίσει χρονοδιάγραμμα;»</p>
<p>                Ήξερε την απάντηση πριν ο άλλος του πει: «Ναι.»</p>
<p>                «Και τι θέλετε από μένα;»</p>
<p>                «Είσαι η Φωνή. Θέλουμε να το πεις στον κόσμο.»</p>
<p>                Η γροθιά του εκτοξεύθηκε με απίστευτη ταχύτητα και χτύπησε τον συνομιλητή του κάτω από το αριστερό μάτι, ρίχνοντάς τον στο πάτωμα. Προχώρησε αργά και στάθηκε από πάνω του. Δάκρυα είχαν γεμίσει τα μάτια του.</p>
<p>                «Θα το κάνω.», είπε.</p>
<p> </p>
<p align="center"><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></p>
<p align="right">Ορεστιάδα, 25 Απριλίου 2010</p>
<img src="http://feeds.feedburner.com/~r/mythoplastes/~4/S-AFM0oZjtc" height="1" width="1"/>]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://www.mythoplastes.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		<feedburner:origLink>http://www.mythoplastes.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82/</feedburner:origLink></item>
	</channel>
</rss>
